Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2012

ΟΜΗΡΟΥ: ΟΔΥΣΣΕΙΑ (2ος ΤΟΜΟΣ)

ΟΜΗΡΟΥ: ΟΔΥΣΣΕΙΑ (2ος ΤΟΜΟΣ)
ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟFREE photo hosting by Fih.gr
Στην Οδύσσεια επικρατεί η τάση κάποιας ηπιότερης έκφρασης και σε ορισμένες περιπτώσεις η εξέλιξη της δράσης είναι πιο εκτεταμένη, όμως η δομή της είναι ακόμη πιο σύνθετη και αρμονική από της Ιλιάδας. Τα κύρια σημεία της πλοκής της είναι : η κατάσταση στην Ιθάκη, όπου η Πηνελόπη, σύζυγος του Οδυσσέα και ο νεαρός γιός τους Τηλέμαχος είναι αδύναμοι μπροστά στους προπετείς μνηστήρες και έχουν απογοητευθεί ότι μπορεί να επιστρέψει κάποτε ο Οδυσσέας από τον Τρωικό πόλεμο. Το μυστικό ταξίδι του Τηλέμαχου στην Πελοπόννησο με σκοπό να πληροφορηθεί για την τύχη του πατέρα του και οι εκεί συναντήσεις με τον Νέστορα, τον Μενέλαο και την Ελένη. Ο επικίνδυνος διάπλους του Οδυσσέα, τον οποίο αντιμάχεται ο ίδιος ο θεός της θάλασσας Ποσειδών, από το νησί της Καλυψώς στη νήσο των Φαιάκων. Η αφήγηση των καταπληκτικών περιπετειών του (από την ι στη μ ραψωδία) μετά την αναχώρησή του από την Τροία, μεταξύ άλλων και της απόδρασής του από το σπήλαιο του κύκλωπα Πολύφημου. Η νυκτερινή άφιξή του, μόνου πλέον, στην Ιθάκη περίπου στα μέσα του ποιήματος, η συνάντησή του με την προστάτιδα του θεά Αθηνά, οι διάφορες μεταμορφώσεις του, η αυτοπαρουσίασή του στον πιστό του χοιροβοσκό Εύμαιο και κατόπιν στον Τηλέμαχο, το περίπλοκο σχέδιό τους για την εξόντωση των μνηστήρων και η αιματηρή του ολοκλήρωση. Τέλος, η αναγνώρισή του από την πιστή Πηνελόπη, στην οποία εξιστορεί τις περιπέτειές του, η συνάντησή του με τον γέροντα πατέρα του Λαέρτη και η αποκατάσταση, με την βοήθεια της Αθηνάς, της σταθερότητας στο νησιώτικο βασίλειο της Ιθάκης.
(Ολόκληρο το βιβλίο σε απλό κείμενο).
ΌΜΗΡΟΣ

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ
ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ
ΟΜΗΡΟΥ
ΟΔΥΣΣΕΙΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
ΙΑΚΩΒΟΥ ΠΟΛΥΛΑ
ΤΟΜΟΣ Β

ΡΑΨΩΔΙΑ Η — Μ

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ

ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Δ. ΦΕΞΗ
Ραψωδία Η
Τούτα εύχετ' ο πολύπαθος, ο θείος Οδυσσέας·
την κόρη ωστόσον έπαιρναν 'ς την πόλι τα μουλάρια.
και ότ' έφθασε 'ς τα υπέρλαμπρα παλάτια του πατρός της
'ς τα πρόθυρα τα εκράτησε, και ολόρθοι ολόγυρά της
οι θεϊκοί της αδελφοί τα λύσαν απ' τ' αμάξι,
5
κ' έμπαζαν τα φορέματα· 'ς το δώμα της η κόρη
εσύρθη και της άναβε φωτιάν η Απειραία
γερόντισσα Ευρυμέδουσα θεράπαινα, 'που εφέραν
απ' την Απείρην άλλοτε τα ισόπλευρα καράβια,
και δώρο τότ' εξαίρετον εδόθη του Αλκινόου,
10
του βασιλέα, 'π' ως θεόν οι Φαίακες ετίμαν.
την λευκοχέρα Ναυσικά τούτ' είχεν αναστήσει,
και τώρα στιά της άναβε κ' ετοίμαζε τον δείπνο.
.
Και προς την πόλι κίνησεν ο θείος Οδυσσέας·
κ' η Αθηνά καλόθελα τον έζωσε κατάχνια,
15
μην απαντώντας τον κανείς των ανδρικών Φαιάκων
ανεγελάση αυτόν πικρά και ποιος είν' ερωτήση.
και εις την τερπνήν ότ' έμελλε την πόλι να πατήση,
κει τον απάντησε η θεά, η γλαυκομμάτ' Αθήνη,
με σχήμα κόρης τρυφερής, 'που στάμναν εβαστούσε,
20
κ' εμπρός του εστάθη· ερώτησεν ο θείος Οδυσσέας·
«Παιδί μου, δεν μου έδειχνες το σπίτι του Αλκινόου,
του ανδρός, οπ' όλων των λαών εδώ 'ναι βασιλέας;
ξένος εγώ ταλαίπωρος φθασμένος εδώ πέρα
μέσ' από μέρη μακρυνά, κανέναν των ανθρώπων,
25
απ' όσους έχει τούτ' η γη και η χώρα, δεν γνωρίζω».
.
Τότε η θεά του απάντησεν, η γλαυκομμάτ' Αθήνη·
«Πατέρα ξένε, σένα εγώ το σπίτι οπού ζητείς με
θα δείξω· ότ' είναι σύνεγγυς του δοξαστού πατρός μου·
αλλά σιγά προχώρησε κ' εγώ τον δρόμο δείχνω.
30
και μη κυττάζης άνθρωπον, μηδ' ερωτάς κανέναν,
ότι τους ξένους τόσο αυτοί πολύ δεν υποφέρουν,
και όποιος εδώ φθάση απ' αλλού, δεν τον περιποιούνται.
το θάρρος έχουν 'ς τα γοργά καράβια τους και σχίζουν
τα πέλαγα, ως εχάρισε 'ς αυτούς ο κοσμοσείστης.
35
και ως το πτερόν ή ο στοχασμός τα πλοία τους πετιούνται».
.
Είπε κ' επροπορεύθηκε κείνου η Παλλάδ' Αθήνη
γοργά, και αυτός εβάδιζεν εις της θεάς τα χνάρια.
και οι Φαίακες οι ναυτικοί ποσώς δεν τον νοήσαν
'ς τη μέση τους ως διάβαινε την πόλιν, ότ' η Αθήνη,
40
καλόκομη, δεινή θεά, δεν άφινε, αλλ' ομίχλην
του έχυσε ολόγυρα πυκνήν, ότι γι' αυτόν πονούσε.
και τους λιμέναις θαύμαζεν αυτός και τα ίσια πλοία,
ταις αγοραίς, 'που εκάθιζαν οι ήρωες, και τα τείχη
μακρυά, ψηλά, ξυλόφρακτα, 'π' όποιος τα ιδή θαυμάζει.
45
και ότ' έφθασαν 'ς του βασιληά τα υπέρλαμπρα παλάτια,
η θεά τότε ωμίλησεν, η γλαυκομμάτ' Αθήνη·
«Ιδού, ξένε πατέρα μου, το σπίτι οπού μου λέγεις·
να δείξω· τώρ' αυτού θα ευρής τους θείους βασιλείς μας
εις το τραπέζι· μέσα εσύ προχώρα, και η ψυχή σου
50
ας μη δειλιάση· ο θαρρετός άνδρας εις κάθε πράξι
κάλλια προκόβει και αν αυτός έλθη από ξένα μέρη.
την δέσποινα πρώτα θα ευρής 'ς τα μέγαρα· και Αρήτη
την ονομάζουν ταιριαστά· κ' εκείνη έχει προγόνους
τους ίδιους, 'που κατάγεται ο Αλκίνοος βασιλέας.
55
και πρώτα τον Ναυσίθοον ο σείστης Ποσειδώνας
γέννησε και η Περίβοια, 'π' ασύγκριτη 'ς τα κάλλη
ήταν του Ευρυμέδοντα νεωτάτη θυγατέρα,
μεγαλοψύχου βασιληά των προπετών Γιγάντων·
αλλ' έχασε τον ασεβή λαόν, κ' εχάθη εκείνος.
60
ο Ποσειδώνας απ' αυτήν έλαβε τον γενναίον
Ναυσίθοον, 'που βασιληάς εγίνη των Φαιάκων,
κ' έλαβ' υιούς Ρηξήνορα και Αλκίνοον· τον πρώτον
εκτύπησ' ο αργυρότοξος Απόλλωνας νυμφίον
'ς τ' άκληρο σπίτι, όπ' άφινε μιαν μόνην θυγατέρα,
65
'π' ο Αλκίνοος νυμφεύθηκε κατόπι, την Αρήτη·
και αυτήν ετίμησε ως καμμιά γυναίκα δεν τιμάται
'ς τον κόσμον άλλη απ' όσαις ζουν 'ς ανδρός την εξουσία·
τόσον ολόψυχα τιμούν εκείνην και δοξάζουν
τ' αγαπημένα τέκνα της, ο Αλκίνοος και μ' εκείνους
70
όλ' οι λαοί, 'π' ως εις θεά 'ς εκείνην αναβλέπουν,
κ' εγκάδια την καλολογούν την πόλι ότε διαβαίνει·
ότι με νουν λαμπρότατον και αυτ' είναι στολισμένη,
και, όπου αγαπά, και των ανδρών ταις διαφοραίς διαλύει.
αν ίσως σ' ελεημονηθή και σ' αγαπήση εκείνη,
75
θάρρου, θα ιδής τους ποθητούς, ογλήγορα θα φθάσης
'ς το σπίτι το υψηλόσκεπο, 'ς την γην την πατρικήν σου».
.
Είπε η γλαυκόφθαλμη θεά, και απ' την τερπνή Σχερία
τ' άπατα σχίζει πέλαγα κατά τον Μαραθώνα,
και ως φθάν' εις την πλατύδρομη την πόλι της Αθήνας
80
'ς του Ερεχθέα τον ναόν εμβαίνει. και ο Οδυσσέας
του Αλκίνου εμπρός 'ς τα υπέρλαμπρα δώματα μεριμνούσε
κ' εστέκονταν, το χάλκινο κατώφλι πριν πατήση.
ότι ως του ηλίου φαίνονταν ή της σελήνης λάμψι
'ς το μέγα δώμα του υψηλού 'ς το φρόνημ' Αλκινόου·
85
ότ' ήσαν τοίχοι ολόχαλκοι πέρ' από το κατώφλι
ως μέσα, και τους έζωνε χαλυβικό στεφάνι·
το κτίριο το καλόκτιστο χρυσαίς εκλειούσαν θύραις·
οι παραστάταις άργυροι 'ς το χάλκινο κατώφλι·
τ' ανώφλ' ήταν ολάργυρο, χρυσός ο κρίκος ήταν·
90
χρυσοί 'σαν σκύλοι και αργυροί 'ς το 'να και τ' άλλο πλάγι·
τους έπλασεν ο Ήφαιστος με την σοφή του γνώσι,
'ς το λαμπρό δώμα του υψηλού 'ς το φρόνημ' Αλκινόου
φύλακες να ήναι αθάνατοι και αγέραοι 'ς τον αιώνα.
'ς τον τοίχο γύρω αραδιαστά θρονιά και εις τα δυο μέρη
95
απ' το κατώφλι εφαίνονταν ως μέσα πέρα πέρα,
και γυναικών καλόγνεστα γιασίδια τα εσκεπάζαν·
'ς εκείνα επάν' οι αρχηγοί καθίζαν των Φαιάκων,
κ' έτρωγαν μαζή κ' έπιναν, ότ' είχαν αφθονία.
100
και εις στυλοβάταις τεχνικούς στέκονταν χρυσοί νέοι,
κρατώντας εις τα χέρια τους λαμπάδαις αναμμέναις,
και των συνδείπνων έφεγγαν 'ς τα δώματα την νύκτα.
πενήντα μες το δώμα του γυναίκαις έχει δούλαις·
άλλαις αλέθουν τον καρπό, 'που 'ναι ξανθός σαν μήλο,
άλλαις υφαίνουσι πανί και κλώθουσι μαλλία,
105
καθήμεναις, και, ως της ψηλής λεύκας τα φύλλα, σειούνται·
κ' είναι τα υφάσματα κρουστά, 'που επάνω ρέει το λάδι.
και καθώς όλων των ανδρών οι Φαίακες πρωτεύουν
να κυβερνούν 'ς την θάλασσαν, όμοια καλαίς τεχνίτραις
είναι η γυναίκες 'ς το πανί, ότ' η Αθηνά ταις έχει
110
έργα διδάξει εξαίρετα και νουν λαμπρόν χαρίσει,
και της αυλής έξω, σιμά 'ς την θύρα, μέγας κήπος
τετράπλεθρος, και λίθινος τον περιζώνει φράκτης.
δένδρ' αυτού μέσα υψόνονται χλωρά και φουντωμένα·
απιδιαίς είναι και ροϊδιαίς, λαμπρόκαρπαις μηλέαις,
115
και με γλυκόκαρπαις συκιαίς εληαίς θυμό γεμάταις.
είναι ο καρπός τους άφθαρτος και ολοχρονής δεν λείπει,
χειμώνα, είτε καλόκαιρον· αλλ' άπαυτα φυσώντας
αύρα ζεφύρου άλλα γεννά και άλλα ωριμάζει νέα.
γερά το απίδι και άλλο ανθεί, το μήλο, και άλλο μήλο,
120
και το σταφύλι και άλλο ανθεί, το σύκο, και άλλο σύκο.
και υπάρχει αυτού πολύκαρπο κηπάρι αμπελωμένο,
'που μέρος έχ' ηλιακωτόν εις απλωμένο σιάδι
και από τον ήλιο φρύγεται· σταφύλια άλλα τρυγούνται,
άλλα πατούνται, κ' έμπροσθεν τ' αμπέλι έχει αγουρίδαις
125
ακόμη μες το ξάνθισμα· να βάφουν αλλ' αρχίζουν.
και τεχνικώταταις βραγιαίς 'ς ταις άκραις έχει ο κήπος
κάθε λογής, και ολόχρονα 'ς την πρασινάδα λάμπουν.
δυο βρύσες μέσα· απλόνεται 'ς όλον τον κήπο η μία,
εις το κατώφλι της αυλής η άλλη αποκάτω ρέει
130
προς το παλάτι, όθ' έπαιρναν νερόν όλ' οι πολίταις.
τέτοιά 'χε ο Αλκίνοος άφθαρτα των αθανάτων δώρα.
.
Εστάθη αυτού ο πολύπαθος, ο θείος Οδυσσέας
κυττώντας, και ως εθαύμασε τα πάντα εις την ψυχήν του,
'ς το δώμα μέσα εβάδισε περνώντας το κατώφλι.
135
τους αρχηγούς ηύρεν αυτού και άρχονταις των Φαιάκων,
'που με ποτήρια σπόνδιζαν 'ς τον άγρυπνον Ερμεία,
ότι 'ς εκείνον ύστερον, πριν κοιμηθούν, σπονδίζαν.
περνά το δώμα ο θλιβερός, ο θείος Οδυσσέας,
κρυμμένος εις την καταχνιά, 'που 'χε τον ζώσ' η Αθήνη,
140
ως 'π' έφθασε 'ς τους βασιλείς Αλκίνοον και Αρήτην.
αγκάλιασε τα γόνατα εκείνος της Αρήτης,
κ' εχύθη ευθύς οπίσω του της καταχνιάς το νέφος.
'ς το δώμα ως είδαν άνθρωπον άφωνοι έμειναν όλοι,
και ξυππασμένοι εκύτταζαν· ικέτευ' ο Οδυσσέας·
145
«Αρήτη, του Ρηξήνορα ω κόρη του ισοθέου,
'ς τον άνδρα σου ο πολύπαθος προσπέφτω και εις εσένα,
και εις τους συνδείπνους· οι θεοί να τους χαρύνουν ζώντας,
και των παιδιών 'ς το σπίτι του καθείς να παραδώση
το είναι του, και την τιμή, 'που του 'χει δώσει ο δήμος.
150
κ' εμέ στείλετε ογλήγορα να φθάσω εις την πατρίδα,
'πώχω καιρούς 'που αδημονώ μακράν των ποθητών μου».
.
Είπε και χάμου εκάθισε 'ς την στάκτη της γωνίστρας,
σιμά 'ς την στια· και ησύχαζαν κ' εσιωπούσαν όλοι·
και αργά 'ς αυτούς ωμίλησεν ο Εχένηος ο γέρος,
155
ο ήρωας ο αρχαιότερος των άλλων των Φαιάκων·
και παλαιά πολλά 'ξευρε κ' ήταν 'ς τους λόγους πρώτος·
τούτος αγόρευσε 'ς αυτούς με καλή γνώμη κ' είπε·
«Αλκίνοε, δεν είν' εύμορφον, ουδ' είναι πρέπον τούτο,
χάμου ο ξένος να κάθεται 'ς την στάκτη της γωνίστρας·
160
τούτοι κρατιούνται, ότι ο καθείς τον λόγον σου αναμένει.
αλλά τον ξένον σήκωσε, και εις ασημένιον θρόνον
κάθισε αυτόν, και πρόσταξε κρασί να συγκεράσουν
οι κήρυκες, να κάμουμε σπονδαίς του βροντοφόρου
Διός, οπού τους σεβαστούς ικέταις συνοδεύει·
165
και απ' ό,τι έχ' η κελλάρισσα δείπνον του ξένου ας δώση».
.
Ο Αλκίνοος τούτ' ως άκουσεν από το χέρι επήρε
αμέσως τον πολύγνωμον ανδρείον Οδυσσέα,
και απ' την γωνίστρα 'ς το θρονί τον κάθισεν, απ' όπου
σήκωσε τον Λαοδάμαντα, τον ανδρικόν υιόν του,
170
οπού σιμά του εκάθιζε, τον πολυαγαπημένον.
και νίψιμο η θεράπαινα φέρει και από προχύτην
του χύνει, εύμορφον, χρυσόν, εις αργυρή λεκάνη,
για να νιφθή· κ' ένα ξυστό τραπέζι βάζει εμπρός του·
η σεβαστή κελλάρισσα τον άρτον παραθέτει,
175
και απ' όσα φαγιά φύλαγεν, άφθονα του προσφέρει.
έτρωγεν ο πολύπαθος, ο θείος Οδυσσέας·
και ο Αλκίνοος προς τον κήρυκα· «Ποντόνοε, συγκέρνα
εις τον κρατήρα το κρασί, και μοίρασέ το εις όλους
ολόγυρα, όπως κάμουμε σπονδαίς του βροντοφόρου
180
Διός, οπού τους σεβαστούς ικέταις συνοδεύει».
.
Είπε· και το γλυκύτατο κρασί συγκέρνα εκείνος,
και εις όλους έδωσε απαρχή 'ς τα γεμιστά ποτήρια.
αφού σπονδίσαν κ' έπιαν όσ' ήθελ' η ψυχή τους,
'ς την μέση τους ο Αλκίνοος τον λόγον πήρε κ' είπε·
185
«Προσέξετ', όλ' οι αρχηγοί και άρχοντες των Φαιάκων,
να φανερώσω εγώ 'ς εσάς ό,τ' η ψυχή μου λέγει.
αφ' ού δειπνήσετ' άμετε ν' αναπαυθήτε τώρα·
και ως φέξη, μέγα κάλεσμα θα γείνη των γερόντων·
τον ξένον θα ξενίσουμε, και, αφού των αθανάτων
190
καλά προσφέρουμεν ιερά, θα 'χουμε την φροντίδα
τον ξένον μας να στείλουμε, χωρίς κόπον ή λύπη,
με ιδική μας συνοδιά, να φθάσ' εις την πατρίδα,
πασίχαρος, ογλήγορα, όσο μακράν και αν είναι·
ώστε κακό 'ς το μεταξύ και βλάβη να μη πάθη
195
την γην του πριν πατήση αυτός' εκεί κατόπι θα 'χη
όσ' απ' αρχής η μοίρα του και η κλώστραις η βαρείαις,
η μάννα ότε τον γέννησεν, εκείνου ελινογνέσαν.
και αν τούτος πάλ' είναι θεός, οπ' ουρανόθεν ήλθε,
κάτι άλλο τότ' οι αθάνατοι μ' αυτό μας οργανίζουν·
200
ότι ως τα τώρ' ασκέπαστοι 'ς εμάς φανερωθήκαν
οι αθάνατοι, όταν σφάζουμε ταις πλούσιαις εκατόμβαις·
μ' εμάς συντρώγουν, και όπου εμείς κ' εκείνοι συγκαθίζουν·
και αν μόνος εις τον δρόμον του κανείς τους απαντήση,
δεν κρύβονται, ότι συγγενείς τους είμασθε, όπως είναι
205
οι Κύκλωπες και τ' άγρια τα γένη των Γιγάντων».
.
Και απάντησε ο πολύγνωμος 'ς εκείνον Οδυσσέας·
«Κάθε άλλην έχε μέριμναν, Αλκίνοε· δεν ομοιάζω
των αθανάτων, πώχουσι των ουρανών τους θόλους,
'ς την πλάσι, και 'ς τ' ανάστημα· θνητός άνθρωπος είμαι.
210
και όσους θνητούς γνωρίζετε να δέρν' η δυστυχία,
'ς τα πάθη εδύνομουν εγώ να συγκριθώ μ' εκείνους·
κ' είχα εγώ ακόμη πλειότερα κακά να εξιστορήσω,
όσ' από θείαν θέλησιν όλα μαζή μ' ευρήκαν.
είμ' άθλιος· αλλ' αφήστε με για τώρα να δειπνήσω·
215
ότι άλλο πράγμ' αναίσχυντο δεν είναι ως η κοιλία·
τον εαυτόν της η σκληρή να στοχασθής σε βιάζει,
όσα και αν έχης βάσανα και λύπαις 'ς την ψυχήν σου.
κ' εγώ 'χω λύπη 'ς την ψυχή, και ιδού πάντοτ' εκείνη
ζητεί να φάγω και να πιω, και όσα 'χω παθημένα
220
μου σβύνει από τον λογισμό και να γεμίση θέλει.
σεις πάλι όλα ετοιμάσετε, άμα φωτίσ' η ημέρα,
όπως πατήσ' ο άμοιρος την γην την πατρικήν μου,
αν και πολλά 'παθα κακά· να ιδώ, και ας αποθάνω,
το κτήμα μου, τους δούλους μου, και το υψηλό παλάτι».
225
.
Αυτά 'πε, και όλοι εδέχθηκαν τον λόγον του και είπαν
ο ξένος να προβοδηθή, ότ' είχε ορθά 'μιλήσει.
και αφού σπονδίσαν κ' έπιαν όσ' ήθελ' η ψυχή τους,
τότε καθείς 'ς τα σπίτια τους επήγαν να πλαγιάσουν.
αλλ' έμενε εις το μέγαρον ο θείος Οδυσσέας,
230
κ' η Αρήτη και ο θεόμορφος Αλκίνοος σιμά του
καθόνταν και απ' την τράπεζα παίρναν τα σκεύ' η κόραις·
'ς αυτόν επρωτομίλησεν η Αρήτ' η λευκοχέρα,
ότ'είδ' αυτή κ' εγνώρισεν ευθύς το επανωφόρι,
και τον χιτώνα, ενδύματα λαμπρά, 'που τα 'χε κάμει
235
αυτή με ταις γυναίκαις της· κ' είπε 'ς τον Οδυσσέα·
«Ξένε, το εξής πρώτον εγώ θα σ' ερωτήσω· ποίος
είσαι; από πού; τα ενδύματα τούτα ποιος σ' έχει δώσει;
δεν λες 'που θαλασσόδαρτος εβγήκες εδώ πέρα;»
.
Και απάντησε ο πολύγνωμος 'ς εκείνην Οδυσσέας·
240
«Είναι, ω βασίλισσα, βαρύ να είπω ένα προς ένα
τα πάθη μου, επειδή πολλά οι αθάνατοι μου δώσαν·
τούτο εγώ μόνον θα σου ειπώ, 'που μ' ερωτάς να μάθης.
κάποιο νησί 'ς τα πέλαγα μακράν είν', η Ωγυγία,
όπου η δολία Καλυψώ, του Άτλαντα θυγατέρα,
245
καλόκομη, δεινή θεά, την κατοικία της έχει,
και ούτε θεός ούτ' άνθρωπος συγκοινωνεί μ' εκείνην.
αλλ' ο θεός εμ' έφερε τον άθλιο 'ς την γωνιά της
πάντερμον, ότι το γοργό καράβι μου 'χε ο Δίας
με τον λευκό του κεραυνό σχίσει 'ς το μαύρο κύμα.
250
και οι σύντροφοι μου εχάθηκαν, κ' έπιασα την καρίνα
αγκαλιαστά, και μ' έδερνεν η θάλασσ' εννηά 'μέραις·
και ότ' ήλθε η δέκατη νυκτιά, οι αθάνατοι μ' εφέραν
'ς της Ώγυγίας το νησί, αυτού, 'που κατοικάει
η Καλυψώ καλόκομη, δεινή θεά, κ' εκείνη
255
μ' εδέχθη και μ' εξένιζε, μ' έτρεφε κ' είχε γνώμη
αθάνατον και αγέραστον εμέ να καταστήση·
αλλά ποτέ δεν έπειθε 'ς τα στήθη την ψυχή μου.
κ' έμεινε αυτού χρόνους επτά, κ' έβρεχα εγώ με δάκρυα
τα άφθαρτα φορέματα, 'που μου 'χε δώσει εκείνη.
260
αλλ' ότε ο χρόνος όκτατος 'ς τον κύκλο του μ' ευρήκε,
τότε μ' επαρακίνησε να υπάγω εις την πατρίδα·
η προσταγή 'ταν του Διός ή μόνη άλλαξε γνώμη.
μέσα εις πολύδεσμη πλωτή με προβοδά και βάζει
άρτον, κρασί, και μ' άφθαρτα φορέματα μ' ενδύνει,
265
κ' έστειλε πρύμον άβλαβον οπού χλιός εφύσα.
ημέραις έπλεα δεκαεπτά σχίζοντας τα πελάγη,
και την δεκάτην όκτατη φανήκαν τα ισκιωμένα
της γης σας όρη· εχάρηκε 'ς τα στήθη μου η καρδία
του δύστυχου, και συμφορά μ' εκαρτερούσε ακόμη
270
μεγάλη, οπού μου εκίνησεν ο σείστης Ποσειδώνας,
κ' έσπρωξε ανέμους κατά με και μου 'κλεισε τον δρόμο,
αγριεύοντας την θάλασσαν, ουδ' άφινε το κύμα
εμέ, 'που συχνοστέναζα, μες την πλωτή να μένω·
και η τρικυμιά την σκόρπισε· και τότε κολυμπώντας
275
έσχισ' αυτήν την άβυσσον, ως 'που σιμά 'ς την γην σας
εμ' έφερε της θάλασσας η ορμή και των ανέμων.
και αν εις την γη τότ' έβγαινα το κύμα θα μ' ενίκα,
εις τραναίς πέτραις σπώντας με και εις άτερπνο ακρογιάλι.
αλλ' αποσύρθηκ' απ' την γη και κολυμπώντας ήλθα
280
'ς τον ποταμό, 'που κάλλιστος αυτού μου εφάνη ο τόπος,
χωρίς πέτραις και απάνεμος· 'ς του ποταμού την άκρη
έπεσα ψυχοπιάνοντας, κ' ήλθεν η νύκτα η θεία.
και απ' το ουρανοκαταίβατο ποτάμι πέρα εβγήκα
και κάτω από χαμόδενδρα 'ς τα φύλλα στοιβασμένα
285
πλάγιασα, και ατελεύτητον θεός μου εχάρισ' ύπνο·
αυτού 'ς τα φύλλα με καρδιάν θλιμμένην εκοιμώμουν
ολονυκτής και την αυγήν, ως την μισήν ημέρα·
και ο ήλιος όταν έκλινε, μ' άφησ' ο γλυκός ύπνος,
κ' ένοιωσα ταις θεράπαιναις της κόρης σου, 'που επαίζαν
290
'ς την όχθη· και ώμοιαζε θεά 'ς την μέση τους εκείνη·
'ς αυτήν επρόσπεσα, και αυτή με νουν ορθόν και γνώσι
εφέρθηκεν, ανέλπιστα 'ς την νέαν ηλικία·
και ηξεύρουμ' ότι αστόχαστοι συνήθως είναι οι νέοι.
και μου 'δωσ' άρτον και λαμπρό κρασί και εις το ποτάμι
295
μ' έλουσε, και τα ενδύματά μου έδωσε τούτ' ακόμη.
ιδού μ' όλον τον πόνο μου σου 'πα όλην την αλήθεια».
.
Και προς αυτόν ο Αλκίνοος απάντησε και του 'πε·
«Ω ξένε, η θυγατέρα μου έσφαλε εις τούτο μόνον,
ότι με ταις θεράπαιναις και σε δεν έχει φέρει
300
'ς το σπίτι μας· και συ 'ς αυτήν πρωτόπεσες ικέτης».
.
Και απάντησε ο πολύγνωμος 'ς εκείνον Οδυσσέας·
.
«Ήρωα, γι' αυτό την άπταιστη παρθένα μη μου ψέγης·
ειπεν αυτή κατόπι της να υπάγω με ταις κόραις·
μόνον εγώ δεν ήθελα από εντροπή και φόβο,
305
μην η ψυχή σου, όταν με ιδής, αγριέψη ότι θυμώδεις
εδώ 'ς την γην όλ' είμασθε, τα γένη των ανθρώπων».
.
Και προς αυτόν ο Αλκίνοος απάντησε και του 'πε·
«Δεν έχω εγώ 'ς τα στήθη μου τέτοιαν ψυχήν, ω ξένε,
'που να χωλεύωμ' άδικα' καλ' είναι 'ς όλα η τάξι·
310
και άμποτε ο Δίας, η Αθηνά, και ο Απόλλωνας να κάμουν
τέτοιος, ως είσαι, σύμφωνος μ' ό,τ' η ψυχή μου θέλει,
την κόρη μου να πάρης συ, να ονομασθής γαμβρός μου,
κ' εδώ να μένης· κτήματα θα σου 'διδα και σπίτι,
αν έμενες αυτόθελα· κανένας των Φαιάκων
315
δεν θα σε βιάση να σταθής· μη δώση τούτ' ο Δίας.
και μάθε ότι αποφάσισα να σε ξεπροβοδήσω
αύριο και θα 'σαι τότε συ 'ς τον ύπνο βυθισμένος,
και αυτοί σιγά την θάλασσα θα σχίζουν ως να φθάσης
'ς την γην σου, 'ς το παλάτι σου, 'ς όποιο σ' αρέσει μέρος,
320
και αν πολύ μακρύτερα και από την Εύβοιαν είναι,
'που εις άκρη κόσμου ευρίσκεται, ως οι 'δικοί μας λέγουν,
οπού την είδαν, ότ' εκεί τον ξανθομάλλη έφεραν
Ραδάμανθυ, τον Τιτυό να ευρή, της Γης τον γόνο.
και όμως έπλευσαν ως εκεί, και χωρίς κόπο φθάσαν
325
μονοημερής, κ' εγύρισαν οπίσω εις την πατρίδα.
τότε θα ιδής τα πλοία μου, και οι νέοι πόσο αξίζουν,
και πώς την θάλασσα σκορπούν με του κουπιού την σπάθη».
.
Αυτά 'πε, και ο πολύπαθος, ο θείος Οδυσσέας
εχάρηκε, κ' επρόφερεν ευχή· «Πατέρα Δία,
330
εις όσα είπ' ο Αλκίνοος, τέλος να 'δώση 'ς όλα·
και η φήμη εκείνου πάντοτε 'ς την γην την σιτοδώρα
να μένη άσβεστη, κ' εγώ να φθάσω εις την πατρίδα».
Αυτούς τους λόγους έλεγαν εκείνοι ανάμεσόν τους·
τότ' είπε εις ταις θεράπαιναις η Αρήτ' η λευκοχέρα
335
να στρώσουν εις την αίθουσα, να βάλουν μέσα ωραία
και πορφυρά σκεπάσματα, και τάπηταις επάνω,
και χλαίναις κάτωθε κρουσταίς να 'χη να ταις φορέση.
κ' εβγήκαν απ' το μέγαρο, με φως 'ς τα χέρια, εκείναις·
και άμ' έστρωσαν με προσοχή την στερεωμένην κλίνη,
340
'ς τον Οδυσσέα σίμωσαν και τον παρακινούσαν·
«σήκω να πας να κοιμηθής, ω ξένε· η κλίνη εστρώθη».
είπαν και μ' ευχαρίστησι και αυτός είδε την κλίνη.
.
Εκεί τότε ο πολύπαθος, ο θείος Οδυσσέας
κοιμώνταν εις την αίθουσα, 'ς το τορνευτό κρεββάτι·
345
'ς του παλατιού τ' απόκρυφα και ο Αλκίνοος αναπαύθη,
και η σύντροφος του η δέσποινα του ευτρέπιζε την κλίνη.
.
.
.
Ραψωδία Θ
.
.
.
Εφάνη η ροδοδάκτυλη Ηώ του όρθρου κόρη,
και ο σεβαστός Αλκίνοος εγέρθη από την κλίνη·
εγέρθη και ο πορθητής, ο θείος Οδυσσέας·
και ο σεβαστός Αλκίνοος εκείνον ωδηγούσε
'ς την αγορά, 'που οι Φαίακες είχαν σιμά 'ς τα πλοία.
5
ήλθαν κ' εκάθισαν μαζή 'ς τους στιλβωμένους λίθους.
και ωμοιώθη προς τον κήρυκα του φρόνιμου Αλκινόου
η Αθηνά, κ' εγύριζε την πόλι, μελετώντας
τον γενναιόφρονα Οδυσσηά να φέρη 'ς την πατρίδα·
τους άνδραις επλησίαζε, του καθενός ωμίλει·
10
«Εμπρός, πηγαίνετε, αρχηγοί και άρχοντες των Φαιάκων,
'ς την αγορά ν' ακούσετε τον ξένον, 'που 'λθε τώρα
νεόφερτος 'ς τα δώματα του φρόνιμου Αλκινόου,
ριμμένος από τρικυμιά, και των θεών ομοιάζει».
.
Είπε και όλων εκίνησε σφοδρά την προθυμία·
15
κ' η αγοραίς εγέμισαν ευθύς και τα θρονία
από το πλήθος· και πολλοί τον γόνον του Λαέρτη
τον συνετόν εθαύμαζαν ότι με χάρι θεία
τους ώμους και την κεφαλή του λάμπρυνεν η Αθήνη,
και όλον τον εμεγάλυνε 'ς τα μάτια των ανθρώπων,
20
ώστε εις όλους τους Φαίακαις αγαπητός να γείνη,
και φοβερός και σεβαστός, και πράξη τους αγώναις,
'ς όσους κατόπ' οι Φαίακες αυτόν εδοκιμάσαν. —
και άμ' όλοι αυτού συνάχθηκαν και ομού συναθροισθήκαν,
'ς την μέση τους ο Αλκίνοος τον λόγον πήρε κ' είπε·
25
«Προσέξετ', όλ' οι αρχηγοί και άρχοντες των Φαιάκων,
να φανερώσω εγώ 'ς εσάς ό,τ' η ψυχή μου λέγει·
'ς το δώμα μου ήλθεν άγνωστος, πλανώμενος ο ξένος
τούτος, είτ' ήλθε απ' της αυγής τα μέρη ή από την δύσι·
ζητεί προβόδισμ' απ' εμάς και στέρεος να 'ναι ο λόγος·
30
κ' εμείς ας προβοδήσουμεν αυτόν, ως τόσους άλλους·
ότι κανείς εδώ ποτέ, 'ς τα σπίτια μου όποιος έλθη,
κλαίοντας απροβόδητος πολύν καιρό δεν μένει.
αλλά 'ς την θείαν θάλασσαν ολόμαυρο καράβι
ας ρίξουμε ολοκαίνουργο, και νέοι πενηνταδύο
35
ας διαλεχθούν εις το κοινόν, όσ' είναι τώρα οι πρώτοι.
και αφού καλά προς τους σκαρμούς δέσετε τα κουπία,
εβγάτε, και εις το δώμα μου κατόπιν αναιβήτε,
να χαρήτ' όλοι 'ς το καλό τραπέζι, 'που ετοιμάζω.
των νέων τούτα επρόσταξα· και σεις, οι σκηπτροφόροι
40
οι βασιλείς, εις τα λαμπρά τα μέγαρά μου ελάτε,
τον ξένον να φιλεύσουμε· μην το αρνηθή κανένας.
και ο αοιδός ας καλεσθή Δημόδοκος ο θείος,
ότι ο θεός του εχάρισε του τραγουδιού το δώρο,
να τέρπη όπως τον κινεί μέσα η καρδιά να ψάλλη».
45
.
Είπ', εσηκώθη και εις αυτόν κατόπ' οι σκηπτροφόροι·
να εύρη επήγε ο κήρυκας τον αοιδόν τον θείον·
και αγόρια αφού διαλέχθηκαν πενηνταδυό, κινήσαν,
ως πρόσταξε, της άπατης θαλάσσης προς την άκρα.
και εις το καράβι ως έφθασαν, κάτω 'ς το περιγιάλι,
50
έσυραν εις την θάλασσα τ' ολόμαυρο καράβι·
κατόπι εφέραν κ' έστησαν κατάρτι και πανία,
με τρυπωτήραις τα κουπιά δερμάτιναις εδέσαν,
με τάξιν όλα, και άπλωσαν τα κάτασπρα πανία,
και τ' άραξαν σιμά 'ς την γη ψηλά· κατόπι εβγήκαν,
55
και εις το παλάτι επήγαιναν του φρόνιμου Αλκινόου.
γέμισαν τότ' η αίθουσαις, η αυλαίς και οι δρόμοι απ' άνδραις,
'που ολούθ' ερχόνταν, γέροντες πολλοί μαζή και νέοι.
δώδεκ' αρνιά τους έσφαξεν ο Αλκίνοος και οκτώ χοίρους
λευκόδονταις, στριφόποδα δυο βώδια, και ως τα εγδάραν
60
τα εσυγυρίσαν κ' έφθειασαν το πρόσχαρο τραπέζι.
.
Και ο κήρυκας ωδήγησε τον αοιδόν, 'που η Μούσα
αγάπησε, και του 'διδε καλόν και κακόν άμα·
το φως του επήρε και γλυκό του εχάρισε τραγούδι.
και εις ασημόκομπο θρονί, των ξένων εις την μέση,
65
τον κάθισ' ο Ποντόνοος, προς τον υψηλόν στύλον·
κ' εκρέμασε από το καρφί την ηχηρήν κιθάρα
επάνω του, και του 'δειξε 'ς αυτήν ν' απλοχερίση
ο κήρυκας, και του 'θεσε κανίστρι και τραπέζι
λαμπρό, και κούπα με κρασί να πίνη οπόταν θέλη.
70
και άπλωσαν κείνοι 'ς τα έτοιμα φαγιά 'που 'χαν εμπρός τους·
και άμ' έσβυσαν την όρεξι, τον αοιδόν η Μούσα
να ψάλη επαρακίνησε ταις δόξαις των ανδρείων,
μέσ' από τ' άσμα 'πώφθανε 'ς τα ουράνια τότε η φήμη,
του Οδυσσηά το μάλωμα και του Αχιλληά Πηλείδη,
75
'που ελογομάχησαν φρικτά 'ς επίσημη θυσία,
κ' έχαιρεν ο Αγαμέμνονας ο μέγας βασιλέας,
άμ' είδε να φιλονεικούν των Αχαιών οι πρώτοι·
τι αυτά του εχρησμοδότησεν ο Απόλλωνας 'ς την θεία
Πυθώνα, ότε αυτός πέρασε το λίθινο κατώφλι,
80
να ερωτηθή· και αληθινά τότ' άρχισαν τα πάθη
των Τρώων και των Δαναών, ως ήθελεν ο Δίας.
.
Τούτ' έψελνεν ο ξακουστός αοιδός, και ο Οδυσσέας
έσυρε με τα χέρια του την πορφυρή χλαμύδα
'ς την κεφαλή, κ' εσκέπασε την όψι την ωραία·
85
τι εντρέπονταν τους Φαίακαις, μην τον ιδούν να κλαίη.
αλλ' άμα ο θείος αοιδός έπαυε το τραγούδι,
τα δάκρυα στέγνονεν αυτός κ' ευθύς ξεσκεπαζόνταν,
και των θεών με δίκουπον εσπόνδιζε ποτήρι.
να ψάλνη πάλι ότ' άρχιζεν ο αοιδός, ως εζητούσαν,
90
εις τ' άσματα ευφραινόμενοι, οι πρώτοι των Φαιάκων,
ξανασκεπάζονταν αυτός και πάλιν εθρηνούσε.
και όλων των άλλων άγνωστα τα δάκρυα του εκυλούσαν·
μόνος τον εκατάλαβεν ο Αλκίνοος, 'που εκαθόνταν
σιμά του και τον άκουσε να βαρυαναστενάζη·
95
και εις τους ναυτικούς Φαίακες ευθύς εκείνος είπε·
Ακούσετ', όλ' οι αρχηγοί και άρχοντες των Φαιάκων·
ήδη εχαρήκαμ' άφθονα το ισόμοιρο τραπέζι,
και την καλή του σύντροφο γλυκόφωνην κιθάρα·
ας βγούμε, τώρ' ας παίξουμεν εις όλους τους αγώναις,
100
όπως ο ξένος δυνηθή να ειπή των ποθητών του,
σπίτι όταν φθάση, ανώτεροι πως είμασθε των άλλων,
'ς το γρόνθισμα, 'ς το πάλαισμα, 'ς το πήδημα, 'ς τα πόδια».
.
Είπε, κ' επροπορεύθηκε, κ' εκείνοι ακολουθούσαν.
και ο κήρυκας απ' το καρφί την ηχηρήν κιθάρα
105
κρεμά, και τον Δημόδοκον χεροδηγεί και φέρει
από το δώμα εις την οδόν, 'που οι πρώτοι των Φαιάκων
όλοι επορεύονταν, να ιδούν τους θαυμαστούς αγώναις.
'ς την αγοράν επήγαιναν και ακολουθούσε πλήθος
άπειρον εσηκωθήκαν πολλοί και λαμπροί νέοι·
110
ο Ακρόναος, ο Ωκύαλος, πετάχθη, ο Ελατρέας,
ο Ναυτηάς, ο Αγχίαλος, ο Πρύμνης, ο Ερετμέας,
ο Αναβησίναος, ο Ποντηάς, ο Θόωνας, ο Πλώρης,
ο Αμφίαλος, 'που ο Πολύναος γέννησε ο Τεκτονίδης,
ο Ευρύαλος, οπ' ώμοιαζε τον ανδροφόνον Άρη,
115
και ο Ναυβολίδης 'ς την μορφήν ο πρώτος και 'ς το σώμα,
ύστερ' απ' τον Λαοδάμαντα, της νειότης των Φαιάκων.
και οι τρεις σηκώθηκαν υιοί του ασύγκριτου Αλκινόου,
ο ισόθεος Κλυτόναος, ο Άλιος, και ο Λαοδάμας.
και των ποδιών πρώτ' άρχισαν εκείνοι τον αγώνα·
120
από την στήλη τάνυσαν αντάμα την ορμή τους
και οι τρεις, σκόνη σηκώνοντας, ως έσχιζαν το σιάδι.
ο ασύγκριτος Κλυτόναος 'ς τα πόδια εφάνη πρώτος·
και όσον 'ς το νειάμα διάστημα οργόνουν δυο μουλάρια,
οπίσω εκείνους άφησε, κ' έφθασεν εις τα πλήθη.
125
εις το βαρύ το πάλαισμα κατόπι αγωνισθήκαν
και νικητής ο Ευρύαλος εβγήκε των ανδρείων.
ο Αμφίαλος 'ς το πήδημα καθ' άλλον υπερέβη.
ο Ελατρηάς 'ς το δίσκευμα· και εις την γρονθομαχία
ο Λαοδάμας, αγαθός υιός του Αλκινόου.
130
.
Και αφού με τ' αγωνίσματα όλων ο νους ευφράνθη,
ο υιός του Αλκίνου προς αυτούς ωμίλησ', ο Λαοδάμας·
.
«Ω φίλοι, ας ερωτήσουμε τον ξένον αν γνωρίζει
κάποιον αγώνα· ότι κακός 'ς την πλάσι αυτός δεν είναι·
κνήμαις, μεριά, βραχίονες, και ο σβέρκος ο γενναίος
135
μεγάλην δείχνουν δύναμι, και νειότη δεν του λείπει·
αλλά πολλά παθήματα τον έχουν συντριμμένον·
ότι άλλο ωσάν την θάλασσα, θαρρώ δεν παραλύει
τόσο κακά τον άνθρωπο, πολύ και αν είναι ανδρείος».
.
Και προς αυτόν ο Ευρύαλος απάντησε και του 'πε·
140
«Λαοδάμα, ο λόγος σου είναι ορθός· ο ίδιος άμε τώρα
και καθαρά προσκάλεσε τον ξένον εις αγώνα».
.
Και τούτο άμ' άκουσε ο καλός υιός του Αλκινόου,
'ς την μέση τους επρόβαλε, κ' είπε 'ς τον Οδυσσέα·
«Πατέρα ξένε, έλα και συ, κάποιον αγών', αν ξεύρης,
145
δοκίμασε, και φαίνεται 'που αγώναις θα γνωρίζης·
ότι, όσο ζη, 'ς τον άνθρωπο δόξα είναι πρώτη εκείνο,
'που κατορθόνει των χειρών και των ποδιών του η ρώμη.
έλ', αγωνίσου, αστόχησε τους πόνους της καρδιάς σου·
και το προβάδισμα ποσώς μη φοβηθής ν' αργήση·
150
το πλοίον ήδη ερρίχθηκε, και οι σύντροφοι έτοιμ' είναι».
.
Τότε ο πολύγνωμος 'ς αυτόν απάντησε Οδυσσέας·
«Λαοδάμ', αναγελώντας με τι με καλείτ' εις τούτα;
φροντίδαις έχω εγώ 'ς τον νουν, όχι ποσώς αγώναις,
'που αφού τόσά 'παθα ο θλιφτός και τόσα έχω μοχθήσει,
155
'ς την σύνοδό σας κάθομαι, κ' εδώ τον βασιλέα
και τον λαόν παρακαλώ να με ξεπροβοδήσουν».
.
Του απάντησεν ο Ευρύαλος, και αγνάντια ωνείδισέ τον·
«Αλήθεια, δεν μου φαίνεσαι, ω ξένε, γυμνασμένος
εις τα πολλ' αγωνίσματα, 'ς τον κόσμον όσα υπάρχουν,
160
αλλ' άνδρας, οπού με τρανό καράβι τριγυρίζει,
ναυτών εμπόρων αρχηγός, και πάντοτ' είναι ο νους του
εις το φορτίο, και άγρυπνο 'ς ταις πραγματειαίς το μάτι,
και προς τα κέρδη τ' αρπακτά· και αγωνιστής δεν δείχνεις».
.
Με άγριο βλέμμα ο φρόνιμος του απάντησε Οδυσσέας·
165
«Ω ξένε, άτακτ' οι λόγοι σου, και βλέπ' ότ' είσαι αυθάδης,
όλα εις όλους οι θεοί τα δώρα δεν χαρίζουν·
την πλάσιν ούτε, ούτε τον νουν, ούτε την ευγλωττία.
τούτος δεν έτυχ' εύμορφος, αλλ' ο θεός με κάλλη
στολίζει κάθε λόγον του, κ' οι άνθρωποι αναβλέπουν
170
°ς εκείνον ευφραινόμενοι, 'που ασκόνταφτ' αγορεύει,
με πράον ήθος, έξοχος 'ς τα συναγμένα πλήθη,
και ωσάν θεόν, όταν περνά 'ς την πόλι, τον κυττάζουν.
εκείνος πάλι των θεών 'ς το σώμα προσομοιάζει,
αλλά δεν είναι οι λόγοι του με χάρι στολισμένοι.
175
και συ το σώμα έχεις λαμπρό, 'π' ουδέ θεάς θα εμπόρει
να το μορφώση ανώτερο, και νουν ποσώς δεν έχεις.
και την ψυχήν μου ετάραξες του στήθους μες τα βάθη,
ότ' είπες λόγον άπρεπον· και αμάθητος αγώνων
εγώ δεν είμ' ως φλυαρείς, αλλ' είχα τα πρωτεία,
180
ως ότου θάρρευα κ' εγώ 'ς τα χέρια και εις την νειότη.
νικούν με τώρα η συμφοραίς και οι πόνοι, ότι έχω πάθει
εις τους πολέμους άπειρα και εις τα φρικτά πελάγη.
αλλ' όσον και αν κακόπαθα, θε να 'μπω εις τους αγώναις,
ότι ο πικρός ο λόγος σου μ' έχει σφοδρά κεντήσει».
185
.
Είπ', επετάχθη αγύμνωτος κ' ευθύς άδραξε δίσκον,
τρανόν, μεγάλον και πολύ βαρύτερον απ' όσους
εδίσκευαν οι Φαίακες τότε αναμεταξύ τους.
τον έστρεψε, τον έρριξεν απ' τ' ανδρικό του χέρι·
βόυσε ο λίθος και εις την γην απ' την ορμή του εσκύψαν
190
οι Φαίακες μακρύκουποι 'ς την θάλασσα ακουσμένοι·
και ο λίθος 'ς όλα επέταξεν επάνω τα σημεία,
γοργ' απ' το χέρι τρέχοντας· με σχήμ' ανδρός η Αθήνη
τα τέρματα εσημείωσε και εις αυτόν είπε· «Ω ξένε,
τέτοιο σημάδι ψάχνοντας κ' ένας τυφλός διακρίνει·
195
με τα πολλά δεν έσμιξε και στέκει πολύ πρώτο·
όθεν εσύ μην φοβηθής γι' αυτόν καν τον αγώνα·
δεν το περνά, δεν φθάνει το κανένας των Φαιάκων».
.
Εχάρηκε ο πολύπαθος, ο θείος Οδυσσέας,
ότι μέσα 'ς την σύνοδον άνθρωπον είδε φίλον·
200
και μ' ελαφρότερην καρδιά τότ' είπε των Φαιάκων·
«Τούτον, ω νέοι, φθάσετε τώρα, κ' εγώ κατόπι
και άλλον θα ρίξω είτ' ως αυτού, είτε παρέκει ακόμη,
και από τους άλλους Φαίακαις όποιον βαστά η καρδιά του,
τόσο αφού μ' εχολεύσετε, να δοκιμάση ας έλθη,
205
'ς το γρόνθισμα, 'ς το πάλαισμα, 'ς τα πόδια, 'ς ό,τι θέλει,
απ' όλους όποιος δήποτε, αλλ' όχι ο Λαοδάμας·
ότ' είνε τούτος ξένος μου· ποιος μάχεται με φίλον;
ανόητος και ουτιδανός όποιος ζητεί μ' εκείνον,
'που τον ξενίζει σπίτι του, 'ς αγώναις να παλαίση
210
εις ξένον τόπο, και πολύ τον εαυτό του βλάπτει.
τους άλλους όλους δέχομαι, δεν αψηφώ κανέναν·
αλλά να μάθω θέλω αυτούς και να τους δοκιμάσω.
τι 'ς όσα είναι αγωνίσματα κακός εγώ δεν είμαι·
να ψάχνω ηξεύρω ολόγυρα το στιλβωμένο τόξο,
215
και πρώτος ρίχνοντας κτυπώ μες των εχθρών το πλήθος
άνδρ' όποιον θέλω, και αν πολλοί κοντά μου παραστέκουν
σύντροφοι, και τα τόξα τους εις τον εχθρό τεντόνουν.
'ς το τόξο με υπερέβαινεν ο Φιλοκτήτης μόνος,
ότ' οι Αχαιοί τοξεύαμε 'ς τα μέρη της Τρωάδας.
220
αλλά θαρρώ 'π' ανώτερος είμαι πολύ των άλλων,
όσοι θνητοί σιτόθρεπτοι 'ς την γην υπάρχουν τώρα.
να μάχωμαι δεν ήθελα με τους αρχαίους άνδραις,
τον Ηρακλή, τον Εύρυτον από την Οιχαλία,
οπού 'ς τα τόξα επάλαιαν και μες τους αθανάτους.
225
όθεν και ο μέγας Εύρυτος τον χάρον είδε νέος·
εκείνον εθανάτωσεν ο Φοίβος ωργισμένος
ότι τον επροκάλεσε 'ς του τόξου τον αγώνα.
και με τ' ακόντι φθάνω κει, 'π' άλλου δεν φθάνει βέλος·
'ς τα πόδια μόνον μη κανείς φοβούμαι των Φαιάκων
230
εμέ περάση· ότι πολύ μ' έχει δαμάσ' η ζάλη
μες τα πολλά τα κύματα, και, αφού μες το καράβι
μου 'λειψε η περιποίησι, τα μέλη μου ελυθήκαν».
.
Αυτά 'πε και όλοι εσίγησαν· άφωνοι έμειναν όλοι,
και μόνος ο Αλκίνοος απάντησέ του κ' είπε·
235
«Όσα είπες, ξένε, λυπηρά 'ς εμάς ποσώς δεν είναι·
αλλά να δείξης βούλεσαι την αρετή σου εις όλους,
τι ωργίσθης 'που 'ς την σύνοδο σ' έχει προσβάλει εκείνος,
ώςτε κανένας εις το εξής να μη κατηγορήση
την αρετή σου, αν έχη νου και μέτρον εις τους λόγους.
240
άκουσε τώρα ό,τι θα ειπώ, να 'χης να τ' αναφέρης
και εις άλλον ήρωα σπίτι σου, οπόταν 'ς το τραπέζι,
με τα παιδιά σου ολόγυρα και με την σύντροφόν σου,
την αρετή μας θυμηθής, όλα τα έργα εκείνα,
όσα κ' εμάς προγονικά διώρισεν ο Δίας.
245
ότι καλοί 'ς το γρόνθισμα δεν είμασθ' ή 'ς την πάλη,
αλλά 'ς το τρέξιμο γοργοί κ' εξαίρετοι 'ς τα πλοία.
και μας αρέσουν οι χοροί, η τράπεζα, η κιθάρα,
η αλλαξιαίς, τα χλιαρά λουσίματα και η κλίναις.
και τώρα ελάτε, οι χορευταίς οι κάλλιοι των Φαιάκων,
250
χορεύτε, όπως ο ξένος μας ειπή των ποθητών του,
σπίτι όταν φθάση, ανώτεροι πως είμασθε των άλλων,
'ς τ' αρμένισμα, εις τον χορό, 'ς τα πόδια, 'ς το τραγούδι.
και την κιθάρα την γλυκειά, 'που κάπου είναι 'ς το δώμα,
κάποιος να πα να φέρη ευθύς εδώ του Δημοδόκου».
255
.
Αυτά 'π' ο ισόθεος βασιληάς, και ο κήρυκας πετάχθη
να φέρη από τα μέγαρα την βαθουλήν κιθάρα.
και αγωνοφύλακες οκτώ, που 'χ' εκλεκτούς ο δήμος
εις κάθε αγώνα να τηρούν την τάξι, σηκωθήκαν,
και έσιασαν τον χορότοπο κ' επλάτυναν τον κύκλο.
260
του Δημοδόκου ο κήρυκας έφερε την κιθάρα,
και αυτός 'ς το μέσον έφθασε, και ακρόνεα παλληκάρια
ολόγυρά του εστέκονταν, εις τον χορόν τεχνίταις,
κ' εχοροπήδαν θεϊκά· εκύτταζ' ο Οδυσσέας
και των ποδιών ταις αστραψιαίς, εθαύμαζε η ψυχή του.
265
.
Και άρχιζε κιθαρίζοντας καλό τραγούδι εκείνος,
ο Άρης πώς την εύμορφην αγάπησε Αφροδίτη,
όταν πρωτόσμιξαν κρυφά 'ς του Ηφαίστου τον κοιτώνα.
πολλά 'δωσε και ατίμασε το νυμφικά κρεββάτι
του Ηφαίστου· κ' ήλθε μηνυτής και αμέσως το 'πε κείνου,
270
ο Ήλιος, 'που 'ς τον έρωτα τους είδε αγκαλιασμένους.
και ως τ' άκουσεν ο Ήφαιστος, κατάκαρδα επληγώθη·
επήγε εις το χαλκείο του και ολέθριαν είχε γνώμη.
και εις μέγ' αμόνι, 'πώστησε, δεσμά να κόπτη αρχίζει,
άσπαστ' αδιάλυτ', ώστ' αυτού άσειστ' οι δυο να μένουν.
275
και αφού τον δόλον έπλασε να εκδικηθή τον Άρη,
προς τον κοιτώνα εκίνησε, 'που ήτο η γλυκειά του κλίνη,
κ' έχυσε γύρω τα δεσμά παντού 'ς τα κλινοπόδια·
ήσαν πολλά και απ' την σκεπή χυμένα ωσάν αράχνια,
λεπτά, 'που δεν θα τα 'βλεπεν ουδέ των μακαρίων
280
θεών το μάτι, επίβουλα ως ήσαν μορφωμένα.
και γύρω άμ' όλον άπλωσε τον δόλον εις την κλίνη,
'ς την Λήμνο τάχα εκίνησε, καλοκτισμένην πόλι,
'που αυτήν 'ς όλαις ανάμεσα ταις χώραις αγαπάει.
και άμ' είδε τον καλότεχνον θεόν 'που αναχωρούσε,
285
Άρης ο χρυσοχάλινος τυφλός σκοπός δεν ήταν,
και προς το δώμα εκίνησε του δοξασμένου Ηφαίστου,
την αγκαλιά της εύμορφης ποθώντας Κυθερείας.
εκείνη μέσα εκάθιζε και μόλις είχε φθάσει
απ' τον μεγαλοδύναμον πατέρα της Κρονίδη.
290
εμπήκε αυτός, της έσφιξε το χέρι και της είπε·
«'Σ την κλίνην έλ', αγαπητή, να γλυκοκοιμηθούμε·
ο Ήφαιστος δεν είν' εδώ, και θα 'ναι ήδη φθασμένος
'ς την Λήμνο, 'ς τ' αγριόφωνο το γένος των Σιντίων».
.
Αυτά 'πε' και να κοιμηθή και αυτής εκαλοφάνη.
295
και άμ' έπεσαν τους κύκλωσαν του πολυβούλου Ηφαίστου
τα τεχνικώτατα δεσμά, και ουδέ μέλος κανένα
να κινήσουν εδύνονταν, ή ολίγο να σηκώσουν·
κ' ένοιωσαν τότε ότι φυγής κανείς δεν ήταν τρόπος,
και ο ζαβοπόδης ο θεός 'ς ολίγο ήλθε σιμά τους,
300
επειδή οπίσω εγύρισε πριν εις την Λήμνο φθάση·
ότι σκοπός του εφύλαγεν ο Ήλιος και του το 'πε.
με την καρδιά περίλυπη πλησίασε 'ς το δώμα,
'ς τα πρόθυρα εσταμάτησε, και άγρια χολή τον πήρε,
και φρικτήν έσυρε βοή 'ς τους αθανάτους όλους·
305
«Δία πατέρα, μάκαρες θεοί, 'που πάντοτ' είσθε,
ελάτ', έργ' αξιογέλαστα και αβάστακτα να ιδήτε,
με, τον χωλόν, πώς του Διός η κόρ', η Αφροδίτη,
καταφρονεί και αγάπησε τον ανδροφόνον Άρη,
ότ' είναι ωραίος, και γερός 'ς τα πόδια, κ' εγώ είμαι
310
εκ γενετής αστερέωτος· και εις τούτο ποιος μου πταίει
παρά και οι δύο μου γονείς, να μη 'χαν με γεννήσει.
αλλά θα ιδήτε πώς αυτοί κοιμούνται αγκαλιασμένοι·
κυττάζω εγώ και οδύρομαι 'που η κλίνη μου επατήθη.
παρόμοιο πλάγιασμα, θαρρώ, δεν θα ζητήσουν πλέον,
315
μ' όσον και αν έχουν έρωτα, ουδέ για ολίγην ώρα.
αλλ' απ' τα επίβουλα δεσμά δεν θα λυθούν εκείνοι,
πριν λάβω απ' τον πατέρα της οπίσ' όλα τα δώρα,
όσα 'χω για την άσεμνη την κόρη παραδώσει.
καλ' είναι η θυγατέρα του, αλλά δεν έχει γνώσι».
320
.
Είπε· οι θεοί συνάχθηκαν 'ς το χάλκινο το δώμα·
ο ευεργέτης ήλθ' Ερμής, ο σείστης Ποσειδώνας,
ο τοξευτής Απόλλωνας και αυτός κατόπιν ήλθε·
αλλ' η θεαίς απ' εντροπή 'ς το σπίτι έμειναν όλαις.
οι αγαθοδόταις οι θεοί 'ς τα πρόθυρα εσταθήκαν·
325
γέλιο 'ς τους μάκαραις θεούς άσβεστον εγεννήθη,
ταις τέχναις ως ετήραζαν του πολυβούλου Ηφαίστου.
κ' είπ' ένας τον πλησίον του κυττώντας· «Δεν προκόβουν
η κακαίς πράξες· και ο αργός τον γλήγορον προφθάνει.
ιδού πώς τώρ' ο Ήφαιστος, αργός, χωλός, τον Άρη,
330
αν κ' είναι ο γληγορώτατος των Ολυμποκατοίκων,
με τέχνην έπιασε μοιχόν, και θα τον προστιμήση».
.
Αυτούς τους λόγους έλεγαν εκείνοι ανάμεσόν τους.
και ο διογενής Απόλλωνας είπε προς τον Ερμεία·
«Ω μηνυτή διογέννητε, αγαθοδότη Ερμεία,
335
'ς τα δυνατά δεν θα 'στεργες δεσμά σφιγμένος να 'σαι,
'ς την κλίνην αν με την χρυσή κοιμώσουν Αφροδίτη;»
.
Και προς αυτόν απάντησεν ο μηνυτής Ερμείας·
«Ω τοξοφόρε Απόλλωνα, τούτ' άμποτε να γείνη!
τρεις φοραίς τόσ' αδιάλυτα δεσμά να μ' εκυκλόναν,
340
και οι θεοί με ταις θεαίς να εκυττάζετ' όλοι,
'ς την κλίνην αν με την χρυσή κοιμώμουν Αφροδίτη».
.
Είπε, κ' οι αθάνατοι θεοί γελοκοπούσαν όλοι·
πλην δεν εγέλα, αλλά θερμά ζητούσε ο Ποσειδώνας
τον τεχνουργόν τον Ήφαιστο να λύση ευθύς τον Άρη.
345
κ' εκείνον επροσφώνησε με λόγια πτερωμένα·
«Λύσε, κ' εγώ σου υπόσχομαι 'που αυτός, ως εσύ θέλεις,
εις τους θεούς κατέμπροσθεν τα δίκαια θα πλερώση».
.
Και ο ζαβοπόδης ο ένδοξος απάντησέ του κ' είπε·
«Να μη ζητής τούτο απ' εμέ, γεωφόρε Ποσειδώνα·
350
αχρείαις κ' η εγγύησες προς τον αχρείον είναι·
εις τους θεούς κατέμπροσθεν πώς θα σε δέσω, αν ίσως
ο Άρης φύγη άμα λυθή χωρίς να με πλερώση;»
.
Και προς αυτόν απάντησεν ο σείστης Ποσειδώνας·
«Και αν ο Άρης, Ήφαιστε, μας φύγη και αθετήση
355
το χρέος του, θα 'μ' έτοιμος εγώ να σε πλερώσω».
.
Και ο ζαβοπόδης ο ένδοξος απάντησέ του κ' είπε·
«Τον λόγο σου να σ' αρνηθώ, δεν γίνεται, δεν πρέπει».
.
Αυτά 'πε, κ' έλυε τον δεσμόν η δύναμις του Ηφαίστου.
και απ' τον δεσμόν, αν και σφικτόν άμα ελυθήκαν, εκείνοι
360
πετάχθηκαν εκίνησεν ο Άρης προς την Θράκη,
'ς την Κύπρον η φιλόγελη ευρέθηκε Αφροδίτη,
'ς την Πάφο, 'πώχει τέμενος κ' έχει βωμόν ευώδη.
η Χάρες κει την έλουσαν και με το λάδι εχρίσαν
τ' άφθαρτο, 'που εις τα σώματα λάμπει των αθανάτων,
365
κ' ενδύματα την ένδυσαν, 'που η χάρι τους θαμπόνει.
.
Τούτα έψαλνεν ο ξακουστός αοιδός, και ο Οδυσσέας
εις την ψυχή του ευφραίνονταν, ως τ' άκουε, κ' οι άλλοι,
Φαίακες οι μακρύκουποι 'ς την θάλασσα ακουσμένοι.
.
Ο Αλκίνοος του Λαοδάμαντα τότ' είπε και του Αλίου,
370
χορό να στήσουν μόνοι τους, τι αντίπαλον δεν είχαν.
κ' εκείνοι σφαίραν εύμορφην αφού 'ς τα χέρια πήραν,
κόκκινην, 'που τους έπλασεν ο Πόλυβος τεχνίτης,
ο ένας έρριχνεν αυτήν προς τα σκιοφόρα νέφη,
το σώμα οπίσω γέρνοντας· ο δεύτερος πετιόνταν,
375
και άρπαζε αυτήν ανάερα, πριν ή την γην πατήση.
και αφού πετώντας έπαιξαν εκείνοι με την σφαίρα,
χορόν κατόπιν άρχισαν 'ς την γην την πολυθρέπτρα,
συχνά ξαλλάζοντας· και αυτού τριγύρω τ' άλλ' αγόρια
χεροκροτούσαν τακτικά, και όλος εβρόντα ο τόπος.
380
.
Τότ' είπε τον Αλκίνοον ο θείος Οδυσσέας·
«Μεγάλε Αλκίνοε, 'ς τους λαούς λαμπρέ και αγαπημένε,
καυχήθηκες 'που εις τον χορό τεχνίταις είναι πρώτοι
και ιδού μου φανερώθηκαν· θαυμάζ' όσο τους βλέπω».
.
Αυτά 'πε, και ο σεβαστός Αλκίνοος εχάρη,
385
κ' εστράφη ευθύς και αγόρευσε των ναυτικών Φαιάκων·
«Ακούσετε μ', ω αρχηγοί και άρχοντες των Φαιάκων.
γνώσιν πολλήν αληθινά πως έχει ο ξένος δείχνει·
και τώρα δώρα ξενικά να του δοθούν, ως πρέπει.
ότι 'ς τον δήμο δώδεκα κρατούν την εξουσία
390
βασιλείς ένδοξοι, κ' εγώ μετ' αυτούς δέκατος τρίτος.
καθείς σας τώρα καθαρήν χλαμύδα και χιτώνα
δόστε του, κ' ένα τάλαντο βαρύτιμο χρυσάφι·
και όλ' ας τα φέρουμε μαζή για να τα λάβη ο ξένος
'ς τα χέρια του και ολόχαρος 'ς τον δείπνον να καθίση.
395
και τώρ' αυτόν ο Ευρύαλος με λόγους να πραΰνη
και μ' ένα δώρο, ότι κακά του 'χει ομιλήσει πρώτα».
.
Αυτά 'πε, και όλοι πρόθυμα συμφώνησαν, κ' έστειλαν
καθένας τους τον κήρυκα, τα δώρ' αυτού να φέρη.
έδωσ' εκείνου απάντησιν ο Ευρύαλος και του 'πε·
400
«Μεγάλε Αλκίνοε, 'ς τους λαούς λαμπρέ και αγαπημένε,
τον ξένον, ως παράγγειλες, εγώ θε να πραΰνω.
τούτο τ' ολόχαλκο σπαθί, 'που επάν' έχει ασημένια
λαβή, και από νηοπριόνιστον ελέφαντα θηκάρι,
θε να του δώσω· ατίμητο δώρο θα το 'χει ο ξένος».
405
.
Είπε, 'ς τα χέρια του 'βαλε τ' αργυροκαρφωμένο
σπαθί, και τον προσφώνησε με λόγια πτερωμένα·
«Πατέρα ξένε, χαίρε· και αν λόγος βαρύς ειπώθη,
ας τον πάρουν οι άνεμοι, κ' οι αθάνατοι ας σου δώσουν
να ξαναϊδής την σύντροφον, να 'φθάσης 'ς την πατρίδα,
410
'πώχεις καιρούς 'π' αδημονείς μακράν των ποθητών σου».
.
Και απάντησε ο πολύγνωμος 'ς εκείνον Οδυσσέας·
«Φίλε, και συ χαίρε πολύ' κ' οι αθάνατοι ας σου δώσουν
κάθε καλό, και το σπαθί ποτέ να μη ποθήσης
τούτ', όπ', αφού μ' επράυνες με λόγους, μου χαρίζεις».
415
.
Είπε και τ' ασημόκομπο 'ς τον ώμο έζωσε ξίφος.
έδυσ' ο ήλιος κ' έλαβε τα λαμπρά δώρα εκείνος·
οι κήρυκες οι θαυμαστοί τα έφερναν 'ς του Αλκινόου
το δώμα, όπου τα δέχθηκαν οι υιοί του βασιλέα·
και αυτοί 'ς το πλάγι απόθοσαν της σεβαστής μητρός τους
420
τα ωραία δώρα· εκίνησεν ο Αλκίνοος τότε ο θείος,
κατόπ' οι άλλοι, κ' έφθασαν, και εις τα υψηλά θρονία
κάθισαν όλοι· κ' έλεγεν ο Αλκίνοος της Αρήτης·
«Γυνή μου, το λαμπρότερο κιβώτιο, 'πώχεις, φέρε,
και μέσα βάλε καθαρήν χλαμύδα και χιτώνα.
425
κ' ευθύς νερό μες τον χαλκό θερμάνετε του ξένου,
όπως αφού λουσθή και ιδή με τάξι όλα βαλμένα
τα δώρα, όσα οι Φαίακες οι άψεγοι του φέραν,
χαρή και το τραπέζι μας και της ωδής τον ύμνο.
και τούτο τ' εύμορφο χρυσό ποτήρι εγώ του δίνω,
430
να με θυμάται ολοζωής, όταν 'ς τα μέγαρά του
σπονδαίς προσφέρη του Διός και όλων των αθανάτων».
.
Αυτά 'πε και παράγγειλε ταις δούλαις η Αρήτη
ευθύς να στήσουν τρίποδα μεγάλον 'ς την φωτία·
και αυταίς λουτρικόν τρίποδα 'ς την φλόγα μέσα εστήσαν,
435
έχυσαν μέσα το νερό και κάτω ξύλα εκαίαν·
και ζών' η φλόγα την κοιλιά και το νερά θερμαίνει.
η Αρήτη ωστόσο το λαμπρό κιβώτιο για τον ξένον
έφερε από τον θάλαμο, τα δώρ' αυτού να θέση,
τα ενδύματα και τον χρυσόν, 'που οι Φαίακες του δώσαν·
440
κ' έθεσε μέσα φόρεμα κ' έναν χιτώνα ωραίον·
και προς αυτόν ωμίλησε με λόγια πτερωμένα·
«Συ τώρα ιδέ το σκέπασμα, δέσε καλά τον κόμπο,
μη 'ς το ταξείδι, οπού θα πας, κανένας σ' αδικήση,
ενώ κοιμάσαι ύπνο γλυκό 'ς το ολόμαυρο καράβι».
445
.
Και ως τ' άκουσε ο πολύπαθος, ο θείος Οδυσσέας
εφάρμοσε το σκέπασμα, κ' ευθύς έδεσε κόμπο,
πολύτεχνον οπού η σεπτή του 'χε διδάξ' η Κίρκη.
και η κελλάρισσα να εμβή 'ς τον έτοιμον λουτήρα
του είπε· και θερμά λουτρά άμ' είδ' εχάρη εκείνος·
450
ότ' είχε απεριποίητο πολύν καιρόν το σώμα,
της Καλυψώς τα μέγαρα απ' όταν είχε αφήσει,
όπ' εύρισκεν ωσάν θεός την κάθε ανάπαυσί του.
και η δούλαις ως τον έλουσαν και με το λάδι εχρίσαν,
και τον εφόρεσαν καλήν χλαμύδα και χιτώνα,
455
απ' τον λουτήρα εκίνησε να σμίξη τους συνδείπνους.
και η Ναυσικά από τους θεούς με κάλλος στολισμένη
της καλοκάμωτης σκεπής σιμά 'ς τον στύλο εστάθη.
εθαύμαζε κυττάζοντας αυτή τον Οδυσσέα,
κ' είπε με λόγια πτερωτά· «Χαίρε, σου λέγω, ω ξένε,
460
όπως οπόταν ευρέθης 'ς την γην την πατρικήν σου
μ' ενθυμηθής, 'που την ζωή πρώτα χρωστάς 'ς εμένα».
.
Κ' εκείνης ο πολύγνωμος απάντησε Οδυσσέας·
«Κόρη του μεγαλόκαρδου Αλκίνου, Ναυσικάα,
είθε ο Κρονίδης, σύζυγος βαρύκτυπος της Ήρας,
465
θελήση ογλήγορα να ιδώ την ποθητήν πατρίδα,
και τότ' ευχαίς ωσάν θεάς εκεί θα σου προσφέρω
ολοκαιρής, επειδή συ με έζησες, παρθένα».
.
Είπε κ' εκάθισε εις θρονί, σιμά 'ς τον βασιλέα·
ήδη εμοιράζαν το φαγί και το κρασί συγκέρναν.
470
και ο κήρυκας τον έμπιστον αοιδόν τους ωδηγούσε
Δημόδοκον λαοτίμητον, και εις τον υψηλόν στύλο
προσκολλητά τον κάθισε, 'ς την μέση των συνδείπνων.
'ς τον κήρυκα ο πολύγνωμος τότ' είπεν Οδυσσέας·—
ράχης κομμάτι αφού 'κοψε λευκοδοντάτου χοίρου,
475
πάχος γεμάτ' ολόγυρα, κ' έμενε ακόμη πλήθιο,—
«Το κρέας τούτο, κήρυκα, δόσε του Δημοδόκου,
να φάγη· θα τον ασπασθώ, αν και θλιμμένος είμαι.
τι σέβας έχουν και τιμή 'ς την οικουμένην όλην
απ' τους θνητούς οι αοιδοί, ότι τραγούδια η Μούσα
480
αυτούς διδάχνει και αγαπά των αοιδών το γένος».
.
Είπε· και ο κήρυκας ευθύς 'ς του ήρωα Δημοδόκου
τα χέρια το 'βαλε, και αυτός το δέχθηκε κ' εχάρη.
και άπλωσαν κείνοι 'ς τα έτοιμα φαγιά 'που 'χαν
[εμπρός τους.
και του φαγιού και του πιοτού την όρεξι αφού σβύσαν,
485
του Δημοδόκου ο συνετός ωμίλησε Οδυσσέας·
«Εσέ παρ' όλους τους θνητούς, Δημόδοκε, δοξάζω,
ή η Μούσα, κόρη του Διός, σ' έχει διδάξ' ή ο Φοίβος·
των Αχαιών ταις συμφοραίς με τόσην τάξι ψάλλεις,
όσ' έπραξαν, όσ' έπαθαν 'ς τον φοβερόν αγώνα,
490
ως να 'χες συ παρευρεθή ή απ' άλλον τα 'χες μάθει.
τώρ' έλα εις άλλο πέρασε, του αλόγου ειπέ την τάξι,
'που ιδρένιο μόρφωσ' ο Επειός μαζή με την Αθήνη,
και δόλον 'ς την ακρόπολιν ο θείος Οδυσσέας
το 'φερε μ' άνδραις γεμιστό, κ' ερήμωσαν την Τροία.
495
αν όλ' αυτά μου διηγηθής, ως πρέπει, ένα προς ένα,
εις τους θνητούς όλους εγώ παντού θα μαρτυρήσω
ότι θεός σου εχάρισε θεολάλητο τραγούδι».
.
Και απ' τον θεόν κινούμενος άρχισε και τραγούδι
έβγαλ', εκείθε πιάνοντας, 'που μέρος των Αργείων,
500
αφού ταις σκηναίς έκαψαν, με τα καράβια φύγαν,
κ' οι άλλοι με τον ένδοξον εμέναν Οδυσσέα
των Τρώων εις την αγορά, μες τ' άλογο κρυμμένοι·
τι το 'χαν 'ς την ακρόπολι μόνοι τους σύρ' οι Τρώες.
τ' άλογον έστεκεν αυτού, και ολόγυρά του εκείνοι
505
καθήμενοι πολλά 'λεγαν και τρεις η γνώμαις ήσαν·
ή με το σκληρό σίδερο να σχίσουν τ' άδειο ξύλο,
ή, αφού το σύρουν κάτακρα, 'ς ταις πέτραις να το ρίξουν,
ή να τ' αφήσουν των θεών μέγα ιλαστήριο δώρο,
όπως κατόπιν έμελλε το πράγμα να τελειώση.
510
ότ' ήταν μοίρα να χαθή η πόλι, αμ' αγκαλιάση
το μέγα ξύλιν' άλογο, 'που των Αργείων τ' άνθος
μέσα του εκλειούσε, κ' έφερναν φόνο, φθορά των Τρώων.
κ' έψαλνε πώς οι Αχαιοί την πόλιν ερημώσαν
από του αλόγου την βαθειά καθίστρα ορμώντας όλοι·
515
κ' έψαλνε πώς άλλοι αλλαχού την πόλι ξολοθρεύαν,
αλλ' ο Οδυσσηάς 'ς τα δώματα του Δηιφόβου εχύθη
μαζή με τον ισόθεον Μενέλαον, ως ο Άρης,
και μάχην πώς εκεί φρικτήν ετόλμησεν εκείνος,
και η μεγαλόψυχη Αθηνά του εχάρισε την νίκη.
520
.
Τούτα έψαλνεν ο ξακουστός αοιδός, και ο Οδυσσέας
έλυονε, και τα δάκρυα 'ς τα μάγουλα του ερρέαν.
και ως κλαίοντας τον άνδρα της γυνή περιλαμβάνει,
'πώπεσ' εμπρός 'ς τα τείχη του και εις τους λαούς να σώση
την πόλι και τα τέκνα του απ' την κακήν ημέρα,
525
και, ως βλέπει αυτόν οπού σπαρνά 'ς το ψυχομάχημά του,
αυτή ριμμένη επάνω του θρηνολογεί, κ' εκείνοι
την ράχη και τους ώμους της κτυπώντας με τ' ακόντι,
την σέρνουν εις τα βάσανα, 'ς τα πάθη της δουλείας,
και αυτής ο πόνος ο πικρός τα μάγουλα μαραίνει·
530
όμοια τότ' έρρεαν πικρά τα δάκρυα του Οδυσσέα.
και όλων των άλλων έμεναν τα δάκρυα του κρυμμένα·
μόνος τον εκατάλαβεν ο Αλκίνοος, 'που καθόνταν
σιμά του, και τον άκουσε να βαρυαναστενάζη·
και εις τους ναυτικούς Φαίακαις ευθύς εκείνος είπε·
535
«Ακούσετ', όλ' οι αρχηγοί και άρχοντες των Φαιάκων·
ν' αφήσ' ήδη ο Δημόδοκος την ηχηρήν κιθάρα,
ότι μ' αυτά, 'που τραγουδεί, δεν καλοαρέσ' εις όλους·
'ς το δείπνο αφού καθίσαμε και άρχισ' ο αοιδός ο θείος,
απ' το πικρό παράπονο δεν έχει παύσει ο ξένος·
540
πόνος μεγάλος την καρδιά, θαρρώ, του καταθλίβει.
άρα να μείν' ο αοιδός, όπως χαρή και ο ξένος
μ' εμάς, 'που τον ξενίζουμε, και τούτο θέλ' η τάξι.
όλα γι' αγάπην έγειναν του σεβασμίου ξένου,
προβάδισμα, χαρίσματα, 'που τον φιλοδωρούμε.
ότ' είναι ως άλλος αδελφός ο ξένος και ο ικέτης
545
του ανδρός, όπ' έχει 'ς την καρδιάν αίσθησι καν ολίγη.
όθεν και συ μην προσπαθής με τέχνη να μας κρύψης
ό,τι ερωτώ σε· είναι καλό να μας το φανερώσης.
τ' όνομα ειπέ, 'που σ' έκραζαν εκεί πέρα οι γονείς σου,
550
κ' οι άλλοι εκεί 'ς την πόλι σου, και οι γείτονες τριγύρω.
ότι ανονόμαστος κανείς δεν είναι των ανθρώπων,
'ς τον κόσμον άμα γεννηθή, μικρός είν' είτε μέγας,
αλλ' όλων, άμα ιδούν το φως, το βγάζουν οι γονείς τους.
και ειπέ μου την πατρίδα σου, τον δήμο, και την πόλι,
555
όπως τα πλοία στρέφοντας εκεί την νόησί τους
σε φέρουν· ότ' οι Φαίακες δεν έχουν κυβερνήταις,
ούτε πηδάλια αυτά βαστούν, ως έχουν τ' άλλα πλοία·
αλλά την γνώμην εννοούν, τα φρένα των ανθρώπων.
ταις χώραις, τους παχείς αγρούς της οικουμένης όλης
560
γνωρίζουν, και της θάλασσας περνούν το μέγα στόμα
γοργότατα, 'ς την καταχνιά, 'ς την συννεφιά κρυμμένα,
ουδέ ποτέ τους να χαθούν ή να βλαφθούν φοβούνται.
μόνον τούτ' άκουσ' άλλοτε, 'πώλεγεν ο πατέρας
Ναυσίθοος, ότι εφθόνεσεν εμάς ο Ποσειδώνας,
565
'που 'ς την πατρίδ' ακίνδυνα ξεπροβοδούμεν όλους·
ότι ο θεός έν' εύμορφο καράβι των Φαιάκων,
ως γέρνει από προβάδισμα ποτέ, 'ς το μαύρο κύμα,
θα κρούση και την πόλι μας μ' όρος θα κλείση μέγα·
τούτά 'πε ο γέρος, και ο θεός ή θέλει τα ενεργήση,
570
ή μένουν ανενέργητα, καθώς αρέσει εκείνου.
αλλ' έλα τώρα θέλησε σωστά να μου αναφέρης
τα μέρη όπου πλανήθηκες, τους τόπους όπου εβγήκες,
ταις χώραις ταις καλόκτισταις κ' εκείνων τους κατοίκους,
και όσοι απ' αυτούς ήσαν κακοί, άγριοι και όχι δίκαιοι,
575
και όσοι φιλόξενοι και αυτών θεόφοβ' ήτο η γνώμη.
και ειπέ τι τόσ' οδύρεσαι οπόταν των Αργείων
των Δαναών το πάθημα ακούσης και του Ιλίου.
κείνο το έκαμαν οι θεοί, κ' έκλωσαν των ανθρώπων
όλεθρον μέγαν, να το ειπούν κ' οι απόγονοι τραγούδι.
580
μη συγγενής σου έπεσε 'ς τα τείχη εμπρός του Ιλίου,
άξιος, γαμβρός, ή πενθερός; στενότατ' είναι τούτοι,
κατόπι από το αίμα μας και από την γενεά μας.
ή κάποιος σύντροφος λαμπρός, εγκαρδιακός σου φίλος,
έπεσε; ότι 'ς την γνώμη μου κατώτερος δεν είναι 5
85
απ' αδελφόν φίλος με νου και γνώσι προικισμένος».

Η Συνέχεια ΕΔΩ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου