Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2012

ΠΛΑΤΩΝΟΣ: ΤΙΜΑΙΟΣ

ΠΛΑΤΩΝΟΣ: ΤΙΜΑΙΟΣ
ΟΛΟΚΛΗΡΟΙ ΟΙ 2 ΤΟΜΟΙFREE photo hosting by Fih.gr
Στο έργο αυτό αναπτύσσονται οι κοσμολογικές απόψεις του Πλάτωνα και περιγράφεται η δημιουργία του σύμπαντος. Στην αρχή του διαλόγου ο Σωκράτης συνόψισε τις απόψεις του περί ιδανικής πολιτείας και εξέφρασε την επιθυμία του να αναπτυχθούν από τους συνομιλητές του, τον Τίμαιο, τον Κριτία και τον Ερμοκράτη, τα προσδοκώμενα κατορθώματά της στον πόλεμο. Πρώτος πήρε τον λόγο ο Κριτίας, που άρχισε να διηγείται όσα είχε ακούσει από τον παππού του σχετικά με την επιτυχημένη απόκρουση της εισβολής των κατοίκων της Ατλαντίδας από τους αρχαίους Αθηναίους, ιστορία που μετέφερε στην Αθήνα ο Σόλωνας μετά την επιστροφή του από την Αίγυπτο.
(Ολόκληροι οι 2 Τόμοι σε απλό κείμενο).
ΠΛΑΤΩΝ
Πλάτωνος: Τιμαίος – Διαβάστε το

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ
ΠΛΑΤΩΝΟΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ
ΠΑΥΛΟΥ ΓΡΑΤΣΙΑΤΟΥ
ΤΟΜΟΣ
Α
ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Δ. ΦΕΞΗ
1911
ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ
Α'. ΥΠΟΘΕΣΙΣ ΤΟΥ ΔΙΑΛΟΓΟΥ
Κατά την εορτήν των Βενδιδείων, τελουμένην προς τιμήν της Θρακικής θεότητος Βένδιδος, την οποίαν οι Αθηναίοι εταύτιζον με την Άρτεμιν, κατέβη ο Σωκράτης εις Πειραιά εις την οικίαν του Κεφάλου, ένθα συνδιελέχθη περί Πολιτείας με τον Πολέμαρχον, υιόν του Κεφάλου, τον Γλαύκωνα και Αδείμαντον, αδελφούς του Πλάτωνος, και τον σοφιστήν Θρασύμαχον. Την επαύριον ο Σωκράτης τα της εν Πειραιεί συνδιαλέξεως διηγήθη είς τινας φίλους εν Αθήναις. Η διήγησις δ' αύτη του Σωκράτους, συνεχής και αδιάκοπος απ' αρχής άχρι τέλους, αποτελεί τον όλον διάλογον εν τη «Πολιτεία», όπου όμως δεν αναφέρονται τα ονόματα των ακροατών. Ούτοι, τέσσαρες όντες,συνεφώνησαν, ίνα την αμέσως ακόλουθον ημέραν εις νέαν συνδιάλεξιν αποδώσωσιν εις τον Σωκράτην το υπό τούτου παρατεθέν αυτοίς συμπόσιον λόγων. Η συνέχεια δ' αύτη της συνδιαλέξεως εκτίθεται εις άλλον διάλογον,όστις επιγράφεται «Τίμαιος» εκ του ονόματος ενός των εστιατόρων του Σωκράτους. Οι άλλοι ήσαν Κριτίας, ο Αθηναίος πολιτευτής, και Ερμοκράτης, ο Συρακόσιος στρατηγός. Του τετάρτου το όνομα δεν μνημονεύεται εν τω Τιμαίω·αλλά λέγεται ότι ούτος ασθενήσας δεν έλαβε μέρος εις τον διάλογον,αναπληρωθείς υπό των άλλων. Κατά τον νεοπλατωνικόν φιλόσοφον Πρόκλον,όστις συνέγραψε «Γλαφυρά υπομνήματα εις τον Τίμαιον», ο μεν Δερκυλλίδης επίστευεν ότι ο ανώνυμος ήτο αυτός ο Πλάτων, ο δε Αττικός έλεγεν ότι ήτο ξένος τις, φίλος του Τιμαίου. Αλλά και των νεωτέρων τινές δέχονται ότι ήτο αυτός ο Πλάτων.
Ο «Τίμαιος», πολύ μεταγενέστερος της «Πολιτείας» και διαφέρων αυτής κατά το ύφος και κατά τινας θεμελιώδεις αρχάς, είναι συνέχεια της «Πολιτείας»,όπως ο «Κριτίας» είναι εξακολούθησις του «Τιμαίου». Αντικείμενον της«Πολιτείας», ως δηλούται εν τω Α' και Β' βιβλίω αυτής, είναι η Δικαιοσύνη,ως επεισόδιον δε εισάγεται η περί Πολιτείας διάλεξις διά τον λόγον, ότι είναι ευκολώτερον να νοήσωμεν τι είναι η Δικαιοσύνη, εάν επισκοπήσωμεν την Πολιτείαν μάλλον παρά το μεμονωμένον άτομον. Αλλ' ούτως η συζήτησις περί Πολιτείας κατέστη κύριον θέμα του διαλόγου. Διατυπώσας δε ήδη την ιδεώδη Πολιτείαν του ο Πλατωνικός Σωκράτης επεθύμησε να ίδη την απόδειξιν αυτής,πώς δηλ. θα ηδύνατο αύτη να ενεργή και υπερασπίζη εαυτήν εν πολέμω και εν ειρήνη. Και προς τούτο εξέλεξε τους ειρημένους συνομιλητάς, άνδρας πολιτικούς άμα και σοφίας εραστάς. Εν τω «Τιμαίω» λοιπόν μετά συνοπτικήν ανακεφαλαίωσιν των σπουδαιοτέρων πορισμάτων της «Πολιτείας», γενομένην υπό του Σωκράτους, πρώτος ο Κριτίας αναλαμβάνει να ικανοποιήση την αξίωσιν αυτού, και λέγει ότι πολίτευμα όμοιον προς το περιγραφέν υπό του Σωκράτους υπήρξεν εν Αθήναις προ 9,000 ετών κατά την διήγησιν, την οποίαν ο Σόλων έμαθεν εν Αιγύπτω παρά των ιερέων. Η Αθηναϊκή αύτη Πολιτεία επετέλεσε τότε λαμπρότατον κατόρθωμα κατανικήσασα τους στρατούς, οίτινες ώρμησαν κατά της Ευρώπης εκ της εν τω Ωκεανώ μεγάλης νήσου Ατλαντίδος, θέλων όμως έπειτα ο Κριτίας να εκθέση και τα καθέκαστα αυτής λέγει, ότι συνεφωνήθη με τον Τίμαιον, όπως ούτος, ειδήμων της αστρονομίας και της φυσικής, εκθέση πρώτον την σύστασιν του Κόσμου και του Ανθρώπου, έργα αμφότερα του θεού πατρός και δημιουργού, έπειτα δε μεταβώσιν εις την εξέτασιν της Πολιτείας,διότι αύτη βεβαίως είναι ανάλογος προς την διακόσμησιν του Παντός. Εκ τούτου αντικείμενον του «Τιμαίου» γίνεται η κοσμογονία. Το τέλειον δε Κράτος, την πεπραγματωμένην Πολιτείαν παραλαμβάνει ως θέμα τρίτος διάλογος, ο «Κριτίας», όστις δυστυχώς έμεινεν ατελής, ένεκα του θανάτου του Πλάτωνος. Τον «Τίμαιον» συνέγραψε κατά το 358 - 357 π. Χ. Έπειτα επεχείρησε να συγγράψη τον «Κριτίαν». Αλλ' εν τω μεταξύ ησχολήθη συγγράφων τους «Νόμους», δι' ους εδαπάνησε τα τελευταία δέκα έτη του βίου του.
Τίμαιος ο Λοκρός, εκ της Μεγάλης Ελλάδος εν Ιταλία, ήτο αστρονόμος και φιλόσοφος Πυθαγόρειος, εις τον όποιον αποδίδεται συγγραμμάτιον σωζόμενον εις Δωρικήν διάλεκτον «Περί ψυχής κόσμου και φύσεως». Και ο μεν Πρόκλος λέγει ότι ο Πλάτων λαβών το βιβλίον τούτο επεχείρησε να γράψη τον«Τίμαιον». Αλλ' οι νεώτεροι κριτικοί θεωρούσιν αυτό νόθον. Διότι προς τοις άλλοις το βιβλίον τούτο υποθέτει, ότι αι ιδέαι υπήρχον προ του κόσμου, η υπόθεσις δ' αύτη είναι διδασκαλία καθαρώς Πλατωνική και ουχί Πυθαγορική.Είναι λοιπόν ουχί πρότυπον, αλλ' απλή συνοπτική μετάφρασις του Πλατωνικού«Τιμαίου». Ότι όμως ο Πλάτων ήντλησεν εκ Πυθαγορικού συγγράμματος μαρτυρεί η κακή γλώσσα Τίμωνος του σιλλογράφου, όστις εις τρεις σωζομένους στίχους λέγει:
«Και συ, Πλάτων, διότι και σε κατέλαβε πόθος να μάθης — με πολλά δε αργύρια μικρόν ηγόρασες βιβλίον — και εκ τούτου έμαθες να Τιμαιογραφής».Διογένης ο Λαέρτιος λέγει εις τους βίους Φιλολάου, Πυθαγόρου και Πλάτωνος ότι το αγορασθέν βιβλιάριον ήτο του Φιλολάου, όπερ όμως δεν σώζεται. Αλλά και τούτου δεκτού γενομένου, ο Πλάτων βεβαίως μεν δεν αντέγραψε τον Φιλόλαον, αλλά παρέλαβε πολλά δόγματα των Πυθαγορείων. Τούτου ένεκα και Πυθαγόρειος, οίος ο Τίμαιος, εκθέτει εν τω ομωνύμω διαλόγω την κοσμογονίαν εις λόγον συνεχή, ουχί δραματικώς και διαλογικώς, αλλά δογματικώς και συνθετικώς, ως ήρμοζεν εις πραγματείαν στηριζομένην επί πιθανότητος και αναλογίας, ανεπίδεκτον δε διαλεκτικής και επιστημονικής αποδείξεως τότε δι' έλλειψιν επαρκών φυσικών γνώσεων.
Ο «Τίμαιος» είναι κατά την κοινήν ομολογίαν των σοφών μία εκ των υψίστων και σπανίων πτήσεων, τας οποίας επιχειρεί ευτόλμως το ανθρώπινον πνεύμα,όταν αισθάνηται ότι έχει ισχυράς πτέρυγας, ίνα αναβή εις την πηγήν αυτού,ίνα συλλάβη την ενότητα του Παντός και ίνα εύρη την λύσιν των βασανιζόντων αυτό μεγάλων ζητημάτων. Ο θαυμάσιος ούτος διάλογος είναι οργανική σύνθεσις περιλαμβάνουσα πάντα τα αντικείμενα της γνώσεως και πάντα τα ζητήματα περί της φύσεως και του πνεύματος. Αιτία πάντων και αρχή κηρύττει ότι είναι ο είς Θεός, και ότι, επειδή ούτος είναι αγαθός, αγαθά είναι και τα πλάσματα αυτού, ο δε άνθρωπος είναι ο μικρός κόσμος, όστις οφείλει κατά τo δυνατόν να ομοιώται με τον μέγαν κόσμον και διά τούτου με τον Δημιουργόν. Ούτως ο«Τίμαιος» συνοψίζων την όλην Πλατωνικήν φιλοσοφίαν συναρμολογεί εις έν όλον πάσαν την φυσικήν και την μεταφυσικήν, την επιστήμην και την ηθικήν και την θεολογίαν. Αμυδράν εικόνα τούτων πάντων θα δώσωμεν διά συντόμου περιλήψεως του περιεχομένου του «Τιμαίου», παραλείποντες την περί Πολιτείας μακράν εισαγωγήν, περί της οποίας είπομεν ανωτέρω. Αι αναφερόμεναι σελίδες και παράγραφοι είναι αι της εκδόσεως του Ερρίκου Στεφάνου, τας οποίας σημειούμεν εις τo περιθώριον της μεταφράσεως.

Β. ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΙΣ ΤΗΣ ΠΛΑΤΩΝΙΚΗΣ ΚΟΣΜΟΓΟΝΙΑΣ

Προς κατανόησιν των διδασκαλιών του «Τιμαίου» και εν γένει πάντων των Ελλήνων φιλοσόφων πρέπει να έχωμεν πάντοτε προ οφθαλμών, ότι η έννοια ή η άποψις η δεσπόζουσα επί του πνεύματος αυτών είναι η της Τέχνης.Αντελαμβάνοντο τα πράγματα, και διενοούντο πάντες ως καλλιτέχναι. Διότι το θαυμάσιον αρχαίον Ελληνικόν πνεύμα ήτο κατά την φύσιν και την ουσίαν αυτού κυριολεκτικώς καλλιτέχνης. Προς παραγωγήν δε του καλλιτεχνήματος πλην του Καλλιτέχνου ή του Δημιουργού αναγκαίως συντρέχουσι πρώτον η Ιδέα ή το Παράδειγμα, καθ' ο γίνεται το έργον, και έπειτα η Ύλη, ήτις δέχεται και εμφανίζει την Ιδέαν αισθητώς. Ούτω και όλος ο αισθητός ούτος κόσμος είναι κατά τον Πλάτωνα καλλιτέχνημα, το οποίον έπλασεν ο θείος Δημιουργός κατά τας ιδέας, κατά τα εν αυτώ θεία, αυτοτελή και αιώνια νοήματα. Έκαστον ον εν τη φύσει είναι εμφάνισις και πραγμάτωσις αισθητή μιας ιδέας, ενός όντος νοητού. Και η μεν ιδέα είναι το πραγματικόν (όντως) ον, αιώνιον (αεί ον),αμετάβλητον, ακίνητον, το αυτό προς εαυτό (κατά τα αυτά ον) και διά της νοήσεως μόνης αντιληπτόν (νοητόν). Η επιστήμη την ιδέαν έχει ως αντικείμενον. Την ετέραν αρχήν του παντός, την Ύλην, ο Πλάτων υπολαμβάνει αΐδιον μεν, ουχί όμως ακίνητον, αλλά άμορφον καθ' εαυτήν και ασχημάτιστον,δεχομένην δε πάσαν μορφήν, απλούν χώρον. Η ιδέα ή το σύνολον των ιδεών, ο δημιουργός Νους είναι ως ο Πατήρ, η δε Ύλη ως η Μήτηρ, Τέκνον δ' αυτών είναι ο ορατός ούτος κόσμος. Τα φαινόμενα αυτού, τα αισθητά όντα, ρέοντα και μεταβαλλόμενα απαύστως και αφανιζόμενα, δεν έχουσιν αληθή ύπαρξιν, δεν είναι όντα, αλλά γινόμενα. Η αισθητή ύπαρξις δεν είναι όντως ον, αλλά το διάμεσον μεταξύ όντος και μη όντος, το οποίον πάντοτε γίνεται και ουδέποτε αληθώς είναι, αλλά μεταβάλλεται, γίνεται άλλο, είναι έτερον. Ταύτα δε είναι αντιληπτά μόνον υπό της αισθήσεως και της δόξης. Η γνώσις αυτών και της όλης φύσεως είναι λοιπόν αναγκαίως αβεβαία, είναι γνώσις κατ' εικασίαν(εικότα λόγον) και αναλογίαν, ενώ η επιστήμη των νοητών είναι βεβαία γνώσις. Διά τούτο ο Πλάτων δεν επραγματεύθη την Φυσικήν μεθ' όσης επιμελείας και ακριβείας τα άλλα μέρη της φιλοσοφίας. Κατ' εκείνον τον χρόνον η ατέλεια των φυσικών γνώσεων εγέννα αβεβαιότητα, ήτις την αναλογίαν και πιθανότητα καθίστα κύριον όργανον της φιλοσοφίας της φύσεως(σελ. 27).
Αλλ' αν ο Πλάτων κατεχόμενος υπό της καλλιτεχνικής επόψεως του Ελληνικού πνεύματος, του οποίου είναι τελεία ενσάρκωσις, παραλαμβάνει όρους και φράσεις εκ της τέχνης προς σαφεστέραν δήλωσιν των νοημάτων αυτού, όμως δεν πρέπει να δεχώμεθα παθητικώς το γράμμα, ουδέ τας υλικάς εικόνας να εκλαμβάνωμεν ως αυτόν τον νουν του φιλοσόφου. Ο Δημιουργός του λ. χ. δεν είναι τεράστιόν τι πρόσωπον διαπλάττον δεδομένα υλικά κατά τι πρότυπον,κατά τας ιδέας. Τοιαύται υλικαί παραστάσεις είναι ανάξιαι Θεού όλως νοητού και νοερού. Το άυλον πνεύμα, ίνα δημιουργήση, ίνα αποκαλυφθή ως πνεύμα,μόνον υλικόν έχει τον λόγον. Διά τούτο και η θρησκεία του Ύψους παριστά τον Θεόν δημιουργούντα τον κόσμον διά μόνου του λόγου.
«Και είπε· Γενηθήτω φως, και εγένετο φως». Αλλ' η δημιουργία είναι αναγκαία και αιώνιος, καθ' ότι ο Θεός αιωνίως καταλείπει την ερημίαν και απειρίαν αυτού, δημιουργεί, προσλαμβάνει διορισμούς, πέρατα, και εμφανίζεται εν τη φύσει, εν τω Υιώ — ίνα πάλιν επιστρέψη εις εαυτόν. Η επιστροφή αυτή, το Πνεύμα, είναι βέβαια ο τέλειος τρόπος της υπάρξεως της ιδέας. Το Ελληνικόν όμως πνεύμα ως ύψιστον τρόπον υπάρξεως του θείου συνέλαβε μόνον την εμφάνισιν, την φανέρωσιν αυτού διά της ύλης τελειουμένην εν τη καλλιτεχνία. Τοιούτου λοιπόν πνεύματος κατ' εξοχήν ερμηνευτής είναι ο Πλάτων, και εκ τούτου εξηγείται διατί και ούτος και ο Αριστοτέλης δεν ηδυνήθησαν να διαλλάξωσιν εντελώς τας δύο αρχάς, το πνεύμα και την ύλην.
Κατά τα ειρημένα λοιπόν έχομεν το ον και το γινόμενον. Το ον είναι ακίνητον, ταυτόν και νοητόν. Το γινόμενον είναι μεταβλητόν, άλλο και αισθητόν. Αλλ' ό,τι γίνεται γίνεται υπό τινος· άρα ο κόσμος έχει αιτίαν,διό εδημιουργήθη υπό του Θεού. Και επειδή ο Δημιουργός είναι αγαθός, διά τούτο και τον κόσμον έπλασεν αγαθόν, άριστον, κατά παράδειγμα αιώνιον και αναλλοίωτον (σελ. 29 Α). Ούτως η δημιουργία είναι κυρίως διακόσμησις (σ.30 Α). Το πρότυπον, καθ' ο επλάσθη και διεκοσμήθη το παν, ήτο το τέλειον νοητόν ζώον, περιλαμβάνον πάντα τα νοητά ζώα. Διό, όπως ο δημιουργός είναι είς και το παράδειγμα έν, ούτως είς είναι και ο κόσμος πάντα περιλαμβάνων,έν μόνον ζώον αισθητόν λογικόν, περιλαμβάνον πάντα τα αισθητά ζώα (σ. 31Β).
Ο κόσμος λαβών ύπαρξιν είναι κατ' ανάγκην ορατός και αισθητός, διό συνέστη εκ πυρός και εκ γης. Αλλά δύο τινά δεν δύνανται να ενώνται ειμή διά τρίτου, διά τινος μέσου όρου, και ίνα αποτελέσωσιν έν στερεόν, πρέπει να ενώνται διά δύο μέσων όρων. Μεταξύ λοιπόν του πυρός και της γης ετέθησαν ο αήρ και το ύδωρ. Και ο κόσμος συνέστη εκ των τεσσάρων τούτων στοιχείου,διατεταγμένων κατά γεωμετρικήν αναλογίαν· περιέλαβε δε αυτά ολόκληρα, ώστε ουδέν να υπάρχη εκτός αυτού. Ο κόσμος άρα έγινε τέλειος και δεν υπόκειται εις νόσους, εις γήρας και εις θάνατον, διότι και ουδέν υπάρχει εκτός αυτού, όπερ θα ηδύνατο να επιδράση ολεθρίως επ' αυτού. (33 Α). Έλαβε δε σφαιρικόν σχήμα, όπερ είναι το τελειότατον και το κάλλιστον των σχημάτων,και ούτω κινείται ομοιομόρφως, στρεφόμενος κυκλικώς περί εαυτόν, εις τον αυτόν τόπον πάντοτε χωρίς να μεταβάλλη θέσιν. (33 Β - 34 Α).
Πρώτη όμως εδημιουργήθη η ψυχή του κόσμου, ήτις διεπέρασε το σώμα αυτού πανταχού (34 Β. C.). Ο δημιουργός αναμίξας πρώτον την αμετάβλητον και την μεταβλητήν ουσίαν (την φύσιν του αυτού και του ετέρου) έπλασε τρίτην ουσίαν. Έπειτα την διάμεσον ταύτην ουσίαν ανέμιξε με τας δύο πρώτας, και το όλον μίγμα διήρεσεν εις μέρη, τα οποία συνέδεσε κατά αριθμητικάς αναλογίας (35)· έπειτα διέταξε το όλον εις δύο συγκεντρικάς σφαίρας, των οποίων η εξωτερική είναι ο Ουρανός των απλανών αστέρων, εις τον οποίον έδωκε την κίνησιν του αυτού (αμεταβλήτου), την από δεξιών προς αριστερά.Εις δε την εσωτερικήν σφαίραν, ήτις αναλογεί προς τους ουρανούς των πλανητών, έδωκε την κίνησιν του ετέρου (μεταβλητού), από των αριστερών προς τα δεξιά, και υπέταξεν αυτήν εις το κράτος της εξωτερικής σφαίρας(36 Β - Δ). Η ψυχή του κόσμου ούτω μορφωθείσα και διπλήν έχουσα κίνησιν είναι ικανή να αντιλαμβάνηται τα μεταβλητά και αμετάβλητα, και να έχη δόξας αληθείς και τελείαν επιστήμην (36 D - 37 C).
Ο κόσμος δημιουργηθείς υπό του Θεού δεν δύναται να καταστραφή ειμή υπ'αυτού του Θεού. Αλλ' επειδή επλάσθη αγαθός και επειδή ο δημιουργός αυτού είναι αγαθός, δεν είναι δυνατόν να θέλη ούτος να τον καταστρέψη. Είναι άρα αΐδιος ο κόσμος, όπως και το αρχέτυπον αυτού (37 C - D.). Και διά τούτο, ίνα δηλ. ο κόσμος ούτος μετάσχη της αϊδιότητος, ο Θεός εδημιούργησε τον χρόνον, όστις είναι κινητή εικών της ακινήτου αιωνιότητος, διότι, αν και ουδέποτε είναι, ούχ ήττον γίνεται πάντοτε· υπηρέτας δε του χρόνου έθεσεν εις τον ουρανόν τον Ήλιον, την Σελήνην και τους πέντε άλλους πλανήτας, οίτινες ορίζουσι και φυλάττουσι τους αριθμούς, δι' ων μετρείται ο χρόνος (38 C - 39 Ε).
Ο Θεός έπειτα εποίησε κατά τα τέσσαρα στοιχεία του κόσμου τέσσαρα είδη ζώων, τους ουρανίους θεούς, ήτοι τους αστέρας, τα πτηνά, τα ένυδρα και τα χερσαία. Πρώτους έπλασε τους αστέρας προ πάντων εκ πυρός, διά να είναι λαμπροί και ωραίοι. Τα θεία ταύτα ζώα, στρογγυλά όντα, έχουσι διπλήν κίνησιν, περιστρεφόμενα και προχωρούντα, και διακρίνονται των άλλων αστέρων διά την κανονικότητα των πορειών αυτών (39 Ε - 40 D). Οι θεοί της μυθολογίας είναι παραδόσεις, τας οποίας καλόν είναι να αποδεχώμεθα, αλλά είναι ανεπίδεκτοι συζητήσεως (40 D - 41 Α).
Τα θνητά όμως είδη ζώων δεν ήτο δυνατόν να πλάση αυτός ο Δημιουργός, διότι ούτω θα εγίνοντο και αυτά θεοί, διό ανέθηκε την δημιουργίαν του θνητού αυτών μέρους εις τους δημιουργηθέντας θεούς, αυτός δε ο αιώνιος Θεός έπλασε το αθάνατον και θείον μέρος αυτών (41 Α - D). Εδημιούργησε λοιπόν τας λογικάς ψυχάς και διέσπειρεν αυτάς εις τους διαφόρους αστέρας, ίνα εκείθεν γνωρίσωσι την φύσιν των πραγμάτων, την οποίαν έπειτα θα αναμιμνήσκωνται,όταν θα κατέλθωσιν εις τα γήινα σώματα (41D - Ε). Και όσαι μεν ζήσωσι με δικαιοσύνην, αύται θα επανέλθωσιν εις τον ίδιον αστέρα αυτών, αι δε άλλαι θα μεταβώσιν εις σώματα ζώων (42 Α - C). Το σώμα τουναντίον επλάσθη υπό των άλλων θεών και απετελέσθη εκ πυρός, αέρος, ύδατος και γης. Η εισαγωγή όμως και η έξοδος της τροφής γεννά μεταβολάς και ούτως εμποδίζει τας λογικάς κινήσεις της ψυχής. Εκ τούτου πηγάζει η ανάγκη της αγωγής (42Γ - 44Δ). Οι θεοί εποίησαν την κεφαλήν στρογγύλην, διά να είναι κατοικία του νου, και έθεσαν αυτήν εις την κορυφήν του σώματος, το οποίον είναι το όχημα της κεφαλής. Εις το έμπροσθεν μέρος αυτής, εις το πρόσωπον, προσήρμοσαν τα όργανα των αισθήσεων (44 Δ - 45 Α) και ιδίως τα όμματα, τα οποία φέρουσι το φως (φωσφόρα). Η όρασις είναι η σπουδαιοτέρα των αισθήσεων, διότι δι'αυτής δυνάμεθα να γνωρίζωμεν την τάξιν του παντός και την βάσιν αυτής, τον αριθμόν, ούτω δε να ρυθμίζωμεν τας κινήσεις της διανοίας ημών, και να υψώμεθα εις την φιλοσοφικήν θεωρίαν και εις την ηθικήν τελείωσιν ημών αυτών (45 Β - 47 C). Και η ακοή δε, διά της οποίας αισθανόμεθα την αρμονίαν, συντελεί εις τον αυτόν σκοπόν (47 C. - Ε).
Ταύτα είναι τα διά του νου δημιουργηθέντα. Αλλ' εις την γένεσιν του κόσμου πλην του νου συνεργεί και η ανάγκη, ήτοι το στοιχείον, εις το οποίον πραγματοποιείται η δημιουργία, το οποίον δέχεται αυτήν, ως η ύλη δέχεται την ιδέαν του τεχνίτου (47 Ε - 48 Β). Τούτο είναι ο χώρος (η χώρα), όστις,δεν είναι ούτε πυρ, ούτε αήρ, ούτε ύδωρ, ούτε γη, διότι ταύτα δεν είναι ούτε πρώτα ούτε δεύτερα στοιχεία του παντός, αλλά απλώς καταστάσεις της ύλης (48 Β - 50 C), είναι τέσσαρα φαινόμενα είδη, εις τα οποία αντιστοιχούσι τα τέσσαρα νοητά είδη ή ιδέαι, πυρ, αήρ, ύδωρ, γη, τα οποία είναι αιώνια. Τα αισθητά είδη μεταβάλλονται διηνεκώς εις άλληλα· αι μεταμορφώσεις δε γίνονται αναγκαίως έν τινι, το οποίον μένει το αυτό,δύναται να γίνηται πάντα τα σώματα, δεν έχει καμμίαν ποιότητα και δύναται να δέχηται πάσας, είναι αόρατον, άμορφον, πανδεχές, και δεν δύναται να γίνηται αντιληπτόν διά της νοήσεως ως η ιδέα, ούτε διά της αισθήσεως, ως τα αισθητά, αλλά διά λογισμού νόθου, ήτοι διά συλλογισμού εξ αναλογίας. Εκ της δεξαμενής ή χώρας ταύτης, ήτις ύστερον εκλήθη ύλη, έξήλθον πάντα τα μερικά πράγματα, ως εκτίθεται εν τοις εξής.
Αλλά τα νοητά είδη υπάρχουσι πραγματικώς, ή είναι κενοί λόγοι; Ο Πλάτων αποκρίνεται ότι όντως υπάρχουσι, διότι είναι το αντικείμενον της νοήσεως,όπως τα αισθητά είναι το αντικείμενον της δόξης. Και επειδή η επιστήμη και η δόξα διαφέρουσιν, άρα διαφέρουσι και τα αντικείμενα αυτών (51 C. — 52 C).
Προ του κόσμου λοιπόν υπήρχον τα τρία ταύτα, το ον, η γένεσις και ο χώρος(52 Δ). Αλλ' εν τω χώρω ήσαν πανταχού τα τέσσαρα στοιχεία (λογικώς, ει μη χρονικώς) άνευ μορφής και αριθμητικών σχέσεων, και έπειτα έλαβον σχήμα και διάταξιν (53 Β). Αλλά και τα τέσσαρα εκείνα είδη είναι σύνθετα εξ άλλων στοιχείων, τα οποία είναι τρίγωνα απείρως σμικρά. Τα τρίγωνα είναι σκαληνά ή ισοσκελή. Τα σκαληνά συνδυαζόμενα γεννώσι τρία στερεά, την πυραμίδα(πυρ), το οκτάεδρον (αήρ) και το εικοσάεδρον (ύδωρ). Τα ισοσκελή γεννώσι μόνον τον κύβον (γην). Ούτω τα στερεά ταύτα συνδυαζόμενα, γεννώσι τα τέσσαρα στοιχειώδη σώματα, εκ των οποίων έπειτα αποτελούνται τα μερικά σώματα (53 C. — 56 C). Ο Πλάτων ακολούθως εξετάζει τα όρια, εντός των οποίων γίνεται η μεταμόρφωσις της ύλης (56 C. — 57 Δ), τας εκ ταύτης προερχομένας μεταβολάς θέσεως και τας κινήσεις, αι οποίαι είναι αποτελέσματα ή αίτια των μεταβολών (57 Δ - 58 C), και τας ιδιότητας του πυρός, αέρος, ύδατος και γης (58 C. — 61 C).
Τα αισθήματα γεννώνται εκ της ενεργείας των μερικών σωμάτων επί του αισθανομένου υποκειμένου. Εξετάζονται λοιπόν πρώτον αι εντυπώσεις αι κοιναί εις όλον το σώμα (αι της αφής 61 C). Ούτω λ. χ. η βαρύτης ορίζεται ως η ιδιότης ην έχουσιν η γη, το ύδωρ, ο αήρ, το πυρ να έλκωσι προς εαυτά το όμοιον αυτών, η ιδιότης δε αύτη ενεργεί κατ' ευθύν λόγον της μάζης (62 C - 63 Ε).
Τινές των απτικών (σωματικών) εντυπώσεων συνοδεύονται υπό των αισθημάτων της ηδονής και του άλγους, των οποίων εξετάζονται τα αίτια (εν σελ. 64 Α -65 Β). Έπειτα έρχονται αι άλλαι αισθήσεις, γεύσις, όσφρησις, ακοή και τελευταία η όρασις. Αι εντυπώσεις της γεύσεως, ως αι πλείσται των άλλων,γεννώνται διά συστολών και διαστολών, καθ' ας επικρατεί μάλιστα το τραχύ και το λείον. Αι της οσφρήσεως εντυπώσεις δεν έχουσι διωρισμένα είδη,διότι η οσμή είναι ατελές τι· οσμάς εκπέμπουσι μόνον σώματα σηπόμενα,διαλυόμενα ή εξατμιζόμενα. Ο ήχος είναι κίνησις μεταδιδομένη εις την ψυχήν υπό του αέρος, διά των ώτων, του εγκεφάλου και του αίματος. Ο ήχος είναι βαρύς, αν η κίνησις είναι βαρεία, οξύς, αν ταχεία, ομαλός και λείος, αν είναι ομοιόμορφος, τουναντίον δε τραχύς κ. λ. Το χρώμα είναι το εκ των σωμάτων απορρέον πυρ, του οποίου τα μόρια ενούνται με το πυρ των οφθαλμών·εκ της αριθμητικής αναφοράς των δύο πυρών γεννώνται τα διάφορα χρώματα (65Β - 68 Δ). Τοιούτον είναι το σύμπαν υπό την έποψιν της ανάγκης. Αλλ' η πρώτη και αληθής αιτία πάντων είναι ο Θεός και διά τούτο πρέπει εις πάντα να ζητώμεν την γνώσιν αυτού (68 Ε - 69 Α).
Ο Πλάτων νυν επανέρχεται εις την γένεσιν της ψυχής του ανθρώπου. Το λογικόν και αθάνατον μέρος αυτής επλάσθη υπό του θεού πατρός και ετέθη εις την κεφαλήν, το δε θνητόν εποιήθη υπό των κατωτέρων θεών και ετέθη εις τον κορμόν, χωριζόμενον από της κεφαλής διά του λαιμού. Επειδή δε η θνητή ψυχή είχε δύο μέρη, τα μεν θυμικόν έθεσαν εις τον θώρακα, το δε επιθυμητικόν εις την γαστέρα, χωριζομένην από του θώρακος διά του διαφράγματος. Το θυμικόν ετέθη πλησίον της κεφαλής, διά να δύναται να βοηθή τον εν τη κεφαλή λόγον κατά των επιθυμιών και ορέξεων. Η καρδία, ο δεσμός των φλεβών και η πηγή του αίματος, ετέθη πλησίον, διά να μεταφέρη τα διατάγματα του λόγου και τα αισθήματα πανταχού του σώματος· πλησίον δε της καρδίας εφύτευσαν τον πνεύμονα, ίνα δροσίζη και ανακουφίζη αυτήν. Το μέρος δε το επιθυμούν τροφάς και ποτά και άλλα αναγκαία ετέθη μεταξύ του διαφράγματος και του ομφαλού ωσεί φάτνη, όπου δύναται να τρέφηται το άγριον τούτο θρέμμα και να τρέφη το όλον σώμα. Μετά ταύτα ακολουθεί η μελέτη του ήπατος και της χολής και των εντέρων. (69 Α - 72 Δ). Έπειτα έρχεται η της συστάσεως των άλλων μελών του σώματος. (72 Δ - 79 Ε).
Άλλα ζώα έπλασαν οι θεοί προς τροφήν των πρώτων, με άλλα σχήματα και με μόνον το τρίτον είδος ψυχής (θρεπτικόν), τα φυτά, τα οποία ζώσιν ακίνητα,ερριζωμένα εις το έδαφος (77 Α - C).
Ο «Τίμαιος» έπειτα περιγράφει πώς τα καθ' έκαστα συστατικά του σώματος διετάχθησαν και συνηρμόσθησαν, πώς διετέθησαν οι οχετοί αυτού προς άρδευσιν, πέψιν και θρέψιν του όλου. Οι οχετοί ούτοι είναι αι φλέβες εκτεινόμεναι καθ' όλον το σώμα. Το υγρόν το ρέον δι' αυτών, το αίμα,αποτελείται εκ των τροφών κοπτομένων εις μόρια εν τη κοιλία και φερομένων υπό του ρεύματος της αναπνοής εις τας φλέβας, όπου γίνονται θρεπτικός χυμός. Το σώμα, υπό την επίδρασιν των εξωτερικών πραγμάτων, υφίσταται διηνεκείς φθοράς· αύται όμως διηνεκώς επανορθούνται υπό του αίματος, του οποίου τα μέρη πληρούσι τα εν τω σώματι σχηματιζόμενα κενά. Αν αι φθοραί υπερβαίνωσι την επανόρθωσιν, το ζώον καταστρέφεται, αν τανάπαλιν,αυξάνεται. Διά της αρχής ότι το όμοιον έλκει το όμοιον εξηγείται ευχερώς η αύξησις κατά την νεότητα, ότε τα εισερχόμενα υπερβαίνουσι τα εξερχόμενα, η εξασθένησις κατά το γήρας, αι νόσοι και ο θάνατος (77 G. 81 Ε).
Εκ των νοσημάτων πρώτα περιγράφει τα του σώματος (82 Α - 86 Α). Έπειτα εξετάζει τα της ψυχής, ων μέγιστα είναι η αμαθία και η αφροσύνη και η υπερβολή ηδονής και λύπης (86 Β - 87 Β). Και τέλος διδάσκει τα της θεραπείας αυτών, ήτις επιτυγχάνεται, αν διά της γυμναστικής διατηρώμεν αρμονίαν μεταξύ σώματος και ψυχής, και μεταξύ των τριών μερών της ψυχής.Τιμώντες την αθάνατον ψυχήν, ήτις εδρεύουσα εν τη κεφαλή είναι ως θείος δαίμων εντός ημών, θα φθάσωμεν εις το άκρον αγαθόν (87 C. — 90C).
Εν τέλει γίνεται λόγος περί της γενέσεως των γυναικών και των άλλων ζώων.Όσοι εκ των ανδρών ήσαν δειλοί και διέπραξαν αδικίας, ούτοι κατά την δευτέραν γέννησιν μεταμορφούνται εις γυναίκας, οι κούφοι και οι φλύαροι εις πτηνά, και οι άλλοι ωσαύτως καταβιβάζονται εις ταπεινοτέρας υπάρξεις αναλόγως προς τας κακίας αυτών. Καταλήγει δε ο «Τίμαιος» επαναλαμβάνων τα εξής, εν οις συνοψίζεται το θέμα, η ουσία του όλου διαλόγου· «Απεδείχθη ότι ο κόσμος ούτος περιλαβών ζώα θνητά και αθάνατα και εξ αυτών πληρωθείς έγινε ζώον ορατόν περιέχον πάντα τα ορατά, εικών του νοητού Θεού, Θεός αισθητός μέγιστος και άριστος, κάλλιστος και τελειότατος, είς ων και μονογενής ο κόσμος ούτος».

Γ. ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΞΙΑ ΤΟΥ ΔΙΑΛΟΓΟΥ

Ίνα νοήση τις τας βαθείας διδασκαλίας του «Τιμαίου», πρέπει να μελετήση αυτάς ως εκτίθενται υπό του συγγραφέως με την δύναμιν, την γοητευτικήν χάριν και την αβίαστον φυσικότητα, εις τας οποίας ο Πλάτων ήτο τεχνίτης απαράμιλλος. Ο «Τίμαιος» είναι φιλοσόφημα άμα και ποίημα, είναι αποκάλυψις, εν τη οποία ο μεταφυσικός κρύπτεται υπό τας εικόνας και τα σχήματα του ποιητού. Ο μύθος και τα καθαρά νοήματα συγχέονται πολλαχού ούτως, ώστε αποβαίνει δυσχερής η κατανόησις των δογμάτων του φιλοσόφου.Αλλά και πλάνας και ατελείας ύφους αντισταθμίζουσι λαμπρώς θεωρήματα μεγάλης διανοίας, προλαμβάνοντα πολλά συμπεράσματα, εις ά βαθμηδόν έφθασεν η επιστήμη μετά χρόνον μακρόν.
Το όλως νέον θέμα του «Τιμαίου», ου μέρη, οία η Φυσική και η Φυσιολογία,ήσαν εντελώς ξένα προς την λοιπήν Πλατωνικήν Φιλοσοφίαν, απήτει βεβαίως γλώσσαν, σύνταξιν και ύφος διάφορον των άλλων διαλόγων. Αλλ' είναι τόσον πολλαί αι διαφοραί, ώστε και αύται αι ελλείψεις άλλως δεν δύνανται να εξηγηθώσιν ειμή εκ του ότι το έργον δεν έλαβε νέαν και οριστικήν επεξεργασίαν υπό του συγγραφέως. Η εισαγωγή π. χ. είναι δυσανάλογος προς το λοιπόν μέρος του διαλόγου, αρμόζει δε μάλλον ως εισαγωγή εις έτερον διάλογον, τον «Κριτίαν». Πρόδηλος είναι και έλλειψίς τις τάξεως, αι επαναλήψεις των αυτών, αι ανακολουθίαι, αι ασυνταξίαι και επανορθώσεις, εξ ων πολλαχού επισκοτίζεται η έννοια. Αναντιρρήτως τα γνωρίσματα του Πλατωνικού ύφους αναγνωρίζονται και εν τω «Τιμαίω», αλλά φαίνονται ωσεί άνευ μέτρου. Είναι δε γνωστόν εκ της μαρτυρίας Διονυσίου του Αλικαρνασσός ότι ο Πλάτων «τους εαυτού διαλόγους κτενίζων και βοστρυχίζων και πάντα τρόπον αναπλέκων ου διέλιπεν ογδοήκοντα γεγονώς έτη». Διά ταύτα ο Ουόλφιος και άλλοι κριτικοί υπέλαβον ότι ο «Τίμαιος» είναι συνονθύλευμα διαφόρων αποσπασμάτων ή έργα διάφορα χαλαρώς συνδεδεμένα. Αλλά, παρατηρεί ο Έγελος,«καίτοι η σύνδεσις φαίνεται γινομένη άνευ μεθόδου, καίτοι αυτός ο Πλάτων πολλάκις απολογείται διά ταύτα, το όλον διαιρείται αναγκαίως, και ένεκα βαθέος εσωτερικού λόγου είναι αναγκαία η επάνοδος εις τα πρώτα και τας αρχάς.»
Εις τον «Τίμαιον» προ πάντων αναφέρεται η εξής γενική κρίσις του αυτού βαθυσόφου Γερμανού περί της Πλατωνικής Φιλοσοφίας· «Ο Πλάτων είναι εκ των κοσμοϊστορικών ατομικότητων. Η φιλοσοφία αυτού ήσκησε σημαντικωτάτην επιρροήν εις την μόρφωσιν και την ανάπτυξιν του ανθρωπίνου πνεύματος από της εμφανίσεως αυτής κατά πάντας τους έπειτα χρόνους. Το ιδιάζον προσόν αυτής είναι η κατεύθυνσις εις τον νοερόν, τον υπεραίσθητον κόσμον, η ανύψωσις της συνειδήσεως εις την βασιλείαν του Πνεύματος... Η Χριστιανική θρησκεία βεβαίως ησπάσθη την υψηλήν ταύτην αρχήν, ότι η εσωτερική, η πνευματική φύσις του ανθρώπου είναι η αληθής φύσις αυτού και κατέστησεν αυτήν αρχήν καθολικήν κατά τον ιδιάζοντα εις αυτήν (παραστατικόν) τρόπον,αλλ' η θρησκεία αύτη διά της υπό του Πλάτωνος δοθείσης ήδη αρχής εγένετο είτα η οργάνωσις του λόγου, η βασιλεία του υπεραισθήτου (των ουρανών). Η πνευματική αρχή διά του Χριστιανισμού διωργανώθη εις πνευματικόν κόσμον επί της γης, αλλ' εις το έργον τούτο την μεγίστην μερίδα συνεβάλετο ο Πλάτων και η φιλοσοφία αυτού ». (Εγέλ. Ιστορ. Φιλοσοφ.).
Τας σχέσεις ταύτας του «Τιμαίου» και γενικώς της Πλατωνικής φιλοσοφίας προς τον Χριστιανισμόν αποδεικνύει η μελέτη αμφοτέρων. Διότι μη λησμονώμεν ότι έκαστον κοσμοϊστορικόν γεγονός κατά τοσούτον είναι μέγα και έξοχον,καθ' όσον δι' υψηλοτέρας αρχής συγκεντρώνει εν εαυτώ και ανυψώνει πάσας τας αληθείας, ας έφερεν εις φως η προηγηθείσα ιστορική κίνησις. Τούτο λοιπόν έπραξεν ο Χριστιανισμός· και αυτή δε η Πλατωνική φιλοσοφία, διά των νέων αρχών, ας εδίδαξε και ιδία διά της θεωρίας των καθόλου, των ιδεώνκαι της διαλεκτικής συνεχώνευσεν εις εαυτήν και ανύψωσε τα προ αυτής μεγάλα φιλοσοφικά συστήματα του Ηρακλείτου, του Παρμενίδου, του Πυθαγόρου,του Αναξαγόρου και του Σωκράτους. Ούτω μόνον ο μαθητής του Πλάτωνος, ο Αριστοτέλης, ηδυνήθη να στρέψη τα βλέμματα εις τα εμπρός και διά της νέας αρχής της Ατομικότητος [τόδε] να ανοίξη την νέαν φιλοσοφίαν και εν γένει τον νέον πολιτισμόν. — Όσοι δεν δύνανται να παρακολουθώσι την αλληλουχίαν των ιστορικών συμβάντων φαντάζονται, ότι αι διδασκαλίαι των εξόχων φιλοσόφων είναι αργολογίαι μηδεμίαν ασκούσαι επίδρασιν επί των πραγμάτων,θεωρίαι ξέναι και άσχετοι προς την ιστορικήν εξέλιξιν. Και όμως οι φιλόσοφοι ούτοι, τα εκλεκτά δηλ. όργανα της απολύτου αληθείας, της πνευματικής ελευθερίας και της ιδανικής τελειότητος, είναι οι αφανείς δημιουργοί της ιστορικής κινήσεως των εθνών, οι πραγματικοί σκαπανείς της προόδου, δηλητηριάζοντες εκάστοτε το παρόν και παρασκευάζοντες μακρόθεν το μέλλον. Ούτω τας συγχρόνους κοινωνίας, τον νεώτερον θαυμάσιον πολιτισμόν ίδρυσεν η αρχαία φιλοσοφία, μεγαλυνθείσα και εκλαϊκευθείσα διά του Χριστιανισμού.
Ανωτέρω είπομεν ότι ο φιλόσοφος Πρόκλος έγραψεν υπομνήματα ή σχόλια εις τον «Τίμαιον». Αλλά τα υπομνήματα ταύτα φθάνουσι μόνον μέχρι της σελ. 44Δ, (Ed. Ε. Diehls 1-II Lipsiae 1904). Μεγάλην συμβολήν εις εξήγησιν των θεωριών του «Τιμαίου» παρέχει ο Πλούταρχος, διά της συγγραφής «Περί της εν Τιμαίω ψυχολογίας», της οποίας αξιόλογον μετά σχολίων έκδοσιν εδημοσίευσε και ο Κερκυραίος Καθηγητής Ανδρ. Μαυρομμάτης (1845). Θέων ο Σμυρναίος συνέγραψε «Περί των κατά το μαθηματικόν χρησίμων εις την Πλάτωνος ανάγνωσιν». (Έκδ. υπό Hiller 1878). Ήκμασε δε ούτος επί Αυγούστου. Και ο Νεοπλατωνικός φιλόσοφος ή Γραμματικός Χαλκίδιος (Chalcidius) συνέταξε λατινικήν μετάφρασιν και σχόλια εις τον «Τίμαιον» μέχρι της σελίδος 53 Δ,αφιερώσας είς τινα Osius, όστις υποτίθεται ότι ήτο επίσκοπος Κορδούης μετασχών της εν Νικαία Συνόδου (325 μ. Χ.). Παραλείποντες άλλους αρχαίους σχολιαστάς και μεταφραστάς αναφέρομεν εκ των νεωτέρων τους ΓερμανούςBöckh, Stallbaum, Mueller, Zeller, και Kiefer (1909), τους ΓάλλουςMartin, Gousin, Saisset, τους Άγγλους Jowett, και Archer-Hind, και τον Ιταλόν G. Fraccaroli. Πολλούς των σχολιαστών και μεταφραστών τούτων είχομεν υπ' όψει εν τη μεταφράσει ημών και εν τοις σχολίοις αυτής.
Εν Αθήναις εν 1 Ιουλίου 1911
Παύλος Γρατσιάτος
ΠΛΑΤΩΝΟΣ

ΤΙΜΑΙΟΣ

[Ή περί φύσεως]
ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΔΙΑΛΟΓΟΥ
  • ΣΩΚΡΑΤΗΣ
  • ΚΡΙΤΙΑΣ
  • ΤΙΜΑΙΟΣ
  • ΕΡΜΟΚΡΑΤΗΣ
ΕIΣΑΓΩΓΗ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'.

(Συγκεφαλαίωσις της Πλατωνικής πολιτείας).
Σωκράτης
17. | Είς, δύο, τρεις· και ο τέταρτος των ομοτραπέζων, τους
οποίους χθες εφιλοξένησα εγώ (με λόγους), σήμερον δε θα
προσφέρωσιν εις εμέ γεύμα, πού είναι, φίλε Τίμαιε;
Τίμαιος
Κάποια ασθένεια συνέβη, ω Σώκρατες, εις αυτόν, διότι άλλως
δεν θα έλειπεν εκουσίως από την συνομιλίαν ταύτην.
Σωκράτης
Λοιπόν είναι χρέος ιδικόν σου και τούτων εδώ αντί του απόντος
να αναπληρώσητε και το μέρος αυτού.
Τίμαιος
Β. | Βεβαιότατα· και όσον δυνάμεθα δεν θα λείψωμεν εις τί-
ποτε, διότι δεν θα ήτο και δίκαιον, αφού χθες εφιλοξενήθημεν
υπό σου με την πρέπουσαν φιλοξενίαν, να μη σοι ανταποδώσωμεν
το γεύμα προθύμως ημείς οι λοιποί.
Σωκράτης
Άρα γε ενθυμείσθε όσα και περί ποίων σας παρεκάλεσα να
ομιλήσωμεν;
Τίμαιος
Μερικά ενθυμούμεθα, όσα δε δεν ενθυμούμεθα συ παρών εδώ
θα μας τα υπενθυμίσης. Αλλά καλύτερα, εάν δεν σου είναι οχληρόν,
επανάλαβε αυτά πάλιν εξ αρχής με ολίγους λόγους, διά να
μας εντυπωθώσι βεβαιότερα.
Σωκράτης
Αυτό θα γίνη. Το αντικείμενον των λόγων, τους οποίους είπον
C. | χθες περί πολιτείας, ήτο τούτο: ποία πολιτεία και από ποίους
άνδρας αποτελουμένη θα μοι εφαίνετο ότι είναι η αρίστη(1).
Τίμαιος
Και πολύ σύμφωνα με την γνώμην όλων ημών, ω Σώκρατες,
ήσαν όσα είπες περί αυτής.
Σωκράτης
Άρα γε εις την πολιτείαν ταύτην δεν διεκρίναμεν χωριστά
πρώτον την τάξιν των γεωργών και πάσας τας άλλας τέχνας από
την τάξιν των μελλόντων να πολεμώσιν υπέρ αυτής;(2)
Τίμαιος
Ναι.
Σωκράτης
Και αφού σύμφωνα με την φυσικήν του διάθεσιν εδώκαμεν εις
ένα έκαστον το αρμόζον εις αυτόν, έν μόνον επιτήδευμα και μίαν
Δ. | τέχνην εις έκαστον, περί τούτων, οίτινες πρέπει να πολεμώσιν
υπέρ πάντων, είπομεν ότι πρέπει να είναι μόνον φύλακες της
πόλεως, να προσέχωσιν αν τις έρχεται έξωθεν ή και εκ των εντός
της πόλεως, ίνα πράξη κακόν, και να δικάζωσι με ημερότητα τους
υπ' αυτών εξουσιαζομένους και όντας φυσικούς φίλους αυτών, και
18. | να γίνωνται σκληροί εις τας μάχας εναντίον των εχθρών,
οποιοιδήποτε τύχωσιν ούτοι.
Τίμαιος
Ακριβέστατα.
Σωκράτης
Διότι, νομίζω, ελέγομεν περί τινος φυσικής διαθέσεως της
ψυχής των φυλάκων(3), ότι πρέπει αύτη να είναι θυμοειδής
συνάμα και φιλόσοφος εις μέγαν βαθμόν, διά να δύνανται να
γίνωνται δικαίως ήμεροι προς τους συμπολίτας των και σκληροί
προς τους εχθρούς.
Τίμαιος
Ναι.
Σωκράτης
Περί δε της ανατροφής αυτών; Άρα γε δεν είπομεν, ότι πρέπει
να είναι ανατεθραμμένοι με γυμναστικήν και μουσικήν και
με όλα εκείνα τα άλλα μαθήματα, τα οποία αρμόζουσιν εις
αυτούς;
Τίμαιος
Βεβαίως.
Σωκράτης
Β. | Είπομεν προσέτι, ότι οι λαβόντες τοιαύτην ανατροφήν
δεν πρέπει να νομίζωσιν ως αποκλειστικήν ιδιοκτησίαν των ούτε
χρυσόν, ούτε άργυρον, ούτε άλλο οιονδήποτε πράγμα· αλλά ως
επίκουροι, λαμβάνοντες από εκείνους, τους οποίους υπερασπίζουσι,
μισθόν διά την φύλαξιν, όσος αρκεί εις σώφρονας ανθρώπους, να
δαπανώσιν αυτόν κοινώς, και ούτω συντρώγοντες να
ζώσιν ομού μεταξύ των, μόνην φροντίδα έχοντες την αρετήν εις
πάντα και από πάσας τας άλλας ασχολίας απέχοντες.
Τίμαιος
Ελέχθησαν ούτω και αυτά.
Σωκράτης
C. |Ακόμη και περί της αγωγής των γυναικών είπομεν, ότι
πρέπει να συναρμόζωμεν τας φυσικάς διαθέσεις αυτών ομοίως
προς τας των ανδρών, και να δίδωμεν εις πάσας τας αυτάς
επασχολήσεις (τας οποίας και εις τους άνδρας δίδομεν) και ως προς
τον πόλεμον και ως προς τους άλλους τρόπους της ζωής.
Τίμαιος
Ούτως ελέγοντο και ταύτα.
Σωκράτης
Και τι ελέγομεν περί παιδοποιίας; Ίσως τα λεχθέντα περί
τούτου είναι ευκολοθύμητα, επειδή δεν είναι συνήθη, δηλ. εδέχθημεν
να είναι κοινά εις πάντας πάντα, και γάμοι και παίδες
Δ. | και να μηχανευώμεθα πώς να μη γνωρίση κανείς ποτέ το
ίδιον αυτού τέκνον, πάντες δε να νομίζωσιν όλους τους άλλους
ως συγγενείς, ήτοι ως αδελφάς και αδελφούς εκείνους, όσοι ήθελον
είναι εντός της αρμοζούσης ηλικίας, ως γονείς δε και
προγόνους τους γεννημένους προ της ηλικίας ταύτης και ακόμη πρότερον,
παίδας δε και εκγόνους τους γεννωμένους υστερώτερον.
Τίμαιος
Ναι. Και ταύτα είναι, ως λέγεις, ευκολομνημόνευτα.
Σωκράτης
Και διά να γεννώνται οι παίδες ευθύς όσον το δυνατόν με
τας αρίστας φυσικάς διαθέσεις(4), άρα γε δεν ενθυμούμεθα, ότι
Ε. | είπομεν, ότι οι άρχοντες και αι άρχουσαι οφείλουσι κρυφά να
μηχανεύωνται διά τινων κληρώσεων πώς εις την σύναψιν των
γάμων οι κακοί οφ' ενός και οι αγαθοί εξ άλλου, κεχωρισμένοι
όντες, να ενώνται με γυναίκας ομοίας των, και ούτω να μη
συλλαμβάνωσιν έπειτα διά ταύτα έχθραν μεταξύ των, διότι θα
νομίζωσιν ότι η τύχη υπήρξεν αιτία του γάμου των;
Τίμαιος
Ενθυμούμεθα.
Σωκράτης
19. | Και προσέτι είπομεν, ότι τα τέκνα των αγαθών(5) πρέπει
να ανατρέφωνται(6), τα δε των κακών να διασκορπίζωνται κρυφά
εις τας άλλας τάξεις των πολιτών; Και καθ' όσον ταύτα αυξάνονται,
πρέπει να προσέχωσιν οι άρχοντες πάντοτε τους αποδεικνυομένους
άξιους να επαναφέρωσι πάλιν εις την προτέραν τάξιν
των, εκείνους δε, όσοι εις την τάξιν των ταύτην εδείχθησαν
ανάξιοι, να μεταφέρωσιν εις τον τόπον των επανερχομένων;
Τίμαιος
Ούτως είπομεν.
Σωκράτης
Άρα λοιπόν έχομεν ούτω διέλθει ήδη όσα είπομεν χθες,
εφ' όσον είναι δυνατόν να επαναλάβωμεν πάλιν τα κεφαλαιώδη,
ή επιθυμούμεν ακόμη, αγαπητέ Τίμαιε, κάτι εκ των ρηθέντων,
το οποίον έχομεν παραλείψει;
Τίμαιος
Β. | Ουδόλως, αλλ' αυτά είναι ακριβώς, ω Σώκρατες, εκείνα
τα οποία ελέχθησαν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'.

(Συνέχεια περί πολιτείας).
Σωκράτης
Δύνασθε τώρα να ακούσητε τα επακόλουθα της πολιτείας,
την οποίαν έχομεν εκθέσει, τι δηλ. έχω πάθει ως προς αυτήν.
Το πάθημά μου τούτο ομοιάζει σχεδόν με το πάθημα εκείνου,
όστις ιδών πού ωραία ζώα, είτε απεικονισμένα εις ζωγραφίαν
είτε και αληθινώς ζωντανά, αλλά ήσυχα μένοντα, ήθελεν αισθανθή
την επιθυμίαν να τα ίδη να κινώνται και να εκτελώσι
καμμίαν άσκησιν εξ εκείνων, αι οποίαι πιστεύεται ότι αρμόζουσιν
εις τα σώματα αυτών κατά την πάλην(7). Το αυτό λοιπόν και
C. | εγώ έπαθον ως προς την πολιτείαν, την οποίαν περιεγράψαμεν.
Ευχαρίστως δηλαδή θα ήκουόν τινα να εκθέση διά λόγου,
ότι τους αγώνας τους οποίους πόλις τις αναγκάζεται να αγωνίζηται,
τούτους η πολιτεία ημών δύναται ν' αγωνίζηται εντίμως
εναντίον άλλων πολιτειών και να επιχειρή τον πόλεμον καθώς
πρέπει, και εν ώ πολεμεί, να αποδίδη την προσήκουσαν τιμήν
εις την παιδείαν και την ανατροφήν είτε κατά τας πράξεις τας
αναγκαίας εις τα πολεμικά έργα, είτε κατά τους λόγους, όταν
γίνωνται διαπραγματεύσεις προς εκάστην των άλλων πόλεων. Ως
Δ. | προς ταύτα όμως, ω Κριτία(8) και Ερμόκρατες(9), εγώ αυτός
έκρινα περί του εαυτού μου ότι δεν θα ήμην ποτέ ικανός να εγκωμιάσω
προσηκόντως τους άνδρας και την πόλιν. Και ό,τι αφορά
εμέ αυτόν, δεν είναι θαυμαστόν τούτο· αλλά την αυτήν γνώμην
έχω και περί των προγενεστέρων και περί των συγχρόνων ποιητών(10),
όχι διότι περιφρονώ το γένος αυτών, αλλά διότι είναι
φανερόν εις πάντας, ότι η τάξις των επιτηδευομένων την μίμησιν
μιμείται ευκολώτατα και κάλλιστα τα πράγματα εις τα οποία
έχει ανατραφή, εκείνο δε το οποίον είναι έξω της ανατροφής και
Ε. | των έξεων εκάστου, είναι δύσκολον να το μιμήται με έργα,
και ακόμη δυσκολώτερον με λόγους. Εξ άλλου οι σοφισταί νομίζω
ότι είναι εμπειρότατοι εις πολλούς και ωραίους λόγους,
αλλά φοβούμαι μήπως, επειδή περιφέρονται από πόλεως εις πόλιν
και δεν έχουσιν ουδαμού ιδιαιτέρας μονίμους κατοικίας, είναι
ανίκανοι να καταλάβωσί τι περί των φιλοσόφων και των πολιτικών
ανδρών, πόσα δηλ. και ποία ούτοι δέον να πράττωσι και
λέγωσι κατά τον πόλεμον και τας μάχας αυτοί ούτοι ενεργούντες
πραγματικώς και ομιλούντες προς ένα έκαστον διά λόγων.
20. | Υπολείπονται λοιπόν οι άνθρωποι της τάξεως υμών, οίτινες
εκ φύσεως και εξ ανατροφής μετέχουσι και των δύο (της
επιστήμης και της πολιτικής). Τω όντι και ο Τίμαιος εδώ,
καταγόμενος εκ πόλεως ευνομωτάτης, της εν Ιταλία Λοκρίδος, ουδενός
των συμπολιτών του κατώτερος κατά την περιουσίαν και το
γένος, διεχειρίσθη τα ανώτατα αξιώματα και έλαβε τας μεγίστας
τιμάς εν τη πόλει του και, κατά την γνώμην μου, έφθασε συνάμα
εις την κορυφήν όλων των μερών της φιλοσοφίας. Τον Κριτίαν
πάλιν γνωρίζομεν όλοι όσοι είμεθα εδώ, ότι δεν είναι αμαθής
ουδενός εκ των αντικειμένων, τα οποία συζητούμεν. Και τέλος περί
της φύσεως και της ανατροφής του Ερμοκράτους πρέπει να
Β.| πιστεύσωμεν ότι είναι ικανός προς όλα ταύτα, επειδή πολλά
το μαρτυρούσι. Ταύτα εγώ και χθες συλλογιζόμενος, επειδή με
παρεκαλείτε να εκθέσω την ουσίαν της πολιτείας, με προθυμίαν
σας ευχαρίστησα, διότι εγνώριζον ότι την συνέχειαν των συλλογισμών
ουδείς άλλος θα ήτο ικανώτερος υμών, εάν θελήσητε, να
αποδώση. Διότι μόνοι υμείς εκ των συγχρόνων δύνασθε, παριστώντες
την πολιτείαν ως διεξάγουσαν ένα πόλεμον, όποιος εμπρέπει,
να αποδώσητε εις αυτήν πάντα όσα προσήκουσιν εις αυτήν(11).
Αφού λοιπόν είπον όσα μοι ανετέθησαν να είπω, ώρισα
εις υμάς να ανταποδώσητε εκείνα τα οποία τώρα σας υπενθυμίζω.
Συνεφωνήσατε δε, αφού συνεσκέφθητε μεταξύ σας, να μοι
C. | ανταποδώσητε σήμερον την φιλοξενίαν των λόγων μου. Λοιπόν
είμαι παρών εδώ παρεσκευασμένος δι' αυτά και ετοιμότατος υπέρ
πάντα άλλον να δεχθώ το φιλοξένημα.
Ερμοκράτης
Και αληθώς, καθώς είπεν ο Τίμαιος εδώ, ω Σώκρατες, δεν
θα δείξωμεν καμμίαν έλλειψιν προθυμίας, ούτε έχομεν πρόφασίν
τινα να μη πράξωμεν τούτο. Και μάλιστα χθες ευθύς άμα
εξήλθομεν εδώθεν, μόλις εφθάσαμεν εις τον ξενώνά μας πλησίον
του Κριτίου, όπου έχομεν το κατάλυμά μας, και ακόμη πρότερον
Δ. | καθ' οδόν ταύτα ακριβώς εσκεπτόμεθα. Ούτος δε μας διηγήθη
μίαν ιστορίαν, την οποίαν γνωρίζει από παλαιάν παράδοσιν,
και την οποίαν είπε, ω Κριτία, και τώρα εις τον Σωκράτην,
ίνα και αυτός μεθ' ημών κρίνη αν είναι κατάλληλος ή όχι εις
το θέμα της συνδιαλέξεως ημών.
Κριτίας
Ταύτα πρέπει να πράξωμεν, αν συμφωνή και ο τρίτος σύντροφος,
ο Τίμαιος.
Τίμαιος
Συμφωνώ.
Κριτίας
Άκουσε λοιπόν, ω Σώκρατες, λόγον παραδοξότατον, αλλά και
αληθέστατον, ως διηγήθη αυτόν ποτε ο Σόλων, ο σοφώτατος των
Ε. | επτά σοφών. Ήτο βέβαια ούτος συγγενής ημών και φίλτατος
του προπάππου μου Δρωπίδου, καθώς λέγει αυτός ούτος εις
πολλά μέρη των στίχων του· εις δε τον πάππον μου Κριτίαν
διηγήθη (όπως ο γέρων ενθυμούμενος έλεγε και αυτός εις ημάς),
ότι μεγάλα και θαυμαστά ήσαν τα παλαιά κατορθώματα της
πόλεως ταύτης(12) τα οποία ηφανίσθησαν από την μνήμην (ελησμο-
νήθησαν) ένεκα του πολλού χρόνου και του θανάτου των ανθρώ-
πων, αλλά εξ όλων τούτων έν ήτο το μέγιστον. Και πρέπον θα
21. | ήτο εις ημάς ενθυμηθέντες τώρα αυτό, και εις σε να απο-
δώσωμεν την χάριν, και συνάμα την θεάν εις την σημερινήν πα-
νήγυρίν της(13) δικαίως και αληθώς να εγκωμιάσωμεν, τοιουτο-
τρόπως υμνούντες αυτήν.
Σωκράτης
Καλά λέγεις. Αλλά ποίον είναι το κατόρθωμα τούτο, το
οποίον ο Κριτίας διηγείτο όχι ως λεγόμενον απλώς(14), αλλ' ως
τω όντι πραχθέν τον παλαιόν καιρόν υπό της πόλεως ταύτης,
όπως το ήκουσεν από τον Σόλωνα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ'.

Η πανάρχαιος πολιτεία των Αθηναίων και η νίκη αυτών κατά των Ατλαντίνων.
Κριτίας
Εγώ θα είπω το παλαιόν τούτο διήγημα, το οποίον ήκουσα
από άνδρα ουχί νέον· διότι ο Κριτίας ήτο, ως έλεγε, σχεδόν πλη-
σίον εις τα ενενήκοντα έτη, εγώ δε θα ήμην το πολύ δεκαετής.
Β. | Έτυχε τότε η Κουρεώτις (η τρίτη ημέρα) της εορτής των
Απατουρίων(15), και ό,τι είναι σύνηθες εις τοιαύτην εορτήν να κά-
μνωσιν οι παίδες, συνέβη και τότε. Δηλαδή οι πατέρες μας επρό-
τειναν βραβεία (απαγγελίας) ραψωδιών. Απηγγέλθησαν λοιπόν
πολλά ποιήματα πολλών ποιητών, πολλοί δε εκ των παίδων εψάλ-
λομεν ποιήματα του Σόλωνος, επειδή ήσαν νέα κατ' εκείνον τον
χρόνον. Είς δε εκ της φρατρίας ημών, είτε διότι τότε ούτως εσκέ-
φθη, είτε και διά να κάμη ευχαρίστησιν εις τον Κριτίαν, είπεν
C. | ότι νομίζει, ότι ο Σόλων υπήρξε και εις τα άλλα σοφώτα-
τος και εις την ποίησιν ευγενέστατος(16) πάντων των ποιητών. Ο
δε γέρων (τα ενθυμούμαι πολύ καλά), πολύ εχάρη διά τούτο,
εμειδίασε και είπεν: Εάν, ω Αμύνανδρε, δεν ήθελε μεταχειρι-
σθή την ποίησιν ως τι πάρεργον, αλλ' ήθελεν ασχοληθή σπου-
δαίως εις αυτήν, όπως άλλοι, και αν είχε φέρει εις πέρας την
διήγησιν, την οποίαν από την Αίγυπτον έφερεν εδώ, και αν διά
τας εμφυλίους στάσεις και διά τα άλλα δυστυχήματα, τα οποία
έπαθεν, όταν έφθασεν εδώ, δεν ήθελεν αναγκασθή να την αμε-
Δ. | λήση, κατά την γνώμην μου ούτε ο Ησίοδος, ούτε ο Όμη-
ρος, ούτε άλλος ουδείς εκ των ποιητών θα εγίνετό ποτε περιφη-
μότερος αυτού. — Και ποίον ήτο αυτό το διήγημα, ω Κριτία;
ηρώτησεν ο Αμύνανδρος. — Ήτο διήγησις πράξεως όντως μεγί-
στης, και ήτις δικαιότατα θα ήτο η περιφημοτάτη από όλας, όσας
διέπραξεν η πόλις αύτη, αλλ' ένεκα του πολλού χρόνου και του
θανάτου των εκτελεσάντων αυτήν δεν διήρκεσε μέχρι σήμερον
μνήμη αυτής. — Λέγε λοιπόν εξ αρχής, είπεν ούτος, τι και
πώς και από ποίους διηγείτο ο Σόλων ότι είχεν ακούσει ως
αληθές.
Ε. | Υπάρχει, είπεν ο Κριτίας, κατά την Αίγυπτον, εις το
Δέλτα, εις την κορυφήν του οποίου σχίζεται το ρεύμα του Νεί-
λου, είς νομός ονομαζόμενος Σαϊτικός. Τούτου δε του νομού η
μεγίστη πόλις είναι η Σάις, οπόθεν ακριβώς ήτο και ο Άμασις ο
βασιλεύς. Ως ιδρυτήν της πόλεως οι κάτοικοι έχουσι θεάν, ήτις
Αιγυπτιστί ονομάζεται Νηίθ, Ελληνιστί δε Αθηνά(17), ως λέγου-
σιν εκείνοι. Είναι δε πολύ φιλαθήναιοι και λέγουσιν ότι κατά
τινα τρόπον είναι συγγενείς των Αθηναίων. Εκεί λοιπόν πο-
ρευθείς ο Σόλων διηγείτο ότι έλαβε μεγάλας τιμάς παρ' αυτών,
22.| και ότι, ενώ ηρώτα περί των παλαιών γεγονότων τους εις
ταύτα εμπειροτάτους των ιερέων, ανεκάλυψεν, ότι ούτε αυτός
ούτε άλλος ουδείς Έλλην εγνώριζεν, ούτως ειπείν, ουδέν περί
αυτών. Και θελήσας ποτέ να σύρη αυτούς εις λόγους περί των
αρχαίων ήρξατο να ομιλή περί των πραγμάτων, τα οποία εδώ
εν Ελλάδι θεωρούνται αρχαιότατα, περί του Φορωνέως(18) εκεί-
νου, όστις εκλήθη πρώτος, και περί της Νιόβης, και μετά τον κα-
Β. | τακλυσμόν(19) να μυθολογή περί Δευκαλίωνος και Πύρρας,
πώς διεσώθησαν, και να κάμνη την γενεαλογίαν των απογόνων
των, και ν' αναφέρη περί των ετών αυτών πόσα ήσαν, διά των
οποίων έλεγεν ότι επειράτο να κάμη την χρονολογίαν των συμβάν-
των. Είς δε των ιερέων(20) πολύ γέρων, είπε τότε· Ω Σόλων, Σό-
λων, οι Έλληνες είσθε πάντοτε παίδες και Έλλην γέρων δεν
υπάρχει. Ακούσας ταύτα ο Σόλων, πώς είπε, πώς εννοείς τούτο;
Είσθε νέοι, απεκρίθη, όλοι κατά τας ψυχάς. Διότι δεν έχετε εις
αυτάς εξ αρχαίας παραδόσεως καμμίαν παλαιάν γνώμην και καμ-
μίαν γνώσιν, ήτις να έχη γίνη με τον χρόνον παλιά. Αίτιον δε
C. | τούτων είναι το εξής: Πολλαί και κατά πολλούς τρόπους
συνέβησαν καταστροφαί ανθρώπων και θα συμβαίνωσι, διά πυ-
ρός μεν και ύδατος αι μέγισται, διά μυρίων δε άλλων μέσων άλ-
λαι μικρότεραι. Τω όντι εκείνο, όπερ και παρ' υμίν λέγεται,
ότι ποτέ ο Φαέθων ο παις του Ηλίου, ζεύξας το άρμα του πα-
τρός, επειδή δεν ήτο ικανός να αμαξηλατή επί της οδού του πα-
τρός, κατέκαυσεν ό,τι ήτο επί της γης, και αυτός ούτος κεραυνω-
θείς κατεστράφη, τούτο λέγεται μεν υπό μορφήν μύθου, αλλά
Δ.| η εν αυτώ αλήθεια είναι η παραλλαγή(21) κινήσεως των όν-
των, τα οποία περιφέρονται πέριξ της γης κατά τον ουρανόν, και
η κατά μακράς χρονικάς περιόδους γινομένη διά μεγάλου πυρός
καταστροφή των επί γης πραγμάτων. Τότε λοιπόν όσοι εξ υμών
κατοικούσι κατά τα όρη και εις τόπους υψηλούς και ξηρούς κα-
ταστρέφονται περισσότερον παρά τους κατοικούντας πλησίον εις
τους ποταμούς και την θάλασσαν. Ημάς όμως ο Νείλος, ο οποίος
είναι σωτήρ ημών και κατά τα άλλα, σώζει και τότε εκ της αμη-
χανίας ταύτης, ερχόμενος έξω (πλημμυρών). Όταν δε πάλιν οι
Ε. | θεοί, ίνα καθαρίσωσι την γην διά των υδάτων, κατακλύζου-
σιν αυτήν, όσοι μεν είναι εις τα όρη, βουκόλοι και βοσκοί, δια-
σώζονται, όσοι δε είναι εις τας πόλεις υμών, παρασύρονται εις
την θάλασσαν υπό των ποταμών. Αλλά εις ταύτην εδώ την χώ-
ραν ούτε τότε, ούτε άλλοτε ποτέ επιρρέει το ύδωρ άνωθεν
επί του εδάφους, αλλά απ' εναντίας εκ φύσεως ανυψούται κάτω-
θεν. Εκ τούτου και διά τας αιτίας ταύτας όσα διασώζονται παρ'
ημίν λέγονται ότι είναι αρχαιότατα. Η αλήθεια όμως είναι ότι
εις πάντας τους τόπους, όπου χειμών υπερβολικός ή καύσων δεν
23. | εμποδίζει, άλλοτε μεν περισσότερον, άλλοτε δε ολιγώτερον
υπάρχει πάντοτε το γένος των ανθρώπων(22). Όσα δε συμβαίνου-
σιν ή εις υμάς, ή εις ταύτην την χώραν ή εις άλλον τόπον, περί
των οποίων λαμβάνομεν γνώσιν, εάν έγινε καλόν τι ή μέγα ή και
άλλο τι αξιοσημείωτον, πάντα είναι γεγραμμένα ενταύθα πα-
λαιόθεν και διατηρούνται εις τους ναούς. Τα της ιδικής σας όμως
πολιτείας και τα των άλλων, πάντοτε μόλις ταύτα τύχωσι να ανα-
πτυχθώσι με γράμματα και με όλους εκείνους τους θεσμούς των
οποίων έχουσι χρείαν αι πόλεις, και ιδού πάλιν μετά τον συνήθη
αριθμόν των ετών, ως μία νόσος έρχεται επ' αυτών με ορμήν το
Β. | ρεύμα του ουρανού, και εξ υμών αφίνει μόνους τους μη γι-
νώσκοντας γραφήν και αμούσους, ώστε πάλιν γίνεσθε νέοι εξ
αρχής, χωρίς να γνωρίζητε τίποτε ούτε περί των εν τη χώρα
ταύτη ούτε περί των παρ' υμίν συμβάντων, όσα έγιναν εις τους
παλαιούς χρόνους.
Αι γενεαλογίαι τουλάχιστον, ω Σόλων, περί των παρ' υμίν συμ-
βάντων, τας οποίας τώρα εξέθεσες, ολίγον διαφέρουσιν από τους
μύθους των παίδων. Και πρώτον πάντων υμείς ενθυμείσθε ένα
μόνον κατακλυσμόν της γης, ενώ συνέβησαν πολλοί πρότερον.
Προσέτι δεν γνωρίζετε, ότι εις την χώραν υμών εγεννήθη το
C. | ωραιότατον και κάλλιστον γένος, το οποίον ποτε υπήρξε με-
ταξύ των ανθρώπων· εξ αυτού και συ και πάντες οι σημερινοί πο-
λίται κατάγονται, διότι διεσώθη ποτέ ολίγον σπέρμα. Αλλά υμείς
δεν το εμάθετε, διότι οι σωθέντες πρόγονοι υμών απέθνησκον επί
πολλάς γενεάς χωρίς να ομιλήσωσι διά γραμμάτων. Διότι ήτο
ποτε, ω Σόλων, προ της μεγάλης διά των υδάτων καταστροφής,
αύτη, ήτις είναι τώρα η πολιτεία των Αθηναίων, πολιτεία αρί-
στη, και προς πόλεμον και κατά πάντα τα άλλα πράγματα κα-
λώς συντεταγμένη περισσότερον πάσης άλλης, και υπ' αυτής
έγιναν, ως λέγεται, τα κάλλιστα κατορθώματα και αι κάλλι-
σται πολιτειακαί διατάξεις εξ όλων, όσων την γνώσιν υπό τον ου-
ρανόν ημείς έχομεν παραλάβει.
Δ. | Ότε ήκουσε ταύτα ο Σόλων, είπεν ότι εθαύμασε και ότι
έλαβε πασαν προθυμίαν παρακαλών τους ιερείς να τω διηγη-
θώσιν ακριβώς και κατά σειράν τα αφορώντα εις τους παλαιούς
συμπολίτας του. Και ο ιερεύς απεκρίθη: Δέν έχω λόγον να αρ-
νηθώ, ω Σόλων, αλλά χάριν σου και της πόλεώς σου θα ομι-
λήσω, μάλιστα δε και χάριν της θεάς, ήτις και την πόλιν υμών
και την ιδικήν μας έλαβε και έθρεψε και επαίδευσε, πρότερον
όμως την ιδικήν σας κατά χίλια έτη, λαβούσα το σπέρμα υμών
εκ της Γης και του Ηφαίστου(23), ύστερον δε ταύτην την ιδικήν
μας. Περί ταύτης της ιδρύσεως της πόλεως ημών εις τας ιεράς
ημών βίβλους είναι γεγραμμένος ο αριθμός οκτώ χιλιάδων ετών(24).
Αλλά περί των συμπολιτών σου, οίτινες υπήρξαν προ εννέα χι-
λιάδων ετών, θα σοι φανερώσω συντόμως και τους νόμους αυ-
τών και εκ των έργων των εκείνο, όπερ έπραξαν κάλλιστον πάν-
των. Τα καθέκαστα ακριβώς περί πάντων θα διεξέλθωμεν κατά
σειράν ύστερον εν ανέσει, αφού λάβωμεν ανά χείρας αυτά τα γε-
γραμμένα. Και τους μεν νόμους αυτών εξέταζε συγκρίνων με
τους νόμους της πόλεως ταύτης. Διότι πολλά παραδείγματα εκεί-
νων, τους οποίους είχετε υμείς τότε, θα τα εύρης εδώ τώρα. Και
πρώτη είναι η τάξις των ιερέων, διακεκριμένη χωριστά από τας
άλλας και μετ' αυτήν η τάξις των τεχνιτών, των οποίων εκάστη
κλάσις μόνη και χωρίς να αναμιγνύηται με άλλας εργάζεται,
Β. | έπειτα δε η των βοσκών και των κυνηγών και η των γεωρ-
γών. Και προσέτι έχεις ακούσει ίσως, ότι η τάξις των μαχητών
ενταύθα είναι κεχωρισμένη από πάσας τας άλλας τάξεις και ότι
εις αυτούς προσετάχθη υπό των νόμων να μη φροντίζωσι περί
ουδενός άλλου πλην των αφορώντων εις τον πόλεμον. Προσέτι ο
τρόπος του οπλισμού των, ασπίδες δηλ. και δόρατα, με τα οποία
ημείς πρώτοι εκ των κατοικούντων την Ασίαν(25) έχομεν οπλισθή,
εδόθη παρά της θεάς, ήτις μας εδίδαξεν αυτόν, καθώς εις εκεί-
C. | νους εκεί τους τόπους τον είχε διδάξει εις υμάς πρώτους.
Όσον αφορά πάλιν την πνευματικήν μόρφωσιν βλέπεις, νομίζω,
πόσην ο νόμος εδώ έλαβεν επιμέλειαν ευθύς απ' αρχής, διότι εκ
πασών των επιστημών, αίτινες πραγματεύονται περί του κόσμου,
μέχρι της μαντικής και της ιατρικής, ης αντικείμενον είναι η
υγεία, εκ των θείων τούτων τεχνών ανεύρεν ό,τι ανήκει εις την
υπηρεσίαν των ανθρώπων και επεδίωξε την απόκτησιν των γνώ-
σεων τούτων και παντός ό,τι συνδέεται μετ' αυτών. Καθ' όλην
ταύτην λοιπόν την διακόσμησιν και τάξιν πρώτους υμάς διεκό-
σμησεν η θεά και κατώκισε την πόλιν υμών, αφού πρώτον εξέ-
λεξε τον τόπον, εις τον οποίον έχετε γεννηθή, και εγνώρισε κα-
λώς, ότι η εν αυτώ επικρατούσα ευκρασία των εποχών θα παράγη
Δ. | άνδρας νοημονεστάτους. Η θεά λοιπόν, επειδή και φιλοπόλε-
μος είναι και φιλόσοφος, αφού εξέλεξε τον τόπον, όστις έμελλε να
παράγη άνδρας ομοιοτάτους με αυτήν, τούτον κατά πρώτον κα-
τώκισε. Και υμείς εκατοικείτε αυτόν έχοντες νόμους τοιούτους
και ακόμη καλυτέρους και υπερβαίνοντες εις πάσαν αρετήν όλους
τους ανθρώπους, ως είναι επόμενον, επειδή είσθε γεννήματα και
παιδεύματα των θεών.
Και πολλά μεγάλα έργα της πόλεως υμών, εδώ γεγραμμένα,
θαυμάζονται, πάντα όμως υπερέχει έν κατά το μεγαλείον και
Ε. | την ανδρείαν. Διότι λέγουσιν αι γραφαί ημών ότι η πόλις υμών
κατέστρεψέ ποτε μεγίστην δύναμιν, ήτις βιαίως είχεν εισβάλει
συγχρόνως εις όλην την Ευρώπην και την Ασίαν, ορμηθείσα
έξωθεν εκ του Ατλαντικού ωκεανού. Τότε τω όντι διά του πε-
λάγους εκείνου ηδύνατό τις να διαβή, διότι υπήρχε νήσος έμπρο-
σθεν του στομίου, το οποίον καλείται, ως υμείς λέγετε, στήλαι
του Ηρακλέους. Η νήσος δε αύτη ήτο μεγαλυτέρα της Λιβύης
και της Ασίας ομού και εξ αυτής ηδύνατό τις τότε να πορευθή
και μεταβή εις τας άλλας νήσους, εκ δε των νήσων εις όλην την
απέναντι Ήπειρον την πέριξ της θαλάσσης εκείνης, ήτις είναι
25. | αληθώς θάλασσα. Διότι το μέρος τούτο, όπερ είναι εντός
του πορθμού, περί του οποίου ομιλούμεν, φαίνεται μάλλον ότι
είναι λιμήν έχων στενήν είσοδον, ενώ εκείνη είναι τω όντι ωκεα-
νός. Και η γη η περιέχουσα αυτήν δύναται αληθέστατα να λέ-
γηται Ήπειρος. Εις την νήσον λοιπόν ταύτην Ατλαντίδα συν-
έστη μεγάλη και θαυμασία δύναμις υπό βασιλέων, ήτις εξουσίαζεν
όλην την νήσον και πολλάς άλλας νήσους και μέρη της Ηπεί-
Β. | ρου. Και εκτός τούτων ακόμη χώρας εκ του μέρους τούτου
εις την εσωτερικήν θάλασσαν εξουσίαζεν, επί μεν της Λιβύης
μέχρι της Αιγύπτου, επί δε της Ευρώπης μέχρι της Τυρρηνίας.
Όλη δε αύτη η δύναμις συνενωθείσα επεχείρησέ ποτε με μίαν
ορμήν να υποδουλώση και τον ιδικόν σας τόπον και τον ιδικόν
μας και πάντας τους εντεύθεν του στενού. Και τότε, ω Σόλων,
η δύναμις της πόλεως υμών έγινε περιφανής εις όλους τους αν-
θρώπους και διά την ανδρείαν και διά την ρώμην αυτής. Διότι
υπερέχουσα πάντας διά την ευψυχίαν της και διά πάσας τας πο-
λεμικάς τέχνας, κατ' αρχάς μεν έχουσα την αρχηγίαν των Ελ-
C. | λήνων, έπειτα δε μεμονωμένη ούσα εξ ανάγκης, όταν οι άλ-
λοι απεστάτησαν, αφού κατήντησεν εις τους εσχάτους κινδύνους,
ενίκησε τους επιδρομείς, ανήγειρε τρόπαια, και τους μη υποδου-
λωθέντας ακόμη ημπόδισε να υποδουλωθώσι, και τους άλλους,
όσοι κατοικούμεν εντεύθεν των Ηρακλείων στηλών, γενναίως
ηλευθέρωσεν άπαντας(26). Βραδύτερον όμως, επειδή συνέβησαν
Δ. | μεγάλοι σεισμοί και κατακλυσμοί, ήλθε μία ημέρα και μία
νυξ φοβερά και πάσα η μάχιμος τάξις υμών αύτη διά μιας εβυ-
θίσθη εις την γην, ομοίως δε και η Ατλαντίς νήσος βυθισθείσα
εις την θάλασσαν ηφανίσθη. Διά τούτο και τώρα είναι αδιάβα-
τος και ανεξερεύνητος η θάλασσα εκείνη εκεί, επειδή είναι εμ-
πόδιον ο πηλός των χαμηλών βράχων (υφάλων), τους οποίους η
καθίζησις της νήσου παρήγαγε.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'.

Συνέχεια και τέλος του προοιμίου.
Ήκουσες λοιπόν, ω Σώκρατες, εν συντομία όσα διηγήθη ο
Ε. | παλαιός Κριτίας, ακούσας αυτά από τον Σόλωνα. Και διά
ταύτα, ότε συ χθες διελέγεσο περί της πολιτείας και περί των
πολιτών, τους οποίους περιέγραφες, εθαύμαζον ενθυμούμενος
αυτά, τα οποία λέγω τώρα. Διότι κατενόουν πόσον θαυμασίως
κατά τύχην τινά ουχί ασκόπως εις τα πλείστα συνεφώνεις με όσα
26. | είπεν ο Σόλων. Αλλ' όμως δεν ηθέλησα αμέσως να ομι-
λήσω, διότι μετά τόσον χρόνον δεν τα ενεθυμούμην πολύ καλά.
Εσκέφθην λοιπόν ότι έπρεπε πρώτον κατ' ιδίαν να επαναλάβω
πάντα αρκούντως και έπειτα να ομιλήσω. Διά τούτο και ταχέως
εσυμφώνησα με εκείνα, τα οποία χθες επρότεινες, διότι ενόμι-
ζον ότι ούτως εκείνο, το οποίον είναι το δυσκολώτατον εις όλα τα
τοιαύτα, δηλαδή να προσαρμόζωμεν εις τους σκοπούς ημών πρέ-
πουσαν διήγησιν, τούτο ημείς θα επιτύχωμεν αρκετά καλά(27). Και
Β. | ούτω, καθώς είπεν ούτος (ο Ερμοκράτης), και χθες, ευθύς
άμα απήλθομεν εντεύθεν ανέφερον εις τούτους αυτά, ανακαλών
εις την μνήμην μου, και αφού απεμακρύνθην σκεπτόμενος κατά
την νύκτα σχεδόν άπαντα ενεθυμήθην. Πόσον αληθεύει το κοι-
νώς λεγόμενον, ότι όσα μανθάνει τις εκ παιδικής ηλικίας μέ-
νουσι θαυμάσια εις την μνήμην του, διότι εγώ όσα ήκουσα χθες
δεν γνωρίζω αν θα ηδυνάμην να επαναλάβω όλα πάλιν εις την
μνήμην μου, αλλ' εκείνα, τα οποία εχω ακούσει προ τόσου πολ-
λού χρόνου, πάντως ήθελον εκπλαγή, αν με διέφευγε κανέν εξ
C. | αυτών. Τω όντι ηκούοντο ταύτα τότε με πολλήν παιδικήν
ευχαρίστησιν, και ο γέρων ακόμη προθύμως μοι τα επανελάμ-
βανε, διότι εγώ πολλάκις επανηρώτων αυτόν, ούτως ώστε μοι
έγιναν μόνιμα ως εικών εγκεκαυμένη, ήτις δεν δύναται πλέον
να εξαλειφθή. Και εις τούτους ακόμη ευθύς έλεγον αυτά ταύτα
την πρωίαν, διά να έχωσι και αυτοί αφθονίαν λόγων, όπως και
εγώ. Τώρα λοιπόν, διά να έλθω εις εκείνο χάριν του οποίου πάντα
ταύτα ελέχθησαν, είμαι έτοιμος να είπω, ω Σώκρατες, όχι μό-
νον κεφαλαιωδώς, αλλά ως ήκουσα αυτά έν έκαστον κατά μέρος.
Και τους πολίτας και την πολιτείαν εκείνην, την οποίαν χθες
μας περιέγραφες ως εις μύθον, τώρα θα μεταφέρωμεν εις την
Δ. | πραγματικότητα και θα την θέσωμεν εδώ εν Αθήναις, διότι
εκείνη ήτο αύτη (η ιδική μας)· και οι πολίται, τους οποίους παρί-
στανες εις την διάνοιάν σου, θα είπωμεν ότι είναι εκείνοι οι
αληθινοί πρόγονοι ημών, περί των οποίων ωμίλει ο ιερεύς. Η
αρμονία μεταξύ αυτών θα είναι τελεία και δεν θα απομακρυν-
θώμεν του αληθούς, λέγοντες ότι αυτοί (οι της πολιτείας) είναι
οι Αθηναίοι οι ζώντες τότε. Λαμβάνοντες δε μέρος έκαστος(28) ας
προσπαθήσωμεν κοινώς όλοι, όσον δυνάμεθα, πρεπόντως να δώ-
σωμεν την λύσιν των προβλημάτων άπερ έθεσες.
Πρέπει όμως να εξετάσωμεν, ω Σώκρατες, αν ο λόγος ούτος
Ε. | είναι σύμφωνος με τόν σκοπόν ημών ή αν πρέπει αντ' αυ-
τού να ζητήσωμεν ένα άλλον.
Σωκράτης
Και ποίον άλλον, ω Κριτία, καλύτερον τούτου δυνάμεθα να
λάβωμεν; διότι ούτος και εις την σημερινήν εορτήν της θεάς διά
την μετ' αυτής συγγένειάν του κάλλιστα αρμόζει, και το ότι εί-
ναι ουχί πλαστός μύθος, αλλ' αληθινός λόγος, είναι μέγιστον
πράγμα. Τω όντι, πώς και πόθεν θα εύρωμεν άλλους, αν απορ-
ρίψωμεν τούτον; Είναι αδύνατον αλλά με καλήν ώραν πρέπει
27. | υμείς να λέγητε, εγώ δε εις αμοιβήν των χθεσινών λόγων
μου να ακούω σιωπών.
Κριτίας
Πρόσεχε όμως εις την τάξιν των προς σε, ω Σώκρατες, φιλο-
ξενημάτων μας, τίνι τρόπω τα έχομεν διαθέσει. Διότι απεφασί-
σαμεν ταύτα: ο Τίμαιος, επειδή είναι δυνατώτερος ημών εις την
αστρονομίαν και έκαμεν ως κύριον έργον του να μάθη την
φύσιν του παντός, πρώτος θα ομιλήση αρχίζων από την γένεσιν
του κόσμου και καταλήγων εις την φύσιν του ανθρώπου. Μετά
τούτον εγώ, διότι θα έχω δεχθή από αυτόν μεν τους ανθρώπους,
Β.| οίτινες έχουσιν ήδη γίνη κατά τον λόγον αυτού, από σε δέ
τινας εξ αυτών εξόχως πεπαιδευμένους, κατά δε τον λόγον(29) και
τον νόμον του Σόλωνος, αφού παρουσιάσω αυτούς εις το δικαστή-
ριον υμών, θα τους κάμω πολίτας ταύτης εδώ της πόλεως, επειδή
αυτοί ακριβώς είναι εκείνοι οι παλαιοί Αθηναίοι, τους οποίους,
ενώ ήσαν αφανείς, απεκάλυψεν ο λόγος των ιερών γραφών. Ούτω
δε και του λοιπού θα ομιλώμεν περί αυτών ως περί συμπολιτών
και αληθινών Αθηναίων.
Σωκράτης
Τελείως και λαμπρώς φαίνεται ότι θα λάβω την ανταπόδοσιν
του συμποσίου των λόγων (το οποίον σας προσέφερον). Εις σε
λοιπόν ανήκει, ω Τίμαιε, τώρα να ομιλήσης, αφού κατά την συνή-
θειαν επικαλεσθής τους θεούς.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'.

Γενικαί αρχαί της Κοσμογονίας. Το αεί ον και το γινόμενον.Το ον είναι αμετάβλητον, καταληπτόν υπό της καθαράς νοήσεως και δύναται να γινώσκηται μετά βεβαιότητος.Το γινόμενον είναι μεταβλητόν, αντικείμενον των αισθήσεων και της γνώμης και γινώσκεται μόνον μετ'εικασίας και πιθανότητος. Ο αισθητός κόσμος γίνεται,άρα εδημιουργήθη κατά αιώνιον παράδειγμα (την ιδέαν)υπό του Δημιουργού(30).
Τίμαιος
Αλλ', ω Σώκρατες, πάντες όσοι και ολίγην έχουσι φρόνησιν
C.| πράττουσι τούτο, δηλ. εις την αρχήν παντός πράγματος μι-
κρού και μεγάλου πάντοτε επικαλούνται τον Θεόν. Ημείς δε
οίτινες μέλλομεν να ομιλήσωμεν περί του σύμπαντος πώς έγινε
ή αν είναι αγέννητον, εάν δεν είμεθα εντελώς παράφρονες,
ανάγκη, επικαλούμενοι τους θεούς και τας θεάς, να ευχηθώμεν
να είναι όλοι οι λόγοι ημών προ πάντων σύμφωνοι προς την κρί-
Δ. | σιν αυτών, ακόλουθοι δε προς ημάς αυτούς. Και ως προς
τους θεούς μεν ας είναι αύτη η παράκλησις· ως προς ημάς δε ας
παρακαλέσωμεν, όπως όσον το δυνατόν ευκολώτερον υμείς κατα-
νοήσητε, εγώ δε σας δείξω σαφώς περί του αντικειμένου της δια-
λέξεως, πώς το νοώ.
Πρέπει τώρα κατά την γνώμην μου να διακρίνωμεν τα εξής:
Τι είναι εκείνο όπερ πάντοτε είναι και γένεσιν δεν έχει, και τι
28. | είναι εκείνο όπερ γίνεται και ουδέποτε είναι(31). Το μεν πρώ-
τον είναι καταληπτόν υπό της νοήσεως διά του συλλογισμού, διότι
είναι πάντοτε κατά τον αυτόν τρόπον (αμετάβλητον). Το άλλο
είναι αντιληπτόν υπό της δόξης (γνώμης) και της ασυλλογίστου
αισθήσεως, δοξαστόν, διότι γίνεται και φθείρεται(32), αλλά πρα-
γματικώς ουδέποτε είναι. Εξ άλλου, παν πράγμα, το οποίον γίνε-
ται, εξ ανάγκης γίνεται από αίτιον τι, διότι οιονδήποτε πράγμα
είναι αδύνατον να λάβη γένεσιν χωρίς αιτίου (υπό του οποίου
γίνεται). Παν πράγμα λοιπόν, του οποίου την μορφήν και την
λειτουργίαν ποιεί ο δημιουργός βλέπων πάντοτε προς εκείνω, το
οποίον είναι αιώνιον και αμετάβλητον και ως παράδειγμα μετα-
χειριζόμενος αυτό, εξ ανάγκης το πράγμα τούτο αποτελείται
Β. | πάντοτε ούτω καλόν· εκείνο όμως, όπερ δημιουργεί αποβλέ-
πων εις το έχον γένεσιν και μεταχειριζόμενος γεννητόν παρά-
δειγμα, τούτο δεν είναι καλόν(33). Ο όλος δε ουρανός, ή ο κόσμος,
ή αν ευρίσκηται άλλο τι όνομα περισσότερον κατάλληλον, ού-
τως ας ονομάζηται υφ' υμών. Περί αυτού λοιπόν πρέπει να εξε-
τάσωμεν κατά πρώτον εκείνο, το οποίον μας παρουσιάζεται εις
την αρχήν εκάστου πράγματος ως αναγκαίον, να σκεφθώμεν
δηλαδή: πάντοτε ήτο και δεν έλαβεν ουδεμίαν αρχήν γενέσεως;
ή έγινε και έλαβεν έναρξιν από τινος αρχής; Έλαβε γένεσιν,
διότι είναι ορατός και απτός και έχει σώμα, πάντα δε τα τοιαύτα
πράγματα είναι αισθητά· τα δε αισθητά, τα οποία αντιλαμβα-
C. | νόμεθα διά της δόξης (γνώμης) εν βοηθεία της αισθήσεως,
είδομεν ότι γίνονται και είναι γεννητά. Το δε γεννηθέν είπομεν
ότι εξ ανάγκης εγένετο υπό τινος αιτίου. Τον ποιητήν όμως και
πατέρα του σύμπαντος τούτου και να εύρη τις είναι δύσκολον, και
αν τον εύρη, είναι αδύνατον να τον αποκαλύψη εις πάντας(34).
Αλλά και το εξής πάλιν πρέπει τις να σκεφθή περί αυτού. Προς
ποίον εκ των παραδειγμάτων βλέπων ο ποιητής του κόσμου κα-
29. | τεσκεύαζεν αυτόν; προς εκείνο το οποίον είναι αιωνίως το
αυτό και κατά τον αυτόν τρόπον ή προς το λαβόν γέννησιν(35);
Εάν μεν ο κόσμος ούτος είναι καλός και ο δημιουργός αυτού
αγαθός, είναι φανερόν ότι έβλεπε πρός το αιώνιον παράδειγμα.
Εάν δε τουναντίον (όπερ δεν επιτρέπεται ούτε να το είπη τις)(36)
προς το λαβόν γέννησιν. Αλλά εις πάντας είναι προφανές ότι
απέβλεπε προς το αιώνιον, διότι ο μεν κόσμος είναι το ωραιότα-
τον όσων έλαβον γέννησιν(37), ο δε ποιητής του είναι το άριστον
των αιτίων. Και, αν έχη γίνη τοιουτοτρόπως, εδημιουργήθη σύμ-
φωνα προς εκείνο, το οποίον είναι καταληπτόν υπό του λόγου
και της νοήσεως και είναι πάντοτε το αυτό. Και, αν ταύτα είναι
Β. | αληθή(38), ανάγκη πάσα ο κόσμος να είναι εικών τινος.
Εκείνο δε, το οποίον είναι το μέγιστον εις παν πράγμα, εί-
ναι το να γίνεται έναρξις από της φυσικής αρχής αυτού. Λοιπόν
και περί της εικόνος και του παραδείγματος αυτής πρέπει να δια-
κρίνωμεν ακριβώς, ότι οι λόγοι (πρέπει να) είναι συγγενείς αυ-
τών τούτων των πραγμάτων, τα οποία εξηγούσι(39). Περί εκείνου
άρα, το οποίον είναι μόνιμον και σταθερόν και γίνεται καταφα-
νές διά του νου, οι λόγοι πρέπει να είναι σταθεροί και αμε-
τάβλητοι, και, εφ' όσον είναι δυνατόν και αρμόζει εις λόγους να
είναι αναντίρρητοι και ακίνητοι, εκ τούτων τίποτε δεν πρέπει
να λείπη. Αλλ' οι λόγοι, οίτινες εξηγούσι το πράγμα, το
C. | οποίον εικονίσθη κατά το παράδειγμα εκείνο, και το οποίον
άρα είναι εικών, είναι πιθανοί και ανάλογοι προς το πράγμα.
Τω όντι, ό,τι είναι προς την γένεσιν η ουσία, τούτο είναι προς
την πίστιν η αλήθεια(40). Εάν λοιπόν, ω Σώκρατες, επειδή πολλοί
είπον πολλά (διάφορα) περί θεών και της γενέσεως κόσμου, εάν
δεν δυνηθώμεν να δώσωμεν εξηγήσεις ολοσχερώς και καθ' όλα
τα μέρη συμφώνους πρός εαυτάς και ακριβείς, μη θαυμάσης.
Εάν όμως όχι ολιγώτερον άλλου τινός παρουσιάσωμεν λόγους
πιθανούς, πρέπει να αρκεσθώμεν, ενθυμούμενοι ότι και εγώ ο
Δ. | ομιλών και υμείς οι κρίνοντες έχομεν φύσιν ανθρωπίνην,
ούτως ώστε δεχόμενοι περί τούτων τον πιθανόν λόγον δεν πρέπει
να ζητώμεν ακόμη περαιτέρω (βαθύτερον).
Σωκράτης
Άριστα, ω Τίμαιε· και πρέπει να αποδεχθώμεν απολύτως
ό,τι λέγεις. Και το μεν προοίμιόν σου μας ήρεσε θαυμάσια· τώρα
δε συνεχίζων τελείωνέ μας και το άσμα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ'.

Η αγαθότης του Θεού είναι η αιτία της Δημιουργίας, ήτις είναι ουσιωδώς Διακόσμησις. Διά τούτο ο κόσμος είναι είς και τέλειος. Εν τω σώματι αυτού ετέθη ψυχή, ίνα τον ζωογονή, εν τη ψυχή δε νους, ίνα την φωτίζη. Ούτως ο κόσμος είναι ζώον λογικόν, περιλαμβάνον πάντα τα αισθητά ζώα, όπως το παράδειγμα αυτού περιέχει πάντα τα νοητά ζώα.
Τίμαιος
Άς είπωμεν λοιπόν διά ποίαν αιτίαν εσύστησε την γένεσιν
Ε. | και το σύμπαν τούτο ο συστήσας αυτά. Ήτο αγαθός(41) και
εις τον αγαθόν ουδείς φθόνος ουδέποτε γεννάται δι' ουδέν πρά-
γμα(42). Επειδή λοιπόν ήτο χωρίς φθόνον, ηθέλησε να γίνωσι
πάντα τα πράγματα όσον το δυνατόν ομοιότατα με αυτόν.
Και αν τις αποδέχηται την αρχήν ταύτην της γενέσεως και
του κόσμου, λαβών από άνδρας σοφούς αυτήν(43) ως την βασι-
30. | μωτάτην πασών, ορθότατα θα απεδέχετο αυτήν. Διότι ο
Θεός, θελήσας πάντα τα πράγματα να είναι αγαθά και ουδέν
καθ' όσον ήτο δυνατόν(44) να είναι άχρηστον(45), διά τούτο λα-
βών όσον ήτο ορατόν(46) και δεν ησύχαζεν, αλλ' εκινείτο ακα-
νονίστως και ατάκτως, το έφερεν εις τάξιν εκ της αταξίας, θεω-
ρήσας ότι εκείνη είναι κατά πάντα καλυτέρα ταύτης. Διότι ούτε
ήτο ούτε είναι θεμιτόν εις τον άριστον να πράττη άλλο παρά
Β. | το κάλλιστον(47). Συλλογισθείς λοιπόν εύρισκεν ότι κανέν
πράγμα φύσει ορατόν, μη έχον νουν, θα είναι ποτε(48) εις το σύνο-
λον του ωραιότερον έργον άλλου εις το σύνολόν του, το οποίον
έχει νουν, και ότι νους πάλιν χωρίς ψυχήν είναι αδύνατον να
υπάρξη εις κανένα(49). Ένεκα δε του λογισμού τούτου θέτων τον
νουν εις την ψυχήν και την ψυχήν εις το σώμα εσύστησε το σύμ-
παν, ίνα το έργον, το οποίον εποίει, είναι κατά την φύσιν του
όσον το δυνατόν ωραιότατον και άριστον. Ούτω λοιπόν μετά πι-
θανότητος πρέπει να λέγωμεν, ότι ο κόσμος ούτος είναι αληθώς
ζώον, έχον ψυχήν και νουν, δημιουργηθέν υπό της προνοίας του
Θεού.
C. | Τούτου τεθέντος, πρέπει τώρα να εξετάσωμεν την επα-
κολουθούσαν ερώτησιν, δηλαδή καθ' ομοιότητα τίνος ζώου συνέ-
στησε τον κόσμον ο συστήσας αυτόν; Με ουδέν βεβαίως, από όσα
έχουσι φύσει χαρακτήρα μέρους(50), θα δυνηθώμεν να τον παρο-
μοιώσωμεν διότι κανέν, όπερ ομοιάζει με ατελές πράγμα, δύνα-
ται ποτε να γίνη ωραίον. Με εκείνο όμως, του οποίου μέρη είναι
τα άλλα ζώα καθ' έν και τα γένη αυτών, με αυτό περισσότερον
πάντων των άλλων θα παραδεχθώμεν ότι είναι ομοιότατος ο κό-
σμος. Διότι εκείνο έχει περιλάβει εν εαυτώ πάντα τα νοητά ζώα,
καθώς ο κόσμος· ούτος περιλαμβάνει ημάς και όσα άλλα ορατά
Δ. | ζώα εγεννήθησαν. Όθεν με το ωραιότατον και κατά πάντα
τέλειον εκ των νοητών αντικειμένων ο Θεός θελήσας να κάμη
όμοιον τον κόσμον συνέστησεν έν ορατόν (αισθητόν) ζώον,
έχον εντός εαυτού πάντα τα άλλα ζώα, όσα είναι συγγενή με
31. | αυτό κατά την φύσιν του. Αλλ' άρα γε ορθώς είπομεν ένα
μόνον κόσμον (ουρανόν), ή ορθότερον είναι να λέγωμεν πολλούς
και απείρους; Ένα(51), εάν αληθώς είναι δημιουργημένος κατά το
παράδειγμα. Διότι εκείνο, το οποίον περιέχει όλα όσα υπάρχουσι
νοητά ζώα, δεν δύναται ποτέ να είναι δεύτερον μετ' άλλου. Διότι
πάλιν έπρεπε να υπάρχη έν άλλο ζώον, όπερ θα περιελάμβαναν
τα δύο εκείνα, και του οποίου μέρη θα ήσαν αυτά τα δύο· και
όχι πλέον με τα δύο εκείνα, αλλά με εκείνο το περιέχον θα ελέ-
γετο ορθότερον ότι επλάσθη όμοιος (ο κόσμος). Ίνα λοιπόν το
Β. | ζώον (ο κόσμος) τούτο και κατά την αριθμητικήν ενότητα
είναι όμοιον με το τέλειον εκείνο ζώον, διά τούτο ο ποιητής
αυτού δεν εποίησεν ούτε δύο ούτε απείρους κόσμους, αλλ' υπάρχει
και θα υπάρχη(52) πάντοτε είς ούτος ο κόσμος γεννηθείς μο-
νογενής.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ'.

Ο κόσμος σύγκειται εκ πυρός και γης, διό είναι ορατός και απτός. Αλλ' ίνα αποτελέσωσι στερεόν σώμα, το πυρ και η γη συνεδέθησαν διά του αέρος και του ύδατος.Ούτως ο κόσμος συνέστη εκ των τεσσάρων τούτων ειδών,διατεταγμένων κατά γεωμετρικήν αναλογίαν, και περιλαμβάνει αυτά ολόκληρα, ώστε ουδέν υπάρχει εκτός αυτού. Διό είναι τέλειος και απηλλαγμένος πάσης φθοράς εξ επιδράσεως εξωτερικών αιτίων. Είναι σφαιρικός,λείος και κινείται πάντοτε περί εαυτόν ομοιομόρφως,αλλά δεν μεταβάλλει τόπον.
Παν ότι εγένετο πρέπει να είναι σωματοειδές και ορατόν και
απτόν. Αλλ' ουδέν πράγμα χωρίς του πυρός δύναται να είναι
ποτε ορατόν, ούτε απτόν χωρίς στερεότητος, στερεόν δε δεν δύ-
ναται να είναι άνευ της γης. Όθεν ο Θεός εκ πυρός και γης(53)
εποίει το σώμα του σύμπαντος, ότε ήρχισε να το συνιστά· αλλά
δεν είναι δυνατόν μόνα να ενώνται καλώς δύο στοιχεία άνευ τρί-
C. | του τινός, διότι εν μέσω των δύο πρέπει να υπάρχη δεσμός,
ήστις να συνδέη αυτά. Ο κάλλιστος δε των δεσμών είναι εκείνος,
όστις και εαυτόν και τα συνδεόμενα πράγματα κάμνει εντελώς
έν μόνον· τούτο δε κάλλιστα ποιεί φυσικώς η αναλογία(54). Διότι
32.| ,όταν εκ τριών αριθμών οιωνδήποτε, είτε όγκοι είτε δυνά-
μεις είναι ούτοι(55), ο μέσος είναι προς τον τελευταίον ακριβώς ό,τι
είναι ο πρώτος προς τον μέσον, και πάλιν ο μέσος είναι προς
τον πρώτον ό,τι είναι ο τελευταίος προς τον μέσον, τότε ο μέσος
γινόμενος πρώτος και τελευταίος, ο δε τελευταίος και ο πρώτος
γινόμενοι και οι δύο μέσοι, κατ' ανάγκην θα συμβή να είναι όλοι
το αυτό, και αφού γίνωσι το αυτό μεταξύ των, όλα θα είναι είναι έν
μόνον πράγμα(56). Εάν λοιπόν το σώμα του παντός έμελλε να εί-
ναι μία επιφάνεια και να μη έχη κανέν βάθος, είς μέσος όρος θα
ήρκει να συνδέση ομού εαυτόν και τα άλλα στοιχεία. Αλλά τώρα_
Β. | απεναντίας, έπρεπε να είναι στερεόν αυτό, τα δε στερεά ου-
δέποτε συνδέονται διά μιας, αλλά πάντοτε διά δύο μεσοτήτων(57).
Διά τούτο ο Θεός εν μέσω του πυρός και της γης θέσας ύδωρ
και αέρα, και διατάξας ταύτα μεταξύ των όσον ήτο δυνατόν κατά
την αυτήν αναλογίαν, ούτως ώστε, όπως το πυρ είναι προς τον
αέρα, ούτως ο αήρ να είναι προς το ύδωρ, και όπως ο αήρ είναι
προς το ύδωρ, ούτω το ύδωρ να είναι προς την γην(58), συνέδεσε
και συνέστησε τον ορατόν και απτόν κόσμον.
C. | Και διά ταύτα και εκ τούτων των στοιχείων, τα οποία
είναι τοιαύτα και τέσσαρα αριθμητικώς, εγεννήθη το σώμα του
κόσμου αρμονικόν διά της αναλογίας(59) και (εις τα μέρη) έλαβε
φιλίαν ώστε, γενόμενον έν και το αυτό με εαυτό, κατέστη αδιάλυ-
τον υπό άλλου οιουδήποτε, πλην υπ' εκείνου, όστις το συνέδεσεν.
Έκαστον δε των τεσσάρων τούτων στοιχείων το περιέλαβεν
ολόκληρον η σύστασις του κόσμου. Διότι εξ ολοκλήρου του πυ-
ρός και του ύδατος και του αέρος και της γης συνέστησεν αυτόν,
εκείνος ο όποιος τον συνέστησε, χωρίς να αφήση έξω κανέν
μέρος και καμμίαν ενέργειαν αυτών, έχων κατά νουν ταύτα:
Δ. | πρώτον μεν ίνα το όλον ζώον γίνη όσον το δυνατόν τέλειον
33. | και εκ μερών τελείων, και προς τούτοις έν, διότι δεν υπε-
λείποντο πράγματα εξ ων ηδύνατο να γίνη άλλο τοιούτον, και
προσέτι ίνα μη υπόκειται εις γήρας και νόσον. Διότι κατενόει,
ότι το θερμόν και το ψυχρόν και όσα άλλα κάμνουσι βιαίας ενερ-
γείας περικυκλούντα έξωθεν σώμα σύνθετον και προσβάλλοντα
αυτό ακαίρως το διαλύουσι, και επιφέροντα νόσους και γήρας το
καταστρέφουσι. Διά την αιτίαν λοιπόν ταύτην και διά τον συλ-
λογισμόν τούτον έπλασεν αυτόν ούτως, ώστε να είναι έν όλον
Β. | αποτελούμενον εξ όλων των πραγμάτων, τέλειον, άνευ γήρα-
τος και νόσου. Και σχήμα δε έδωκεν εις αυτόν εκείνο, όπερ ήρ-
μοζε και ήτο συγγενές με αυτόν. Διότι εις το ζώον, όπερ έμελλε
να περιέχη εντός αυτού όλα τα ζώα, ηδύνατο να αρμόζη εκείνο
μόνον το σχήμα, το οποίον περιλαμβάνει εν εαυτώ πάντα τα
σχήματα όσα υπάρχουσι. Διά τούτο και σφαιροειδές, εκ του κέν-
τρου πανταχού προς τα άκρα εξ ίσου εκτεινόμενον, και κυκλικόν
το ετόρνευσε, σχήμα δώσας τελειότατον και προς εαυτό ομοιότα-
τον εκ πάντων των σχημάτων, διότι ενόμιζεν ότι το όμοιον είναι
απείρως ωραιότερον του ανομοίου. Και λείον έπειτα έξωθεν ολό-
C. | γυρα το έκαμε με πάσαν ακρίβειαν, διά πολλούς λόγους. Διότι
τούτο δεν είχε χρείαν ομμάτων, αφού ουδέν είχε μείνει έξω, όπερ
να είναι ορατόν, ούτε ακοής, διότι δεν υπήρχε τι ακουστόν. Ούτε
υπήρχε πέριξ αήρ, του οποίου δεν είχε χρείαν ίνα αναπνέη.
Ούτε πάλιν είχε χρείαν να κατέχη όργανόν τι(60), ίνα δι' αυτού
δέχηται εντός εαυτού την τροφήν και αποβάλλη την πρότερον
χωνευθείσαν, διότι ουδέν ηδύνατο να εξέλθη ούτε να εισέλθη εις
αυτό από κανέν μέρος, επειδή και ουδέν υπήρχε. Διότι έχει
πλασθή επίτηδες ούτως, ώστε αυτό εις εαυτό να δίδη ως τροφήν
Δ. | ό,τι εξ αυτού φθείρεται και πάντα εντός εαυτού και υφ' εαυτού
να πάσχη και να ενεργή· διότι ο συνθέσας αυτό ενόμισεν
ότι, εάν είναι αύταρκες, θα είναι πολύ καλύτερον παρά εάν είχε
χρείαν άλλων. Χείρας έπειτα, με τας οποίας δεν ήτο καμμία
χρεία ούτε να συλλάβη ούτε να αποκρούση τι, δεν ενόμισεν
ότι έπρεπεν ανωφελώς να προσάψη εις αυτό, ούτε πόδας ούτε
34. | γενικώς ό,τι χρησιμεύει εις το βάδισμα. Διότι απέδωκεν
εις αυτό κίνησιν(61), οποία είναι κατάλληλος προς σώμα τοιούτον,
εκείνην εκ των επτά, ήτις περισσότερον των άλλων αρμόζει εις
τον νουν και την σοφίαν. Και διά τούτο στρέφων αυτό κατά τον
αυτόν τρόπον, εν τω αυτώ τόπω και εν εαυτώ, το έκαμεν ούτως
ώστε να κινήται κυκλικώς περιστρεφόμενον, τας άλλας δε έξ κι-
νήσεις αφήρεσεν απ' αυτού και το κατέστησεν ακίνητον ως προς
αυτάς. Επειδή δε προς την κυκλικήν ταύτην περιστροφήν δεν
είχε καμμίαν χρείαν ποδών, έπλασεν αυτό άνευ σκελών και άνευ
ποδών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η'.

Προ του σώματος τον κόσμον εδημιουργήθη η ψυχή αυτού,λογική, πανταχού διαχωρούσα. Ο Θεός έπλασεν αυτήν ούτω, συνδέσας την αναλλοίωτον ουσίαν μετά της μεταβλητής και μεριστής εις τρίτον είδος ουσίας (ψυχήν), ανέμιξεν είτα τας τρεις και το μίγμα διήρεσεν εις μέρη καθ' ωρισμένας αναλογίας. Έπειτα το διέθεσεν εις δύο ομοκέντρους σφαίρας, μίαν εξωτερικήν, την των απλανών αστέρων, κινουμένην εξ ανατολών προς δυσμάς ομοιομόρφως, ετέραν εσωτερικήν, την των πλανητών,κινουμένην εξ αριστερών προς τα δεξιά διαφοροτρόπως.
Ούτος λοιπόν ο Λογισμός του αιωνίως υπάρχοντος Θεού, τον
Β. | οποίον εσυλλογίσθη ως προς τον Θεόν, όστις έμελλε να γεν-
νηθή, εποίησε σώμα λείον και ομαλόν και εις όλα τα μέρη απέ-
χον εξ ίσου από το κέντρον, και ολόκληρον και τέλειον εκ τε-
λείων μερών(62). Θέσας δε ψυχήν εις το μέσον αυτού την εξέτεινε
πανταχού και ακόμη δι' αυτής περιεκάλυψεν έξωθεν το σώμα αυ-
τού(63) και κατεσκεύασεν ούτω κύκλον στρεφόμενον κυκλικώς, κό-
σμον ένα, μόνον, έρημον, αλλά διά της ιδίας αυτού αρετής ικανόν
να γονιμοποιήται αφ' εαυτού, χωρίς να έχη χρείαν άλλου ουδενός,
ικανώς γνώριμον και φίλον εις εαυτόν. Δι' όλα ταύτα εγέννησεν
αυτόν Θεόν ευδαίμονα(64).
Την δε ψυχήν, αν και τώρα επιχειρούμεν να ομιλήσωμεν
C. | περί αυτής τελευταίας, δεν εδημιούργησεν ούτω και ο Θεός
υστερωτέραν. Διότι συνδέσας αυτήν με το σώμα δεν ήθελεν επι-
τρέψει το αρχαιότερον να εξουσιάζηται από το νεώτερον· αλλ'
ημείς κατά τινα τρόπον όπως μετέχομεν πολύ του τυχαίου και
του ενδεχομένου, κατά τον αυτόν σχεδόν τρόπον και ομιλούμεν.
Εκείνος όμως συνέστησε την ψυχήν προτέραν του σώματος και
πρεσβυτέραν αυτού κατά την γένεσιν και την αρετήν, διότι έμελ-
λεν αύτη να είναι κυρία και κυβερνήτρια του σώματος, όπερ
έμελλε να κυβερνάται, συνέστησε δε αυτήν εκ των εξής πραγμά-
των και κατά τον εξής τρόπον.
35. | Εκ της ουσίας, ήτις είναι αδιαίρετος και πάντοτε κατά
τον αυτόν τρόπον (αμετάβλητος), και εκ της ουσίας, ήτις εις τα
σώματα γίνεται διαιρετή, εκ των δύο τούτων, αναμίξας αυτάς
ομού, έκαμε μεταξύ αυτών τρίτον είδος ουσίας, μεταξύ δηλ.
της φύσεως του αυτού και του ετέρου(65), και ούτω την έστησεν
εν τω μέσω του αδιαιρέτου (αμερούς) και του κατά τα σώματα
διαιρετού. Και λαβών τα τρία ταύτα όντα τα συνέμιξε πάντα
ούτως, ώστε να αποτελέσωσιν έν μόνον είδος προσαρμόζων διά
της βίας εις την φύσιν εκείνου, όπερ είναι ταυτό (αναλλοίωτον),
Β. | την φύσιν του ετέρου, ήτις δυσκόλως μιγνύεται. Έπειτα
δε μιγνύων ταύτα μετά του τρίτου είδους ουσίας, και εκ των τριών
κατασκευάσας έν, πάλιν όλον τούτο το εμοίρασεν εις όσα μέρη
έπρεπεν, εκ των οποίων έκαστον ήτο μίγμα εκ του ταυτού και
του ετέρου και εκ της (τρίτης) ουσίας. Ήρχισε δε να διαιρή
ως εξής:
Κατά πρώτον αφήρεσεν από του όλου έν μέρος (1), έπειτα
αφήρεσε διπλάσιον τούτου μέρος (2), τρίτον μέρος έλαβε το
όλον και το ήμισυ του δευτέρου (2+1) ή το τριπλάσιον του πρώ-
του (1×3), τέταρτον δε μέρος έλαβε το διπλάσιον του δευτέ-
C.| ρου (2×2), πέμπτον το τριπλάσιον, του τρίτου (3×3), έκτον
το οκταπλάσιον του πρώτου (1×8), έβδομον δε το εικοσιεπτα-
36. | πλάσιον του πρώτου (1×27)(66). Μετά ταύτα εγέμισε τα δι-
πλάσια και τριπλάσια διαστήματα (σχέσεις ή λόγους), αποκό-
πτων ακόμη μέρη από του όλου και θέτων αυτά εις το μέ-
σον εκείνων ούτως, ώστε εις έκαστον διάστημα υπήρχον δύο
μέσοι όροι, των οποίων ο είς υπερέχει έν των άκρων κατά τόσον
μέρος, καθ' όσον υπερέχεται υπό του άλλου, ο δε άλλος υπερέ-
χει και υπερέχεται κατά τον αυτόν αριθμόν (εξ ίσου). Επειδή δε
ούτως έγιναν εκ των δεσμών τούτων (εκ της παρενθέσεως των
μέσων όρων) εις τα πρότερα διαστήματα νέα διαστήματα, τα
οποία ήσαν το όλον και ήμισυ του προηγουμένου, το όλον και
έν τρίτον, και το όλον και έν όγδοον, συνεπλήρωσε πάντα εκείνα,
Β. | τα οποία ήσαν το όλον και έν τρίτον, με το διάστημα του
όλου και ενός ογδόου, αφίνων εξ εκάστου αυτών έν μέρος, όπερ
παριστάνει έν διάστημα έχον σχέσιν αριθμού προς αριθμόν,
τοιαύτην, οία είναι η αναφορά του 256 (28) προς τον 243 (35),
Και ούτω το μίγμα, από το οποίον απέκοπτε ταύτα, το είχεν ήδη
καταναλώσει ολόκληρον(67).
Όλην λοιπόν την σύστασιν ταύτην σχίσας εις δύο κατά μή-
κος και θέσας το έν ήμισυ επί του άλλου εις σχήμα Χ τα έκαμ-
C. | ψεν εις κύκλον, ενώσας αυτά έκαστον προς εαυτό (τα άκρα
των) και αμφότερα μεταξύ των εις το σημείον του κύκλου το αντί-
θετον εις την πρώτην τομήν(68) αυτών, και επέβαλεν εις αυτά την κί-
νησιν εκείνην, ήτις στρέφεται πάντοτε κατά τον αυτόν τρόπον και
εις τον αυτόν τόπον. Και τον ένα εκ των κύκλων έθεσεν έξω, τον
δε άλλον εντός. Και την μεν εξωτερικήν κίνησιν του κύκλου εδή-
λωσε ρητώς ότι είναι της φύσεως του αμεταβλήτου (ταύτου), την
δε εσωτερικήν της του ετέρου, και την μεν του ταυτού έστρεψε
προς τα δεξιά κατά την πλευράν (ορθογωνίως), την δε κίνησιν
του ετέρου προς τα αριστερά κατά την διαγώνιον(69). Έδωκε δε
Δ. | την επικράτησιν εις την περιφοράν, ήτις είναι η αυτή και
ομοία προς εαυτήν, και αφήκεν αυτήν μίαν και άσχιστον, αλλά
την εσωτερικήν σχίσας εξάκις εις επτά κύκλους ανίσους(70) κατά
τα διπλάσια και τριπλάσια διαστήματα, τα οποία είναι τρία· και
τα μεν και τα δε (εις εκάστην πρόοδον)(71) επρόσταξεν εις τους κύ-
κλους να κινώνται κατ' αντίθετον προς αλλήλους διεύθυνσιν, και
ως προς την ταχύτητα τρεις μεν εξ ίσου, οι δε άλλοι τέσσαρες
ανίσως προς αλλήλους και προς τους τρεις εκείνους, αλλά πάν-
τοτε κανονικώς να κινώνται.(72)

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ'.

Εν τη ψυχή ταύτη ετέθη το σώμα του παντός, και ούτως απετελέσθη το λογικόν ζώον, ο κόσμος. Διπλήν έχουσα κίνησιν η ψυχή, κατά τα αντικείμενα τα οποία θεωρεί,άλλοτε μεν μανθάνει το μεταβλητόν και έχει δόξας βεβαίας και αληθείς, άλλοτε δε το αμετάβλητον και ούτως αποτελείται νόησις και επιστήμη.
Ότε δε όλη η σύστασις της ψυχής (του κόσμου) είχε γίνει
κατά το θέλημα εκείνου όστις την εσύστησε, μετά τούτο(73)
Ε. | όλον το έχον φύσιν σώματος εντός αυτής το κατεσκεύασε
και το συνήρμοσε συνδέων το κέντρον του ενός με το κέντρον
της άλλης. Αύτη δε (η ψυχή) εκ του κέντρου μέχρι των
άκρων του ουρανού διαχυθείσα και ολόγυρα περικαλύψασα
αυτόν έξωθεν, και αυτή στρεφομένη εντός εαυτής ήρχισε
την πρώτην έναρξιν ζωής διηνεκούς και φρονίμου κατά τον
άπαντα χρόνον(74). Και το μεν σώμα του κόσμου εδημιουργήθη
37. | ορατόν, αυτή όμως η ψυχή έγινεν αόρατος, άλλα μέτοχος
λόγου και αρμονίας, υπό του αρίστου των νοητών και αιωνίων
όντων γεννηθείσα αρίστη πάντων όσα εγεννήθησαν. Επειδή
λοιπόν έγινεν εκ της μίξεως των τριών τούτων μερών, ήτοι εκ
της φύσεως του ταυτού και της του ετέρου και εκ της (τρίτης)
ουσίας, και κατ' αναλογίαν διηρέθη και συνεδέθη(75) και αυτή
εις εαυτήν περιστρέφεται, όταν συναντάται με πράγμα έχον φύ-
σιν διαιρετήν, και ακόμη(76) όταν με άλλο τι αδιαίρετον, κινουμένη
όλη εντός εαυτής λέγει με τι είναι τούτο ταυτόν και από τι
Β. | είναι διάφορον, και κατ' αναφοράν προς τι εξόχως και
πού και πώς και πότε συμβαίνει εις τον κόσμον των γινομένων
έκαστον πράγμα να είναι και να πάσχη σχετικώς προς άλλα(77),
ούτω δε και εις τον κόσμον των αιωνίων και αναλλοιώτων. Ο
λόγος δε ούτος, όστις μετέχων του ταυτού είναι αληθής, είτε
αντικείμενον έχει το έτερον είτε το ταυτό, φερόμενος άνευ ήχου
και φωνής εντός του αφ' εαυτού κινουμένου (της ψυχής), όταν μεν
έρχηται εις σχέσιν με το αισθητόν, και ο κύκλος του ετέρου, ορθός
ων το αναγγέλλη εις όλην την ψυχήν αυτού(78) τότε γεννώνται αι
γνώμαι και αι πίστεις αι βέβαιαι και αληθείς. Όταν όμως έρχη-
C.| ται εις σχέσεις με το λογικόν (νοητόν) και ο κύκλος του
ταυτού, τρέχων καλώς, το αναγγέλλη, τότε αποτελείται αναγ-
καίως η διάνοια και η επιστήμη. Εκείνο δε το ον εις το οποίον
και αι δύο αύται γνώσεις γίνονται, εάν τις είπη ότι είναι άλλο
πράγμα πλην της ψυχής, κάθε άλλο λέγει παρά την αλήθειαν(79).

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι'.

Ίνα ο κόσμος μετάσχη της αιωνιότητος του προτύπου του,ο Θεός εδημιούργησε τον χρόνον, όστις είναι εικών κινητή της ακινήτου αιωνιότητος· διότι, καίτοι ο χρόνος ουδέποτε είναι, όμως γίνεται πάντοτε και απαύστως.
Άμα δε ενόησεν ότι τούτο (το παν) εκινήθη και έγινε ζων-
τανή εικών των αιωνίων Θεών (ιδεών)(80) ο Πατήρ, ο γεννήσας
αυτό, το εθαύμασε και πλήρης χαράς εσκέφθη να το καταστήση
ακόμη ομοιότερον με το παράδειγμα (πρότυπον). Επειδή δε αυτό
Δ. | ήτο ζώον αιώνιον, ούτω και το σύμπαν τούτο επεχείρησε
τοιούτο να το κάμη όσον ήτο δυνατόν. Αλλά το ζώον εκείνο ήτο
φύσει αιώνιον τούτο δε (την αιωνιότητα) δεν ήτο δυνατόν παν-
τελώς να προσάψη εις το λαβόν γέννησιν. Επινοεί λοιπόν να
κάμη εικόνα της αιωνιότητος κινητήν, και τακτοποιών συνάμα
τον ουρανόν κάμνει της αιωνιότητος, ήτις μένει πάντοτε εις την
ενότητα (εις το έν), αιώνιον εικόνα, ήτις προχωρεί (κινείται)
κατ' αριθμούς, και είναι εκείνο το οποίον έχομεν ονομάσει χρό-
Ε. | νον(81). Διότι τας ημέρας και τας νύκτας και τους μήνας και
τους ενιαυτούς, οίτινες δεν ήσαν πριν ή ο ουρανός γεννηθή, τότε
ενώ ούτος ελάμβανεν ύπαρξιν, ο δημιουργός παρήγαγε και ταύτα.
Και πάντα ταύτα είναι μέρη του χρόνου, και το ήτο και το θα
είναι είναι είδη του χρόνου και γενητά, τα οποία λεληθότως
μεταφέρομεν όχι ορθώς εις την αιώνιον ουσίαν. Διότι λέγομεν
βέβαια ότι αύτη ήτο και είναι και θα είναι, αλλ' εις αυτήν αλη-
38. | θώς ειπείν αρμόζει μόνον το είναι, το δε ήτο και το θα
είναι πρέπει να λέγωνται περί της γενέσεως, ήτις προβαίνει, εν
χρόνω. Διότι τα δύο ταύτα είναι κινήσεις, ενώ εκείνο, όπερ είναι
πάντοτε κατά τον αυτόν τρόπον ακινήτως, δεν δύναταί ποτε να
γίνηται ούτε πρεσβύτερον ούτε νεώτερον, ούτε να έχη γίνη τώρα,
ούτε να είναι εις το μέλλον, ούτε το παράπαν άλλο τι από όσα
η γένεσις έδωκεν εις εκείνα, τα οποία κινούνται (και υποπίπτου-
σιν) εις την αίσθησιν, αλλά ταύτα είναι μορφαί του χρόνου, όσ-
τις μιμείται την αιωνιότητα και στρέφεται κατ' αριθμητικάς ανα-
Β. | φοράς. Και ακόμη εκτός τούτων, όταν λέγωμεν ότι το γε-
γονός είναι(82) γεγονός, και ότι το γινόμενον είναι γινόμενον, προσ-
έτι δε ότι το γενησόμενον είναι γενησόμενον και το μη ον είναι
μη ον, ουδέν λέγομεν ακριβώς. Περί τούτων όμως ίσως δεν είναι
καιρός αρμόζων τώρα να ακριβολογήσωμεν(83).

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ'.

Υπηρέται του χρόνου ετέθησαν εν τη σφαίρα του μεταβλητού(ετέρου) ο ήλιος, η σελήνη και πέντε άλλα άστρα πλανητά, ίνα διορίζωσι και φυλάττωσι τους αριθμούς τον χρόνου (χρονόμετρα).
Ο χρόνος λοιπόν εγεννήθη μετά του ουρανού, ίνα και οι δύο
συγχρόνως γεννηθέντες συγχρόνως διαλυθώσιν, αν ποτε συμβή
να διαλυθώσι, και (εγεννήθη) κατά το παράδειγμα της αιωνίου
C. | φύσεως, όπως όσον είναι δυνατόν γίνη ομοιότατος με αυτό.
Διότι το παράδειγμα διατελεί υπάρχον κατά πάσαν την αιω-
νιότητα, ο δε χρόνος μέχρι τέλους απ' αρχής είναι τοιούτος,
ώστε είναι και θα είναι γεγενημένος. Εκ τοιούτου λοιπόν λόγου(84)
και εκ τοιαύτης διανοήσεως του Θεού, ως προς την γένεσιν του
χρόνου, ίνα γεννηθή ο χρόνος, εγεννήθησαν ο Ήλιος, η Σελήνη
και πέντε άλλα άστρα, τα οποία ονομάζονται πλανήται,
κατάλληλοι προς διάκρισιν και διατήρησιν των αριθμών
του χρόνου. Ότε δε τα σώματα εκάστου αυτών έπλασεν ο Θεός,
τα έθεσεν εις τας τροχιάς, εις τας οποίας εκινείτο η περιστροφή
του ετέρου, και αίτινες ήσαν επτά, διότι επτά ήσαν τα άστρα.
Δ. | Και την μεν Σελήνην έθεσεν εις την πρώτην πέριξ της γης,
τον δε Ήλιον εις την δευτέραν υπεράνω της γης. Τον δε Εωσφό-
ρον και τον λεγόμενον ιερόν του Ερμού αστέρα τους έκαμε να
κινώνται εις κύκλον, όστις κατά την ταχύτητα τρέχει ίσα με
τον του Ηλίου αλλά κατ' εναντίαν προς τούτον τάσιν. Όθεν
ο Ήλιος και ο Ερμής και ο Εωσφόρος (Αφροδίτη) καταφθάνου-
σιν ο είς τον άλλον και καταφθάνονται υπ' αλλήλων κατά τον
αυτόν τρόπον. Ως προς δε τους άλλους πού και διά ποίας αι-
τίας ετοποθέτησεν αυτούς, εάν τις θελήση να εξετάση όλας, ο
λόγος ούτος, πάρεργος ων, ήθελεν απαιτήσει εργασίαν περισσο-
Ε. | τέραν παρά το αντικείμενον ένεκα του οποίου λέγεται. Αλλά
ταύτα ύστερον με άνεσιν δύνανται επαξίως να εξηγηθώσιν.
Ότε λοιπόν έφθασεν εις την αρμόζουσαν τροχιάν του έκα-
στον εξ εκείνων των άστρων, τα οποία έπρεπε να αποτελέσωσιν
ομού τον χρόνον, και ότε τα σώματα αυτών, δεθέντα με δεσμούς
εμψύχους, έγιναν ζώα και έμαθον ό,τι είχε προσταχθή εις αυτά,
39. | τότε κινούμενα κατά την κίνησιν του ετέρου, ήτις στρέφε-
ται πλαγίως ως προς την κίνησιν του ταυτού και δεσπόζεται
υπ' αυτής, και περιφερόμενα άλλο μεν εξ αυτών εις κύκλον με-
γαλύτερον, άλλο δε εις μικρότερον, τα τον μικρότερον κύκλον
πορευόμενα έκαμνον ταχύτερον την περιφοράν των, ενώ τα διά-
νύοντα μείζονα κύκλον την έκαμνον βραδύτερον. Ούτω διά
της κινήσεως του ταυτού τα φερόμενα ταχύτερον εφαίνοντο
ότι κατεφθάνοντο υπό των κινουμένων βραδύτερον, ει και κατέ-
φθαναν ταύτα. Διότι στρέφουσα η κίνησις αύτη όλους τους κύ-
Β. | κλους αυτών ελικοειδώς, επειδή ούτοι επροχώρουν συγχρό-
νως διά δύο οδών διαφόρων κατ' εναντίαν διεύθυνσιν, το απερ-
χόμενον βραδύτατα απ' αυτής, ήτις είναι ταχυτάτη, εφαίνετο
πλησιέστατα εις αυτήν(85).
Και διά να υπάρχη έν φανερόν μέτρον των μεταξύ αυτών
αναφορών βραδύτητος και ταχύτητος, κατά το οποίον να προβαί-
νωσιν εις τας οκτώ περιφοράς των ο Θεός ήναψε φως εις τον κύ-
κλον όστις είναι ο δεύτερος ως προς την γην, το οποίον έχομεν
ήδη ονομάσει Ήλιον, διά να φωτίζη όσον το δυνατόν όλον
τον ουρανόν και διά να μετάσχωσι του αριθμού όσα ζώα έπρεπε
να μετάσχωσι, μανθάνοντα αυτόν από την περιφοράν του ταυτού
C. | και ομοίου. Η νυξ λοιπόν και η ημέρα έχουσιν ούτω γεν-
νηθή, αι οποίαι είναι η περίοδος της μιας εκείνης και σοφωτά-
της κυκλικής κινήσεως(86), και ο μην, όταν η Σελήνη διανύσασα
τον κύκλον της συναντήση πάλιν τον Ήλιον, και ο ενιαυτός, όταν
ο Ήλιος επιτελέση τον ιδικόν του κύκλον. Τας περιόδους δε
των άλλων αστέρων μη εξετάσαντες οι άνθρωποι, πλην ολίγων
εκ των πολλών, ούτε όνομα έδωκαν εις αυτάς, ούτε εσκέφθησαν
να μετρήσωσι τας μεταξύ των αναφοράς με αριθμούς· ώστε, ού-
τως ειπείν, δεν γνωρίζουσιν ότι αι περιφοραί αυτών είναι χρόνος,
Δ. | ει και απαιτούσιν άπειρον ποσόν αυτού και είναι θαυμασίως
ποικίλαι. Είναι όμως ουχ ήττον εύκολον να κατανοήσωμεν, ότι
ο τέλειος αριθμός του χρόνου τότε πληροί τον τέλειον ενιαυτόν,
όταν αι ταχείαι πορείαι όλων των οκτώ περιόδων εκτελεσθείσαι
συγχρόνως μεταξύ των επανέλθωσιν εις το σημείον της αναχω-
ρήσεώς των, μετρηθείσαι υπό του κύκλου του ταυτού και ομοιο-
μόρφως κινουμένου(87). Ωσαύτως και χάριν τούτων εγεννήθησαν
όσα εκ των άστρων κινούμενα εις τον ουρανόν, επανέρχονται
περιοδικώς, ίνα τούτο (το σύμπαν ή το αίσθητόν ζώον) είναι όσον
Ε. | το δυνατόν ομοιότατον με το τελειότατον και νοητόν ζώον,
ως προς την μίμησιν της αιωνίας φύσεως.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ'.

Αφού εδημιούργησε τον χρόνον ο Θεός, συμφώνως προς το παράδειγμα εποίησε τέσσαρα είδη ορατών ζώων, αναλόγων προς το πυρ, τον αέρα, το ύδωρ και την γην.Και πρώτον εδημιούργησε το θείον είδος, τους ουρανίους θεούς, τους αστέρας εκ πυρός, έδωκεν αυτοίς νόησιν και δύο κινήσεις, περί εαυτούς και εις τα εμπρός.Την γην όμως εποίησεν ακίνητον εν τω κέντρω του κόσμου(88).
Και τα μεν άλλα όντα μέχρι της του χρόνου γεννήσεως εί-
χον πλασθή καθ' ομοιότητα του προτύπου αυτών. Αλλά καθ'
όσον δεν είχον περιληφθή εις το σύμπαν πάντα τα γεννηθέντα
ζώα, κατά τούτο ήτο ακόμη ανόμοιον (προς το παράδειγμα).
Τώρα λοιπόν και τούτο το υπόλοιπον αυτού (του κόσμου) ο Θεός
το έπλασεν, εντυπώνων εις αυτό την φύσιν του παραδείγμα-
τος. Καθως λοιπόν ο νους βλέπει τας μορφάς (ιδέας) αίτινες πε-
ριλαμβάνονται εις το ζώον όπερ υπάρχει, οπόσαι δηλ. και ποίαι
είναι, εσκέφθη ότι τόσας και τοιαύτας πρέπει να έχη και τούτο.
40. | Είναι δε τέσσαρες αύται, μία μεν το ουράνιον γένος των
Θεών, άλλη δε είναι τα πτερωτά και αεροπορούντα, τρίτη το
γένος των εν τω ύδατι ζώντων και τετάρτη το πεζόν και χερ-
σαίον(89). Του θείου λοιπόν είδους ζώων το περισσότερον μέρος
έκαμεν εκ πυρός, διά να είναι όσον το δυνατόν λαμπρότατον και
κατά την όψιν ωραιότατον. Και δίδων εις αυτό το σχήμα του
παντός το έκαμε τελείως κυκλικόν και το έθεσεν εις τον νουν
του κύκλου όστις δεσπόζει πάντων(90), ίνα συνακολουθή αυτόν και
το διένειμεν εις όλον τον ουρανόν πέριξ, διά να είναι αληθινόν
και ποικίλον κόσμημα αυτού καθ' όλην την έκτασίν του. Δύο
δε κινήσεις έδωκεν εις έκαστον (των άστρων), την μίαν εν τω
αυτώ τόπω και κατά τον αυτόν τρόπον, καθ' όσον εν εαυτώ πάν-
Β. | τοτε διανοείται τα αυτά περί των αυτών(91), την άλλην δε κί-
νησιν προς τα εμπρός(92), καθ' όσον έκαστον δεσπόζεται (ελκόμε-
νον) υπό της περιφοράς του ταυτού και ομοίου. Κατά τας άλλας
δε πέντε κινήσεις(93) τα έκαμεν ακίνητα και στάσιμα, διά να γίνη
έκαστον αυτών όσον ήτο δυνατόν άριστον. Και εκ ταύτης της
αιτίας εγεννήθησαν όσα εκ των άστρων είναι απλανή, ζώα θεία
και αιώνια, τα οποία κατά τον αυτόν τρόπον και εις τον αυτόν
τόπον στρεφόμενα μένουσι πάντοτε στάσιμα· όσα δε περιφέρον-
ται και περιπλανώνται ούτως, ως προείπομεν, τοιουτοτρόπως
εγεννήθησαν(94).
C. | Την γην τέλος, την τροφόν ημών, συσπειρουμένην περί
τον άξονα, όστις εκτείνεται δι' όλου του κόσμου, ο Θεός έκαμε
φύλακα και αιτίαν της νυκτός και της ημέρας, πρώτην και
πρεσβυτάτην των θεών, όσοι εγεννήθησαν εντός του ουρανού(95).
Ως προς τους χορούς όμως αυτών, τας αμοιβαίας αυτών συνο-
δείας, τας προσεγγίσεις και απομακρύνσεις των κύκλων αυτών,
ως και ποιοι των Θεών τούτων εις τας μεταξύ των συζυγίας πλη-
σιάζουσα, και ποίοι έρχονται εις αντίθεσιν, μετά ποίους και εις
ποίους χρόνους τινές αυτών ο είς κατόπιν του άλλου γίνονται αφα-
Δ. | νείς εις ημάς και πάλιν αναφαινόμενοι προξενούσι φόβους,
και σημεία των μελλόντων να γίνωσι μετά ταύτα εις εκείνους, οί-
τινες δεν δύνανται να υπολογίζωσιν αυτά, το να γίνηται λόγος περί
τούτων χωρίς να είναι προ των οφθαλμών μιμήματα (ουράνιοι
χάρται) αυτών θα ήτο μάταιος κόπος(96). Αλλά ταύτα είναι αρ-
κετά εις ημάς και όσα είπομεν περί της φύσεως των ορατών και
γενητών Θεών, ας έχωσι τέλος εδώ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ'.

Οι Θεοί της μυθολογίας είναι παραδόσεις, ας καλόν είναι να δεχόμεθα, αλλ' άνευ συζητήσεως. Ο Δημιουργός καλεί νυν τους γενητούς Θεούς να πλάσωσι κατά μίμησιν αυτού τα άλλα είδη ζώων, αυτός δε ως αθάνατος δημιουργεί πρώτον το αθάνατον μέρος των ζώων.
Περί δε των άλλων δαιμόνων(97) να είπωμεν και να γνωρίσω-
μεν την γένεσιν αυτών είναι έργον υπερβαίνον τας δυνάμεις
Ε. | ημών. Αλλά πρέπει να εμπιστευώμεθα εις εκείνους οίτινες
ωμίλησαν πρώτοι, οι οποίοι ήσαν απόγονοι των Θεών, ως έλε-
γον, και θα εγνώριζον καλά τους προγόνους των. Αδύνατον λοι-
πόν να μη πιστεύωμεν εις τα τέκνα των Θεών, ει και άνευ απο-
δείξεων πιθανών ή αναγκαίων ομιλούσιν. Αλλ' επειδή λέγου-
σιν ότι τα διηγούνται ως οικογενειακά πράγματα, ημείς υπα-
κούοντες εις τον νόμον πρέπει να τα πιστεύωμεν. Ούτω λοιπόν
και η γένεσις των Θεών τούτων ας είναι και δι' ημάς όπως ούτοι
λέγουσι, και ας λέγηται: ότι εκ της Γης και του Ουρανού εγεννή-
θησαν παίδες ο Ωκεανός και η Θέτις· εκ τούτων δε ο Φόρκυς και
ο Κρόνος και η Ρέα και όσοι μετ' αυτών· εκ του Κρόνου δε και της
41. | Ρέας εγεννήθησαν ο Ζευς και η Ήρα και πάντες, όσους
γνωρίζομεν ότι λέγονται αδελφοί αυτών, και ακόμη άλλοι από-
γονοι τούτων.
Ότε λοιπόν όλοι οι Θεοί, όσοι περιφέρονται φανερά, και όσοι
φανερώνονται καθ' όσον θέλουσιν(98), έλαβον γέννησιν, εκείνος,
όστις εγέννησε το σύμπαν τούτο, λέγει εις αυτούς ταύτα: «Θεοί
(τέκνα) Θεών, των οποίων εγώ είμαι ο δημιουργός και πατήρ,
έργων, τα οποία γεννηθέντα δι' εμού είναι αδιάλυτα όταν εγώ
δεν θέλω(99). Αληθώς παν ότι εδέθη δύναται να λυθή, αλλ'
εκείνο το οποίον καλώς συνηρμόσθη και έχει καλώς να θέλη να
λύση τις, πράττει έργον κακού(100). Διά τούτο, και επειδή έχετε
Β. | γεννηθή, δεν είσθε μεν αθάνατοι ουδέ αδιάλυτοι το παρά-
παν, αλλ' όμως δεν θέλετε διαλυθή, ούτε θα υποκύψητε εις την
μοίραν του θανάτου, διότι έχετε υπέρ υμών την θέλησίν μου,
ήτις είναι δεσμός πολύ μεγαλύτερος και στερεώτερος παρά εκεί-
νους, διά των οποίων συνεδέθητε, ότε εγεννάσθε. Τώρα λοιπόν
ταύτα τα οποία λέγω και δηλώνω εις υμάς, ακούσατε. Γένη
θνητά τρία ακόμη υπολείπονται να γεννηθώσι, και λοιπόν εάν
ταύτα δεν γεννηθώσιν, ο κόσμος θα είναι ατελής, διότι δεν θα
C. | έχη εντός εαυτού όλα τα γένη των ζώων· και όμως πρέπει να
τα έχη, εάν μέλλη να είναι όσον πρέπει τέλειος. Αλλ' εάν ταύτα
δι' εμού γεννηθώσι και λάβωσι ζωήν, θα είναι ίσα με Θεούς.
Διά να είναι λοιπόν ταύτα θνητά, τούτο δε το Παν πραγμα-
τικώς Άπαν (σύμπαν), αναλάβετε υμείς κατά την φύσιν υμών
την δημιουργίαν των ζώων, μιμούμενοι την ενέργειάν μου εις
την γένεσιν υμών. Και ως προς το μέρος αυτών εκείνο, το οποίον
πρέπει να έχη το όνομα των αθανάτων, λεγόμενον θείον και
διευθύνον εν αυτοίς το μέρος, όπερ θέλει να υπακούη εις την δι-
καιοσύνην και εις υμάς, τούτο εγώ θα σπείρω και θα προνοήσω
Δ. | να παραδώσω εις υμάς. Ως προς δε το λοιπόν υμείς συνυ-
φαίνοντες το θνητόν με το αθάνατον δημιουργείτε και γεννάτε
τα ζώα, και δίδοντες τροφήν αυξάνετε αυτά και όταν αποθνή-
σκωσι, δέχεστε αυτά πάλιν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ'.

Δημιουργεί λοιπόν τας λογικάς ψυχάς και διανέμει εις τα άστρα, όπου δεικνύει εις αυτάς την φύσιν των πραγμάτων(τας ιδέας), ίνα αναμιμνήσκωνται, όταν θα καταβώσιν εις τα επί της γης και των άλλων πλανητών σώματα. Και όσαι θα ζήσωσι μετά δικαιοσύνης θα επιστρέψωσι πάλιν εις τον αστέρα αυτών,αι δε άλλαι θα μεταβώσιν εις σώματα ζώων.
Ταύτα είπε, και πάλιν εις τον αυτόν κρατήρα, εντός του
οποίου πρότερον αναμιγνύων έκαμνε με το κράμα την ψυχήν,
έχυσεν ό,τι είχε πρότερον υπολειφθή(101) αναμιγνύων αυτό εν μέ-
ρει μεν κατά τον αυτόν τρόπον, αλλ' όχι πλέον ούτω καθαρόν
και αμετάβλητον, αλλά δεύτερον και τρίτον (ως προς ταύτας τας
ιδιότητας). Ότε δε εσύστησεν αυτό εις έν όλον, το διήρεσεν εις
ψυχάς ισαρίθμους με τα άστρα, έδωκεν εκάστην ψυχήν εις έκα-
στον άστρον, και επιβιβάσας αυτάς ούτως ως εις έν όχημα έδει-
Ε. | ξεν εις αυτάς την φύσιν του παντός και είπεν εις αυτάς τους
μοιραίους νόμους του: — ότι η πρώτη γένεσις(102) θα είναι διατε-
ταγμένη η αυτή εις όλας, ίνα μη τις στερηθή τι υπ' αυτού· ότι
πρέπει αύται διασπαρείσαι εις έκαστον όργανον του χρόνου(103)
το κατάλληλον εις εκάστην, να γεννήσωσι το θεοσεβέστατον
42. | ζώον· και ότι, επειδή είναι διπλή η ανθρωπίνη φύσις, το
καλύτερον φύλον θα είναι εκείνο, όπερ και έπειτα θα καλήται
ανήρ· ότι, ότε έπειτα εξ ανάγκης θα φυτευθώσιν εις (ενωθώσι
με) τα σώματα, και μέρος μεν θα προστίθηται, μέρος δε θα
αφαιρήται από του σώματος αυτών, πρώτον μεν θα είναι ανάγκη,
όπως εκ των βιαίων τούτων παθημάτων γεννάται αίσθημα εις
όλας έμφυτον, δεύτερον δε έρως μεμιγμένος με ηδονήν και λύ-
Β. | πην, και προς τούτοις φόβος και θυμός, και όσα άλλα πάθη
ακολουθούσιν εις ταύτα και όσα αντιστρόφως είναι φύσει εναν-
τία προς αυτά· και αν αύται δεσπόσωσι των παθών τούτων, θα
ζήσωσιν εν δικαιοσύνη, αν δε δουλωθώσιν εις αυτά, εν αδικία.
Και όστις ζήση καλώς κατά τον δοθέντα εις αυτόν χρόνον, πά-
λιν επανελθών εις την κατοικίαν του οικείου εις αυτόν άστρου,
θα ζη ζωήν ευδαίμονα και ειθισμένην(104), όστις όμως αμαρτήση,
ούτος κατά την δευτέραν γέννησιν θα μεταβληθή εις γυναίκα(105),
και αν ακόμη και τότε δεν παύση από του να πράττη το κακόν,
συμφώνως με το είδος της κακίας του θα μεταβάλληται εκάστοτε,
C. | καθ' ομοιότητα των ηθών τα οποία απέκτησεν, εις τοιαύ-
την φύσιν θηρίου, και δεν θα εύρη την λήξιν των μεταμορφώ-
σεων και των βασάνων τούτων, πριν ή ακολουθών την περι-
φοράν εκείνου, όπερ εν εαυτώ είναι ταυτόν και όμοιον, και διά
του λόγου καθυποτάξας τον πολύν όχλον, όστις και ύστερον
έχει προσκολληθή εις αυτόν εκ μερών πυρός και ύδατος και αέ-
Δ. | ρος και γης, όγκον θορυβώδη και παράλογον, επανέλθη εις
την μορφήν της πρώτης και αρίστης καταστάσεώς του.
Ότε δε πάντα ταύτα ενομοθέτησεν εις αυτούς(106) τότε διά να
είναι αθώος από πάσης μετά ταύτα κακίας εκάστου αυτών, έσπει-
ρεν άλλους μεν εις τον Ήλιον, άλλους δε εις την Σελήνην, άλ-
λους εις άλλα, όσα υπάρχουσιν όργανα χρόνου, και μετά την
σποράν ταύτην ανέθηκεν εις τους νέους θεούς να πλάσωσι τα
θνητά σώματα, και πλάττοντες ούτοι όσον έλειπεν ακόμη εκ της
ανθρωπίνης ψυχής και το οποίον έπρεπε να προστεθή, τούτο και
Ε. | ακόμη αφού πάντα όσα είναι ακόλουθα εις ταύτα δημιουρ-
γήσωσι, να άρχωσι και να κυβερνώσιν όσον το δυνατόν κάλλιστα
και άριστα το θνητόν ζώον, εκτός εάν αυτό τούτο γίνηται αίτιον
συμφορών εις εαυτό.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ'.

Οι γενητοί θεοί πλάττουσι το σώμα εκ των τεσσάρων στοιχείων.Αλλ' η τροφή, την οποίαν αναγκάζεται τούτο να εισάγη και εξάγη, και άλλα αίτια φέρουσιν αλλοιώσεις και γίνονται κώλυμα εις τας λογικάς κινήσεις. Εκ τούτου η ανάγκη της παιδαγωγίας.
Και ότε ταύτα πάντα διέταξεν ο δημιουργός, έμενε κατά την
φύσιν αυτού εις το οικείον ήθος(107). Και ενώ έμενεν ούτω, τα τέ-
κνα νοήσαντα την διάταξιν του πατρός, υπήκουον εις αυτήν, και
λαβόντες την αθάνατον αρχήν του θνητού ζώου, μιμούμενοι τον
πατέρα αυτών, εδανείζοντο εκ του κόσμου, με τον σκοπόν να τα
αποδώσωσι πάλιν(108), μόρια πυρός και γης και ύδατος και αέρος,
43. | και όσα ελάμβανον τα συνεκόλλων όχι με εκείνους τους
αδιαλύτους δεσμούς με τους οποίους αυτοί συνεδέοντο, αλλά τα
συνέδεον με πυκνούς γόμφους, αοράτους ένεκα της σμικρότη-
τός των, και πλάττοντες εξ όλων τούτων των στοιχείων έκαστον
σώμα, έν όλον, τας περιφοράς (κύκλους) της αθανάτου ψυχής
συνέδεον εις σώμα πάσχον εισροάς και απορροάς (μορίων). Αι
περιφοραί δε, εις ποταμόν εξωγκωμένον βυθισθείσαι, ούτε ενίκων
Β. | αυτόν ούτε ενικώντο, αλλά βιαίως εσύροντο και έσυρον ώστε
το όλον ζωον εκινείτο, ατάκτως όμως και όπως έτυχε προχωρούν
και αλόγως, έχον όλας τας έξ κινήσεις· διότι έβαινε και εμ-
πρός και όπισθεν, και πάλιν δεξιά και αριστερά, και άνω και
κάτω, και πανταχού πλανώμενον κατά τους έξ τούτους τρόπους.
Τω όντι, ει και ήτο πολύ το ρεύμα το οποίον και επλημμύρει
και έρρεεν έξω του σώματος και το οποίον έδιδε την τροφήν,
ακόμη περισσότερον θόρυβον παρήγεν εκείνο το οποίον έκαστος
C. | έπασχεν από τα εξωτερικά συμβάντα, ότε το σώμα αυτού
ήθελε τύχει να προσκρούση εις πυρ ξένον ή ήθελε καταληφθή
υπό της στερεότητος της γης ή υπό υγράς ολισθήσεως του ύδα-
τος, ή υπό θυέλλης των άνεμων συρομένων υπό του αέρος, και
ότε υπό πάντων τούτων ωθούμεναι αι κινήσεις ήθελον διά του
σώματος εμπέσει εις την ψυχήν. Αι κινήσεις δε αύται και έπειτα
ωνομάσθησαν διά ταύτα και ακόμη και τώρα καλούνται αι-
σθήσεις όλαι. Και τω όντι πάραυτα και τότε αύται παράγουσαι
πλείστην και μεγίστην κίνησιν, και μετά του απαύστως ρέοντος
Δ. | ποταμού κινούσαι και σείουσαι σφοδρώς τους κύκλους της
ψυχής, τον μεν του ταυτού εντελώς έδεσαν, ρέουσαι εναντίον αυ-
τού, και τον ημπόδισαν να εξουσιάζη και να προχωρή, και τον
κύκλον πάλιν του ετέρου διετάραξαν ούτως, ώστε και τας τρεις
αποστάσεις του διπλασίου και τας τρεις του τριπλασίου και τα διά-
στήματα (μεσότητας) και τους δεσμούς του ενός και ημίσεος (1 1/2),
του ενός και ενός τρίτου (1 1/3) και του ενός και ενός ογδόου (1 1/8),
επειδή ούτοι και πρότερον δεν ήσαν εντελώς άλυτοι, ειμή υπό
Ε. | του συνδέσαντος αυτούς, έστρεψαν κατά πάσας τας στροφάς,
επέφερον δε παν είδος θλάσεως και φθοράς των κύκλων, καθ'
όσους εδύναντο τρόπους. Ούτως αι περιφοραί αύται (της ψυχής),
μόλις συνεχόμεναι μεταξύ των, εκινούντο μεν, αλλ' εκινούντο
αλόγως, άλλοτε εναντίαι, άλλοτε πλάγιαι και άλλοτε ύπτιαι. Ού-
τω, και όταν τις ανάποδα στηρίξας την κεφαλήν του, επί της γης,
τους δε πόδας υψώσας προς τα άνω, ευρίσκηται απέναντι άλλου,
τότε εις τοιαύτην κατάστασιν του πάσχοντος και του βλέποντος
αυτόν τα δεξιά μέρη του ενός φαίνονται αριστερά εις τον άλλον,
και τα αριστερά δεξιά αμοιβαίως. Το αυτό λοιπόν πάθος και
άλλα τοιαύτα πάσχουσαι σφοδρώς αι περιφοραί, όταν τύχη να
44. | συναντήσωσι πράγμα τι εξωτερικόν ανήκον εις την τάξιν
του ταυτού ή του ετέρου, τότε, λέγουσαι ότι αυτό είναι ταυτόν
προς τι και διάφορον άλλου(109) εναντίον της αληθείας, γίνονται
ψευδείς και ανόητοι, και ουδεμία υπάρχει πλέον μεταξύ αυ-
τών περιστροφή άρχουσα και κυβερνώσα τας άλλας. Αν δε πά-
λιν αισθήσεις τινές, ωθούμεναι έξωθεν, εισέλθωσι και παρασύ-
ρωσι μεθ' εαυτών όλην την ψυχήν, τότε αι περιφοραί, ενώ εξου-
σιάζονται(110), φαίνονται ότι εξουσιάζουσι. Και δι' όλα ταύτα τα
Β. | παθήματά της η ψυχή και τώρα, όπως απ' αρχής, γένεται
ανόητος ευθύς άμα δεθή εις θνητόν σώμα. Όταν όμως το ρεύμα
της αυξήσεως και της θρέψεως καταντά βαθμηδόν ολιγώτερον,
και οι κύκλοι πάλιν επιτυχόντες γαλήνην πορεύωνται την οδόν
αυτών, και γίνωνται κανονικώτεροι με την πρόοδον του χρόνου,
τότε πλέον αι τροχιαί κατευθυνόμεναι κατά την τάξιν (το σχήμα)
των κατ' ιδίαν κύκλων οίτινες κινούνται κατά φύσιν, τότε λέγου-
σαι ορθώς τα κατηγορήματα του ταυτού και του ετέρου κατορ-
θούσιν ώστε να γίνη συνετός ο έχων αυτάς. Αν δε και ορθή
C. | ανατροφή και παίδευσις επέλθη βοηθός είς τινα, ούτος απο-
φυγών την μεγίστην νόσον γίνεται ακέραιος και υγιής εντελώς.
Εάν όμως αμελήση, πορευθείς την οδόν της ζωής με χωλόν τον
πόδα, επιστρέφει εις τον Άδην χωρίς ουδέν να κατορθώση
και να κερδήση. Τούτο δε συμβαίνει ύστερον κατά τινα χρόνον.
Τώρα όμως πρέπει να εξετάσωμεν ακριβέστέρον τα προταθέντα
(ζητήματα) και προ πάντων περί της γενέσεως των σωμά-
των καθ' έκαστον μέλος αυτών, και περί της ψυχής, διά ποίας
αιτίας και προνοίας των θεών εγεννήθησαν, προσέχοντες εις το
Δ. | πιθανώτατον· ούτω και κατά ταύτα προχωρούντες πρέπει
να εξετάσωμεν(111).

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΣΤ'.

Την κεφαλήν πλάττουσι σφαιροειδή, ίνα κατοική εν αυτή η λογική ψυχή, και θέτουσιν επί της κορυφής του σώματος,όπερ είναι το όχημα αυτής. Εις το έμπροσθεν μέρος,εις το πρόσωπον προσέδεσαν τα όργανα των αισθήσεων και μάλιστα τα φωσφόρα όμματα, άτινα εμπεριέχουσι πυρ μη καίον, αλλά φωτεινόν. Εκ της συναντήσεως αυτού και του εξωτερικού φωτός γεννάται η αίσθησις της οράσεως, δι' ης θεωρούμεν την τάξιν του παντός και τον αριθμόν, και ούτω κανονίζομεν τας εσωτερικάς κινήσεις της διανοίας και της βουλήσεως ημών.Προς τον αυτόν σκοπόν χρησιμεύει και η ακοή.
Οι Θεοί λοιπόν απομιμηθέντες το σχήμα του παντός, το
οποίον είναι στρογγύλον, συνέδεσαν τους θείους κύκλους, οίτινες
είναι δύο, εις έν σφαιροειδές σώμα, τούτο όπερ τώρα καλούμεν κε-
φαλήν και είναι το θειότατον πάντων των εν ημίν πραγμάτων
και εξουσιάζει πάντα. Εις αυτό παρέδοσαν οι θεοί προς υπηρε-
σίαν και όλον το σώμα, συνενώσαντες τούτο, διότι κατενόη-
σαν ότι έμελλε να μετέχη όλων των κινήσεων, αίτινες θα γίνων-
ται. Ίνα λοιπόν η κεφαλή κυλιομένη επί της γης, ήτις έχει
Ε. | ύψη και βάθη παντός είδους, μη δυσκολεύηται εκείνα μεν
να υπερβαίνη, εκ τούτων δε να εξέρχηται, έδοσαν εις αυτήν το
σώμα ως όχημα και προς ευκολίαν. Διά τούτο ακριβώς το σώμα
έλαβε μήκος και εγέννησε τέσσαρα άκρα μέλη δυνάμενα να εκ-
τείνωνται και να κάμπτωνται, τα οποία επρομήθευσεν ο Θεός(112)
και διά τούτων συλλαμβάνον και στηριζόμενον έγινεν ικανόν
45. | να πορεύηται διά παντός τόπου, φέρον επάνωθεν ημών την
κατοικίαν του θειοτάτου και ιερωτάτου. Σκέλη λοιπόν και χείρες
τοιουτοτρόπως και διά τας αιτίας ταύτας προσετέθησαν εις πάν-
τας. Επειδή δε οι θεοί ενόμιζον, ότι το έμπροσθεν μέρος είναι
περισσότερον άξιον τιμής και εξουσίας παρά το όπισθεν, κατά
την διεύθυνσιν ταύτην μας έδοσαν τον συνηθέστερον τρόπον του
βαδίζειν. Έπρεπε δε ο άνθρωπος να έχη το έμπροσθεν του σώμα-
τος ανόμοιον με το όπισθεν. Διά τούτο πρώτον μεν πέριξ του δο-
χείου της κεφαλής, αφού έθεσαν εις τούτο το μέρος το πρόσω-
πον, συνέδεσαν μετ' αυτού όργανα κατάλληλα προς πάσαν πρό-
Β. | νοιαν της ψυχής, και διέταξαν τούτο, το οποίον είναι φύσει
έμπροσθεν, να είναι μέτοχον της κυβερνήσεως.
Και εκ των οργάνων τούτων πρώτα έπλασαν τα φέροντα το
φως, τα όμματα, και τα συνέδεσαν (εις το πρόσωπον) κατά τον
εξής τρόπον: Όσον μέρος του πυρός δεν έχει την ιδιότητα να
καίη, αλλά να μας δίδη το ήμερον φως, το ανήκον εις την ημέ-
ραν, εμηχανεύθησαν να το κάμωσιν εν σώμα. Τω όντι το εντός
ημών καθαρόν πυρ, το οποίον είναι αδελφόν εκείνου, το έκαμον
να ρέη διά μέσου των ομμάτων λείον και πυκνόν, αφού συνέ-
C. | σφίγξαν όλον το όμμα, αλλά περισσότερον το μέσον αυτού,
ούτως ώστε να εμποδίζη το λοιπόν μέρος του πυρός, όσον ήτο
πυκνότερον, και να αφίνη να διέρχηται το λεπτόν μόνον καθα-
ρόν. Όταν λοιπόν υπάρχη φως της ημέρας πέριξ του ρεύματος
τούτου της όψεως, τότε πίπτει όμοιον εις όμοιον(113) και συνενού-
μενα στερεώς αποτελούσιν έν μόνον σώμα ομοίας φύσεως κατά
την διεύθυνσιν των ομμάτων εκεί, όπου το προστιθέμενον έσωθεν
συγκρούεται προς εκείνο, όπερ έρχεται εις συνάντησίν του έξωθεν.
Όθεν διά την ομοιότητα ταύτην όλον τούτο γινόμενον ομοιοπα-
θές οιονδήποτε πράγμα ήθελέ ποτε εγγίσει αυτό, ή εγγιχθή
Δ. | τούτο υπ' άλλου, και διαδίδον τας κινήσεις αυτών καθ' όλον το
σώμα μέχρι της ψυχής παράγει την αίσθησιν εκείνην, διά της
οποίας ακριβώς λέγομεν ότι βλέπομεν(114). Αλλ' όταν το συγγενές
πυρ απέρχηται, ότε γίνεται νυξ, το άλλο μένει αποκεκομμένον,
διότι εξερχόμενον προς εκείνο, όπερ είναι ανόμοιον, μεταβάλλεται
αυτό τούτο και σβύνεται, μη ον πλέον (συμφυές) της αυτής φύσεως
με τον πλησίον αέρα, διότι ούτος δεν έχει πυρ. Παύει λοιπόν να
βλέπη και προσέτι προκαλεί τον ύπνον. Διότι εκείνο το μέσον
της σωτηρίας, όπερ οι θεοί επενόησαν χάριν της όψεως, τα βλέ-
Ε. | φαρα, όταν συγκλείωνται κατακλείουσιν εντός την δύναμιν
του πυρός, αύτη δε διαλύει και εξομαλύνει τας εσωτερικάς κινή-
σεις και, όταν αύται εξομαλυνθώσιν, επέρχεται ησυχία. Και όταν
μεν η ησυχία είναι πολλή, τότε μας έρχεται ύπνος με μικρά
όνειρα· αλλ' εάν απομείνωσι κινήσεις τινές ολίγον μεγάλαι, οποίαι
46. | είναι αύται και οποίοι είναι οι τόποι εις τους οποίους απέ-
μειναν, τοιαύτα και τοσαύτα φαντάσματα παράγουσι κατ' αφο-
μοίωσιν των εντός και των έξωθεν, και ταύτα έπειτα, όταν εγερ-
θώμεν, μας επανέρχονται εις την μνήμην.
Ως προς δε τας εικόνας, αι οποίαι παράγονται εις τα κά-
τοπτρα και εις όλα τα πράγματα, τα οποία είναι στιλπνά και
λεία, δεν είναι δύσκολον να τας εννοήσωμεν. Διότι εκ της προς
άλληλα συνενώσεως και των δύο πυρών, του εσωτερικού και του
εξωτερικού, εκ των οποίων πάλιν γίνεται εκάστοτε επί της λείας
Β. | επιφανείας έν μόνον, όπερ κατά πολλούς τρόπους ανακλάται,
όλα τα τοιαύτα εξ ανάγκης εμφανίζονται, καθ όσον συνενούνται
εις έν στερεώς επί της λείας και λαμπράς επιφανείας το πυρ, το
οποίον είναι πέριξ του προσώπου, και εκείνο το οποίον εξέρχεται
εκ της όψεως. Εκείνο δε το οποίον είναι δεξιά φαίνεται αριστερά,
διότι η επαφή συμβαίνει εις μέρη αντίθετα της όψεως με μέρη
αντίθετα (του λείου κατόπτρου), εναντίον του συνήθους τρόπου της
οπτικής επαφής. Απεναντίας τα δεξιά φαίνονται δεξιά και τα αρι-
στερά φαίνονται αριστερά (του κοίλου κατόπτρου), όταν το φως συν-
C. | δυαζόμενον με εκείνο, με το οποίον συνδυάζεται, μεταβάλλει
την θέσιν του. Τούτο δε συμβαίνει, όταν η λειότης των κατόπτρων,
υψουμένη από την μίαν και από την άλλην πλευράν, απωθήση
το δεξιόν μέρος της όψεως εις το αριστερόν και αντιστρόφως.
Εάν δε το κάτοπτρον στραφή ούτως ώστε η καμπύλη να διατί-
θεται κατά το μήκος του προσώπου, τούτο κάμνει τα πάντα να
φαίνωνται ανεστραμμένα, απωθούν το κάτω μέρος εις το άνω
του προσώπου και το άνω εις το κάτω.
Ταύτα λοιπόν πάντα είναι από τα σΥνεργά αίτια (συναίτια),
τα οποία μεταχειρίζεται ο Θεός ως υπηρέτας, ίνα πραγματο-
Δ. | ποιήση κατά το δυνατόν την ιδέαν του αρίστου. Και πιστεύε-
ται μεν υπό των πλείστων, ότι ταύτα είναι ουχί συναίτια αλλά
αίτια πάντων των πραγμάτων, ότι ταύτα ψύχουσι και θερ-
μαίνουσι, συστέλλουσι και διαστέλλουσι, και παράγουσιν όσα
είναι τοιαύτα, ενώ δεν είναι ικανά να έχωσι λόγον ούτε νουν
προς ουδέν πράγμα. Διότι εκ των όντων, εκείνο εις το οποίον
μόνον ανήκει να έχη τον νουν, πρέπει να είπωμεν ότι είναι η
ψυχή· αύτη δε είναι αόρατος, ενώ το πυρ και το ύδωρ και ο
αήρ και η γη είναι πάντα σώματα ορατά. Ο δε εραστής του
νου και της επιστήμης ανάγκη να επιδιώκη τας πρώτας αιτίας
Ε. | τας αναφερομένας εις την νοούσαν φύσιν, όσαι δε γεννών-
ται από άλλας, αίτινες κινούνται και εξ ανάγκης κινούσιν άλλα,
πρέπει να θεωρή ταύτας δευτέρας. Λοιπόν και ημείς πρέπει
κατά ταύτα να εξετάζωμεν και τα δύο είδη των αιτίων, αλλά
χωριστά εκείνα τα οποία μετά νου είναι δημιουργά πραγμάτων
καλών και αγαθών, και εκείνα όσα εστερημένα φρονήσεως ποιού-
σιν εκάστοτε ό,τι τύχη άνευ τάξεως.
Αρκούσι λοιπόν ταύτα ως προς τα συναίτια του να λάβωσι
τα όμματα την δύναμιν εκείνην, την οποίαν έχουσιν. Αλλά ποίον
είναι το μέγιστον έργον αυτών προς ωφέλειαν, διά το οποίον ο
47. | Θεός μας εδώρησεν αυτούς, πρέπει να είπωμεν τώρα. Η
όψις τω όντι κατ' εμέ μας είναι αιτία μεγίστης ωφελείας, διότι
εκ των λόγων, όσοι τώρα λέγονται περί του παντός, ουδείς ήθελΈ
ποτε λεχθή υπό των μη ιδόντων μήτε άστρα μήτε ήλιον μήτε
ουρανόν, αλλά νυν η ημέρα και η νυξ, τας οποίας είδομεν, και
οι μήνες και αι περίοδοι των ενιαυτών παρήγαγον τον αριθμόν
και μας έδοσαν την έννοιαν του χρόνου και την έρευναν περί
Β. | της φύσεως του παντός. Εκ τούτων επορίσθημεν την αρχήν
της φιλοσοφίας, της οποίας ουδέν μεγαλύτερον αγαθόν ούτε ήλ-
θεν ούτε θα έλθη ποτέ εις το θνητόν γένος ως δώρον των Θεών.
Λέγω λοιπόν ότι τούτο είναι το μέγιστον αγαθόν των οφθαλμών.
Τα δε άλλα όσα είναι μικρότερα, προς τι να τα υμνώμεν; διά
ταύτα μόνος ο μη ων φιλόσοφος τυφλωθείς, όταν οδύρηται, μα-
ταίως θρηνεί. Αλλά τούτο ας λέγωμεν ημείς, ότι διά την αι-
τίαν ταύτην ο Θεός ανεύρε και μας εδώρησε την όψιν, ίνα βλέ-
ποντες τας περιόδους του Νου εν τω ουρανώ μεταχειριζώμεθα εις
τας περιφοράς της εν ημίν διανοήσεως, αίτινες είναι συγγενείς
C. | με εκείνας, καίτοι αύται μεν είναι τεταραγμέναι, εκείναι δε
αδιατάρακτοι· και ίνα ούτω λαμβάνοντες μαθήματα και μετέχον-
τες της ορθότητος των κατά φύσιν συλλογισμών, μιμούμενοι τας
περιφοράς των Θεών, αίτινες είναι όλως σταθεραί, θέσωμεν εις
τάξιν τας εν ημίν πεπλανημένας κινήσεις.
Ως προς την φωνήν δε και την ακοήν ισχύει πάλιν ο αυτός
λόγος, ότι δηλ. μας εδωρήθησαν παρά των Θεών προς τον αυτόν
σκοπόν διά τας αυτάς αιτίας. Διότι και ο λόγος ετάχθη προς
τον αυτόν σκοπόν και εις τούτον συνεισφέρει μεγίστην μερίδα.
Και πάλιν ό,τι υπάρχει χρήσιμον προς ακοήν εις τον μουσικόν
ήχον μας εδόθη ένεκα της αρμονίας. Η δε αρμονία, επειδή έχει
κινήσεις ομοίας με τας περιόδους της ψυχής, αίτινες είναι εντός
ημών, εδόθη υπό των μουσών εις τον μετά φρονήσεως μεταχει-
ριζόμενον ταύτας· ουχί προς ηδονήν άλογον, καθώς τώρα νομί-
ζεται ότι είναι χρήσιμος, αλλά ως σύμμαχος, ίνα φέρη εις τάξιν
και συμφωνίαν προς εαυτήν την περιόδον της ψυχής, ήτις έγι-
νεν εντός ημών άνευ αρμονίας. Και ο ρυθμός ομοίως μας εδόθη
υπό των αυτών προς τον αυτόν σκοπόν ως επίκουρος διά την
Ε. | άνευ μέτρου και άνευ χάριτος διάθεσιν, ήτις είναι εις τους
πλείστους ημών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΖ'.

Εδείξαμεν τα δημιουργήματα του νου, αλλά μετά του νου συνεργάζεται και η ανάγκη, το στοιχείον όπερ δέχεται την δημιουργίαν. Ανάγκη λοιπόν να επαναλάβωμεν τα πράγματα απ' αρχής, ίνα δώσωμεν πληρεστέραν εξήγησιν αυτών.
Όσα είπομεν έως εδώ, πλην ολίγων, έχουσι δείξει ό,τι εδη-
μιουργήθη υπό του νου. Τώρα πρέπει να προσθέσωμεν εις τον
λόγον και τα υπό της ανάγκης γινόμενα. Διότι η γένεσις τούτου
48. | του κόσμου υπήρξε μικτή, εκ συνδυασμού ανάγκης και νου.
Επειδή δε ο νους εδέσποζε της ανάγκης, πείθων αυτήν να φέ-
ρωσιν εις το βέλτιστον τα πλείστα των γινομένων, κατά ταύτα
διά της ανάγκης νικωμένης υπό έμφρονος πειθούς, ούτω κατ' αρ-
χάς έλαβε σύστασιν τούτο το σύμπαν. Εάν τις λοιπόν, όπως έγινε
το σύμπαν, ούτω και πράγματι θέλη να ομιλήση, πρέπει να ανα-
μίξη (εις τον λόγον) και το είδος της μεταβαλλομένης αιτίας, και
να την ακολουθή όπου κατά την φύσιν της φέρει. Πρέπει λοιπόν
Β. | να επανέλθωμεν οπίσω και λαβόντες αύθις άλλην αρχήν
αυτών τούτων, αρμόζουσαν εις αυτά, καθώς επράξαμεν τότε περί
αυτών, ούτω τώρα περί τούτων πρέπει να αρχίσωμεν απ' αρχής.
Και πρέπει την φύσιν του πυρός και του ύδατος και του αέρος
και της γης, οποία ήτο προ της γενέσεως του ουρανού, να εξετά-
σωμεν αυτήν καθ' εαυτήν και τα πρότερα πάθη αυτής. Διότι μέ-
χρι του νυν ουδείς ακόμη εξέθεσε την γένεσιν αυτών, αλλ' ως
εάν εγνωρίζομεν τι είναι το πυρ και έκαστον αυτών, λέγομεν ότι
είναι αρχαί, υποθέτοντες αυτά ως στοιχεία(115) (του αλφαβήτου) του
παντός, ενώ δεν έπρεπεν ούτε με τας συλλαβάς λογικώς να παρο-
μοιάζωνται ταύτα υπό ανθρώπου και ολίγην έχοντος φρόνησιν.
Τώρα λοιπόν ό,τι ημείς διανοούμεθα έχει ως εξής: Περί της αρ-
χής πάντων των πραγμάτων, ή περί των αρχών, ή όπως θέλει
τις να εκφρασθή περί τούτων, τώρα δεν θα είπωμεν ουχί δι' άλ-
λην αιτίαν παρά διότι είναι δύσκολον κατά τον παρόντα τρόπον
του εκθέτειν τα πράγματα να δηλώσω την γνώμην μου. Μη νο-
μίζετε λοιπόν μήτε υμείς ότι πρέπει εγώ να είπω αυτήν, (διότι)
ούτε εγώ αυτός θα ήμην ικανός να πείσω τον εαυτόν μου ότι
ορθώς θα επεχείρουν, αν ανελάμβανον τοιούτον έργον. Αλλά
Δ. | διατηρών ό,τι κατ' αρχάς είπον, δηλ. αποβλέπων εις την δύ-
ναμιν των πιθανών συλλογισμών, θα προσπαθήσω να είπω πρά-
γματα ουχί ολιγώτερον αλλά περισσότερον άλλων πιθανά, ως
πρότερον είπον απ' αρχής περί εκάστου και περί όλων ομού των
πραγμάτων. Και τώρα πάλιν εις την αρχήν του λόγου τούτου τον
Θεόν επικαλούμενος σωτήρα, όπως μας οδηγήση σώους εκ διηγή-
Ε. | σεως παραδόξου και ασυνήθους εις δοξασίας πιθανάς, ας αρ-
χίσωμεν εκ νέου να λέγωμεν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΗ'.

Εις τας αρχάς ας διεκρίναμεν πρότερον, ήτοι 1) το παρά-δειγμα, το ον (ιδέαν) και 2) το μίμημα, τα αισθητά αντικείμενα,προσθετέον 3) την δεξαμενήν και την τροφόν παντός όπερ γίνεται. Το στοιχείον τούτο δεν είναι πυρ,αήρ, ύδωρ, γη, διότι ταύτα μεταβάλλονται απαύστως και μεταβαίνουσιν εκ μιας εις άλλην κατάστασιν. Αι μεταβολαί όμως αύται συμβαίνουσιν αναγκαίως είς τι, όπερ μένει ταυτόν εαυτώ, και όπερ μη ον ωρισμένον σώμα δύναται να γίνη πάντα και να δεχθή πάσας τας ποιότητας,είναι άφθαρτον και αόρατον, καταληπτόν διά εικασίας και αναλογίας, αιώνιος Χώρος, παρέχων τόπον εις παν ό,τι γίνεται.
Η νέα λοιπόν αρχή περί του παντός ας λάβη διαιρέσεις πε-
ρισσοτέρας της πρώτης. Δηλαδή τότε μεν διεκρίναμεν δύο είδη,
τώρα δε πρέπει να δηλώσωμεν και τρίτον άλλο είδος. Διότι τα
δύο ήσαν επαρκή, προς όσα είπομεν πρότερον, έν μεν υπετέθη
49. | ως παράδειγμα, νοητόν και αιωνίως υπάρχον κατά τον αυτόν
τρόπον, δεύτερον δε ως μίμημα του παραδείγματος, έχον γέννησιν
και ον ορατόν. Τρίτον δε τότε δεν διεκρίναμεν, επειδή ενομίσαμεν
ότι τα δύο ήσαν αρκετά. Αλλά τώρα φαίνεται ότι ο λόγος μας
αναγκάζει και τρίτον είδος, δύσκολον και σκοτεινόν, να επιχειρή-
σωμεν να διασαφήσωμεν διά λόγων. Ποίαν λοιπόν φύσιν, ποίαν
δύναμιν πρέπει να υπολάβωμεν ότι έχει αυτό; Τοιαύτην ακριβώς,
ότι δηλ. είναι το υποδεχόμενον παν ό,τι γεννάται, ως μία τρο-
φός. Είπομεν ούτω την αλήθειαν αλλά πρέπει να είπωμεν σαφέ-
Β. | στερα περί αυτού· τούτο όμως είναι δύσκολον, και δι' άλλους
λόγους και διότι χάριν αυτού είναι αναγκαίον να προβάλωμεν
απορίας περί του πυρός και των άλλων τριών ειδών. Διότι είναι
δύσκολον να είπωμεν περί εκάστου αυτών, ποίον πραγματικώς
πρέπει να λέγωμεν ύδωρ μάλλον παρά πυρ, και ποίον οτιδή-
ποτε άλλο, είτε όλα ομού (λαμβάνοντες) είτε και έν έκαστον,
ούτως ώστε να λέγωμεν αξιόπιστα και ασφαλή. Πώς λοιπόν θα
λέγωμεν ευλόγως το πράγμα αυτό καθ' εαυτό, και τίνι τρόπω,
και τι, όταν ευρισκώμεθα εις απορίαν; Και πρώτον εκείνο το
C. | οποίον ωνομάσαμεν ύδωρ, όταν πηγνύηται, ως φαίνεται
βλέπομεν ότι γίνεται λίθοι και γη, έπειτα δε όταν διαλύηται
και διαστέλληται, αυτό τούτο γίνεται αήρ και άνεμος. Και
ο αήρ, όταν καή, γίνεται πυρ· τανάπαλιν δε το πυρ, όταν πυ-
κνωθή και σβεσθή, μεταβαίνει πάλιν εις μορφήν αέρος. Και πά-
λιν ο αήρ, όταν συσταλή και πυκνωθή, γίνεται νέφος και ομίχλη·
και εκ τούτων, όταν επί μάλλον συμπυκνωθώσι, ρέει ύδωρ· εξ
ύδατος δε πάλιν γίνονται γη και λίθοι. Και τοιουτοτρόπως ταύτα
αποτελούσι κύκλον μεταδίδοντα εις άλληλα την γέννησιν, ως εί-
Δ. | δομεν. Αλλ' ούτως, επειδή ταύτα ουδέποτε φαίνονται έκαστον
τα αυτά, ποιον εξ αυτών είναι εκείνο, όπερ εάν τις διισχυρισθή
ότι είναι μονίμως τούτο και ουχί άλλο, δεν θα καταισχύνη εαυ-
τόν; Δεν είναι (κανέν)· διό πολύ ασφαλέστερον περί τοιούτων
πραγμάτων είναι να ομιλώμεν, όταν θέτωμεν ως βάσιν τούτο:
ότι εκείνο το οποίον βλέπομεν, ότι πάντοτε γίνεται άλλο, π. χ.
το πυρ, να μη λέγωμεν τούτο πυρ, αλλ' εκείνο όπερ σταθερώς
είναι τοιούτον(116) μήτε να λέγωμεν ύδωρ τούτο εδώ, αλλ' εκείνο
Ε. | όπερ πάντοτε είναι τοιούτον, μήτε άλλο ουδέν ποτε ως να
είχε σταθερότητά τινα, από εκείνα, όσα δηλούμεν μεταχειριζόμενοι
την λέξιν τούτο και εκείνο και νομίζομεν ότι λέγομέν τι (ορθόν).
Διότι ταύτα μη μένοντα πάντοτε αποφεύγουσι τον προσδιορισμόν
του τούτου και εκείνου και του κατά τούτον τον τρόπον και οιονδή-
ποτε άλλον, όστις δεικνύει ότι ταύτα είναι μόνιμα. Ταύτα λοιπόν
δεν πρέπει να λέγωνται ούτω καθέν, αλλ' εκείνο όπερ είναι πάν-
τοτε τοιούτον και μεταβαίνει σταθερώς (εξ ενός εις άλλο, μένον)
όμοιον, είτε περί εκάστου είτε περί πάντων των πραγμάτων πρέ-
πει να λέγωμεν ούτω, και επομένως πυρ εκείνο όπερ είναι πάντοτε
τοιούτον, και ομοίως παν άλλο πράγμα όπερ έχει γέννησιν. Και
ούτως εκείνο, εις το οποίον έκαστον εκ των πραγμάτων τούτων,
όταν γεννάται, εμφανίζεται, και πάλιν εκείθεν αφανίζεται, εκείνο
50. | μόνον δυνάμεθα να ονομάζωμεν μεταχειριζόμενοι τας λέξεις
τούτο και εκείνο, το δε άλλο, οποιονδήποτε είναι, ή θερμόν ή
λευκόν, ή οτιδήποτε εκ των εναντίων, και παν ό,τι γεννάται εκ
τούτων, κανέν από ταύτα δεν πρέπει να καλήται ούτως.
Αλλά περί τούτων πρέπει να προσπαθήσωμεν να είπωμεν
πάλιν σαφέστερα. Εάν δηλαδή πλάσας τις εκ χρυσού πάντα
τα είδη των σχημάτων δεν έπαυε να μεταπλάττη αυτά ούτως,
ώστε καθέν να μετασχηματίζηται εις όλα τα άλλα, ότε έτερος
ήθελε δείξει έν αυτών και ερωτήσει τι είναι, πολύ ασφαλέστερον
Β. | ως προς την αλήθειαν θα ήτο να είπη ότι είναι χρυσός,
και το τρίγωνον λ. χ., και όσα άλλα σχήματα γίνονται εις αυ-
τόν (τον χρυσόν), δεν πρέπει να λέγη ταύτα ότι είναι, διότι μετα-
βάλλονται, άμα (ο τεχνίτης) τα σχηματίση, αλλά να αρκήται αν
μόλις δύνανται μετά τινος ασφαλείας να δέχωνται το τοιούτον.
Ο αυτός δε λόγος δύναται να λεχθή και περί της φύσεως, ήτις
δέχεται εν εαυτή πάντα τα σώματα· πρέπει πάντοτε να την ονο-
μάζωμεν με το αυτό όνομα, διότι δεν εξέρχεται ποτέ εκ της ιδιότη-
C. | τος αυτής. Διότι δέχεται πάντοτε τα πάντα, και ουδέποτε κατ'
ουδένα τρόπον ουδεμίαν έλαβέ ποτε μορφήν ομοίαν με την των
πραγμάτων, τα οποία εισέρχονται εις αυτήν. Διότι αύτη πρόκει-
ται εις παν πράγμα εν τη φύσει ως εκμαγείον, το οποίον κινεί-
ται και λαμβάνει σχήμα υπ' εκείνων τα οποία εισέρχονται εις
αυτό, και διά ταύτα φαίνεται άλλοτε μεν κατά τούτον, άλλοτε
δε κατ' άλλον τρόπον. Τα δε εξερχόμενα και εισερχόμενα(117) εί-
ναι μιμήματα πάντοτε των όντων (των ιδεών), τυπωθέντα επ'
αυτών κατά τρόπον όστις δυσκόλως δύναται να εκφρασθή και
είναι άξιος θαυμασμού, και τον οποίον μετά ταύτα θα εξετά-
σωμεν.
Κατά το παρόν λοιπόν πρέπει να διανοηθώμεν τρία γένη, τ. έ.
εκείνο το οποίον γεννάται, εκείνο εν τω οποίω γεννάται, και
Δ. | εκείνο κατά μίμησιν του οποίου γεννάται το γεννώμενον.
Και ακριβώς το μεν δεχόμενον (την γέννησιν) πρέπει να παρο-
μοιώσωμεν με την μητέρα, εκείνο εξ ου (έρχεται η γέννησις) με
τον πατέρα, και το μεταξύ αυτών με τον υιόν. Και πρέπει να
εννοήσωμεν ότι, επειδή το εκτύπωμα μέλλει να είναι κατά την
όψιν ποικίλον, έχον πάσας τας ποικιλίας, κατ' ουδένα άλλον
τρόπον εκείνο, εις το οποίον γίνεται η εκτύπωσις, δύναται να είναι
καλώς παρεσκευασμένον, πλην εάν είναι άμορφον, εστερημέ-
νον όλας εκείνας τας μορφάς, τας οποίας μέλλει να δεχθή οθεν-
Ε. | δήποτε. Διότι, αν είναι όμοιον με κανέν εκ των πραγμάτων
τα οποία δέχεται έχοντα εναντίαν ή και όλως διάφορον φύσιν,
οπότε ταύτα ήθελον έλθει, θα τα εδέχετο κακώς και κακώς θα τα
παρίστανε, διότι θα παρουσίαζε την ιδικήν του όψιν. Διά τούτο
και είναι αναγκαίον να είναι έξω (άνευ) οιασδήποτε μορφής το
μέλλον να δεχθή πάσας εις εαυτό, όπως διά τας ευώδεις αλοι-
φάς πρώτον μηχανεύονται με τέχνην να υπάρχη τούτο, τ. έ.
κάμνουν άοσμα τα υγρά, τα οποία θα δεχθώσι τας οσμάς·
ομοίως και όσοι επιχειρούσι να αποτυπώσωσι σχήματα εις μα-
λακάς ύλας, δεν αφίνουσι να υπάρχη φανερόν κανέν σχήμα εις
αυτάς, και πρότερον εξομαλύνοντες τας κάμνουσιν όσον το δυ-
51. | νατόν λειοτέρας. Ούτω λοιπόν και εκείνο, όπερ μέλλει να
δεχθή πολλάκις εις όλον τον εαυτόν του τα ομοιώματα πάντων
των όντων, τα οποία είναι αιώνια, πρέπει φύσει να είναι άνευ
όλων τούτων των μορφών. Διά τούτο την μητέρα ταύτην και
υποδοχήν (δοχείον) παντός, όπερ γεννάται ορατόν και αισθητόν,
ας μη λέγωμεν μήτε γην, μήτε αέρα, μήτε πυρ, μήτε ύδωρ,
μήτε άλλο τι όπερ γεννάται εκ τούτων, ή εκ του οποίου γεννών-
ται ταύτα. Αλλά δεν θα απατηθώμεν ονομάζοντες αυτήν είδος
Β. | τι (ιδέαν) αόρατον και άμορφον, ικανόν να δεχθή πάντα (παν-
δεχές), μετέχον του νου κατά τρόπον ανεξήγητον, και όπερ δύσκο-
λον είναι να συλληφθή. Καθόσον δε εκ των ήδη ρηθέντων είναι
δυνατόν να φθάσωμεν να εννοήσωμεν την φύσιν αυτού, δύναταί
τις να είπη ορθότατα τα εξής: τ. έ. πυρ φαίνεται εκάστοτε το πυ-
ρωθέν μέρος αυτού, ύδωρ δε το υγρανθέν μέρος, γη δε και αήρ,
καθόσον δέχεται εικόνας τούτων(118). Αλλά περί τούτων ανάγκη
να εξετάσωμεν προσδιορίζοντες περισσότερον τα τοιαύτα. Άρα
C. | γε υπάρχει, πυρ, το οποίον είναι πυρ αυτό αφ' εαυτού; και
όλα τα άλλα, τα οποία πάντοτε ονομάζομεν ούτως, υπάρχουσιν
αυτά καθ εαυτά έκαστον; Ή τα πράγματα, τα οποία και βλέπο-
μεν και όσα άλλα διά του σώματος αισθανόμεθα, μόνα αυτά
κατέχουσι την τοιαύτην αλήθειαν, άλλα δε δεν υπάρχουσιν
εκτός αυτών ουδαμού και κατ' ουδένα τρόπον, και ματαίως εκά-
στοτε λέγομεν ότι υπάρχει νοητή μορφή (ιδέα) εκάστου πράγματος,
ενώ αύτη ουδέν άλλο είναι ειμή (κενός) λόγος; Δεν είναι βέβαια
ορθόν αφίνοντες το παρόν ζήτημα άνευ εξετάσεως και κρίσεως
να διισχυρισθώμεν λέγοντες ότι ούτως έχει, και ούτε εις λό-
Δ. | γον μακρόν να παρεμβάλωμεν πάρεργον άλλον μακρόν.
Αλλ' εάν με ολίγας λέξεις ήθελε φανή μέγα όριον προσδιωρι-
σμένον, τούτο θα ήτο το σπουδαιότερον πάντων. Ιδού λοιπόν η
γνώμη την οποίαν εγώ προβάλλω.
Εάν ο νους και η αληθής γνώμη (δόξα) είναι δύο διάφορα
πράγματα, τα είδη ταύτα, τα οποία υφ' ημών δεν είναι αισθητά,
αλλά μόνον νοητά, υπάρχουσι και απολύτως καθ' εαυτά. Εάν
όμως, καθώς εις μερικούς φαίνεται, η αληθής δόξα ουδόλως
διαφέρει του νου, τότε πρέπει να παραδεχθωμεν ως βεβαιότατα
πάντων πάντα όσα αισθανόμεθα διά του σώματος(119). Πρέπει λοι-
Ε. | πόν να είπωμεν, ότι ταύτα είναι δύο διάφορα πράγματα,
διότι εγεννήθησαν χωριστά και είναι προς άλληλα ανόμοια.
Διότι το μεν (ο νους) διά της διδασκαλίας, το δε άλλο διά της
πίστεως γεννάται εις ημάς· το μεν συνοδεύεται πάντοτε υπό του
αληθούς συλλογισμού, το δε είναι χωρίς λόγον· και το μεν είναι
αμετακίνητον υπό της πειθούς, το δε δύναται να μεταπείθηται(120).
Και της μεν δόξης, πρέπει να το είπωμεν, μετέχουσι πάντες
οι άνθρωποι, του δε νου μόνοι οι Θεοί και ολίγον μέρος του αν-
θρωπίνου γένους(121). Επειδή λοιπόν ταύτα ούτως έχουσι, πρέπει
52. | να ομολογήσωμεν — ότι έν είναι το είδος, το οποίον είναι
πάντοτε κατά τον αυτόν τρόπον, αγέννητον και άφθαρτον, όπερ
ούτε εις εαυτό δέχεται άλλο τι έξωθεν, ούτε αυτό μεταβαίνει
εις άλλο(122), αόρατον και με καμμίαν αίσθησιν αισθητόν, εκείνο
ακριβώς το οποίον έλαχεν εις την νόησιν να θεωρή — ότι το
αυτό έχον όνομα και όμοιον με τούτο είναι έν δεύτερον, αισθη-
τόν, γεννημένον, όπερ διαρκώς ταράττεται, γεννάται είς τινα
τόπον, και πάλιν εκείθεν καταστρέφεται, δύναται δε να συλλαμ-
βάνηται υπό της δόξης διά της αισθήσεως — και ότι πάλιν
τρίτον είδος, το του χώρου, όστις υπάρχει πάντοτε, δεν επιδέχε-
Β. | ται φθοράν, και παρέχει τόπον (έδραν) εις όλα όσα γεννών-
ται, αυτός δε δεν υπόκειται εις τας αισθήσεις, αλλ' είναι αντιλη-
πτός υπό τινος συλλογισμού αθεμίτου και μόλις είναι αντικείμε-
νον(123) πίστεως (ουχί γνώσεως)· και προς αυτόν βλέποντες ονειρο-
πολούμεν(124) και λέγομεν ότι παν ό,τι υπάρχει αναγκαίως είναι έν
τινι τόπω και κατέχει χώρον τινα και εκείνο, το οποίον δεν είναι
πού ούτε εις την γην ούτε εις τον ουρανόν, δεν είναι τίποτε. Όλα
δε ταύτα και άλλα συγγενή με αυτά και ως προς την φύσιν ακόμη
C. | εκείνην, η οποία δεν κοιμάται(125) και υπάρχει αληθώς, ένεκα
της ονειρώξεως ταύτης, δεν είμεθα ικανοί, όταν εγερθώμεν, να τα
διακρίνωμεν και να λέγωμεν το αληθές, ότι δηλαδή η εικών
(επειδή δεν είναι ιδικόν της ούτε αυτό τούτο διά το οποίον εγεν-
νήθη και αυτή αύτη είναι πάντοτε φάντασμα άλλου τινός(126) πρέ-
πει διά ταύτα να γεννάται εντός άλλου, λαμβάνουσα κατά τινα
τρόπον ύπαρξιν, ή άλλως αυτή να μη είναι εντελώς τίποτε· αλλ'
εις το πραγματικώς υπάρχον (την ιδέαν) ο αληθής και ακριβής
λόγος είναι βοηθός (προς απόδειξιν) ότι εφ' όσον πράγμα τι εί-
ναι έν τι και άλλο τι είναι άλλο, ούτε το έν ούτε το άλλο θα
ηδύνατο να ενωθή με το άλλο ούτως ώστε το αυτό συνάμα να
γίνη έν και δύο.
ΤΕΛΟΣ ΠΡΩΤΟΥ ΤΟΜΟΥ
Η Σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, των Εκδόσεων Φέξη, υπήρξεν ένας σταθμός στα ελληνικά χρονικά. Για πρώτη φορά προσφερόταν συστηματικά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, η αρχαία ελληνική σκέψη (Ιστορία, φιλοσοφία,ποίηση, δράμα, δικανικός και πολιτικός λόγος) σε δημιουργικές μεταφορές της, από τους άριστους μεταφραστές του τόπου, στην πιο σύγχρονη μορφή που πήρε εξελισσόμενο το γλωσσικό της όργανο. Ο Όμηρος, οι Τραγικοί κι ο Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο Πλάτων, ο Ξενοφών, ο Αριστοτέλης,ο Θεόκριτος, ο Θεόφραστος, ο Επίκτητος, ο Πλούταρχος, ο Λουκιανός κλπ.προσφέρονται και σήμερα, στις κλασικές πια μεταφράσεις των Πολυλά,Ραγκαβή, Μωραϊτίδη, Κονδυλάκη, Ποριώτη, Γρυπάρη, Τανάγρα, Πολέμη, Καμπάνη,Καζαντζάκη, Βάρναλη, Αυγέρη, Βουτιερίδη, Ζερβού, Φιλαδελφέως, Τσοκόπουλου,Σιγούρου, Κ. Χρηστομάνου κλπ, σε μια σύγχρονη σειρά εκδόσεων βιβλίου τσέπης, πράγμα που επίσης γίνεται για πρώτη φορά, συστηματικά, στην Ελλάδα.
Τίμαιος
Αποτελεί σύστημα μεταφυσικής φιλοσοφίας περί γενέσεως του κόσμου και περί φύσεως του ανθρώπου, που παρουσιάζει πολλή συγγένεια με τις θεωρίες των Πυθαγορείων. Ο Τίμαιος αναπτύσσει βαθύτατες ιδέες γιά τον χαρακτήρα του κόσμου και ο Σωκράτης διευκρινίζει, συντελώντας στην ενάργεια και την παραστικότητα του πλατωνικού ύφους. Η μετάφραση έγινε από τον Π. Γρατσιάτο.
Η «ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ» ΑΝΑΤΥΠΩΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ.
ΑΘΗΝΑΙ, ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ 36
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΤΣΙΜΙΣΚΗ 61
ΤΙΜΗ ΤΟΜΟΥ ΔΡΑΧΜΑΙ 10

1) Το λοιπόν μέρος του Κεφ. I είναι ελευθέρα συγκεφαλαίωσις των βιβλίωνII - V της Πολιτείας περί τάξεως των φυλάκων, περί αγωγής, γυναικών κλπ.
2) Πρβλ. Πολιτείας II σ. 369 ε - 374 ε.
3) Πολιτ. σ. 374 Δ.
4) Πολιτ. V σ. 460α.
5) Φυλάκων. Πολιτ. III b. 415 C.—Δ. IV, 429 GΔ, V, 460 Δ
6) Διότι αυτά θα είναι οι μέλλοντες φύλακες της πόλεως (πολιτείας).
7) Η πράξις είναι η απόδειξις και τρόπον τινά η συμπλήρωσις της θεωρίας.Ούτω και ο Θεός εχάρη διά το έργον του, ότε είδεν αυτό να κινήται (όρα σελ. 37. C). «Ως δε ο πατήρ είδεν ότι αυτό εκινήθη, εχάρη και ηθέλησε να το κάμη περισσότερον όμοιον, με το παράδειγμα». Ασκήσεις ή άθλοι του σώματος είναι δρόμος, πάλη κ.λ.
8) Ο Κριτίας, μαθητής του Σωκράτους, ήτο γενναίας φύσεως, μετείχε δε και φιλοσοφικών συνδιαλέξεων και εκαλείτο αμαθής (ιδιώτης) μεταξύ φιλοσόφων,φιλόσοφος δε μεταξύ ιδιωτών· υπήρξε δε και είς των 30 τυράννων εν Αθήναις». (Σχολ.).
9) Ο Ερμοκράτης στρατηγός Συρακούσιος, συντελέσας εις την ήτταν των Αθηναίων στρατηγών Δημοσθένους και Νικίου. Ησχολείτο και εις την πολιτικήν και εις την φιλοσοφίαν (Σχ.).
10) Εν τη «Πολιτεία» ο Πλάτων (III σ. 392) διακρίνει την ποίησιν εις μίμησιν και διήγησιν, και επί τέλους καταδικάζει αυτήν όλην εις μίμησιν.Ενταύθα την θεωρεί ως μίμησιν χρήσιμον.
11) Να φαντασθήτε την ιδανικήν πολιτείαν, περιπεπλεγμένην εις πόλεμον φανταστικόν.
12) Των Αθηνών.
13) Τα μικρά Παναθήναια.
14) Ή όπερ καίτοι δεν διεκοινώθη, αλλ' ο Κριτίας το διηγείτο ως κ.λ.
15) Τα Απατούρια ήσαν εορτή εν Αθήναις, ήτις προς τιμήν του Διονύσου ετελείτο κατά τον μήνα Πυανεψιώνα (Οκτώβριον) και διήρκει ημέρας τρεις,των οποίων η πρώτη ελέγετο Ανάρρυσις, διότι πολλαί θυσίαι εγίνοντο κατ'αυτήν. Η δευτέρα ελέγετο Δορπία, διότι κατ' αυτήν εγίνοντο ευωχίαι και δείπνα πολλά. Η τρίτη εκαλείτο Κουρεώτις, διότι τότε οι κούροι, ήτοι οι παίδες και τα κοράσια ηλικίας 3 ή 4 ετών, κατεγράφοντο εις τα βιβλία των φρατριών. Αι φυλαί ήσαν κατ' αρχάς τέσσαρες, από δε Κλεισθένους δέκα και μετά ταύτα δώδεκα. Εκάστη δε των φυλών διηρέθη εις τρία μέρη και το τρίτον εκλήθη πατρία και φρατρία, οι δε ανήκοντες εις την αυτήν φυλήν και φρατρίαν ως συγγενείς μεταξύ των ελέγοντο φράτορες. Εις τους φράτορας τούτους εγίνετο η εγγραφή των παίδων (Προκλ. 27 F).
16) Διότι έγραψε ποιήματα διδακτικά και γνωμικά. Ήτο λοιπόν ποιητής ηθικός.
17) Ο Πλούταρχος (περί Ίσιδ. και Οσίρ., λέγει: «Το εν Σάει έδος της Αθηνάς, την οποίαν και Ίσιν νομίζουσιν, είχε τοιαύτην επιγραφήν· «Εγώ ειμι παν το γεγονός και ον και εσόμενον και τον εμόν πέπλον ουδείς πω θνητός απεκάλυψεν». Ο Πρόκλος όμως αναφέρει (30 Δ. Ε.) ότι το επίγραμμα είχεν ούτω: «Τα όντα και τα εσόμενα και τα γεγονότα εγώ ειμι· τον εμόν χιτώνα ουδείς απεκάλυψεν. Ον εγώ καρπόν έτεκον, ήλιος εγένετο». Το πρώτον μέρος της επιγραφής χαρακτηρίζει το Αιγυπτιακόν πνεύμα, όπερ είναι πρόβλημα εις εαυτό, και όπερ πανταχού επί του εδάφους και υπό το έδαφος θέτει προβλήματα (πυραμίδας, σφίγγας κ.λ.) προς λύσιν. Αλλ' ο τεχθείς καρπός, ο ήλιος, το σαφές, είναι το αποτέλεσμα και η λύσις του προβλήματος. Το φως,η σαφήνεια αύτη είναι το πνεύμα, ο υιός της Νηίθ της υπό τον πέπλον κρυπτομένης θεότητος. Ο Απόλλων των Ελλήνων είναι η λύσις του προβλήματος της αληθείας, όπερ έθηκεν η Νηίθ. Το εν Δελφοίς παράγγελμα αυτού ήτο«Άνθρωπε, γνώθι σαυτόν (την φύσιν και ουσίαν σου). Η λύσις είναι: Το φως το της γνώσεως. Η σχέσις αύτη των δύο πνευμάτων, του Ελληνικού και του Αιγυπτιακού ή εν γένει του Ασιατικού, θαυμασίως παριστάνεται εν τω μύθω του Οιδίποδος και της σφιγγός. Η σφιγξ — το μέγα Αιγυπτιακόν σύμβολον —εμφανισθείσα εις τας Θήβας, έθηκε το πρόβλημα: «Τι είναι το ον, όπερ την πρωίαν βαίνει επί τεσσάρων ποδών, την μεσημερίαν επί δύο και την εσπέραν επί τριών». Ο Οιδίπους έλυσεν αυτό είπών ότι είναι ο άνθρωπος και κατεκρήμνισε την σφίγγα. Ό,τι εζήτει και δεν ηδύνατο να εύρη η Ανατολή,τούτο εύρεν η Ελλάς, ότι δηλ. η ουσία της Φύσεως είναι ο νους, όστις υπάρχει ως νους μόνον εν τη συνειδήσει του ανθρώπου. Αλλ' η συνείδησις, η γνώσις είναι κατ' αρχάς ατελής, και ο σοφός βασιλεύς εμπλέκεται εις την τραγικήν αντίθεσιν της γνώσεως και της αγνοίας, μη έχων συνείδησιν του χαρακτήρος των ιδίων αυτού πράξεων. Αλλά το Ελληνικόν πνεύμα βαθμηδόν εκτήσατο πλήρη συνείδησιν εαυτού. Ο Αιγύπτιος ιερεύς είπεν ότι οι Έλληνες είναι πάντοτε παίδες. Ημείς, λέγει ο Έγελος εν τη φιλοσοφία της Ιστορίας,εξ ης παραλαμβάνομεν τας κρίσεις ταύτας, δυνάμεθα τουναντίον να είπωμεν,ότι οι Αιγύπτιοι είναι οι εύρωστοι παίδες, οίτινες ζητούσι μόνον σαφή αντίληψιν εαυτών εν ιδεώδει μορφή, ίνα γίνωσι νεανίαι (οίοι εγένοντο οι Έλληνες).
18) Ο Φορωνεύς έζη προ του κατακλυσμού του Δευκαλίωνος, ήτο υιός του Ινάχου και εβασίλευσε του Άργους. Λέγεται πρώτος, διότι υπήρξεν ο πρώτος των ανθρώπων. (Ο Ίναχος ήτο ποταμός, κατ' άλλους, διότι αυτός πρώτος θνητός εβασίλευσε, και κατ' άλλους, διότι πρώτος ίδρυσε το Άργος. Η Νιόβη ήτο θυγάτηρ του Φορωνέως, ήτις εγέννησεν εκ του Διός υιόν Άργον, εξ ου ωνομάσθη και η πόλις. Αύτη δεν πρέπει να συγχέηται με την Νιόβην, θυγατέρα του Ταντάλου.
19) Του Δευκαλίωνος. Λέγουσιν ότι συνέβησαν τρεις κατακλυσμοί, πρώτος επί Ωγύγου, βασιλέως της Αττικής, δεύτερος επί Δευκαλίωνος, και τρίτος επί Δαρδάνου.
20) Ο Πλούταρχος (Περί Ίσ. και Οσίρ.) λέγει ότι ο Σόλων διήκουσε Σόγχιτος Σαΐτου. Αλλ' ο Πρόκλος (σελ. 31 Δ) λέγει ότι ο Σόλων εν Σάει εγνώρισεν ιερέα ονομοζόμενον Παφενεΐτ, εν Ηλίου πόλει τον Οχοιάπι, εν Σεβεννύτω δε Εθήμων, ως λέγουσιν αι ιστορίαι των Αιγυπτίων· και ίσως ο Πατενεΐτ είναι ο Σαΐτης ιερεύς ο ειπών εις αυτόν την επομένην διήγησιν.
21) Η διατάραξις, εξ ης γεννάται η εκπύρωσις. Εν τω Πολιτικώ λέγει ο Πλάτων, ότι αι καταστροφαί αύται συμβαίνουσιν, ότε ο κόσμος κατά τινας χρονικάς περιόδους εγκαταλειφθείς υπό του θεού κινείται αφ' εαυτού αντιθέτως. Αλλά και τούτο λέγεται ως μύθος, ουχί ως γεγονός βέβαιον και λογικώς γνωστόν. Όμοια και εν τη αρχή του 3ου βιβλίου των Νόμων.
22) Πανταχού επί της γης πάντοτε υπήρξαν άνθρωποι και πράξεις ανθρώπιναι. Και εν τοις φοβερωτάτοις κατακλυσμοίς δεν καταστρέφονται όλοι,αλλ' οι επιζώντες είναι ολίγοι αμαθείς και αδιάφοροι, και διά τούτο η μνήμη των συμβάντων αφανίζεται. Εν Αιγύπτω όμως μεγάλοι κατακλυσμοί δεν γίνονται, και η μνήμη των σπουδαίων γεγονότων, όπου αν συμβώσι,διατηρείται θρησκευτικώς εις τας ιεράς Γραφάς. Βλέπε Θεαίτ. 175 Α.
23) Ο Πρόκλος (σ. 44 Δ) λέγει ότι κατά τον μύθον ο Ήφαιστος ερών της Αθηνάς αφήκε το σπέρμα εις γην και εκείθεν εβλάστησε το γένος των Αθηναίων. Οι θεοί ούτοι είναι παράστασις δύο στοιχείων, της γης και του πυρός.
24) Η έκφρασις δεν φαίνεται λογική. Πώς ήτο δυνατόν να γραφή τότε, ότε ιδρύθη η πόλις, ο αριθμ. 8000; Πώς δε προ 9000 ετών ιδρύθησαν άμα και εμεγαλούργησαν αι Αθήναι;
25) Ιστορικώς η Αίγυπτος ανήκει εις την Ασίαν. Πολλοί των αρχαίων εθεώρουν ότι και γεωγραφικώς η Αίγυπτος ήτο μέρος της Ασίας.
26) Τα συμβάντα ταύτα είναι αυτά τα κατά των Περσών κατορθώματα των Αθηναίων.
27) Ο Πρόκλος λέγει (σελ 59) ότι «ο Κριτίας ενόμιζεν ότι εις τοιαύτα αντικείμενα, ως είναι εκείνο όπερ ώρισεν ο Σωκράτης, να ίδη την Πολιτείαν δρώσαν, το σπουδαιότερον είναι να εύρη τις διήγησιν, διά της οποίας θα δυνηθή να εκτελέση το πρόσταγμα καθώς πρέπει». Και τούτο έπραξεν ο Κριτίας, λαβών τον πόλεμον Αθηναίων και Ατλαντίνων, ως δυνάμενον να παραστήση τον τρόπον, καθ' ον παράγεται η αρίστη πολιτεία.
28) Ο Σωκράτης επραγματεύθη περί πολιτείας θεωρητικώς. Ο Κριτίας θα περιγράψη αυτήν δρώσαν. Ο Τίμαιος θα εκθέση τας αρχάς αυτής. Περί Ερμοκράτους δεν γίνεται λόγος.
29) Την διήγησιν των ιερέων, την οποίαν έφερεν ο Σόλων εξ Αιγύπτου.
30) Ο Πλάτων άρχεται από της διακρίσεως του φαινομένου και της ουσίας.Αφ' ενός είναι το σύνολον των αισθητών όντων, τα οποία γεννώνται,διαιρούνται και μεταβάλλονται, αφ' έτερου ο νόμος και η ουσία εκάστου,ήτις είναι νοητή, αδιαίρετος και αμετάβλητος. Και πρώτον θεωρεί τα υλικά πράγματα κατά τον απλούστατον διορισμόν αυτών, την κίνησιν, της οποίας διορισμοί είναι ο χώρος και ο χρόνος. Βεβαίως επέκεινα της κινήσεως συλλαμβάνουν τι, όπερ όμως διαφεύγει την νόησιν και την φαντασίαν, και όπερ καλούμεν πρώτην ύλην, ήτις δύναται να δεχθή πάσας τας μορφάς και να γίνη ύδωρ, γη και ει τι άλλο, αλλ' ουδέν εκ τούτων είναι και μένει η αυτή προς εαυτήν εν τη αδιοριστία αυτής. Ο Πλάτων ταυτίζει αυτήν με τον χώρον,όστις όμως είναι μόνον είς των διορισμών αυτής.

Ουρανία Μηχανική.

Η ύλη κινουμένη τείνει προς τι κέντρον και κατά τον Πλάτωνα η ενέργεια της βαρύτητος ασκείται κατά τον νόμον των ομοίων, πάντα δε τα σώματα τείνουσι να ενωθώσι προς τα ομογενή. Έκαστον αυτών είναι βαρύ μόνον, όταν είναι εκτός της θέσεώς του. Και, επειδή το σύμπαν είναι σφαιρικόν, δεν δύναται να θεωρηθή μέρος τι ως το άνω μάλλον ή το κάτω. — Η ύλη κείται εν χώρω,ήτοι τα μέρη αυτής είναι εκτός αλλήλων, αλλ' επειδή ταύτα είναι ολότητες κινούμεναι κατά τον νόμον των ομοίων, παρά τον χωρισμόν (την άπωσιν)υπάρχει η ένωσις (η έλξις) της ύλης. Όταν δε πολλά τοιαύτα σώματα απωθούμενα και ελκόμενα αποτελώσιν έν σύστημα, τότε υπάρχει κοινόν κέντρον και μερικά κέντρα. Έκαστον σώμα έχει εν τω συστήματι την ωρισμένην θέσιν του προς αποφυγήν συγχύσεως· πάντα δε κινούνται εις κεκλεισμένας καμπύλας περί το καθολικόν κέντρον, ίνα τηρήσωσι την αναφοράν των προς αυτό, και συνάμα κινούνται περί εαυτά, ίνα έχωσιν αναφοράν προς εαυτά ως ανεξάρτητα.Τας κινήσεις ταύτας, τας αναφοράς των, τα μεγέθη και τας διαρκείας αυτών ο Πλάτων παριστάνει διά της δημιουργίας της ψυχής του κόσμου. Ο κόσμος έχει θαυμασίαν τάξιν, έχει γενικούς νόμους, καθολικάς αρχάς και το σύνολον τούτων είναι ο λόγος, η ψυχή του κόσμου.
Ο Θεός εκ της αδιαιρέτου ουσίας και εκ της διαιρετής εποίησε τρίτην, την ψυχήν, ήτις μετέχει της φύσεως του ταυτού και του ετέρου και εν μέσω των μεταβολών αυτής μένει η αυτή προς εαυτήν. Έπειτα το μίγμα εχώρισεν εις όσα έπρεπε μέρη κατά γεωμετρικάς και αρμονικάς αναλογίας, και εδημιούργησε πάντας τους αστέρας. Ο νους, η ύλη και η ψυχή παριστώσι τας τρεις παγκοσμίας αρχάς του ταυτού, του ετέρου και της τρίτης ουσίας. Εκ της ενώσεως αυτών εμορφώθησαν δύο σφαίραι ομόκεντροι, η των απλανών αστέρων και εντός αυτής η των πλανητών. Επειδή η ψυχή μετέχει της φύσεως του ταυτού, διό απλανείς και πλανήται κινούνται την περί εαυτούς αναλλοίωτον κίνησιν, αλλ' οι επτά πλανήται τεθειμένοι εν τη εσωτερική σφαίρα (εν εκλειπτική) και υποκείμενοι εις την φύσιν του ετέρου εκτελούσιν εις χρόνους διαφόρους περιστροφάς εναντίας προς τας των απλανών. Μόνη η γη μένει ακίνητος εν τω μέσω του παντός και περί αυτήν στρέφονται οι αστέρες.
31) Το γίγνεσθαι (η γένεσις) είναι η ενότης δύο εννοιών, του είναι και του μη είναι. Το γίγνεσθαι είναι η κίνησις ή μετάβασις του ενός τούτων εις το άλλο. Γέννησις, μεταβολή κ.λ. κ.λ. είναι μορφαί ή τρόποι γενέσεως. Το γινόμενον τείνει εις το είναι, αλλ' εφ' όσον γίνεται δεν είναι όντως ον.Όντως ον είναι ο κόσμος των ιδεών, των νοητών, τα οποία νοούνται και δεν ορώνται. Το πάντοτε γινόμενον και ουδέποτε ον είναι ο ορατός, ο αισθητός κόσμος, τα φαινόμενα. Ό,τι λέγει ενταύθα ο Τίμαιος συμφωνεί προς τα της Εξόδου (3, 14)· «Και είπεν ο Θεός προς Μωυσήν, «Εγώ ειμι ο ων, και ερείς τοις υιοίς Ισραήλ, «Ο ων με απέσταλκε προς υμάς». Ο ιερός Αυγουστίνος θαυμάζει διά την συμφωνίαν ταυτην και άγεται να παραδεχθή, ότι ο Πλάτων είχε γνώσιν της Αγ. Γραφής!
32) Η γένεσις και η φθορά αποτελούσι συνεχή κίνησιν εν τω αισθητώ κόσμω. Διό ο θάνατος είναι μεταμόρφωσις της ύλης και γέννησις νέων μορφών,και συμβιβάζεται με την αγαθότητα του Θεού, όστις ηθέλησε να είναι αγαθός ο κόσμος. Η φθορά του μέρους, λέγει ο Πρόκλος (115 C.—Δ), είναι αγαθόν,εάν μέλλη να σώζηται το όλον. Και είναι τούτο αναγκαίον προς συντήρησιν του κόσμου, διότι άλλως, διά να σώζωνται τα μέρη, θα εδαπανάτο και θα εξέλειπε το όλον.
33) Το δόγμα τούτο — ότι είναι καλόν εκείνο, όπερ έχει παράδειγμα αναλλοίωτον και _ον_, ενώ το έχον παράδειγμα, όπερ μεταβάλλεται και γίνεται,δεν είναι καλόν — συμφωνεί προς την εν τω 10ω της Πολιτείας βιβλίω θεωρίαν περί ποιήσεως. Κατ' αυτήν η τέχνη ως μίμησις είναι απορριπτέα, διότι μιμείται τα πράγματα και ουχί τας ιδέας, των οποίων (ιδεών) είναι μιμήσεις, ατελείς εκδηλώσεις, τα πράγματα.
34) Η παράστασις του Θεού πατρός και ποιητού διά της προηγηθείσης εν Ελλάδι φιλοσοφικής κινήσεως απέβαλλε βαθμηδόν την υλικότητα, υπό την οποίαν παρουσιάζεται εις τον λαόν και εις την ποίησιν, έως ου διά του Πλάτωνος έγινε πνευματική έννοια ήτις έλαβε την πλήρη διαμόρφωσιν αυτής υπό του Χριστιανισμού και των Νεοπλατωνικών. Ο Θεός είναι νους και δημιουργεί ως νους, ήτοι θέτει τους διορισμούς αυτού, τας ιδέας, αίτινες δεν είναι τι διάφορον αυτού, και αίτινες εμφανίζονται και πραγματοποιούνται εν τω φαινομενικώ τούτω κόσμω. Το φαινόμενον έχει λόγον και ουσίαν, ήτις δεν είναι αισθητή, διότι δεν είναι τι ατομικόν, αλλ'είναι όλως καθολική και νοητή. Τα καθόλου, τα νοητά ταύτα είναι αι ιδέαι,ήτοι νοήματα αντικειμενικά άμα και υποκειμενικά, κινούντα και ζωογονούντα τα πράγματα και τα πνεύματα. Ούτως η ιδέα του κόσμου αναγκαίως προϋπάρχει αυτού αναλλοίωτος και αιώνιος εν τω απολύτω νω. Ο αισθητός κόσμος, απ'εναντίας, μεταβάλλεται διηνεκώς και ό,τι είναι τώρα παρόν εν αυτώ μετ'ολίγον αφανίζεται και γίνεται παρελθόν. Και, αν συγκρίνωμεν την ιδέαντου κόσμου και τον Θεόν, δυνάμεθα να είπωμεν, ότι, καίτοι είναι έν και το αυτό, λογικώς όμως ο νους, ο Θεός, είναι πρότερος του νοητού, επομένως είναι και πρώτη αιτία των πραγμάτων. Επειδή δε η σχέσις αύτη έχει αναλογίαν με την σχέσιν πατρός και υιού, ή τεχνίτου (δημιουργού) και ποιήματος, δύναται να λέγηται εικονικώς ότι ο Θεός γεννά ένα υιόν(μονογενή) και ότι κατά το πρότυπον τούτο δημιουργεί τον κόσμον (και τα πάντα δι' αυτού εγένοντο. Ιωάν.). Ο Χριστιανισμός έπειτα συμβιβάζων την αντίθεσιν ταύτην του καθολικού και του μερικού εδίδαξεν, ότι ο πατήρ αποκαλύπτει και θεωρεί εαυτόν εν τω υιώ, εν τη ενώσει δε ταύτη προς τον υιόν ο Θεός γίνεται πνεύμα απόλυτον. Ο υιός ούτω δεν είναι απλούν όργανον,αλλ' αυτό το περιεχόμενον της αποκαλύψεως. Υπό τους μύθους λοιπόν και τας αλληγορίας πρέπει να ανευρίσκηται ο κρυπτόμενος νους. Και, ίνα συλλάβωμεν τον νουν τούτον και εν γένει ίνα κατανοήσωμεν την Φύσιν και τας σχέσεις αυτής προς το πνεύμα, πρέπει να απομακρύνωμεν πάσαν υλικήν και παχυλήν παράστασιν. Προς τούτο πρέπει να έχωμεν προ οφθαλμών 1) ότι ο λεγόμενος άπειρος χώρος υπάρχει, ίνα χωρή, χωρεί δε την ύλην, επομένως χώρος και ύλη είναι αχώριστα· 2) η ύλη, ήτις προϋποθέτει τον χώρον και τον χρόνον και την ενότητα αυτών, την κίνησιν, είναι και αυτή εν τη ιδέα της αιωνία και απόλυτος, αιωνίως εμφανιζομένη και μορφουμένη υπό των άλλων ιδεών· 3) η δημιουργία είναι αιωνία· η ιδέα, ο λόγος διηνεκώς δημιουργεί και συντηρεί(πρόνοια), όπως η ψυχή διηνεκώς πλάττει και συντηρεί το σώμα και τα μέλη αυτού.
35) Το δεύτερον μέρος του διλήμματος τούτου είναι αδύνατον, διότι γεγεννημένα παραδείγματα δεν ήτο δυνατόν να υπάρχωσι προ της δημιουργίας.Εάν δε η ύλη προϋπήρχε της δημιουργίας, τότε δεν εδημιουργήθη και δεν θα ηδύνατό τις να βλέπη δεδημιουργημένον παράδειγμα εν αυτή, ήτις ήτο αγέννητος. Εάν πάλιν δεχθώμεν πρώτην δημιουργίαν ύλης αμόρφου και πλημμελούς, αύτη δεν δύναται να θεωρηθή ως πρότυπον της δημιουργίας, διότι το άμορφον και το πλημμελές δεν δύναται να είναι πρότυπον της μορφής και της τάξεως, αίτινες είναι τα ουσιώδη χαρακτηριστικά της δημιουργίας κατά τον Πλάτωνα. Ίσως ο Πλάτων ηθέλησε να εξηγήση την δημιουργίαν κατά πάσαν δυνατήν αυτής εκδήλωσιν, διό την αιωνιότητα και το απόλυτον του παραδείγματος παρέστησεν ως όρους της δημιουργίας απολύτους και πάντοτε αληθείς.
36) Ίνα είπωμεν ότι τον κόσμον έπλασε κατά παράδειγμα γεννητόν, δέον να δεχθώμεν ότι ο Θεός δεν είναι αγαθός, αλλά τούτο είναι βλασφημία.
37) Βεβαίως ο κόσμος είναι κάλλιστος, διότι είναι έργον και αποκάλυψις του λόγου, όστις είναι είς και μόνος. Αλλ' η φράσις ότι ο κόσμος είναι το κάλλιστον πάντων των δημιουργημάτων δεν φαίνεται λογική, διότι είς μόνος κόσμος εγεννήθη, και επομένως λείπει πας όρος συγκρίσεως. Εκτός εάν συγκρίνηται το όλον με τα μέρη του, ήτοι με εαυτό, όπερ άτοπον.
38) Τούτο είναι το συμπέρασμα του συλλογισμού και εν ταυτώ η βεβαίωσις ότι ο κόσμος είναι εικών, φαινόμενον και ουχί πραγματικότης. Ο φαινομενικός ούτος κόσμος είναι ουχί απόλυτος και ανεξάρτητος, αλλά σχετικός και τεθειμένος. Τίθεται δε ή δημιουργείται υπό της ιδέας κατά τον Πλάτωνα, υπό του πνεύματος κατά την γλώσσαν των νεωτέρων.
39) Και ούτω πρέπει να είναι ταύτα συμμετρικά και ανάλογα μεταξύ των,ήτοι 1) δύο πράγματα, το ον και το γινόμενον (γεννητόν), 2) δύο γνώσεις, η νόησις και η δόξα. 3) δύο λόγοι, οι βέβαιοι και οι πιθανοί (Πρόκλ. 103 Δ).
40) Η μελέτη του όντος καταλήγει εις την αλήθειαν, ενώ η του γινομένου δεν υπερβαίνει την πίστιν. Η αλήθεια είναι η επιστήμη, η πίστις είναι η δόξα, η γνώμη. Ο Πρόκλος (105 Α.) λέγει· «Ως η αλήθεια προς το νοητόν παράδειγμα, ούτως η πίστις προς την γενετήν εικόνα». Και εν τη πολιτεία(βιβλίω 7) ο Πλάτων διακρίνει τέσσαρας βαθμούς ή παθήματα ή μοίρας της ψυχής. Πρώτον είναι η νόησις, ήτοι η κατ' εξοχήν γνώσις, η κυρίως λεγομένη φιλοσοφική νόησις, δεύτερον είναι η διάνοια, τουτέστιν η διασκεπτική ή συλλογιστική νόησις, ήτις περιλαμβάνει τα μαθηματικά και εν γένει τας φυσικάς επιστήμας, τρίτον είναι η πίστις, ήτοι η παράστασις, η παραστατική αλήθεια, και τέταρτον είναι η εικασία, ήτοι η διά των αισθήσεων, των εικόνων και των φαντασιών γνώσις, η πιθανότης. Τα δύο πρώτα μέρη συνιστώσι την επιστήμην, τα δε δύο τελευταία την δόξαν. Κατά ταύτα και ο Παύλος (I Κορινθ. XII 8, 9) λέγει· «Ω μεν διά του πνεύματος δίδοται λόγος σοφίας (φιλοσοφική νόησις), άλλω δε λόγος γνώσεως (η γνώσις η εν γένει, αι μερικαί επιστήμαι) κατά το αυτό πνεύμα· ετέρω δε πίστις εν τω αυτώ πνεύματι, άλλω δε κ λ.»
41) Εν τη Πολιτεία (VI) λέγει ότι η πρώτη αιτία είναι η ιδέα, αυτό το αγαθόν, όπερ είναι ταυτόν με τον νουν (Φιλήβ. 22 C). Αν η αγαθότης νυν γίνεται απλή ιδιότης του δημιουργού, τούτο προέρχεται εκ της μυθικής μορφής, ην έλαβε το έργον της δημιουργίας. Η αγαθότης αύτη δεν πρέπει να νοήται υπό την στενήν ηθικήν σημασίαν, αλλ' υπό την καθολικήν έννοιαν, ότι τα πράγματα έχουσιν ύπαρξιν ιδίαν, και ευρίσκουσι τα μέσα να συντηρώνται.Εν τούτω γενικώς αναγνωρίζεται η θεία αγαθότης, αντιθέτως προς την θείαν δύναμιν, ενώπιον της οποίας ουδέν πράγμα οσονδήποτε ισχυρόν και στερεόν,δύναται να υφίσταται.
42) Ο Έγελος λέγει· «Το ότι ο Θεός δεν είναι φθονερός αναμφιβόλως είναι μεγάλη, ωραία, αληθής, αλλά και αφελής παράστασις. Παρά τοις αρχαίοις,τουναντίον, ευρίσκομεν ότι η Νέμεσις, η δίκη, η ειμαρμένη είναι ο μόνος προσδιορισμός των θεών, οίτινες καταρρίπτουσι και ταπεινούσι παν ό,τι είναι μέγα και δεν ανέχονται να υπάρχη ό,τι είναι έξοχον και υψηλόν. Αλλά η μεγαλόνοια των υστέρων φιλοσόφων ανέτρεψε την διδασκαλίαν ταύτην. Διότι εν τη απλή έννοια της Νεμέσεως δεν εμπεριέχεται ακόμη κανείς ηθικός διορισμός, διότι τιμωρία μόνη υπάρχει η ταπείνωσις παντός, όπερ υπερβαίνει τα όρια, αλλά τα όρια ταύτα δεν παρουσιάζονται ακόμη ως ηθικά, και η τιμωρία δεν είναι ακόμη η αναγνώρισις του ηθικού αντιθέτως προς το ανήθικον. Ούτως η θεωρία του Πλάτωνος είναι πολύ υψηλοτέρα της δοξασίας των νεωτέρων, οίτινες λέγοντες ότι ο Θεός είναι Θεός άγνωστος, όστις δεν απεκαλύφθη εις ημάς και περί του οποίου ουδέν δυνάμεθα να γινώσκωμεν,αποδίδουν φθόνον εις τον Θεόν. Τω όντι· διατί ο Θεός να μη αποκαλύπτηται εις ημάς, εάν σπουδαίως ζητώμεν την γνώσιν αυτού; Έν φως ουδέν αποβάλλει,εάν άλλο αναφθή εξ αυτού, και διά τούτο οι Αθηναίοι ετιμώρουν τους εμποδίζοντας να γίνηται τούτο. Εάν η γνώσις του Θεού μας απηγορεύετο, ίνα γινώσκωμεν μόνον το πεπερασμένον και ίνα μη φθάσωμεν εις το απόλυτον, ο Θεός θα ήτο φθονερός Θεός ή θα εγίνετο κενή λέξις. Τοιαύται θεωρίαι ουδέν έτερον σημαίνουσιν ειμή ότι θέλομεν να αμελώμεν ό,τι είναι υψηλότερον και θείον και να επιδιώκωμεν τα ποταπά συμφέροντα και τας προσωπικάς γνώμας ημών. Η ταπεινότης αύτη είναι αμάρτημα, είναι το κατά του Αγίου Πνεύματος αμάρτημα (Εγ. ιστ. της Φιλ. Α').
43) Τούτο είναι επιχείρημα ή λόγος πιθανός. Ούτως ο Θαλής έλεγε:Πρεσβύτατον των όντων είναι ο Θεός, διότι είναι αγέννητον, κάλλιστον δε ο κόσμος, διότι είναι ποίημα Θεού.
44) Κατά δύναμιν λέγει ο Πλάτων, δηλών ότι ο Θεός ενεργεί ουχί αυθαιρέτως, αλλά κατά νόμους, οίτινες είναι αύται αι ιδέαι, αι αποτελούσαι την ουσίαν των όντων.
45) Ο Τίμαιος λέγει φλαύρον, όπερ είναι η άτακτος ύλη, ην ο Θεός μετεχειρίσθη, ούτως ώστε να μη μείνη κανέν φλαύρον, αχρείον, και τούτο έγινε διά της τάξεως. Η ύλη έχει φύσιν ιδίαν προερχομένην εκ τηςανάγκης, ήτις δύναται να πεισθή, όχι να καταστραφή.
46) Ο Έγελος παρατηρεί ότι ταύτα είναι μυθική έκφρασις προερχομένη εκ της ανάγκης, εις ην ευρίσκεται ο Πλάτων να αρχίση με άμεσόν τινα διορισμόν, όστις είναι όμως απαράδεκτος, όπως διατυπούται. Προσέτι φαίνεται ότι παριστά τον Θεόν, ως δημιουργόν μόνον, ήτοι κοσμήτορα της ύλης, και ότι αύτη, αιωνία ούσα και ανεξάρτητος, ευρέθη υπό του Θεού ως χάος. Αλλά και τούτο είναι μύθος. Ο Πλάτων ομιλεί ενταύθα κατά τρόπον δημώδη, ίνα κάμη έναρξιν του λόγου του. Δεν πρέπει λοιπόν να δίδωμεν προσοχήν εις τας εκφράσεις ταύτας, αλλ' εις τας αληθείς φιλοσοφικάς θεωρίας του.
47) Το έξοχον αγαθόν και το έξοχον καλόν είναι τα χαρακτηριστικά της μεγίστης τελειότητος.
48) Πρόκειται περί του κόσμου, όστις θα δημιουργηθή.
49) Ο νους θεωρείται ως μέρος η λειτουργία της ψυχής.
50) Το παράδειγμα είναι το νοητόν ζώον. Πώς τούτο είναι παράδειγμα του αισθητού; Δεν είναι είδος (μέρος), αλλά γένος, εν ω περιέχονται πάντα τα γένη. Εκ του ομοιώματος, όπερ είναι ο αισθητός κόσμος, δυνάμεθα να συμπεράνωμεν περί του προτύπου, όπερ πρέπει να είναι τοιούτον, ώστε ο αισθητός κόσμος και έν έκαστον των εν αυτώ να ευρίσκωσι τα παράδειγμα αυτών.
51) Τα αυτόζωον ως ιδέα είναι έν, διότι είναι παν, λοιπόν και ο ορατός κόσμος κατ' ανάγκην είναι είς, διότι άλλως δεν θα ήτο τέλειον ομοίωμα του νοητού κόσμου του τα πάντα περιλαμβάνοντος.
52) Επειδή ο κόσμος γεννάται, άρα θα είναι. Εις το ον όμως ανήκει μόνον το είναι (εστί).
53) Πρόκειται περί της δημιουργίας του κόσμου, ήτοι της τάξεως, διό η δημιουργία γίνεται εκ στοιχειώδους ύλης, περί ης θα γίνη λόγος πάλιν εν σελ. 48 Ε, όπως και περί του κόσμου ως ενός ζώου εν σ. 69 C.
54) Η γεωμετρική. Τρεις κύριαι αναλογίαι υπάρχουσιν. 1) Η αριθμητική,ως 2:4 = 4:6, όπου ο μέσος υπερέχει τον ένα άκρον και υπερέχεται υπό του ετέρου κατά το αυτό ποσόν· 2) Η γεωμετρική, ως 2:4 = 4:8, όπου ο μέσος είναι, τοσάκις μείζων του ενός άκρου, οσάκις είναι ελάσσων του έτερου, και3) Η αρμονική, ως 6:8 = 8:12, όπου ο μέσος είναι μείζων ενός άκρου κατά κλάσμα (μέρος) τούτου, ίσον προς το κλάσμα, καθ' ό ο μέσος υπερέχεται υπό του άλλου άκρου. Ούτως ο 8 είναι ίσος προς 6+6/3 = 8 και ίσος προς 12 —12/3 = 8· ώστε ο 8 υπερέχει τον 6 κατά το 1/3 αυτού και υπερέχεται υπό του12 κατά το αυτό μέρος, ήτοι κατά το 1/3 αυτού. Ο Πλάτων ορίζων τας αναλογίας ορμάται εκ του μέσου αναλόγου, διότι ούτος αποτελεί τονδεσμόν. Η αναφορά λοιπόν της αριθμητικής αναλογίας είναι η της ισότητος,η της γεωμετρικής είναι η της ταυτότητος, και η της αρμονικής η της ομοιότητος. Η γεωμετρική κυρίως λέγεται αναλογία, αι άλλαι δύο λέγονται μεσότητες.
55) Πρόκειται περί της γεωμετρικής αναλογίας, ήτις είναι αναγκαία διά τον ειρημένον τέλειον δεσμόν και ήτις διά τούτο καλείται γεωμετρική, διότι παριστά αναφοράς σχημάτων επιπέδων ή στερεών. Οι αρχαίοι διέκρινον αριθμούς γραμμικούς ή πλευράς, επιπέδους και στερεούς. Ο γραμμικός παριστά ό,τι είναι εν τη γεωμετρία η πλευρά· κυρίως όμως πλευραί είναι οι πρώτοι αριθμοί. Πρώτοι απλώς και ασύνθετοι είναι οι υπό μηδενός μεν αριθμού, υπό μόνης δε της μονάδος μετρούμενοι, ως ο 3, 5, 7, 11, 13, 17 και οι τούτοις όμοιοι. Λέγονται δε οι αυτοί γραμμικοί και ευθυμετρικοί, διότι και τα μήκη και αι γραμμαί κατά μίαν διάστασιν θεωρούνται. Είναι δε εκ των αριθμών οι μεν επίπεδοι, όσοι υπό δύο αριθμών πολλαπλασιάζονται, τούτων δε οι μεν τρίγωνοι, οι δε τετράγωνοι, κ. λ. Ο επίπεδος είναι το γινόμενον δύο πλευρών ή πρώτων αριθμών, ως λ. χ. ο 6, διότι 6 = 2×3. Αν οι δύο παράγοντες αυτού είναι ίσοι, λέγεται τετράγωνος. Ο στερεός είναι γινόμενον τριών πρώτων, και, αν ούτοι είναι ίσοι, λέγεται κύβος. Φανερόν είναι ότι γεωμετρική αναλογία δεν δύναται να αποτελεσθή υπό μόνων πρώτων αριθμών. Εν τω προκειμένω χωρίω του Τιμαίου πρέπει να αποκλεισθώσι και όσαι αναλογίαι έχουσιν όρον πρώτον αριθμόν, λ.χ. η αναλογία 2:3 = 6:9 ή 3:6 = 6:12, διότι ο 2 και ο 3 δεν δύνανται να παραστήσωσιν επίπεδον σχήμα. Όγκοι είναι οι στερεοί αριθμοί· δυνάμεις είναι οι επίπεδοι.
56) Εν τη γεωμετρική αναλογία το γινόμενον των άκρων είναι ίσον με το των μέσων, και η αναλογία δεν μεταβάλλεται, αν οι μέσοι γίνωσιν άκροι και οι άκροι μέσοι. Ο Πλάτων δεν διακρίνει αναλογίαν από προόδου 4:6:9, και διά τούτο μεταχειρίζεται τον μέσον καθ' ενικόν. Ο μέσος είναι ο δεσμός των άκρων. Ο Έγελος θαυμάζει τα θεωρήματα του Πλάτωνος περί αναλογίας και ταυτότητος των όρων αυτής. «Τούτο, λέγει, είναι έξοχον, το διετηρήσαμεν δε και ημείς εν τη φιλοσοφία ημών. Η διάκρισις, ήτις δεν είναι διάκρισις,διότι αίρεται, είναι ο συλλογισμός, εν ώ οι άκροι συνδέονται διά του μέσου, όστις περιλαμβάνει και ταυτίζει αυτούς και τους κάμνει έν. Οι όροι του συλλογισμού είναι το Καθολικόν, το Μερικόν και το Ατομικόν· έκαστος αυτών γίνεται εκ περιτροπής υποκείμενον και κατηγορούμενον και μέσον ή δεσμός αυτών και ούτω πάντες συνταυτίζονται· ο συλλογισμός είναι η μορφή του λόγου. Το Απόλυτον είναι ο συλλογισμός, ή άλλως: παν πράγμα είναι είς συλλογισμός. Παν πράγμα είναι μία έννοια, και η ύπαρξις αυτού είναι η διαφορά (κρίσις) των διορισμών του, ούτως ώστε η καθολική φύσις του δίδει εαυτή εξωτερικήν πραγματικότητα μερικευομένη και τιθεμένη ως ένατομικόν δι' αρνητικής επιστροφής εις εαυτήν. Ή ανάπαλιν· το πραγματικόν είναι το ατομικόν, όπερ διά του μερικού υψούται εις το καθολικόν και τίθεται ως έν και ταυτόν εαυτώ. Αι κατά του συλλογισμού αναρριπτόμεναι ενστάσεις αποβλέπουσιν εις τον τυπικόν συλλογισμόν, όστις δεν συνδέει τους άκρους ουχί διά μέσου συγκεκριμένου, ως είναι το καθόλου, το γένος (λ. χ.άνθρωπος), όπερ συνδέει το ατομικόν (Πέτρος) με το μερικόν (την ειδοποιόν διαφοράν λογικός), αλλά διά μέσου όστις είναι μία αισθητή ποιότης ή εξωτερικός διορισμός (π. χ. το ερυθρόν, η βαρύτης) και ούτως οι άκροι(ρόδον και χρώμα, ή ήλιος και πλανήται) μένουσιν ανεξάρτητοι και αδιάφοροι προς αλλήλους (εάν λάβωμεν την βαρύτητα ως μέσον, θα συμπεράνωμεν ότι οι πλανήται πίπτουσιν επί του ηλίου, δι' άλλου μέσου, της φυγοκέντρου δυνάμεως, θα συμπεράνωμεν ότι φεύγουσι τον ήλιον). «Ταύτα όμως καταλύει η Πλατ. φιλοσοφία, εν ή οι άκροι δεν μένουσιν ανεξάρτητοι ούτε απ' αλλήλων ούτε από του μέσου· το κύριον είναι η ταυτότης αυτών. Εν τω συλλογισμώ του λόγου το υποκείμενον, το περιεχόμενον, διά του άλλου και εν τω άλλω ενούται προς εαυτό, διότι οι όροι συνταυτίζονται. Τούτο είναι εν άλλαις λέξεσιν η φύσις του απολύτου, του Θεού. Ο Θεός, τιθέμενος ως υποκείμενον,είναι τούτο: δηλ. γεννά τον υιόν του, τον κόσμον, πραγματοποιείται εν τη πραγματικότητι ταύτη, ήτις φαίνεται ως άλλο, αλλ' εν αυτή μένει ο αυτός προς εαυτόν (αναφέρεται εις εαυτόν, ευρίσκει εαυτόν), αναιρεί την πτώσιν,μηδενίζει τον χωρισμόν και εν τω άλλω (εν τη φύσει) συνενοί εαυτόν προς εαυτόν και γίνεται ούτω πνεύμα. Ούτως ο Θεός είναι είς συλλογισμός. Εν τη Πλατ. φιλοσοφία έχομεν ούτω το κάλλιστον και το ύψιστον. Ταύτα είναι μεν καθαρά νοήματα, αλλά περιέχουσι παν πράγμα εν εαυτοίς· διότι πάσαι αι συγκεκριμέναι μορφαί ή υπάρξεις εξαρτώνται εκ των διορισμών της Νοήσεως μόνον. Οι Πατέρες της εκκλησίας εύρον ούτω παρά Πλάτωνι την Τριάδα, ην επεθύμουν να κατανοήσωσι και αποδείξωσι λογικώς. Παρά τω Πλάτωνι η αλήθεια τω όντι έχει τους αυτούς διορισμούς ως η Τριάς. Αλλ' αι μορφαί αύται ημελήθησαν επί δισχίλια έτη από των χρόνων του Πλάτωνος, διότι εις την χριστιανικήν θρησκείαν δεν είχον μεταβή ως καθαρά νοήματα (αλλά διά παραστάσεων και εικόνων) και εθεωρούντο ότι ήσαν διδασκαλίαι εκ πλάνης γινόμεναι δεκταί, έως ου κατά τους νεωτέρους χρόνους οι άνθρωποι ήρξαντο να καταλαμβάνωσιν ότι η έννοια (ο λόγος) εμπεριέχεται εις τους διορισμούς τούτους και ότι η Φύσις και το Πνεύμα δι' αυτών μόνων δύνανται να κατανοηθώσι». Δυνάμεθα λοιπόν να είπωμεν, ότι ο Πλάτων γράφων τον Τίμαιον εδημιούργει το παράδειγμα, το πρότυπον, καθ' ο η διάνοια των επερχομένων γενεών έμελλεν εξελισσομένη να πλάση τον πνευματικόν κόσμον αυτής.
57) Το δόγμα τούχο επολεμήθη σφοδρώς, λόγω ότι, αν είναι 2:4:8, ανάλογα θα είναι και τα τετράγωνα 4:16:64 και οι κύβοι 8:64:512 μεθ' ενός μόνου μέσου. Αλλ' όμως επειδή πρόκειται περί των στοιχείων, ο Πλάτων έχει προ οφθαλμών ως πλευράς μεν τους πρώτους αριθμούς, ως επιπέδους δε και στερεούς τα πολλαπλάσια των πρώτων. Μόνον επί τοιούτων αριθμών ισχύει το ρηθέν, ότι μεταξύ δύο επιπέδων μία μόνη μεσότης εξαρκεί, διότι δυνατόνενίοτε να είναι πλείονες, αλλά πάντοτε είναι μία μόνη, όταν οι αριθμοί είναι μεν πολλαπλάσια πρώτων αριθμών, αλλά τετράγωνοι. Έστωσαν πρώτοι 5και 7, τα τετράγωνα αυτών είναι 25 και 49, μέσος δε ανάλογος τετραγωνικός τούτων είναι το γινόμενον των ριζών 5×7. Τω όντι 25:35 = 35:49, ένθα 25×49 = 35×35 = 1225. Αλλά, και αν λάβωμεν τα τετράγωνα 9 και 16 έχοντα πλευράς ή ρίζας τους 3 και 4, ων ο 4 είναι πολλαπλάσιον του 2, πάλιν θα έχωμεν ένα μόνον μέσον, τον 3×4 = 12, ήτοι θα έχωμεν 9:12 = 12:16 (Πρόκλ. 148 C). Εάν όμως αμφότεραι αι ρίζαι είναι πολλαπλάσια πρώτων και δη τετράγωνα, τότε οι μέσοι ανάλογοι θα είναι πλείονες. Έστωσαν ρίζαι τα τετράγωνα 4 και 9.Τούτων τα τετράγ. 16 και 81 έχουσι μέσον ανάλογον το γινόμ. των ριζών 4×9 = 36, και ούτος δύναται να εξαρκή προς αναλογίαν, 16:36 = 36:81. Εν τούτοις οι αριθμοί 4 και 9 ως τετράγ. έχουσι μέσον ανάλογον το γινόμ. των ριζών 2×3 = 6, δι' ου ευρίσκομεν άλλους δύο μέσους μεταξύ 16 και 81, τους4×6 = 24 και 6×9 = 54. Έχομεν άρα 16:24 = 54:81. Λοιπόν προς την δι'αναλογίας σύνδεσιν δύο επιφανειών τετραγώνων μία μεσότης δύναται ναεξαρκή, εάν όμως τα τετράγ. ταύτα ρίζας έχωσι πρώτους αριθμούς, τότε μία μόνη μεσότης δύναχαι να υπάρχη.
Εάν νυν ληφθώσι δύο επίπεδοι, πολλαπλάσια άλλων, ουχί δε τετράγωνοι αμφότεροι, ή ο είς μόνος, τότε δεν θα εύρωμεν ένα μόνον μέσον γεωμ.ανάλογον, αλλά θα έχωμεν χρείαν δύο. Έστωσαν οι επίπεδοι 15 (= 3×5) και 77 (= 7×11), οι μέσοι αυτών θα ευρεθώσι πολλαπλασιαζομένων των παραγόντων3×11 = 33 και 5×7 = 35. Λοιπόν 15:33 = 35:77. Μία μόνη μέση αδύνατον είναι να υπάρχη. Τω όντι έστω αύτη Χ. Θα έχωμεν λοιπόν 15:Χ = Χ:77 ή Χ2= 15×77, άρα Χ = τετραγωνική ρίζα (15×77) = τετραγωνική ρίζα 1155, αλλ' η ρίζα του 1155 δεν είναι ακέραιος αριθμός, διότι ο 34 είναι ρίζα του 1156.Πάλιν ας λάβωμεν δύο επιπέδους 18 και 28, ων οι παράγοντες 3×6 και 4×7 δεν είναι πάντες πρώτοι και θα έχωμεν μέσους αναλόγους 21 (= 3×7) και 24 (= 4×6). Αλλά και ενταύθα ο μέσος είναι είς μόνος, όταν οι παράγοντες εκατέρου, λ. χ. των 18 και 32, έχωσι προς αλλήλους οίαν σχέσιν και οι του ετέρου, οι 3×6, και 4×8, ων οι 6 και 8 είναι διπλάσιοι των 3 και 4. Εδώ ο μέσος μεταξύ 18 και 32 είναι μόνος ο 24, διότι 3×8 και 4×6 δίδουσιν αμφότεραι 24. Τω όντι 18:Χ = Χ:32, εξ ης Χ2 = 18×32 και Χ =τετραγωνική ρίζα (18×32) = τετραγωνική ρίζα 576 = 24.
Προς αναλογίαν όμως των στερεών είς μόνος μέσος δεν εξαρκεί. Και πρώτον οι κύβοι, των πρώτων αριθμών έχουσι πάντοτε δύο μέσους. Έστωσαν οι κύβοι 8και 27, ων ρίζαι οι 2 και 3. Τούτων των κύβων δύο μεσότητες υπάρχουσι,2×2×3 = 12 και 3×3×2 = 18· ήτοι προκύπτει η αναλογία 8:12 = 18:27 ήτις είναι συνεχής (κατά τον ημιόλιον λόγον, Προκλ. 148 Ε) δηλ. 8:12 = 12:18 = 18:27. Άλλον μέσον είναι αδύνατον να εύρωμεν. Εάν όμως αι κυβικαί ρίζαι δεν είναι πρώτοι αριθμοί, είς μόνος μέσος δύναται να αρκή αλλά, ως είπομεν, ο λόγος είναι πάντοτε περί των πρώτων και των πολλαπλασίων αυτών.Π. χ. οι αριθμοί 64 και 799 ως τετράγωνα μεν των 8 και 27 έχουσι μέσον ανάλογον τον 216, όστις είναι γινόμενον των 8×27, ως κύβοι δε του 4 και 9έχουσι δύο άλλους ανεξαρτήτους μέσους 4×4×9 = 144 και 9×9×4 = 324, λοιπόν64:144 = 324:729 ή 64:144 = 144:324 = 324:729. Ο μέσος 216 εξηγείται και κατά τα ανωτέρω, διότι μεταξύ των κυβικών ριζών 4 και 9, υπάρχει ο μέσος2×3 = 6, του ο δε κύβος είναι ο 216.
Επί τέλους, εάν οι στερεοί αριθμοί δεν είναι κυβικοί, τότε θα έχωμεν πάντοτε δύο μέσους. Ούτω μεταξύ των στερεών 105 (= 3×5×7) και 385 (= 5×7×11) οι μέσοι είναι 3×5×11 = 165 και 5×7×7 = 245, λοιπόν 105:165 = 245:385, ή πολλαπλασιαζομένων άλλως των παραγόντων, 105:175 = 231:385 ή και 105:147 = 275:385. Το αυτό συμβαίνει, και όταν οι παράγοντες ή πάντες ή τινές δεν είναι πρώτοι αριθμοί.
Εκ τούτων αποδεικνύεται ότι ο Πλάτων, λέγων ότι προς σύνδεσιν δύο επιπέδων αρκεί είς μέσος· προς σύνδεσιν δε δύο στερεών απαιτούνται δύο μέσοι,είχεν υπ' όψει περιπτώσεις στοιχειώδεις και ανεπιδέκτους αναγωγής, ήτοι τετράγωνα και κύβους πρώτων αριθμών, τους κύβους δε ιδία ένεκα της ανάγκης αναλογίας συνεχούς, οία πυρ: αέρα = αήρ:ύδωρ = ύδωρ:γην.
58) Ο μέσος εν τη φύσει είναι διπλούς και ούτως εν αυτή επικρατεί ο αριθμός τέσσαρα. Η αιτία, δι' ην η τριάς του συλλογισμού του λόγου μεταβάλλεται εις τετράδα εν τη φύσει, είναι ότι εκείνο όπερ εν τη νοήσει είναι έν, τούτο εν τη φύσει χωρίζεται. Διότι εν αυτή, ίνα η αντίθεσις υπάρχη ως αντίθεσις, πρέπει να είναι διπλή, και ούτως αριθμούντες έχομεν τέσσαρας όρους. Ούτως εν τω απολύτω συλλογισμώ, το έν είναι ο Θεός, το δεύτερον, ο μέσος (μεσίτης) είναι ο Υιός, το τρίτον είναι το Πνεύμα, — ο Μέσος είναι απλούς. Αλλά, όταν την παράστασιν του θεού εφαρμόσωμεν εις τον κόσμον, έχομεν ως μέσον την Φύσιν και το Πεπερασμένον πνεύμα, ως την οδόν της επιστροφής από της φύσεως, το δε επιστραφέν είναι το απόλυτον Πνεύμα.Η ζώσα αύτη πορεία, ούτος ο χωρισμός, η θέσις των διαφορών και η ένωσις, η συνταύτισις αυτών, είναι ο ζων Θεός (Έγελ. Ιστορ. Φιλ. τόμ. Α' σ. 254).
59) Η φιλία είναι αρμονία, τα ανάλογα είναι εν αρμονία και φιλία· διό ο κόσμος συντηρείται και δεν δύναται να διαλυθή, ειμή υπό του συνδέσαντος αυτόν. Αλλ' ούτος αγαθός ων δεν δύναται να θέλη να τον διαλύση άρα ο κόσμος θα υπάρχη πάντοτε.
60) Η περατότης των πραγμάτων συνίσταται εις το ότι διάφορόν τι,εξωτερικόν τι υπάρχει προς άλλο τι αντικείμενον. Εν τη ιδέα υπάρχει βεβαίως ο διορισμός, ο περιορισμός, η διαφορά, το άλλο, αλλά τούτο συνάμα διαλύεται, αναιρείται, εν τη ιδέα, εν τω ενί. Αύτη είναι διαφορά, εξ ης ουδεμία περατότης πηγάζει, διότι επίσης αναιρείται. Το πέρας ούτως είναι εν τω απείρω, και τούτο είναι μέγα διανόημα του Πλάτωνος.
61) Του σφαιρικού σώματος η κίνησις είναι η κυκλική, ήτις είναι πάντοτε κατά ένα τρόπον και μάλλον σύμφωνος προς τον νουν και την φρόνησιν,αίτινες είναι πάντοτε επίσης καθ' ένα τρόπον. Αι άλλαι έξ κινήσεις είναι αι προς τα εμπρός, οπίσω, δεξιά, αριστερά, κάτω, άνω.
62) Δήλα δη αποτελούμενον εκ πάντων των υπαρχόντων στοιχείων χωρίς να μείνη υπόλοιπον κανέν.
63) Η ψυχή, ευρίσκεται ουχί μόνον εν τω κέντρω, αλλά, πανταχού, και ούτω δεν περιέχεται υπό του σώματος αλλά το περιέχει. Επανορθοί ο Πλ. την προτέραν φράσιν «ότι ο Θεός έθηκε ψυχήν εν τω κέντρω του σώματος»,δεικνύων, ότι κάλλιον δύναται να λέγηται ότι το σώμα είναι εν τη ψυχή.
64) Ο κόσμος ενταύθα διά της ψυχής είναι μία ολότης· νυν πρώτον ο μονογενής Θεός, ο μέσος και η ταυτότης (των άκρων) είναι το αληθές απόλυτον. Ο πρώτος εκείνος Θεός, όστις ήτο μόνον αγαθότης, είναι,τουναντίον, απλή υπόθεσις και ένεκα τούτου ούτε διορίζεται ούτε αυθορίζεται, είναι απροσδιόριστος. Νυν όμως ο Πλ. εμφανίζει διωρισμένην παράστασιν του Θεού. Ο Πλάτων απολογείται αφελώς ότι ήρξατο από του αφηρημένου. Αλλ' η έναρξις κατ' ανάγκην είναι αφηρημένη, είναι απλή προϋπόθεσις της παραστατικής ενεργείας. Το συγκεκριμένον, το αληθές εμφανίζεται ύστερον. Εύκολον είναι να δείξη τις ότι με τοιαύτας παραστάσεις ο Πλάτων περιπίπτει εις αντιφάσεις. Αλλ' ημείς πρέπει να προσέχωμεν εις τα εποπτικά νοήματα αυτού περί του αληθούς. Και το αληθές είναι ούτος ο γεννητός Θεός (Έγ.).
65) Ο Πλάτων δεν εννοεί, ότι ο Θεός εδημιούργησε την ψυχήν ενώσας μερίδα της ιδέας με μερίδα της ύλης. Το αμέριστον δεν μερίζεται, το δε γινόμενον είναι αισθητόν, υλικόν, και είναι άτοπον να ομιλώμεν περί ψυχικής ύλης. Έπειτα, αν η ψυχή επλάσθη προ του σώματος, πόθεν ελήφθη η μερίς χάριν αυτής; Ο Πλάτων εννοεί ότι η ψυχή μετέχει της φύσεως, του τρόπου του είναι αμφοτέρων, του αμερίστου και του μεριστού, και είναι η ενότης, ο μέσος όρος αυτών. Η ψυχή είναι ενότης διαφορών, τούτο είναι το ουσιώδες. Η σύνθεσις και η διάκρισις είναι εικονικαί εκφράσεις. Η ψυχή δεν είναι σύνθετος, αλλά απλή και διά τούτο αθάνατος. Ο Έγελος λέγει ότι «εν τω βαθεί τουτώ χωρίω ο Πλάτ. αναγνωρίζει εν τη ουσία της ψυχής την αυτήν ιδέαν, ην εξέφρασε και ως ουσίαν του σωματικού. Το μεριστόν είναι κατά τον Πλατ. το άλλο, όπερ είναι άλλο, έτερον εν εαυτώ, ουχί έτερον προς άλλο ή άλλου. Ενταύθα οι αφηρημένοι διορισμοί· — το έν το οποίον είναι η ταυτότης, το έτερον, όπερ είναι το εν εαυτώ άλλο, το εναντίον, το διάφορον, — εμφανίζονται πάλιν. Το απόλυτον είναι η ενότης ή ταυτότης του ταυτού και μη ταυτού. Ο Πλάτων κατωτέρω λέγει ότι αι τρεις ουσίαι εμίχθησαν εις έν· αλλά δεν είναι τρεις· η τρίτη δεν είναι τρίτη αντιθέτως προς τας άλλας· είναι η ενότης αυτών. (Αυτός ο Πλάτων κατωτέρω καλεί την τρίτην μόνην ουσίαν, ως κατ' εξοχήν ουσίαν, διότι βεβαίως δι' αυτής και εν αυτή τελείται το έργον της δημιουργίας). Λέγει προσέτι ότι εβίασεν ο Θεός την δυσκόλως μιγνυομένην φύσιν του ετέρου. Αύτη είναι αναμφιβόλως η βία ην η ιδέα ασκεί επί των πολλών, των μεμερισμένων, τα οποία ιδανικεύει,και καθιστά διορισμούς αυτής. (Εγ. Ιστορ. Φιλ. Α' 257 - 258). Ο Πλούταρχος«Περί της εν τω Τιμαίω ψυχογονίας» ΙΑ' 4 λέγει: Οι περί τον Κράντορα,νομίζοντες ότι ίδιον έργον της ψυχής είναι προ πάντων να κρίνη τα νοητά και τα αισθητά, λέγουσιν ότι συνεκράθη εκ της αμεταβλήτου και της μεταβλητής φύσεως, εκ της του ταυτού και του ετέρου (εκ του νοητικού και του αισθητικού).
66) Η ψυχή του κόσμου περιλαμβάνει πάσας τας αναφοράς αριθμού και μέτρου, και εξ αυτής πηγάζει η αρμονία του παντός. Την μουσικήν δε αρμονίαν και το σύστημα των αστέρων θεωρεί ο Πλάτων ως τας πρώτας αποκαλύψεις των αοράτων αριθμών και της συμφωνίας αυτών. Ορίζει δε τας αναφοράς ταύτας ως εξής: Με βάσιν 1 και με λόγον 2 σχηματίζεται η πρόοδος1:2:4:8, με λόγον δε 3 η πρόοδος 1:3:9:27. Αύται, αι τετρακτύς,συγχωνευόμεναι, αποτελούσι την σειράν 1:2:3:4:9:8:27, περί ης ομιλεί ο Πλάτων. Οι 4 και 9 είναι τετράγωνα των 2 και 3, οι 8 και 27 κύβοι των αυτών 2 και 3. Ο 27 είναι το άθροισμα των έξ πρώτων. Οι αριθμοί ούτοι κατά τον Πλάτωνα παριστώσι τας αποστάσεις του Ηλίου και των πλανητών από της γης. Η μονάς είναι η απόστασις της Σελήνης από της γης, του Ηλίου η απόστασις είναι διπλασία της Σελήνης, της Αφροδίτης τριπλάσια, του Ερμού τετραπλασία, του Άρεως οκταπλασία, του Διός εννεαπλασία και του Κρόνου εικοσιεπταπλασία.
Οι σχολιασταί διατάσσουσι συνήθως τας δύο προόδους εις γωνίαν, ης κορυφή είναι η μονάς, η αριστερά πλευρά η πρώτη πρόοδος και η δεξιά είναι η δευτέρα. Οι αντίστοιχοι 2 και 3 είναι οι πρώτοι επίπεδοι, οι 4 και 9 οι πρώτοι τετράγωνοι, οι 8 και 27 οι πρώτοι κύβοι. Οι τέσσαρες όροι εκάστης προόδου δεικνύουσι τους τέσσαρας βαθμούς, ους το φυσικόν ον πρέπει να διανύση, ίνα φθάση εις το πλήρωμα και εις την τελειότητα αυτού.
Η πρώτη σειρά 1:2:4:8 προβαίνει κατά διαστήματα διπλάσια, η δε άλλη1:3:9:27 κατά διαστήματα τριπλάσια. Ταύτα επληρώθησαν ύστερον διά δύο μέσων, ων ο μεν είναι εις αρμονικήν αναλογίαν προς τους άκρους, ο δε εις αριθμητικήν. Εάν εκτελέσωμεν ταύτα, θα έχωμεν κλάσματα. Ίνα όμως έχωμεν ακεραίους, πρέπει να ληφθή ως μονάς ο 384, ως έπραξεν ο Κράντωρ και ο Εύδοξος (Πλουτ. περί της εν τω Τιμ. ψυχογονίας), ώστε η πρόοδος 1:2:4:8 θα αντιστοιχή προς την 384:768:1536:3072. Προς εύρεσιν του μεταξύ 384 και 768αρμονικού μέσου, πολλαπλασιάζονται ούτοι και το γινόμενον 294912πολλαπλασιάζεται επί 2, το δε γινόμενον 589824 διαιρείται διά του αθροίσματος 1152 των δύο άκρων, τα δε πηλίκον 512 είναι αρμονικός ανάλογος μεταξύ 384 και 768, διότι υπερέχει τον 384 κατά 128, ήτοι κατά 1/3×384,και υπερέχεται υπό του 768 κατά 256, ήτοι κατά 1/3×768. Ούτως ο αρμονικός μέσος μεταξύ 768 και 1536 είναι 1024, μεταξύ δε 1536 και 3072 είναι 2048.Ομοίως διά τα τριπλά διαστήματα η πρόοδος 384:1152:3456:10368 = 1:3:9:27,ο αρμονικός μέσος μεταξύ 384 και 1152 είναι 576, μεταξύ 1152 και 3456είναι 1728 και μεταξύ 3456 και 10368 είναι 5184.
Προς εύρεσιν δε του αριθμητικού μέσου διαιρείται διά 2 το άθροισμα των δύο δεδομένων όρων· όθεν ο αριθμ. μέσος μεταξύ 384 και 768 είναι 576.
Κατά τα ανωτέρω θα έχωμεν:
Άκροι
Μέσοι
αρμονικοί
Μέσοι
αριθμητικοί
Άκροι
1:2)
384,
512,
576,
768,
2:4)
768,
1024,
1152,
1536,
4:8)
1536,
2048,
2304,
3072.
Ομοίως
1:3)
384,
576,
768,
1152,
3:9)
1122,
1728,
2304,
3456,
9:27)
3456,
5184,
6912,
10368.
Ο Κερκυραίος Ανδρέας Μαυρομμάτης σχολιάζων το σχετικόν χωρίον του Πλουτ.Περί της εν τω Τιμαίω ψυχογονίας XV 4 δίδει τους εξής αλγεβρικούς τύπους των δύο μέσων και της σχέσεως αυτών. Έστωσαν άκροι οι α, β, ων μείζων ο β. Αριθμητικός μέσος θα είναι ο , αρμονικός δε ο . Ο αριθμητ. υπερέχει και υπερέχεται κατά , ο δε αρμονικός του μεν α υπερέχει κατά , του δε β υπολείπεται κατά . Και φανερόν είναι ότι έχομεν ως προς ούτως προς α και προς β.
Αν ήδη λάβωμεν την αρχικήν τετρακτύν και αντί του 384 αρχίσωμεν από της μονάδος, θα έχωμεν διά τα διπλάσια διαστήματα την εξής σειράν:
1) 1, 4/3, 3/2, 2, 8/3, 3, 4, 16/3, 6, 8,
διά δε τα τριπλάσια,
2) 1, 3/2, 2, 3, 9/2, 6, 9, 27/2, 18, 27.
Τα διαστήματα της (1) σειράς είναι επίτριτα 4/3 = 4:3 = 1 1/3 και επόγδοα9:8 = 1 1/8. Τω όντι 512 = 384+128 = 1 1/3 και 768 = 512+256 = 1 1/3.Μεταξύ δε του 512 και 576, έχομεν 576 = 512+64 = 1 1/8. Εν τη δευτέρα (2)σειρά, ήτοι των τριπλασίων διαστημάτων, έχομεν διαστήματα ημιόλια 3:2 = 1 1/2 και επίτριτα. Τω όντι 576 = 384+182 = 1 1/2, 768 = 576+192 = 1 1/3,και 1152 = 768+384 = 1 1/2 κ.λ.π.
Εκ των διαστημάτων τούτων τα επίτριτα (1 1/3) αναπληρούνται δι' επογδόων(1 1/8) και περιέχουσιν υπόλοιπον (λείμμα), όπερ είναι προς τον επόμενον αριθμόν ως ο 243 είναι προς τον 256. Τω όντι, αν πληρωθή το επίτριτον διάστημα μεταξύ 384 και 512 δι' επογδόου (1 1/8), θα έχωμεν 384/8 = 48·λοιπόν 384+48 = 432 και πάλιν 432/8 = 54, λοιπόν 432+54 = 486, αλλά μεταξύ486 και 512 δεν υπάρχει επόγδοον διάστημα, διότι 486/8 = 60 3/4, επομένως486+60 3/4 = 546 3/4, όπερ υπερβαίνει τον 512, μένει λοιπόν διάστημα(υπόλειμμα) μικρότερον των άλλων, και ενώ εις το επόγδοον διάστημα (1 1/8 = (9/8) η μεταξύ των αριθμών αναφορά είναι ως 8:9, ενταύθα, εις ακεραίους αριθμούς είναι ως 486:512, ή ως τα ημίση αυτών 243:256, ήτοι 1 13/243. Και πάλιν μεταξύ 512 και 576 υπάρχει διάστημα επόγδοον (1 1/8) ακέραιον·μεταξύ δε 576 και 768 είναι επίτριτον (1 1/3) πληρούμενον ως το πρώτον με δύο επόγδοα και έν λείμμα, και θα έχωμεν 576, 648, 729, 768. Ομοίως διά το επόμενον διάστημα θα έχωμεν 768, 864, 972, 1024 κ. έ. Εις δε τας σειράς των τριπλασίων έχομεν διαστήματα επίτριτα πληρούμενα ομοίως, και ημιόλια,περί ων δεν αναφέρει ο Τίμαιος, ως ευνόητα ίσως. Πληρούμεν τα ημιόλια παρεμβάλλοντες δύο επόγδοα και έν λείμμα, ως είδομεν ανωτέρω, και μετά το λείμμα προσθέτοντες άλλο επόγδοον διάστημα. Μεταξύ λοιπόν 384, και 576,όπου υπάρχει ημιόλιον διάστημα, θα έχωμεν 512, 576, ων ο β είναι , ο γ είναι , ο δε 512 είναι ο .
Πάντα ταύτα υπελογίσθησαν σχετικώς με το δωρικόν διατονικόν οκτάχορδον, εν τω οποίω η αναφορά του δι' οκτώ είναι 1:2, διό 384 και 768 παριστώσι την συμφωνίαν δι' οκτώ. Αλλά μεταξύ 384 και 512 υπάρχει αναφορά 6:8 (= 1 1/3 = 4/3 = 8/6) αντιστοιχούσα προς την διά τεσσάρων συμφωνίαν και μεταξύ 384και 576 είναι αναφορά 6 προς 9 (1+1/2 = 3/2 = 9/6), ήτις είναι η συμφωνία διά πέντε. Η αναφορά δε 8 προς 9 (1 1/8 = 9/8) παριστά ολόκληρον τόνον,ώστε το διά τεσσάρων διάστημα περιλαμβάνει τόνους δύο και ήμισυν, το δε διά πέντε περιλαμβάνει το διά τεσσάρων και προσέτι ένα άλλον ακέραιον τόνον. Τα αρχικά ταύτα διαστήματα παρατηρεί ο Πλούτ. (15) παριστά η αναλογία 6:8 = 8:12 (ήτοι 6:12 = διά οκτώ, 8:12 = διά πέντε, 6:8 = διά τεσσάρων), ήτις διά τούτο εκλήθη αρμονική, παρά Πλουτάρχω όμως υπεναντία.
Ιδού το διάγραμμα του πρώτου οκταχόρδου, κατά τας χορδάς του οποίου (ήτοι κατά τους νόμους της μουσικής αρμονίας) ο Θεός ενηρμόνισε τον κόσμον(Fraccaroli).
Διαστήματα
Χορδαί
νήτη
384
1 τόνος . . . . .
παρανήτη
432
1 τόνος . . . . .
τρίτη
486
λείμμα . . . . .
παραμέση
512
1 τόνος . . . . .
μέση
576
1 τόνος . . . . .
λιχανός
684
1 τόνος . . . . .
παρυπάτη
729
λείμμα . . . . .
υπάτη
768
Όροι αριθμητικής σειράς, 6:9:12
η υπεροχή του εννέα = τρία η λείψις του εννέα = τρία
Ο εννέα κατ' ίσον αριθμόν (3) υπερέχει του έξ και λείπεται του δώδεκα.
Όροι αρμονικής σειράς, 6:8:12
Η υπεροχή των οκτώ δύο = τριτημόριον του 6. Η ένδεια του οκτώ τέσσαρα =τριτημόριον του 12.
Ο οκτώ κατά το αυτό μέρος των άκρων (1/3) υπερβάλλει του 6 και λείπεται του 12.
67) Μεγάλη πρόοδος, λέγει ο Έγελος, δεν εγένετο διά των αριθμητικών τούτων σχέσεων, διότι δεν προσφέρουσι πολύ εις την ιδέαν, εις την θεωρητικήν νόησιν. Αι σχέσεις και οι νόμοι της φύσεως δεν δύνανται να εκφρασθώσιν υπό των ξηρών τούτων αριθμών, διότι ούτοι αποτελούσιν επειρικήν σχέσιν, ήτις δεν είναι η βάσις των αναλογιών της φύσεως (Ιστ.της Φιλοσ.).
68) Επειδή ο λόγος είναι περί της ψυχής του κόσμου, δέον να αποκλεισθή πάσα παράστασις ύλης. Έχομεν ούτως όλως μαθηματικήν παράστασιν, εις την οποίαν έπειτα θα εφαρμοσθή η φυσική μετά της δημιουργίας του κόσμου νυν αύτη είναι συνεχής σειρά αναλογικών αναφορών εφαρμοζομένων εις την διπλήν τετρακτύν. Την συνεχή ταύτην σειράν εικονίζει ο Πλάτων ως ταινίαν, ην ο δημιουργός διαιρεί εις δύο μέρη, ταύτα επιθέτει το έν επί του άλλου εις σχήμα Χ, κάμπτει τα άκρα αυτών, τα οποία συνδέει εις τα σημείον το αντίθετον της πρώτης τμήσεως των δύο μερών, και ούτω κλείει εντός αυτών σφαίραν, ήτις περικυκλούται έξωθεν υπό της κινήσεως του ταυτού. Πρότερον(34 Β) είπεν, ότι η ψυχή του κόσμου περιβάλλει αυτόν έξωθεν και ότι ούτος κινείται κυκλικήν κίνησιν περί εαυτόν (περί τον άξονα αυτού), ήτοι την κίνησιν του ταυτού. Αναγκαίως δε εκ των κύκλων των σχηματισθέντων διά του Χ ο είς είναι εσωτερικός, ο δε άλλος εξωτερικός· ο εξωτερικός παριστά τον ισημερινόν και είναι σύμβολον του ουρανού των απλανών αστέρων, ο δ'εσωτερικός είναι η εκλειπτική και αντιστοιχεί προς τον κύκλον των πλανητών. Ο Ιταλός μεταφραστής του Τιμαίου G. Fraccaroli, δικαίως κρίνει ότι είναι αληθέσταται αι εξής παρατηρήσεις του Άγγλου μεταφραστού Archre Hind. «Ό,τι υπάρχει και συμβαίνει εν τη υλική φύσει είναι (κατά Πλάτωνα)απλώς το υλικόν σύμβολον της αΰλου αληθείας, είναι το αναγκαίον αποτέλεσμα της κανονικής εξελίξεως του πνεύματος, κατά τον νόμον της φύσεως του, εν ταις σωματικαίς εκδηλώσεσιν. Ο Πλάτων βέβαια δεν θέλει να είπη ότι η άυλος και αμέριστος ουσία της ψυχής αποτελείται εκ κύκλων και μερίζεται κατά μαθηματικάς αναλογίας. Ο κύκλος είναι κατ' αυτόν σύμβολον της ενεργείας της νοήσεως· αποδίδων δε τους αρμονικούς αριθμούς εις την ψυχήν, θέλει να είπη ότι πάσαι αι αναφοραί ή αρμονίαι, μαθηματικαί ή άλλαι, αίτινες ευρίσκονται εν τω κόσμω του χώρου και του χρόνου, είναι η διά μαθηματικών όρων φυσική έκφρασις αιωνίου τινός νόμου της ψυχής».
69) Εκ των δύο τούτων κινήσεων, η μεν εξωτερική (του ισημερινού)μετέχει της φύσεως του ταυτού και κινείται προς τα δεξιά κατά την πλευράν,η δε εσωτερική (της εκλειπτικής) είναι της φύσεως του ετέρου και κινείται προς τα αριστερά κατά την διαγώνιον. Ίνα νοήσωμεν την κατά πλευράν και κατά διαγώνιον κίνησιν, έστω η σφαίρα αβγδ.
Έστω βδ ο Ισημερινός και εζ η εκλειπτική, ηζ και εθ οι τροπικοί. Εάν αχθώσιν αι ευθείαι εη και θζ, θα έχωμεν το ορθογώνιον ηεθζ, ου εζ έσται η διαγώνιος. Επειδή ο ισημερινός βδ είναι παράλληλος προς τους τροπικούς ηζ και εθ, ορθώς λέγεται ότι κινείται κατά την πλευράν ηζ ή εθ· και επειδή η εκλειπτική είναι και η διαγώνιος του σχήματος, ακριβώς λέγεται ότι κινείται κατά την διαγώνιον. Την ισημερινήν κίνησιν παριστά η ημερησία περιστροφή περί την γην του ουρανού των απλανών αστέρων, ήτις φαίνεται εις τον υπολαμβάνοντα ότι η γη είναι ακίνητος και άνευ στροφής περί εαυτήν.Διότι βλέπομεν, ότι οι αστέρες συνάμα ανατέλλουσι και δύουσι και κατ'ανάγκην ή ημείς στρεφόμεθα ή ο ουρανός. Ο Πλάτων δέχεται ότι κινείται ο ουρανός, επομένως αρνείται την περιστροφήν της γης, λέγων δε κινήσεις προς τα δεξιά και τα αριστερά εννοεί δεξιάν και αριστεράν αυτού του κόσμου και ουχί ως προς ημάς. Η δεξιά ημών αντιστοιχεί προς την αριστεράν του κόσμου και τανάπαλιν.
Ο εξωτερικός λοιπόν κύκλος, ο περιλαμβάνων τον ουρανόν των απλανών,στρέφεται από ανατολών προς δυσμάς· ο δε εσωτερικός, διηρημένος εις επτά ομοκέντρους, ήτοι ο των πλανητών κύκλος, εάν κινήται αντιθέτως, θα στρέφηται από δυσμών προς ανατολάς. Αλλ' η κίνησις του εξωτερικού ουρανού επικρατεί και παρασύρει μεθ' εαυτής και τους εσωτερικούς κύκλους. Ούτοι άρα έχουσι δύο εναντίας κινήσεις, την μίαν επιβαλλομένην έξωθεν και την άλλην οικείαν, όπως τις φερόμενος πρός τινα διεύθυνσιν υπό πλοίου περιπατεί επ' αυτού κατ' αντίθετον διεύθυνσιν. Τούτο σαφώς εξηγεί Τίμαιος ο Λοκρός, 96, C. Δ.: «ο εξωτερικός κύκλος παρασύρει πάντα όσα περιέχει εντός εαυτού, καθ' άπασαν την κίνησιν απ' ανατολής προς δύσιν, ο δε εσωτερικός κύκλος, ων της φύσεως του έτερου (μεταβλητού), στρέφεται από δυσμών προς ανατολάς και κινείται αφ' εαυτού, αλλά συμπαρασύρεται κύκλω έξωθεν υπό της κινήσεως του ταυτού, ήτις έχει δύναμιν κυρίαρχον επί του κόσμου». Οι δύο κύκλοι δεν κείνται επί του αυτού επιπέδου.
Κατά Πλάτωνα οι κύκλοι (τροχιαί) των 7 πλανητών απέχουσιν αλλήλων κατά τα διπλάσια και τριπλάσια διαστήματα· τρεις αυτών, ο Ερμής, η Αφροδίτη και ο Ήλιος, έχουσιν ίσην ταχύτητα, οι δε λοιποί διάφορον· τέλος δε κινούνται αντιθέτως προς αλλήλους. Αλλά τι εννοείται διά της αντιθέτου ταύτης κινήσεως; Άρα γε ότι ο Ερμής και η Αφροδίτη π. χ. (38 Δ) στρέφονται αντιθέτως προς τον Ήλιον; Αλλά πώς τούτο συμβιβάζεται προς τα ειρημένα,ότι ο εσωτερικός κύκλος όλος στρέφεται προς τα αριστερά, ενώ νυν μέρος αυτού θα εστρέφετο προς δυσμάς, μέρος δε προς ανατολάς; Εκτός τούτου το μέρος το στρεφόμενον προς τα δεξιά θα εστρέφετο συμφώνως προς την κίνησιν του εξωτερικού κύκλου, από του οποίου φύσει διαφέρει. Την πιθανωτέραν λύσιν της δυσκολίας ταύτης παρέχουσιν ίσως αι ομόκεντροι σφαίραι του Ευδόξου, μεγάλου μαθηματικού. Ενταύθα αρκεί να είπωμεν μόνον ότι αι λέξεις της § 38 Δ, «την εναντίαν ειληχότας αυτώ δύναμιν», δύνανται να ερμηνευθώσιν ουχί ως δηλούσαι κίνησιν εναντίαν, αλλά μόνον τάσιν εναντίαν,ή δύναμιν του προβαίνειν αντιθέτως. Ούτω θα εξηγείτο η οπισθοδρόμησις,χωρίς να αποκλείηται η πρόοδος.
70) Ο Γάλλος μεταφραστής M. Schwalbé παρατηρεί ενταύθα ότι «οι επτά αριθμοί 1, 2, 3, 4, 8, 9, 27 παριστώσιν αρκετά καλώς τους υπό των πλανητών περιγραφομένους κύκλους. Τω όντι αι μέσαι αποστάσεις των πλανητών από του ηλίου είναι: Ερμής 0,387, Αφροδίτη 0,723, Γη 1,000, Άρης 1,524, Ήρα 2,667,Παλλάς 2,768, Ζευς 5,203, Κρόνος 9,539. Πολλαπλασιάζοντες τας αποστάσεις ταύτας επί 3, ίνα έχωμεν την περιφέρειαν, ευρίσκομεν: 1,14; 2,16; 3,00; 4,56; 8,00; 8,30; 15,6; 28,61;»
71) Προφανώς αι δύο αύται πρόοδοι ηνωμέναι, ως μονάδος λαμβανομένου του πρώτου κύκλου κοινού εις αμφοτέρας, παρέχουσι την σειράν 1, 2, 3, 4, 9, 8, 27.
72) Οι 3 πρώτοι είναι οι κύκλοι του Ηλίου, της Αφροδίτης και του Ερμού,οι λοιποί τέσσαρες είναι ο της Σελήνης, του Άρεως, του Διός και του Κρόνου.
73) Το ύστερον ενταύθα πρέπει να νοήται ουχί χρονικώς, αλλά λογικώς.Και τα επόμενα δε δεν πρέπει να νοώνται υλικώς.
74) Έχομεν ούτω το σωματικόν σύμπαν, και εν αυτώ την ψυχήν, ως το απλούν όπερ περιβάλλει το πολλαπλούν. Η ουσία του σωματικού και η της ψυχής είναι η ενότης εν τη διαφορά. Η αυτή ουσία είναι διπλή. 1) τεθειμένη εν τη διαφορά, συσχηματοποιείται εντός του ενός εις πολλά σημεία, άτινα όμως είναι κινήσεις· 2) είναι πραγματικότης· αμφότεραι δε, ουσία και πραγματικότης, είναι το όλον τούτο εν τη αντιθέσει ψυχής και σώματος, και τούτο είναι πάλιν έν. Το Πνεύμα διαχωρεί εις πάντα, και το σωματικόν είναι το εναντίον· αυτού μόνον καθ' όσον είναι αυτό τούτο πνεύμα. Ψυχή και σώμα ή κόσμος είναι ουσιωδώς ταυτά. Η ψυχή, ήτις άρχει του σώματος του κόσμου, είναι η αυτή ουσία οία είναι το αισθητόν τούτο Σύμπαν· είναι τα αυτά σημεία, άπερ αποτελούσι την πραγματικότητα αυτού. Ο Θεός, η απόλυτος ουσία, η υπόστασις, δεν βλέπει ειμή εαυτήν, γεννά μόνον εαυτόν (Εγέλ. Ιστ.Φιλ. Α').
75) Αναφέρεται εις τον αρχικόν μερισμόν της ψυχής κατά τους 7αριθμούς της τετρακτύος και εις την σύνδεσιν διά των δεσμών, δηλ. των αριθμητικών και αρμονικών μέσων, οίτινες συνδέουσι τους αριθμούς. Τινές ως τρίτην ουσίαν υπολαμβάνουσι την ζωήν, εξ ης και των δύο άλλων έγινεν η ψυχή.
76) Ουσία σκεδαστή είναι το πολλαπλούν, το φαινόμενον, η αμέριστος είναι το νοητόν.
77) Η ψυχή παρίσταται ως αποτελουμένη εκ στοιχείων ετερογενών, διότι διάφορα και σχετικά προς τα στοιχεία ταύτα είναι τα πράγματα, τα οποία πρέπει να μανθάνη. Οι σχολιασταί παρατηρούσιν ότι ενταύθα αναφέρονται πάσαι σχεδόν αι υπό του Αριστοτέλους αριθμούμεναι δέκα κατηγορίαι. Ο Πλούταρχος (Περί της εν Τιμ. ψυχογον.) λέγει ότι «εν τούτοις και των δέκα κατηγοριών ποιείται υπογραφήν ο Πλάτων».
78) Και εν τω Σοφιστή λέγει ο Πλάτων, ότι λόγος και διάνοια είναι το αυτό, πλην ότι η διάνοια είναι ο διάλογος τον οποίον η ψυχή διαλέγεται εντός εαυτής, άνευ φωνής, ενώ ο λόγος είναι ο αυτός διάλογος εξερχόμενος διά του στόματος μετά φωνής. Ο λόγος, ως διάνοια, ανήκει εις τα μέρος της ψυχής όπερ και εν τω ανθρωπίνω σώματι είναι αθάνατον. Είναι δε φύσει κατά ταυτόν, και διά τούτο είναι αληθής, οιονδήποτε αν έχη αντικείμενον,νοητόν ή αισθητόν. Και περί μεν του αισθητού δόξα μόνον και πίστις δύνανται να υπάρχωσιν, αλλ' ίνα αύται είναι αληθείς, πρέπει το υλικόν του λόγου να είναι υγιές, ορθόν, (δύναται να λογίζηταί τις ορθώς, καίτοι ορμάται εκ σφαλερών διδομένων). Το υλικόν όμως θα είναι ορθόν, αν ο κύκλος του εναντίου, του αισθητού χωρή ορθώς, και ούτω μεταδίδη εις το θνητόν μέρος της ψυχής τας αισθήσεις κανονικώς. Αν δε το αντικείμενον του λόγου είναι νοητόν, ίνα υπάρξη η αληθής επιστήμη αυτού, δέον να τρέχη καλώς ο κύκλος του ταυτού, άλλως ο συλλογισμός θα είναι ατελής ή ουχί ελεύθερος ή θα ορμάται εκ προϋποθέσεων κακώς γινωσκομένων ή νοουμένων (Fraccaroli).
79) Αύτη είναι τώρα η ιδέα, η ουσία του κόσμου ως του εν εαυτώ ευδαίμονος Θεού. Ενταύθα συμφώνως προς την ιδέαν ταύτην κατά πρώτον εμφανίζεται ο κόσμος, ενταύθα κατά πρώτον η ιδέα του όλου είναι τελεία και πλήρης. Έως εδώ εγεννάτο μόνον η ουσία του αισθητού, ουχί δε ο κόσμος ως αισθητός, διότι, καίτοι ο Πλάτων ωμίλει πρότερον περί πυρός και των λοιπών, έδιδεν εκεί μόνον την ουσίαν του αισθητού. Φαίνεται δ' ενταύθα ότι αρχίζει πάλιν περί των προτέρων, περί των οποίων ήδη έχει πραγματευθή.Αλλά, επειδή πρέπει ν' αρχίζωμεν από του αφηρημένου, ίνα φθάσωμεν εις το συγκεκριμένον και αληθές, τούτο εμφανίζεται κατ' αρχάς ύστερον, και όταν ευρεθή, τότε έχει την μορφήν και την όψιν νέας πάλιν ενάρξεως, και μάλιστα εις το ασύνδετον ύφος του Πλάτωνος. Διά τούτο θα ήτο καλύτερον, αν έλειπον εκείναι αι εκφράσεις, πυρ κλ. (Εγέλ. Ιστ. Φιλ.)Σημείωσις. — Η Πλατωνική φιλοσοφία διαφοροτρόπως ενοήθη κατά διαφόρους εποχάς. Διότι ο Πλάτων, ως γνωστόν, δεν συνέταξε συστηματικήν έκθεσιν των θεωριών αυτού. Αυτή δε η περίτεχνος διαλογική μορφή και οι μύθοι αλλότρια εισάγοντες στοιχεία την φαντασίαν μάλλον ή την λογικήν νόησιν διεγείρουσι και πολλαχώς δυσχεραίνουσι την κατανόησιν των θεωρημάτων. Ατυχώς δε δεν εσώθησαν τα «άγραφα δόγματα περί αγαθού», άτινα κατέγραφον οι μαθηταί.Μέγα εξ άλλου ελάττωμα ως προς το περιεχόμενον ή τους διορισμούς της ιδέας είναι ότι αι δημώδεις παραστάσεις και τα καθαρά νοήματα συμφύρονται άνευ διακρίσεως και εσωτερικού δεσμού. Ο Πλάτων βεβαίως πλην της παραστάσεως είχε και καθαράν έννοιαν της απολύτου ουσίας, του πνεύματος, ουχί όμως και της όλης πραγματικότητος αυτού. Διά τούτο παραστάσεις και έννοιαι της Ουσίας χωρίζονται και αντιτίθενται, αλλ' όμως δεν δηλούται ότι μόνη η έννοια είναι η Ουσία. Ούτως ομιλεί μεν ο Πλάτων περί Θεού και πάλιν εν καθαροίς νοήμασι περί της απολύτου ουσίας των πραγμάτων, αλλ' ομιλεί περί αυτών ως κεχωρισμένων ή χαλαρώς και φαινομενικώς μόνον συνδεδεμένων, ο δε Θεός, ως ακατάληπτος ουσία, ανήκει πάντοτε εις την παράστασιν. Άλλοτε πάλιν αντί αναπτύξεως της εννοίας εισάγει μύθους, διηγήματα, παραστάσεις υλικάς, ίνα διορίση το νοητόν και πνευματικόν. — Οι Νεοπλατωνικοί, οίτινες την μυθολογίαν εξήγουν αλληγορικώς και παρίστανον ως εκδήλωσιν ιδεών,μετεποίουν εις φιλοσοφικά θεωρήματα τους Πλατωνικούς μύθους, ενίοτε δε υπελάμβανον ως έκφρασιν του Απολύτου ό,τι παρά Πλάτωνι εκτίθεται εν μορφή καθαράς νοήσεως, καίτοι ο Πλάτων δεν είχε κάμει διάκρισιν μεταξύ αυτών.Ούτως ο Πρόκλος την περί του Όντος διδασκαλίαν του αριστουργήματος της Πλατωνικής διαλεκτικής, του «Παρμενίδου», εθεώρει ορθώς ως την αληθινήν θεολογίαν, ως την αληθή αποκάλυψιν των μυστηρίων της θείας ουσίας. Διότι εν τω θαυμασίω τούτω διαλόγω αποδεικνύεται ότι η Ιδέα είναι ενότης αντιθέτων διορισμών, ότι λ. χ. το έν και τα πολλά δεικνύονται διαλεκτικά σημεία και είναι εκάτερον ταυτόν προς το εναντίον του.
Η τοιαύτη δ' ενότης είναι πραγματικώς η Αλήθεια, είναι η Θεία Ουσία, ήτις θέτει άμα και αναιρεί εις εαυτήν πάντα διορισμόν. Αλλ' όμως ο Πλάτων δεν εδήλωσεν ούτω σαφώς την συνείδησιν ταύτην της ιδέας, ουδέ ότι η Ουσία αύτη των πραγμάτων είναι αυτή η θεία Ουσία, και διά τούτο εν τη κοσμογονία του Τιμαίου ο Θεός και η Ουσία των πραγμάτων φαίνονται κεχωρισμένα (Εγέλου Ιστ. Φιλοσ. Β' σ. 244).
Νεοπλατωνικών δογμάτων μετέχων και ο Πλούταρχος εν τω «Περί της εν τω Τιμαίω Ψυχογονίας» υπεμνημάτισε το εν σελ. 35 - 36 Στεφ. χωρίον του Πλάτωνος, διαιρέσας και αυτός την συγγραφήν του εις δύο μέρη. Το πρώτον τούτων πραγματεύεται περί των στοιχείων, εξ ων συνέστη η ψυχή του κόσμου,το έτερον δε περί των αριθμών και των λόγων, καθ' ους διηρέθη τα μίγμα αυτών. Κρίνομεν ωφέλιμον διά τον Έλληνα σπουδαστήν του Πλάτωνος να συνοψίσωμεν ενταύθα τα κυριώτερα σημεία των εξηγήσεων του Πλουτάρχου περί των στοιχείων. Και πρώτον ανασκευάζει τους λέγοντας ότι ο Πλάτων διδάσκει,ότι ο κόσμος και η ψυχή αυτού είναι αγένητος. Έπειτα επιχειρεί να αποδείξη ότι ο δημιουργός ταύτα ευρισκόμενα εν αταξία ήγαγεν εις τάξιν. Ο κόσμος,λέγει, και έκαστον των μερών αυτού συνέστη εκ σωματικής ουσίας και εκ νοητής, και εκείνη μεν παρέσχεν εις το γινόμενον ύλην και υποκείμενον,αύτη δε μορφήν και είδος. Η ύλη άμα μορφωθή είναι απτή και ορατή, η ψυχή όμως διαφεύγει πάσαν αίσθησιν και είναι δύναμις αυτοκίνητος και πηγή και αρχή κινήσεως, και δεν είναι μεν αρμονία, διεκοσμήθη όμως διά λόγου και αρμονίας. Πάσα η ουσία εξ ης συνέστη ο κόσμος δεν εγένετο εκ του μη όντος,αλλ' υπέκειτο ήδη και υποκειμένη διετέθη και διετάχθη υπό του δημιουργού.Προ της γενέσεως του κόσμου υπήρχεν ακοσμία και αταξία, έχουσα το μεν σωματικόν άμορφον και ασύστατον, το δε κινητικόν έμπληκτον και άλογον,αλλ' ο δημιουργός διεκόσμησε και συνήρμοσε τας δύο ταύτας αρχάς. Εκ των συστατικών της του κόσμου «Ψυχής» η λεγομένη μεριστή περί τα σώματα ουσία είναι όχι σωματική ύλη, αλλ' η άτακτος και αόριστος, αυτοκίνητος δε και κινητική αρχή, την οποίαν ο Πλάτων πολλαχού λέγει ανάγκην, εν δε τοις Νόμοις καλεί ψυχήν άτακτον και κακοποιόν. Διότι αρχή και αιτία του κακού εν τω κόσμω δεν δύναται να είναι το υποκείμενον, η άποιος, άμορφος και άμοιρος πάσης αιτίας ύλη, ούτε ο δημιουργός, όστις αγαθός ων πάντα ηθέλησε να εξομοιώση προς εαυτόν κατά το δυνατόν, αλλ' η κινητική της ύλης και περί τα σώματα γενομένη μεριστή άτακτος και άλογος, ουχί όμως άψυχοςκίνησις, καθ' όσον, ως ελέχθη, η μεν ψυχή είναι αιτία και αρχή κινήσεως, ο δε νους (λόγος) αρχή τάξεως και αρμονίας περί την κίνησιν. Η ψυχή δ' αύτη,η εναντία και αντίπαλος προς την αγαθοεργόν κίνησιν, μετέσχε νου και λογισμού και αρμονίας, ίνα γίνη κόσμου ψυχή. Ούτως ο Θεός δεν ανέστησε την ύλην εν αργία ευρισκομένην, αλλ' έστησεν αυτήν ταραττομένην υπό της ανοήτου και αλόγου αιτίας. Εν τω Φαίδρω ο Πλάτων εκ του αυτοκινήτου της ψυχής συμπεραίνει το αγένητον, εκ δε του αγενήτου το αθάνατον αυτής. Εν τω Τιμαίω φαίνεται μεν αναιρών το αΐδιον και αγένητον αυτής, αλλ' αίρει την αντίφασιν, διότι αγένητον λέγει την προ της γενέσεως του κόσμου τα πάντα κινούσαν πλημμελώς και ατάκτως, γενομένην δε λέγει και γενητήνεκείνην, ην ο Θεός εκ ταύτης και εκ της μονίμου και αρίστης ουσίας εποίησεν έννουν και κατέστησεν ηγεμόνα του παντός. Ούτω και το σώμα του κόσμου πού μεν λέγει αγένητον, πού δε γενητόν διδάσκων σαφώς ότι ο Θεός εδημιούργησεν ουχί σώμα απλώς, ουδέ όγκον και ύλην, αλλά συμμετρίαν σώματος και κάλλος και ομοιότητα. Τον κόσμον όμως (το όλον) πάντοτε ονομάζει γεγονότα και γενητόν, ουδέποτε δε αγένητον και αΐδιον.
Η ψυχή λοιπόν του κόσμου συνέστη εκ δύο υποκειμένων, ήτοι 1) της κρείττονος και αναλλοιώτου ουσίας, ήτις λέγεται αμέριστος και αμερής διά το απλούν και απαθές και καθαρόν αυτής και 2) της χείρονος της περί τα σώματα μεριστής, ήτις είναι αυτή η δοξαστική και φανταστική και συμπαθής προς το αισθητόν κίνησις και ήτις δεν εγένετο, αλλ' υφίστατο αϊδίως, όπως η άλλη. Λέγων δε ο Πλάτων ότι πριν να γίνη ο κόσμος υπήρχον τα τρία ταύτα:το ον, η χώρα και η γένεσις, νοεί δι' αυτών το νοητόν (την αμέριστον ουσίαν), την ύλην (τον χώρον) και την μεταβαλλομένην ουσίαν (την μεριστήν). Τα τρία ταύτα στοιχεία είναι αχώριστα, (όπως αχώριστοι είναι αι ψυχικαί ενέργειαι του διανοητικού, του βουλητικού και του αισθηματικού),όπως και ο λόγος επιχειρών να χωρίση το ταυτόν και το έτερον, το έν και τα πολλά, το αμέριστον και το μεριστόν δεν δύναται να τα χωρίση εντελώς. Η ταυτότης, το ταυτόν, είναι η ιδέα των αναλλοιώτων, των ωσαύτως εχόντων, το δε θάτερον η ιδέα των μεταβλητών, των διαφόρως εχόντων, και του μεν θατέρου έργον είναι να χωρίζη και αλλοιοί και πολλά να ποιή· του δε ταυτού έργον είναι να συνάγη και συνενοί τα πολλά εις έν. Αλλ' ουδ' έτερον δύναται να υπάρξη και να νοηθή άνευ του ετέρου και αμφότερα εις άλληλα αντανακλώνται. Το ταυτόν άνευ του θατέρου δεν θα είχε διαφοράν, άρα ούτε κίνησιν, ούτε γένεσιν, το δε θάτερον άνευ του ταυτού δεν θα είχε τάξιν,άρα ούτε σύστασιν ούτε γένεσιν. Αλλ' η τοιαύτη μέθεξις αλλήλων, ίνα είναι γόνιμος, δείται τρίτου τινός, ως ύλης υποδεχομένης και διατιθεμένης υπ' αμφοτέρων. Η ψυχή λοιπόν δεν είναι παν έργον του Θεού, αλλ' έχουσα σύμφυτον εν εαυτή την μοίραν του κακού διεκοσμήθη υπό του Θεού διά της ενότητος, της ταυτότητος και της ετερότητος.
80) Η Γένεσις (Α. 31) λέγει· «Και είδεν ο Θεός πάντα όσα εποίησε· και ιδού ήσαν καλά λίαν». Ο κόσμος είναι η εικών παραδείγματος και ως ανωτέρω(σελ. 34 Β) ερρήθη είναι Θεός ευδαίμων και ως το παράδειγμα είναι ζώον αΐδιον ή κατά πληθυντικόν θεοί αΐδιοι. Θεοί έπειτα ρητώς λέγονται ουχί μόνον ο κόσμος σύμπας, αλλά και τα καθέκαστα ουράνια σώματα και τέλος και αυτοί οι θεοί της μυθολογίας. Αλλά τινες των Θεών τούτων είναι ρητώς κατώτεροι, και μόνη αμφιβολία αντιθέσεως προς τον ένα Θεόν, Πατέρα και Δημιουργόν, δύναται να εγείρη το παράδειγμα, ήτοι αι ιδέαι, διότι το αρχέτυπον τούτο είναι λογικώς πρότερον της Δημιουργίας και δεν είναι γεννητόν. Ο Πλάτων όμως συλλαμβάνει τον νοητόν κόσμον ως την πραγματικότητα αντιθέτως προς τον αισθητόν κόσμον, τον οποίον θεωρεί ως φαινόμενον, και διά τούτο δύναται να καλή τον νοητόν κόσμον ζώον αΐδιον. Ο νοητός κόσμος, το αΐδιον ζώον, ποιείται υπό του Θεού και η νόησις του όντος μετέχει της φύσεως του νοούντος. Θεοί άρα δύνανται να καλώνται αι ιδέαι κατά μέθεξιν (ουχί καθ' ομοίωσιν).
81) Αν η εικών πρέπει να παριστάνη το παράδειγμα εις ό,τι έχει ουσιώδες, τότε ό,τι εν τω παραδείγματι είναι ουσία, τούτο θα είναι εν τη εικόνι φαινόμενον και ποιότης, αλλά δεν θα δύναταί ποτε να λείπη. Οπεπερασμένος χρόνος λοιπόν δεν θα ήτο πλέον εικών της αιωνιότητος. Άρα και η εικών θα μετέχη αιωνιότητος. Και όπως ο χρόνος, ούτω και ο κόσμος,εάν θα είναι εικών του Όντος, θα εξακολουθή να γίνηται αδιαλείπτως και ατελευτήτως· θα τείνη εκ φύσεως απαύστως να φθάση το ον χωρίς ποτε να δύναται να φθάση αυτό.
82) Επειδή ο κόσμος είναι μία συνεχής γένεσις (γίγνεσθαι), είναι άτοπον να γίνηται περί αυτού χρήσις του είναι (εστίν).
83) Ο Πλάτων τον θείον κόσμον καλεί Παράδειγμα, όπερ είναι μόνον εν τη νοήσει νοητόν και ταυτόν εαυτώ. Αλλά το όλον τούτο πάλιν αντιθέτει προς εαυτό, ούτως ώστε υπάρχει έν δεύτερον, όπερ είναι η εικών του πρώτου, ο κόσμος ο ων γεννητός και αισθητός. Το δεύτερον τούτο είναι το σύστημα της ουρανίου κινήσεως· το πρώτον είναι το αΐδιον ζώον. Το δεύτερον, όπερ έχει σύστασιν και γένεσιν εν εαυτώ, δεν δύναται να γίνη εντελώς όμοιον προς το πρώτον, την αιώνιον Ιδέαν. Εγένετο όμως αυτοκίνητος εικών του αιωνίου,όπερ μένει εν τη ενότητι, και η αιώνιος αύτη εικών ήτις αυτοκινείται ρυθμικώς κατά τους αριθμούς είναι ο λεγόμενος χρόνος. Ο αληθής χρόνος είναι αιώνιος, είναι το παρόν. Διότι η Υπόστασις δεν δύναται να γίνη ούτε πρεσβυτέρα ούτε νεωτέρα και ο χρόνος ως άμεσος εικών του αιωνίου δεν έχει ως μέρη του ούτε το μέλλον ούτε το παρελθόν. Ο χρόνος είναι στιγμή,διορισμός της ιδέας, ως ο χώρος, — ο αντικειμενικός τρόπος του πνευματικού είναι χώρος και χρόνος ουχί αισθητοί· — ο άμεσος τρόπος, καθ' ον το πνεύμα μεταβαίνει εις την αντικειμενικήν μορφήν, το αισθητόν όπερ δεν είναι αισθητόν. (Εγέλ. Ιστ. Φιλ.).
84) Η Ιδέα του Λόγου ως δημιουργού του κόσμου, δι' ου τα πάντα εγένοντο, ως του μονογενούς υιού του Θεού κλ., εκ της Ελληνικής φιλοσοφίας μετέβη διά του Αλεξανδρινού Ιουδαϊσμού εις τον Χριστιανισμόν. Ο ιουδαϊσμός ούτος εξηγών την θρησκείαν του διά της φιλοσοφίας είχε συμβιβάση διά μέσου της ιδέας του Λόγου την εθνικήν πίστιν του εις Θεόν με τας διδασκαλίας των Ελλήνων φιλοσόφων. Η φιλοσοφική αύτη έννοια του λόγου είναι προ πάντων έργον Φίλωνος του Ιουδαίου, φιλοσόφου, όστις ήτο σύγχρονος του Χριστού,εγίνωσκε την Πλατωνικήν φιλοσοφίαν, την Πυθαγορικήν, την Αριστοτελικήν και την Στωικήν και κατ' εκλογήν μετεχειρίζετο αυτάς. Η μεταφυσική ιδέα του Φίλωνος εμφανίζεται εν τω 4ω Ευαγγελίω επεξειργασμένη εν μορφή πλήρει και τελεία προς σκοπόν ηθικόν και θρησκευτικόν. Εναυτώ ο λόγος είναι η αρχή δι' ης ο άνθρωπος αναγεννάται πνευματικώς και ενούται προς τον Θεόν. Ο θείος ούτος μεσίτης, ο λόγος, ενεσαρκώθη εν τω προσώπω του Χριστού κλ.
85) Ο διαπρεπής αστρονόμος Sciaparelli (Οι Πρόδρομοι του Κοπερνίκου σ.16) μετέφρασε το χωρίον τούτο ως εξής: Εκείνοι ων ο κύκλος ήτο ελάσσων έβαινον ταχύτερον, εκείνοι δε ων ο κύκλος ήτο μείζων ετέλουν βραδύτερον την περιφοράν των. Και ούτως εν τη κινήσει της φύσεως του ταυτού οι ταχύτερον τελούντες την περιστροφήν των εφαίνοντο ότι κατεφθάνοντο υπό των χωρούντων βραδύτερον, ενώ συνέβαινε το εναντίον. Διότι, επειδή η κίνησις αύτη έκαμνε πάντας να διανύωσιν έλικα, οι δε πλανήται εκινούντο εναντίως προς αυτήν, οι βραδύτερον απομακρυνόμενοι από του ταυτού (όπερ υπερέβαινε πάντας κατά την ταχύτητα) εφαίνοντο ότι το ηκολούθουν εγγύτερον ή πάντες οι άλλοι.
86) Η ημέρα και η νυξ εγεννήθησαν εκ της κινήσεως του ουρανού, ήτις είναι μία και πάντοτε η αυτή. Τω όντι θα ήρκει η ημερησία στροφή του ουρανού προς γέννησιν της ημέρας και της νυκτός, διότι και ο ήλιος μεταφέρεται εκ της επικρατήσεως της κινήσεως ταύτης. Αλλά διά μόνης της ημερησίας κινήσεως θα εγεννώντο ίσαι ημέραι και νύκτες άνευ άλλης περιόδου. Διά τούτο απαιτείται η περιστροφή των πλανητών επί της εκλειπτικής, η δε περίοδος της σελήνης παράγει τον μήνα και η του ηλίου το έτος.
87) Ήτοι υπό της ημερησίας κινήσεως, ήτις είναι ούτως η μετρική μονάς πασών των κινήσεων. Εκ της ημερησίας περιστροφής του κόσμου περί τον άξονα αυτού προέρχεται η ημερησία περιστροφή πάντων των ουρανίων σωμάτων πέριξ της γης.
88) Φυσική. — Εν τω 12 κεφ. ο Πλάτων μεταβαίνει από της μηχανικής εις την φυσικήν, όπου τα πράγματα θεωρούνται ως υπάρχοντα καθ' εαυτά και έχοντα ποιότητας, δι' ων προσδιορίζονται ατομικώς. Πρώτη και γενικωτάτη ποιότης είναι το φως, εξ ου επλάσθησαν ο ήλιος και οι αστέρες και όπερ είναι διάφορον της φλογός ή του πυρός. Το φως δεν καταστρέφει, δεν καίει και εκ τούτου διακρίνεται του πυρός και του θερμού. Είναι σώμα, διότι υπάρχει τι ατομικόν διαφέρον από των άλλων, αλλ' είναι αβαρές και εκτείνεται πανταχού μετ' απολύτου ταχύτητος. Αλλ' άμα έλθη εις σχέσιν με το σκοτεινόν, με τα σώματα και καταστήση ταύτα ορατά, τότε το φως υφίσταται διαφοράς διευθύνσεως και ποσότητος (περί την λάμψιν). Εκ των σωμάτων ανακλάται το φως πανταχού. Αλλ' ένεκα της διαχύσεως αυτού μη έχον σχεδόν συγκέντρωσιν υποχωρεί εις τα τέσσαρα φυσικά στοιχεία.
Τα στοιχεία ταύτα είναι ανάλογα. Το πυρ είναι προς το ύδωρ όπως ο αήρ προς την γην και ανάπαλιν η γη είναι προς τον αέρα ως το ύδωρ προς το πυρ.Ταύτα είναι τα κατ' εξοχήν σώματα της φύσεως, τα οποία δύνανται να αποσυντεθώσιν εις απλούστερα, αλλά τότε αποβάλλουσι τον ουσιώδη και ευεργετικόν χαρακτήρα αυτών, νεκρούνται, καθίστανται απολύτως ανίκανα να παραγάγωσί τι ζων. Του πυρός και του αέρος την αναφοράν δεικνύει η πείρα,διότι ισχυρά πίεσις αέρος παράγει πυρ· αμφότερα δε προσβάλλουσι τα διάφορα σώματα. Το ύδωρ και ο αήρ είναι ρευστά, αλλά το ύδωρ δεν είναι ελαστικόν,ούτε πιεστόν, ενώ ο αήρ είναι αδιάφορος προς τον χώρον ον κατέχει. Η γη είναι εξόχως στερεά. Εν πάση μεταμορφώσει το κυριώτερον στοιχείον είναι το ύδωρ, διότι είναι σώμα ουδέτερον, επιδεκτικόν μεταβολής και διορισμού. Ο αήρ, ως ενεργητικόν στοιχείον, εξαφανίζει τον διορισμόν· Το πυρ, τέλος,είναι το εξόχως φθαρτικόν στοιχείον.
89) Τα 4 είδη των ζώων αντιστοιχούσι προς τα 4 είδη των στοιχείων, πυρ,αέρα, ύδωρ, γην.
90) Ο κόσμος ήδη εδημιουργήθη και έχει την ψυχήν αυτού από του κέντρου εκτεινομένην εις πάσαν την περιφέρειαν. Τώρα θα δημιουργηθώσι τα καθέκαστα ζώα, και πρώται αι διάνοιαι αίτινες θα κυβερνώσι τα καθέκαστα μέρη του παντός, και αίτινες είναι οι κατώτεροι θεοί, οίτινες ετέθησαν εις τον νουν του δεσπόζοντος κύκλου, ίνα ακολουθώσιν αυτόν.
91) Ομιλεί περί των απλανών αστέρων και των διανοιών αίτινες άρχουσιν αυτών. Καθ' όσον ούτοι είναι διάνοιαι θείαι και αναλλοίωτοι, έκαστος κινείται την κίνησιν του ταυτού, ήτοι την περί τον ίδιον άξονα, όπως και το σύμπαν. Αλλ' είναι και μέρη του παντός, και δη του ογδόου κύκλου, όστις στρέφεται περί εαυτόν. Έχουσιν άρα οι αστέρες ούτοι μίαν κίνησιν ιδίαν περί τον άξονα αυτών και ετέραν κίνησιν μεταθέσεως κοινήν εις όλην την σφαίραν εις ην ανήκουσιν. Είναι λοιπόν απλανείς ουχί απολύτως αλλά κατ'αναφοράν προς την σφαίραν αυτών, εν η μένουσι πάντοτε εις την αυτήν θέσιν.
92) Την κίνησιν ταύτην ποιούσι προς τα εμπρός σχετικώς με την κίνησιν περί τον ίδιον άξονα, αλλά και ταύτην κυκλικώς περί τον άξονα του παντός,ανήκουσαν εις πάσαν την σφαίραν των απλανών.
93) Οι απλανείς δεν κινούνται ούτε προς τα δεξιά ούτε προς τα αριστερά,ούτε προς τα άνω ούτε προς τα κάτω, ούτε προς τα οπίσω.
94) Τινές δεν παραδέχονται ότι ο Πλάτων αποδίδει εις τους πλανήτας και περιστροφήν περί τον ίδιον άξονα. Διότι, λέγουσιν, εάν και τούτους καλή ορατούς θεούς, θεότητα καλεί και την γην, την οποίαν θεωρεί ακίνητον.
95) Ο Αριστοτέλης κακώς λέγει ότι ο Πλάτων εδόξαζεν ότι η γη κινείται περί τον ίδιον άξονα. Εν τούτοις ο Πλούταρχος και άλλοι βεβαιούσιν ότι ο Πλάτων εις πρεσβυτικήν ηλικίαν μετέβαλε γνώμην περί της γης, λέγων ότι το κέντρον προσήκεν εις κρείττον τι. Και εν τοις Νόμοις VII 821 - 22 και εν τη Επινομίδι (987 Β) φαίνεται κλίνων προς το ηλιοκεντρικόν σύστημα. Ίσως ο Αριστοτέλης συνέχεε την προφορικήν διδασκαλίαν, τα άγραφα δόγματα, με τα γεγραμμένα. — Η γη συσπειρουμένη περί τον άξονα του παντός και ακινήτως ηρεμούσα παράγει την ημέραν και την νύκτα διά της αντιστάσεώς της εις την κίνησιν και συνάμα φυλάττει αυτάς. Η ακινησία της, λέγει ο Πλούταρχος,δίδει εις τα άστρα, ανατολήν και δύσιν.
96) Ο Τίμαιος λέγει παραβολάς, επανακυκλήσεις κ.λ. Κατά τον Πρόκλον παραβολή είναι η θέσις δύο πλανητών επί του αυτού μήκους (αι κατά το μήκος αυτών συντάξεις, αι συνανατολαί και συγκαταδύσεις). Επανακύκλησις είναι η βραδύτης, κοινώς όμως ερμηνεύεται ως η επάνοδος του άστρου εις το αυτό σημείον του κύκλου, η επιτέλεσις της περιφοράς.
97) Ενταύθα μόνον ομιλεί περί των θεών της μυθολογίας μετά τινος ειρωνείας, καίτοι θέλει να σεβασθή την λαϊκήν θρησκείαν, εις ην όμως δεν επίστευεν ο φιλόσοφος.
98) Οι πρώτοι είναι οι αστέρες, οι άλλοι φαίνονται ότι είναι οι Θεοί της μυθολογίας.
99) Το περίφημον τούτο χωρίον αναφέρουσι και χριστιανοί συγγραφείς.Ηδύνατο να είπη (τα άστρα) και τέκνα Θεού ή εμά τέκνα.
100) Διό και ο κόσμος θα διαρκή πάντοτε κατά το θέλημα του Θεού.
101) Πρόκειται ουχί περί δημιουργίας, αλλά περί διακρίσεως· η ψυχή δηλ.του κόσμου, ίνα έλθη εις πραγματικήν ύπαρξιν, πρέπει να διακριθή εις ατομικάς ψυχάς. Πρώτη διάκρισις εγένετο με την δημιουργίαν των Θεών, ήτις αφήκεν υπόλοιπα.
102) Η ενσάρκωσις εις σώμα ανθρώπου άρρενος. Αι αμαρτήσασαι ψυχαί ενσαρκούνται εν δευτέρα γενέσει εις σώμα γυναικός.
103) Εις τους αστέρας, οίτινες εδημιουργήθησαν, ίνα σημειώσι και μετρώσι τον χρόνον.
104) Ειθισμένη υπό της ψυχής πριν ή ενσαρκωθή, επειδή εκεί επάνω είναι η αληθής πατρίς αυτής, ενώ η γη είναι μία εξορία προς αυτήν.
105) Αλλά πώς δύνανται να υπάρξωσιν άνδρες, αν μη υπάρξωσι συγχρόνως και γυναίκες;
106) Αφού ο Θεός εξήγησεν εις τας ψυχάς τους νόμους της φύσεως και είπε πως θα προβή εις την γένεσιν αυτών, ήτοι την ενσάρκωσιν αυτών, εκτελεί την επαγγελίαν του και διανέμει αυτάς εις τους πλανήτας, ετοίμους να δεχθώσι μετά των σωμάτων και τα θνητά μέρη αυτών. Εν σελ. 41 λέγεται ότι ο Θεόςένειμεν εκάστην ψυχήν εις έκαστον άστρον, και υπέσχετο νέαν διασποράν,ήτις εκτελείται νυν. (41-42). Ούτως υπάρχει μία διανομή και είτα μία σπορά ψυχών.
107) Επανέρχεται εις την λογικήν έννοιαν του Θεού, όστις είναι πάντοτε κατά τον αυτόν τρόπον. Ό,τι δε ελέχθη περί των ενεργειών του νοείται εικονικώς. Ούτω λέγει αμέσως, νοήσαντες, διότι τα παραγγέλματα του Θεού είναι ληπτά υπό του νου, ουχί υπό των αισθήσεων.
108) Η ύλη λαμβάνεται επί δανείω προς γέννησιν του ανθρωπίνου σώματος,όπερ ουδέποτε είναι, αλλά πάντοτε γίνεται, και πρέπει να αποδοθή. Εκ τούτου η ανάγκη του θανάτου. «Γη ει και εις γην απελεύση».
109) Αποβάλλεται τότε η ικανότης προς την διαλεκτικήν, ήτοι προς το σχηματίζειν ορθάς κρίσεις ταυτότητος και ετερότητος. Πρβ. Σοφ. σ. 253 Δ.
110) Ευστόχως ο Martin σημειοί ενταύθα: «Ενίοτε ζωηρότατον αισθητικόν πάθος, αντί να περισπά την ψυχήν, κυριεύει αυτήν όλην, εξεγείρει τας διανοητικάς δυνάμεις και συγκεντροί επιτυχώς αυτάς εις τον ζητούμενον σκοπόν. Τότε ο νους φαίνεται θριαμβεύων, αλλά τούτο είναι ψευδής επίφασις.Ο νους είναι πράγματι ικανός δούλος, αλλά δούλος· εργάζεται ουχί δι'εαυτόν, αλλά υπέρ του πάθους, όπερ δεσπόζει αυτού.
111) Ενταύθα λήγουσι τα υπομνήματα του Πρόκλου.
112) Ουχί ο Θεός ο Πατήρ, αλλ' ο κατώτερος ο αναλαβών το έργον.
113) Οι αρχαίοι φιλόσοφοι εξήγουν την γνώσιν οι μεν διά της ενεργείας του ομοίου επί του ομοίου, οι δε διά της του εναντίου επί του εναντίου.
114) Οι Πυθαγορικοί έλεγον ότι η όψις είναι πυρ εσωτερικόν, όπερ εξέρχεται εκ των ομμάτων και θίγει τα αντικείμενα. Οι ατομολόγοι εδόξαζον ότι εικόνες αποσπώνται από των αντικειμένων και προσβάλλουσι τα όμματα.Πρώτος ο Εμπεδοκλής φαίνεται ότι συνεδύασε τας δύο θεωρίας, έπειτα δε ο Πλάτων αναμίξας τας φωτεινάς απορροάς των ομμάτων και τας των αντικειμένων εξήγει την όψιν διά της συναντήσεως αυτών (Πλατωνική συναύγεια).
115) Λογοπαίγνιον. Τα τέσσαρα είδη, πυρ, αήρ, ύδωρ, γη, θεωρούνται κοινώς τα στοιχεία του παντός ή τα γράμματα του αλφαβήτου του παντός, ενώ δεν είναι ούτε συλλαβαί, ήτοι ούτε πρώτα στοιχεία, ούτε πρώτος συνδυασμός πρώτων στοιχείων. Μόλις λοιπόν δύνανται να συγκρίνωνται με ακεραίας λέξεις.
116) Την ιδέαν πυρ, ή και τον χώρον.
117) Εν τω Φαίδωνι όμως σ. 102 Δ - Ε λέγει ότι τα εισερχόμενα και εξερχόμενα (εις τα πράγματα, ουχί εις τον χώρον) είναι αι ιδέαι.
118) Τα τέσσαρα είδη πυρ κ.λ. δεν είναι στοιχεία, ως ημείς τα νοούμεν,αλλά καταστάσεις της ύλης, ήτοι καυστόν, υγρόν κ.λ. είναι εικόνες της ιδέας) του πυρός κ.λ.
119) Εάν η διανοητική ενέργεια πρέπη να έχη αντικείμενον διάφορον της αισθητικής, ταύτης μεν ίδια είναι τα αισθητά, εκείνης δε τα νοητά, άρα τα νοητά υπάρχουσιν. Εάν όμως τα εξαγόμενα εκατέρας δεν διαφέρωσιν, ήτοι αν εις εκατέραν απονέμωμεν τον αυτόν βαθμόν βεβαιότητος, τότε αι αισθητικαί αντιλήψεις θα είναι το μάλιστα βέβαιον. Αλλά τούτο είναι αδύνατον κατά τον Πλάτωνα, εις την διδασκαλίαν του οποίου αντίκειται όλως το δόγμα: ουδέν εν τω νω ο μη πρότερον εν τη αισθήσει.
120) Ακίνητον πειθοί, ήτις είναι η άνευ λόγου πεποίθησις η υποβολή(Θεαίτ. 201).
121) Ο Fraccaroli ορθότερον ίσως μεταφράζει: μικρού μέρους του νου μετέχει το ανθρώπινον γένος.
122) Αποκλείει εδώ την εν τω Φαίδωνι θεωρίαν της μεθέξεως, ήτοι της εμμονής της ιδέας εν τω φαινομένω, ότι δηλ. το φαινόμενον μετέχει της ιδέας της ποιότητος αυτού. Ενταύθα η μέθεξις γίνεται μίμησις· το φαινόμενον δεν μετέχει της ιδέας, αλλ' είναι μίμησις αυτής.
123) Ειπών ότι η διδαχή είναι καρπός του νου, η πειθώ δε της δόξης,αριθμεί τα τρία στοιχεία της δημιουργίας, ων 1) η ιδέα την οποίαν εποπτεύει η νόησις, 2) το φαινόμενον ή το πράγμα, ληπτόν υπό της δόξης και αισθήσεως και 3) η χώρα, αντικείμενον της πίστεως, ήτις είναι το πρώτον μέρος της δόξης, διότι έτερον, κατώτέρον μέρος είναι η εικασία. Τις είναι όμως ο νόθος λογισμός, ο Πλάτων δεν εξηγεί.
124) Σφαλερώς αντιλαμβανόμεθα, ότι το να είναι τα πράγματα εν τόπω είναι νόμος καθολικός. Διότι ο Θεός και αι ιδέαι δεν είναι εν τόπω κατά Πλάτωνα.
125) Παρομοιάζει την εκ των αισθημάτων προερχομένην δόξαν με την εντύπωσιν του ονειρώττοντος, όστις όμως νομίζει ότι βλέπει την αλήθειαν.Εάν λοιπόν ο κόσμος των αισθήσεων είναι ο κόσμος των ονείρων, ο του νου είναι ο της αληθείας. Η αίσθησις άρα είναι κώλυμα εις τον νουν, διότι τον εμποδίζει ν' απαλλαγή των όρων του χώρου και του χρόνου.
126) Της ιδέας. Η εικών δεν λαμβάνει ύπαρξιν εκ της ιδέας, ης είναι απλή μίμησις, αλλ' εξ άλλου, εκ της χώρας. Η ιδέα όμως υπάρχει καθ' εαυτήν και επομένως δεν δύναται να μεταβή εις άλλο και να γίνη πρότυπον άμα και εικών. Αλλ' αν αι ιδέαι έχουσιν ύπαρξιν χωριστήν εκτός των πραγμάτων,δεν έπεται ότι είναι εκτός του Θεού, όστις είναι ουσία, ως αι ιδέαι, ενώ τα πράγματα δεν είναι ουσία.
ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΤΟΜΟΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ
ΠΑΥΛΟΥ ΓΡΑΤΣΙΑΤΟΥ
ΤΟΜΟΣ
Β
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΦΕΞΗ
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ
ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ
ΠΛΑΤΩΝΟΣ
ΤΙΜΑΙΟΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ
ΠΑΥΛΟΥ ΓΡΑΤΣΙΑΤΟΥ
ΤΟΜΟΣ
Β

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Δ. ΦΕΞΗ

1911

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XIX.

Προ της του κόσμου δημιουργίας ήσαν το ον, ο χώρος και η γένεσις. Αλλ' εν τω χώρω υπάρχουσι πρώτον τα τέσσαρα στοιχεία λογικώς ειμή χρονικώς, συγκεχυμένα,Άνευ είδους και αριθμού, ύστερον όμως διατάσσονται.
Ούτος λοιπόν είναι ο λόγος, τον οποίον εσκέφθην και δύ-
ναμαι να δώσω περιληπτικώς περί της γνώμης μου, δηλ. ότι
υπήρχε το ον και ο χώρος και η γένεσις, τρία πράγματα τρι-
χώς, και πριν ή γεννηθή ο κόσμος(1) και ότι η τροφός της γεν-
νήσεως, υγραινομένη και πυρουμένη, και δεχομένη τας μορφάς
της γης και του αέρος και πάσχουσα όλα τα άλλα πάθη, όσα
ακολουθούσιν εις ταύτα, εφαίνετο ποικίλη κατά την όψιν· αλλ'
επειδή ήτο πλήρης δυνάμεων μήτε ομοίων μήτε ισορρόπων, εις
κανέν μέρος της δεν ήτο εις ισορροπίαν, αλλ' όλως ανωμάλως
ταλαντευομένη εσείετο αύτη υπ' εκείνων και κινουμένη αυτή
πάλιν έσειεν εκείνα. Ταύτα δε τα πράγματα κινούμενα άλλα εις
άλλο μέρος, χωριζόμενα πάντοτε μετεφέροντο, όπως εις τον κα-
θαρισμόν του σίτου σειόμενα και ανεμιζόμενα υπό του κοσκίνου
και των άλλων οργάνων τα μεν πυκνά και βαρέα μέρη σωρεύον-
ται εις έν μέρος, τα δε αραιά και ελαφρά φέρονται εις άλλην θέ-
σιν(2). Ούτω τότε συνέβη εις τα τέσσαρα γένη εκείνα, σειόμενα
υπό της δεξαμενής, ενώ αύτη εκινείτο ως όργανον, το οποίον
προξενεί σεισμόν, τα μεν ανομοιότατα μέρη εχωρίζοντο πολύ με-
ταξύ των, τα δε ομοιότατα πάλιν συνωθούμενα συνηνούντο. Και
διά τούτο κατελάμβανον τα μεν χώρον διάφορον παρά τα άλλα,
πριν ή γεννηθή εξ αυτών τούτο το παν συντεταγμένον.
Και όντως προ τούτου πάντα ευρίσκοντο άνευ λόγου και μέ-
Β. | τρου· αλλ' ότε ο Θεός επεχείρησε να διακοσμήση το παν,
πρώτον το πυρ και το ύδωρ και την γην και τον αέρα, τα οποία
είχον μεν ίχνη τινά αυτών, αλλ' ήσαν εις τοιαύτην κατάστασιν
εις την οποίαν είναι φυσικόν να ευρίσκηται παν πράγμα, από
το οποίον λείπει ο Θεός, ταύτα εις τοιαύτην κατάστασιν φυσι-
κώς όντα τότε, ο Θεός τα εκόσμησε με μορφάς και αριθμούς·
Το ότι δε ο Θεός συνέστησε τα πράγματα ταύτα κατά τρόπον
όσον το δυνατόν κάλλιστον και άριστον, ενώ ήσαν εις πολύ διά-
φορον κατάστασιν, τούτο πρέπει να θεωρήται πάντοτε ως υπο-
νοούμενον εις τους λόγους ημών περί παντός πράγματος. Τώρα
δε πρέπει να επιχειρήσω να δηλώσω με λόγον ασυνήθη την διά-
C. | ταξιν εκάστου και την γένεσιν αυτών. Αλλ' επειδή γνωρι-
ζετε και τας επιστημονικάς μεθόδους, διά των οποίων είναι αναγ-
καίον να αποδεικνύωνται τα λεγόμενα, θέλετε με ακολουθήσει.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XX.

Τα τέσσαρα στοιχειώδη σώματα, πυρ, αήρ, ύδωρ, γη, είναι και αυτά σύνθετα, τα στοιχεία δ' αυτών είναι τριγωνικά σχήματα απείρως μικρά. Τα τρίγωνα είναι σκαληνά ή ισοσκελή. Τα σκαληνά συνδυαζόμενα γεννώσι τρία στερεά,την πυραμίδα, το οκτάεδρον και το εικοσάεδρον,τα ισοσκελή γεννώσι μόνον τον κύβον.
Πρώτον μεν, ότι το πυρ, η γη, το ύδωρ και ο αήρ είναι σώ-
ματα, είναι βέβαια γνωστόν εις πάντας. Παν δε είδος σώματος
πρέπει να έχη και βάθος και στερεότητα(3) και το στερεόν πάλιν
αναγκαίως περιορίζεται υπό επιπέδων επιφανειών(4). Αλλ' η επί-
πεδος και ευθύγραμμος επιφάνεια αποτελείται εκ τριγώνων, τα
Δ. | δε τρίγωνα πάντα αρχήν έχουσι δύο άλλα έχοντα και το
έν και το άλλο μίαν γωνίαν ορθήν και δύο οξείας. Εκ τούτων
δέ τινα (τα ισοσκελή) έχουσιν εκ των δύο μερών ίσον μέρος γω-
νίας ορθής περιεχομένης υπό πλευρών ίσων, άλλα δε (τα σκα-
ληνά) έχουσι μέρη άνισα διηρημένα διά πλευρών ανίσων. Ας
υποθέσωμεν λοιπόν ότι αύτη είναι η αρχή του πυρός και των
άλλων σωμάτων, προχωρούντες αναγκαίως κατά τον πιθανόν λό-
γον(5), διότι τας ανωτέρας αρχάς τούτων γινώσκει μόνος ο Θεός και
Ε. | εκείνος εκ των ανδρών, όστις είναι φίλος αυτού. Πρέπει λοιπόν
να είπωμεν ποία είναι τα κάλλιστα εκείνα σώματα, τα οποία δύ-
νανται να γίνωσι, τα τέσσαρα δηλαδή, ανόμοια μεν μεταξύ των,
αλλά τινά εξ αυτών ικανά όντα να γεννώνται τα μεν εκ των δε,
καθόσον ταύτα διαλύονται. Διότι εάν επιτύχωμεν τούτο, θα έχω-
μεν την αλήθειαν περί γενέσεως της γης και του πυρός και των
δύο άλλων, τα οποία είναι μέσοι ανάλογοι αυτών. Διότι κατά
τούτο δεν θα υποχωρήσωμεν εις κανένα, ότι δηλ. δύνανται να
υπάρχωσί πού σώματα ορατά ωραιότερα από ταύτα, έκαστον εις
το γένος του. Πρέπει λοιπόν να έχωμεν προθυμίαν, ίνα συναρ-
μόσωμεν τα τέσσαρα είδη σωμάτων, διαφέροντα κατά την καλ-
λονήν, και είτα είπωμεν, ότι ικανώς κατελάβομεν την φύσιν
αυτών.
54. | Εκ των δύο ειδών τριγώνων το ισοσκελές μίαν μόνην
έχει φύσιν, το δε σκαληνόν απείρους, πρέπει δε εκ των απείρων
να προτιμώμεν το κάλλιστον, εάν θέλωμεν να αρχίσωμεν καθώς
πρέπει. Αν λοιπόν τις δύναται να εκλέξη και να είπη άλλο
ωραιότερον διά την σύστασιν των σωμάτων τούτων, ούτος ουχί ως
εχθρός αλλ' ως φίλος νικά. Ημείς δε εκ των πολλών τριγώνων
θέτομεν έν ως το κάλλιστον, παραλείποντες τα άλλα, εκείνο δηλ.
εκ του οποίου επαναλαμβανομένου σχηματίζεται τρίτον, ισόπλευ-
Β. | ρον(6) διατί δε τούτο, ο λόγος είναι μακρός, αλλ' εις εκείνον
όστις δύναται να αναιρέση τούτο και να εύρη ότι δεν έχει ού-
τως, ως βραβείον πρόκειται η φιλία ημών. Ας εκλέξωμεν λοιπόν
δύο τρίγωνα, εκ των οποίων κατεσκευάσθησαν το σώμα του πυρός
και το των άλλων (στοιχείων), το μεν (να είναι) ισοσκελές, το δε
άλλο να έχη την μεγαλυτέραν των καθέτων κατά την δύναμιν
τριπλασίαν της μικροτέρας(7).
Εκείνο δε, το οποίον πρότερον έχω ειπεί όχι σαφώς, τώρα
πρέπει καλύτερα να προσδιορίσω. Τα τέσσαρα δηλαδή είδη
(στοιχεία) μας εφαίνοντο τότε ότι όλα αμοιβαίως εγεννώντο τα
μεν εκ των δε, αλλά δεν εφανταζόμεθα ορθώς. Διότι γεννώνται
C. | μεν εκ των τριγώνων, τα οποία εξελέξαμεν, τέσσαρα είδη,
τα τρία μεν εκ του ενός, το οποίον έχει τας πλευράς ανίσους,
αλλ' έν μόνον, το τέταρτον, αποτελείται εκ του ισοσκελούς τρι-
γώνου. Δεν είναι λοιπόν δυνατόν όλα, διαλυόμενα εις άλληλα να
γίνωνται εκ πολλών μικρών ολίγα μεγάλα, και αντιστρόφως,
αλλά μόνα τα τρία πρώτα. Διότι ταύτα, επειδή εγεννήθησαν όλα
εξ ενός τριγώνου, όταν λυθώσι τα μεγαλύτερα συστήματα (αθροί-
Δ. | σματα), πολλά μικρότερα θα συσταθώσι, λαμβάνοντα τας
καταλλήλους εις αυτά μορφάς, και ούτως, όταν πάλιν τα πολύ
μικρά χωρισθώσιν εις τρίγωνα, εάν εξ ενός όγκου γίνη μία ενό-
της, δύναται να αποτελεσθή έν άλλο είδος μέγα(8). Aρκούσι λοι-
πόν όσα είπομεν περί της αμοιβαίας γενέσεως του ενός εκ του
άλλου των ειδών τούτων. Εκείνο δε όπερ ων ακόλουθον εις
ταύτα πρέπει να είπωμεν, είναι: τι είναι έκαστον είδος, όπερ γί-
νεται εξ αυτών, και εκ της συμπτώσεως ποίων αριθμών γίνεται.
Και θα αρχίσωμεν με το είδος το πρώτον και έχον την σμικρο-
τάτην σύστασιν. Στοιχείον τούτου είναι το τρίγωνον το έχον την
υποτείνουσαν διπλασίαν της μικροτέρας καθέτου κατά το μήκος,
συνδυάζοντες δε ανά δύο εκ των τριγώνων τούτων διά της δια-
Ε. | γωνίου, και τούτο ποιούντες τρεις φοράς, ούτως ώστε αι δια-
γώνιοι και αι μικρότεραι κάθετοι να συνενώνται εις έν κοινόν
σημείον ως εις κέντρον, γίνεται έν ισόπλευρον τρίγωνον εκ των
έξ τα οποία υπήρχον(9). Όταν έπειτα συνενωθώσι τέσσαρα τρίγωνα
55. | ισόπλευρα, ανά τρεις ομού επίπεδοι γωνίαι αποτελούσι μίαν
στερεάν γωνίαν, κειμένην εφεξής της αμβλυτέρας των επιπέδων
γωνιών· και επειδή απετελέσθησαν τέσσαρες τοιούτοι συνδυασμοί
σχηματίζεται ούτω το πρώτον στερεόν είδος(10), όπερ έχει την ιδιό-
τητα να διαιρή εις μέρη ίσα και όμοια την όλην επιφάνειαν
σφαίρας (εις την οποίαν είναι εγγεγραμμένη). Δεύτερον είδος γίνε-
ται εκ των αυτών τριγώνων, αλλ' ενουμένων εις οκτώ ισόπλευρα
τρίγωνα, ώστε να αποτελώσι μίαν στερεάν γωνίαν έχουσαν τέσ-
σαρας επιπέδους γωνίας, και όταν γίνωσιν έξ τοιαύτα, τότε το
Β. | δεύτερον πάλιν σώμα αποτελείται(11). Το τρίτον είδος στερεού
σύγκειται εξ εκατόν είκοσι στοιχείων (τριγώνων) ομού ηνωμένων
και εκ δώδεκα στερεών γωνιών, των οποίων εκάστη περιέχεται
υπό πέντε επιπέδων ισοπλεύρων τριγώνων, και έχει ως βάσεις
(όψεις) είκοσι ισόπλευρα τρίγωνα(12). Και ούτω το έν εκ των στοι-
χείων, αφού εγέννησε πάντα ταύτα, εξηντλήθη. Το δε ισοσκελές
τρίγωνον εγέννησε το τέταρτον είδος σώματος, καθ' όσον ανά
τέσσαρα ισοσκελή ηνούντο ούτως, ώστε αι ορθαί γωνίαι να συν-
ενώνται εις το κέντρον και να γεννάται έν τετράγωνον ισόπλευ-
C. | ρον(13). Έξ δε τοιαύτα συνενωθέντα αποτελούσιν οκτώ στε-
ρεάς γωνίας, των οποίων εκάστη συνίσταται από τρεις επιπέδους
ορθάς· το δε σχήμα του ούτω συναποτελεσθέντος σώματος γίνε-
ται κυβικόν έχον έξ επιπέδους τετραγώνους ισοπλεύρους βάσεις
(έδρας)(14). Προσέτι δε, επειδή υπήρχεν είς πέμπτος συνδυασμός,
ο Θεός μετεχειρίσθη αυτόν, ίνα κοσμήση το σχήμα του παντός(15).

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XXI.

Τα ειρημένα 4 στερεά συνδυαζόμενα γεννώσι τα 4 στοιχειώδη σώματα. Η μεν γη σύγκειται εκ κύβων, το ύδωρ εξ εικοσαέδρων, ο αήρ εξ οκταέδρων και το πυρ εκ τριγωνικών πυραμίδων. Όθεν τα σωμάτια του πυρός είναι τα οξύτατα, τμητικώτατα, ευκινητότατα και κουφότατα σχετικώς προς τα των άλλων, τα της γης δε είναι τα μέγιστα, αμβλύτατα, βαρύτατα και δυσκινητότατα.
Εάν δε τις ταύτα πάντα ακριβώς αναλογιζόμενος απορή αν
πρέπη να λέγη ότι οι κόσμοι είναι άπειροι, ή ότι έχουσι πέρας,
το δόγμα ότι είναι άπειροι δύναται να το θεωρή αληθώς ότι εί-
Δ. | ναι γνώμη ανθρώπου απείρου (αμαθούς) εις πράγματα εις
τα οποία οφείλει να είναι έμπειρος. Αλλά, αν πρέπη να λέγη
ότι όντως ούτοι εγεννήθησαν είς ή πέντε, επιμείνας εις τούτο,
μάλλον ευλόγως δύναται να απορή. Η γνώμη όμως ημών είναι
ότι κατά πάντα ορθόν λόγον είς μόνος κόσμος εγεννήθη, άλλος
όμως αποβλέπων εις άλλα, θα έχη ίσως διάφορον γνώμην.
Αλλ' ας αφήσωμεν τούτον, και ας διανείμωμεν τα είδη, τα
οποία εύρομεν διά του λόγου, εις πυρ, γην, ύδωρ και αέρα. Και
εις την γην ας δώσωμεν το κυβικόν σχήμα, διότι αύτη είναι εκ
Ε. | των τεσσάρων ειδών η μάλλον ευκίνητος και εξ όλων των
σωμάτων η μάλλον εύπλαστος, και τοιούτο προ πάντων πρέπει
να είναι εκείνο, όπερ έχει τας βάσεις ασφαλεστάτας. Διότι εκ των
κατ' αρχάς υποτεθέντων τριγώνων φύσει ασφαλεστέρα είναι η
βάσις των εχόντων δύο πλευράς ίσας παρά την βάσιν των εχόν-
των αυτάς ανίσους, και εκ των επιφανειών, αίτινες αποτελούνται
εκ του ενός και εκ του άλλου, το ισόπλευρον τετράγωνον είναι
κατ' ανάγκην σταθερώτερον του ισοπλεύρου τριγώνου και κατά
τα μέρη και κατά το όλον. Διό αποδίδοντες τούτο εις την γην
56. | διατηρούμεν την πιθανότητα του λόγου· εις το ύδωρ δε
έπειτα (ας δώσωμεν) το σχήμα, όπερ εκ των υπολοίπων είναι το
μάλλον δυσκίνητον, εις δε το πυρ το ευκινητότατον πάντων, και
εις τον αέρα το μέσον σχήμα· και το σμικρότατον σώμα ας δώ-
σωμεν εις το πυρ, το μέγιστον εις το ύδωρ και το μέσον εις τον
αέρα, και ακόμη το μεν οξύτατον εις το πυρ, το δεύτερον (μετά
το πυρ) εις τον αέρα και το τρίτον εις το ύδωρ. Εξ όλων λοιπόν
Β. | τούτων το έχον τας ολιγωτέρας βάσεις αναγκαίως είναι το
μάλλον ευκίνητον, διότι εξ όλων είναι πανταχόθεν το μάλλον
κοπτικόν και οξύ, και προσέτι το ελαφρότατον, διότι αποτελείται
εξ ολιγίστου αριθμού των αυτών μερών· το δε ερχόμενον δεύτε-
ρον πρέπει να έχη τας αυτάς ιδιότητας εις δεύτερον βαθμόν,
και το τρίτον εις τρίτον βαθμόν. Λοιπόν συμφώνως με τον ορθόν
λόγον και τον πιθανόν, το στερεόν το λαβόν το σχήμα της πυ-
ραμίδος είναι το στοιχείον και το σπέρμα του πυρός, και το
δεύτερον κατά την γέννησιν (το κανονικόν οκτάεδρον) ας το εί-
πωμεν του αέρος, και το τρίτον (το κανονικόν εικοσάεδρον) του
ύδατος. Πάντα λοιπόν ταύτα πρέπει να τα συλλαμβάνωμεν με
C. | την διάνοιαν τόσον σμικρά, ώστε έν έκαστον εξ εκάστου εί-
δους μόνον μας είναι όλως αόρατον και όταν πολλά αυτών
συναθροισθώσιν εις έν τότε φαίνεται η μάζα αυτών. Και ως
προς τας αναλογίας εις τας ποσότητας και τας κινήσεις και
τας άλλας δυνάμεις πάσας πρέπει να νοώμεν ότι ο Θεός, καθ'
ίσον του φυσικού νόμου η ανάγκη εκουσίως και πειθομένη υπε-
χώρει εις αυτόν, κατά τόσον, αφού πανταχού ακριβώς τας απε-
τέλεσε, τας συνήρμοσε λογικώς.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XXII.

Μεταμορφώσεις των τεσσάρων στοιχειωδών σωμάτων εις άλληλα. Σωμάτιον ύδατος (20εδρον) δύναται να δώση δύο αέρος (8εδρα) και έν πυρός (4εδρον). Έν αέρος αποτελεί δύο πυρός κ.λ. Ανάπαλιν εκ πυρός γίνεται αήρ και εξ αέρος ύδωρ. Αι μεταμορφώσεις αύται φέρουσι μεταβολήν θέσεως. Εκ της μίξεως των στοιχείων γεννώνται τα διάφορα ορατά σώματα.
Εκ πάντων όσα προείπομεν περί των τεσσάρων ειδών τού-
των, ιδού πώς κατά μεγίστην πιθανότητα δύνανται να έχωσι
Δ. | ταύτα. Η γη ερχομένη εις συνάντησιν με το πυρ και διαλυ-
θείσα υπό της οξύτητος αυτού διασκορπίζεται, είτε διαλυομένη
τυχόν εις αυτό το πυρ είτε εις την μάζαν του αέρος είτε εις την
του ύδατος· έως ου τα μέρη αυτής τα τυχόν ευρεθέντα ομού εις
μέρος τι συναρμοσθώσι μεταξύ των και ούτω γίνη πάλιν γη.
Διότι βεβαίως δεν δύναταί ποτε η γη να μεταβή εις άλλο είδος.
Το ύδωρ όμως διαιρεθέν υπό του πυρός ή και υπό του αέρος,
δυνάμεθα να δεχθώμεν ότι γίνεται ανασυνιστώμενον(16) έν σώμα
πυρός και δύο αέρος. Ως προς τα τμήματα δε του αέρος, εξ ενός
Ε. | μέρους αυτών, όταν διαλυθή, δύνανται να γίνωσι δύο σώ-
ματα πυρός. Και ανάπαλιν, όταν ολίγον πυρ περιλαμβανόμενον
υπό πολλού αέρος ή ύδατος ή γης τινος, παρασυρόμενον υπό
της κινήσεως αυτών και νικηθέν εις την μάχην, θραυσθή, δύο
σώματα πυρός δύνανται να συντεθώσιν εις έν μόνον είδος αέρος·
και όταν ο αήρ νικηθή και κατακερματισθή, εκ δύο όλων και
ενός ημίσεος αυτού, αποτελεσθή έν όλον συμπαγές ύδατος. Τω
57. | όντι, ας εξετάσωμεν αυτά πάλιν κατά τον ακόλουθον τρό-
πον: Όταν έν είδος εκ των άλλων περιεχόμενων εντός του πυρός
κόπτηται υπ' αυτού διά της οξύτητος των γωνιών και των πλευ-
ρών του, μεταβαίνον ως προς την σύστασίν του εις την φύσιν
του πυρός παύει πλέον από του να κόπτηται. Διότι έκαστον εί-
δος, όμοιον ον και ταυτόν προς εαυτό, δεν είναι δυνατόν ούτε να
επιφέρη μεταβολήν ούτε να πάθη τι υπό είδους ίσου και ομοίου
προς αυτό(17). Εν όσω όμως έν είδος μεταβαίνει εις άλλο, και
ασθενέστερον ον μάχεται κατά ισχυροτέρου, δεν παύει από του
να διαλύηται. Αλλ' όταν τα μικρότερα είδη, ολίγα όντα, περι-
κλεισμένα εντός των μεγαλυτέρων, πολλών όντων σβύνωνται
θραυόμενα, εάν μεν θέλωσι να έλθωσιν εις το είδος του νικήσαν-
τος αυτά, παύουσιν από του να σβύνωνται και εκ του πυρός γί-
Β. | νεται αήρ, εκ δε του αέρος γίνεται ύδωρ. Αν όμως κινών-
ται κατ' αυτού (του ισχυροτέρου)(18) και αν έν από τα άλλα είδη
συνδραμόν συμπολεμή, δεν παύουσιν από του να διαλύωνται
πριν ή ολοσχερώς απωθούμενα και διαλελυμένα καταφύγωσιν
εις το είδος της φύσεώς των, ή αφού νικηθώσι και γίνωσιν εκ
πολλών έν μόνον πράγμα όμοιον προς το νικήσαν, μείνωσιν ίνα
κατοικώσι μετ' αυτού. Και βεβαίως διά τα παθήματα ταύτα έκα-
C. | στον των ειδών τούτων μεταβάλλει τόπον(19). Διότι ο (αρχικός)
όγκος εκάστου είδους είναι αποχωρισμένος των άλλων εις ιδιαίτε-
ρον τόπον ένεκα της κινήσεως του περιέχοντος αυτά χώρου, και
εκείνα, άπερ εκάστοτε γίνονται ανόμοια προς εαυτά, όμοια δε
προς άλλα, μεταφέρονται υπό του σεισμού εις τον τόπον εκείνων,
με τα οποία ήθελον ομοιωθή.
Όσα λοιπόν είναι άκρατα (απλά) και πρώτα σώματα όλα
έγιναν διά τοιούτων αιτίων. Ότι δε εις τα γένη αυτών άλλα
είδη εγεννήθησαν, τούτου την αιτίαν πρέπει ν' αποδώσωμεν
εις την σύστασιν εκάστου των δύο στοιχείων(20)· διότι, δι' εκάστην
Δ. | σύστασιν δεν παρήχθη κατ' αρχάς το τρίγωνον με έν μόνον
μέγεθος, αλλά έγιναν και μεγαλύτερα και μικρότερα, τοσαύτα δε
τον αριθμόν, όσα δύνανται να είναι τα είδη εις τα γένη(21). Τοιου-
τοτρόπως αναμιγνυόμενα ταύτα προς εαυτά και μεταξύ των είναι
άπειρα κατά την ποικιλίαν, της οποίας πρέπει να γίνωσι θεωροί
οι μέλλοντες να είπωσιν ορθά περί της φύσεως.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XXIII.

Η κίνησις και η στάσις. Αίτια κινήσεως η ανομοιότης και η ανισότης (διαφορά). Το σύμπαν κυκλοτερές ον σφίγγει τα σώματα και ουδαμού αφίνει κενόν. Συνοχή σωμάτων.Η κίνησις είναι αδιάλειπτος.
Περί κινήσεως όμως και ηρεμίας, με ποίον τρόπον και διά
ποίας αιτίας γίνονται, εάν δεν συμφωνήσωμεν πρώτον, πολλά
θα υπάρξωσιν εμπόδια εις τους επομένους συλλογισμούς. Τινά
Ε. | μεν περί αυτών έχομεν ήδη είπει· αλλ' εκτός εκείνων
θα είπωμεν και ταύτα: ότι όπου υπάρχει ομαλότης (το ομοιό-
μορφον) δεν δύναται να υπάρχη κίνησις. Διότι πράγμα μέλλον
να κινηθή χωρίς το μέλλον να κινήση ή πράγμα μέλλον να κι-
νήση χωρίς το μέλλον να κινηθή είναι δύσκολον ή μάλλον αδύ-
νατον. Λοιπόν άνευ των δύο τούτων κίνησις δεν υπάρχει· ταύτα
δε να είναι όμοια είναι αδύνατον(22). Ούτω πάντοτε την ηρεμίαν
ας ανάγωμεν εις την ομαλότητα, την δε κίνησιν εις την ανωμα-
58 | λίαν (διαφοράν). Η ανισότης δε πάλιν είναι αιτία της ανω-
μαλίας. Και της μεν ανισότητος εξητάσαμεν(23) την γένεσιν.
Αλλά πώς άρα γε δεν συμβαίνει ώστε χωρισθέντα ταύτα κατά
τα είδη αυτών έκαστα να παύσωσιν από του να κινώνται και
να μεταφέρωνται τα μεν διά των δε, ταύτα δεν έχομεν είπει.
Λοιπόν πάλιν θα είπωμεν ούτως: Η περιφορά του σύμπαντος
αφού περιέλαβεν εις εαυτήν τα ειρημένα γένη, επειδή είναι κυ-
κλική κατά την μορφήν και έχει την φυσικήν τάσιν να επανέρχη-
ται εις εαυτήν, συσφίγγει πάντα τα πράγματα και δεν αφίνει να
μένη τόπος κενός ουδείς. Διά τούτο προ πάντων το πυρ εισδύει
Β. | εις όλα τα πράγματα και κατά δεύτερον λόγον ο αήρ, καθό
φύσει δεύτερος κατά την λεπτότητα, και τα άλλα είδη κατά τον
αυτόν τρόπον. Διότι όσα έγιναν εκ μερών μεγίστων αφίνουσι
μέγιστον κενόν εις την σύστασιν αυτών, τα δε σμικρότατα ελά-
χιστον. Όθεν η κίνησις της συμπυκνώσεως ωθεί τα μικρά εις
τα κενά των μεγάλων(24). Όταν λοιπόν τα μικρά τίθενται πλη-
σίων των μεγάλων, και τα μεν σμικρά χωρίζωσι τα μεγάλα,
τα δε μεγάλα συμπιέζωσι τα μικρά, όλα άνω-κάτω μεταφέρον-
ται εις τους ιδιαιτέρους αυτών τόπους. Διότι έκαστον μεταβάλ-
C | λον το μέγεθος μεταβάλλει και τον τόπον, εν ω ίσταται.
Ούτω και διά τους λόγους τούτους η γέννησις της ανωμαλίας,
διατηρουμένη πάντοτε, παράγει την συνεχή κίνησιν των στοι-
χείων τούτων, ήτις είναι και θα είναι αδιακόπως.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XXIV.

Τα διάφορα γένη ή ποιότητες του πυρός — του αέρος — και του ύδατος (Χημεία).
Μετά ταύτα πρέπει να έχωμεν κατά νουν ότι πολλά είδη
πυρός υπάρχουσιν, ως η φλοξ και εκείνο όπερ απορρέει εκ της
φλογός και όπερ δεν καίει μεν, αλλά δίδει φως εις τους οφθαλ-
μούς, και εκείνο όπερ εκ του πυρός μένει εις τα διάπυρα σώ-
Δ. | ματα, όταν η φλοξ σβεσθή(25). Κατά τον αυτόν τρόπον εις τον
αέρα υπάρχει το καθαρώτατον μέρος ονομαζόμενον αιθήρ, και
το θολερώτατον καλούμενον νέφος και σκότος, και άλλα είδη
χωρίς όνομα, τα οποία εγεννήθησαν διά την ανισότητα των τρι-
γώνων. Τα δε είδη του ύδατος είναι κατά πρώτον δύο, το υγρόν
και το χυτόν(26). Το μεν υγρόν, επειδή σύγκειται εκ μερών
ύδατος σμικρών και ανίσων, είναι κινητόν υφ' εαυτού και
υπ' άλλου, ένεκα της ανωμαλίας του και των ιδιοτήτων του
Ε. | σχήματός του. Το άλλο όμως, επειδή αποτελείται εκ με-
ρών μεγάλων και ίσων, ον στασιμώτερον του πρώτου και βαρύ,
είναι συμπαγές ένεκα της ομαλότητός του, αλλ' υπό την ενέρ-
γειαν του πυρός, το οποίον διαπερά και διαλύει αυτό, απο-
βάλλον το ομοιόμορφον αυτού αποκτά περισσοτέραν κίνησιν, και
επειδή γίνεται ευκίνητον, ωθείται υπό του πλησίον αέρος και
εκτείνεται επί της γης, και τήξις μεν η διάλυσις της μάζης
του, ροή δε η επί της γης διάχυσις αυτού ωνομάσθησαν, έκα-
59. | στον των παθών τούτων. Και πάλιν, όταν εξέρχηται εξ αυ-
τού το πυρ, επειδή τούτο δεν μεταβαίνει εις το κενόν, ο πλησίον
αήρ, ωθούμενος υπ' αυτού και ωθών τον υγρόν όγκον, ακόμη
ευκίνητον όντα, εις τους τόπους τους οποίους αφήκε κενούς το
πυρ, τον συμπιέζει εις εαυτόν· ούτος δε (ο υγρός όγκος) διά της
πιέσεως επανακτών την ομαλότητα αυτού, διότι απήλθε το πυρ,
το αίτιον της ανωμαλίας, γίνεται ως πρότερον ο αυτός προς εαυ-
τόν. Και η μεν αποχώρησις του πυρός ωνομάσθη ψύξις, η δε
μετά την αποχώρησιν τούτου συμπύκνωσις ωνομάσθη πήξις.
Εξ όλων δε τούτων, όσα ωνομάσαμεν χυτά ύδατα, εκείνο το
Β. | οποίον, επειδή γίνεται εκ λεπτοτάτων και ομαλωτάτων με-
ρών, είναι το πυκνότατον, έν απλούν είδος μετέχον χρώματος στιλ-
πνού και ξανθού, απόκτημα πολυτιμότατον, είναι ο χρυσός, όσ-
τις γίνεται στερεός, διότι υπέστη διήθησιν διά μέσου πέτρας.
Και ο όζος του χρυσού, όστις διά την πυκνότητα αυτού είναι
σκληρότατος και μελανός το χρώμα, ωνομάσθη αδάμας(27). Εκείνο
δε ου τα μέρη είναι μικρά ως τα του χρυσού, αλλ' έχει είδη
πλείω του ενός, είναι δε και πυκνότερον του χρυσού, και
C. | έχει ολίγον και λεπτόν μέρος γης, ώστε να είναι σκλη-
ρότερον, αλλά επειδή έχει εντός εαυτού μεγάλα διαλείμματα,
είναι ελαφρότερον, τούτο είναι έν είδος εκ των λαμπρών και
συμπιεστών υδάτων και στερεοποιηθέν αποτελεί τον χαλκόν.
Το δε μέρος της γης το μιχθέν μετ' αυτού, όταν και τα δύο πα-
λαιούμενα αποχωρίζωνται πάλιν απ' αλλήλων, γινόμενον φανε-
ρόν ως υπάρχον καθ' εαυτό λέγεται ιός (σκωρία). Περί δε των
άλλων, εκ των τοιούτων ουδόλως είναι δύσκολον να εξηγηθή
τις ακόμη, ακολουθών την πιθαναλογίαν διά της οποίας, (όταν
Δ. | χάριν αναπαύσεως αφίνη τους λόγους περί των αιωνίων
όντων και προσέχων εις τους πιθανούς λόγους περί εκείνου,
όπερ γίνεται, αποκτά ηδονήν αμεταμέλητον), δύναται να εύρη
παιδιάν μεμετρημένην και φρόνιμον εν τη ζωή του. Ούτω
δε και ημείς τώρα ομοίως οδηγούμενοι, ως πρότερον, θα εκθέ-
σωμεν περί των πραγμάτων τούτων τας εξής πιθανότητας τοιου-
τοτρόπως.
Το ύδωρ, αναμιχθέν με το πυρ, όσον είναι λεπτόν και υγρόν
(και διά την κίνησιν και τον δρόμον, τον οποίον λαμβάνει κυλιό-
μενον επί της γης, λέγεται υγρόν), και μαλακόν συνάμα, διότι
αι βάσεις αυτού, ούσαι ολιγώτερον στερεαί παρά τας βάσεις της
γης, ευκόλως υποχωρούσι, τούτο (το ύδωρ), όταν αποχωρισθέν
Ε. | από του πυρός και από του αέρος μείνη μόνον, γίνεται
ομαλώτερον και διά την αποχώρησιν εκείνην συνωθείται εις
εαυτό· και τοιουτοτρόπως πυκνωθέν, εκείνο όπερ πάσχει τούτο
εις μέγαν βαθμόν υπεράνω της γης λέγεται χάλαζα, το δε επί
της γης παθόν τούτο ονομάζεται κρύσταλλος (πάγος), το δε πα-
θόν εις ολιγώτερον βαθμόν και κατά το ήμισυ μόνον πηχθέν,
τούτο, αν είναι υπεράνω της γης, καλείται χιών, και εάν πυ-
κνωθή επί της γης και γεννάται εκ της δρόσου, λέγεται πάχνη.
Αι δε πολυάριθμοι ποιότητες ύδατος, αι οποίαι είναι ανάμικτοι
60. | μεταξύ των και διυλίζονται διά των φυτών της γης όλαι
ομού λέγονται χυμοί. Ούτοι δε, ένεκα των αναμίξεων, επειδή εί-
ναι έκαστος διάφορος του άλλου, οι μεν περισσότεροι απετέλε-
σαν ανώνυμα είδη, τέσσαρα όμως, τα οποία περιέχουσι πυρ,
επειδή ήσαν μάλλον προφανή, έλαβον ίδια ονόματα· και το μεν
δυνάμενον να θερμαίνη την ψυχήν άμα και το σώμα είναι ο οί-
νος· το δε άλλο, το οποίον είναι λείον και ικανόν να διαστέλλη
την όρασιν και διά τούτο, είναι λαμπρόν κατά την όψιν και φαί-
νεται στιλπνόν και παχύ είναι το ελαιώδες είδος, ήτοι η πίσσα,
Β. | ο χυμός της ρητίνης, αυτό το έλαιον και όσοι άλλοι χυμοί
είναι της αυτής φύσεως. Εκείνο δε το είδος, το οποίον είναι δια-
χυτικόν όσον το επιτρέπει η φύσις του οργανισμού του στόματος,
και διά της ιδιότητος ταύτης παράγει την γλυκύτητα, έλαβεν εν
γένει το όνομα μέλι· και εκείνο, όπερ διαλύει με την καυστικό-
τητα αυτού τας σάρκας και κάμνει αφρόν και καλώς διακρίνεται
από όλους τους άλλους χυμούς, ωνομάσθη οπός.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XXV.

Τα διάφορα είδη ή ποιότητες της γης.
Εκ δε των ειδών της γης το μεν καθαρισθέν διά μέσου του
ύδατος γίνεται λίθινον σώμα κατά τον εξής τρόπον. Το ύδωρ
το αναμεμιγμένον μετ' αυτής, όταν εις την μίξιν κατατμηθή,
μεταβάλλεται εις μορφήν αέρος, και όταν γίνη αήρ τρέχει επάνω
C | εις τον τόπον αυτού. Επειδή δε δεν υπάρχει κανέν κενόν
πέριξ, τον μεν πλησίον αέρα απωθεί, ούτος δε, επειδή είναι βα-
ρύς ωθούμενος και διαχεόμενος πέριξ της μάζης της γης, θλί-
βει αυτήν σφοδρώς και την σπρώχνει εις τους τόπους, οπόθεν εί-
χεν εξέλθει ο νεωστί σχηματισθείς αήρ. Συμπιεσθείσα έπειτα
υπό του αέρος η γη γίνεται μετά του ύδατος, όπερ δεν δύναται
πλέον να διαλυθή, πέτρα, ωραιοτέρα μεν εκείνη, ήτις αποτελου-
μένη εκ μερών ίσων και ομοιομόρφων είναι διαφανής, ασχημο-
τέρα δε η εναντίας έχουσα ιδιότητας. Εκείνη όμως, ήτις υπό της
ταχύτητος του πυρός εστερήθη πάσης υγρασίας και συνεπυκνώθη
εις σώμα ξηρότερον του πρώτου, γίνεται εκείνο, το οποίον ωνομά-
D. | σαμεν κέραμον. Ενίοτε δε, όταν απομείνη υγρασία, η γη,
επειδή εχύθη διά του πυρός, όταν ψυχθή, γίνεται ο λίθος ο έχων
χρώμα μέλαν. Εκ των δύο δε τούτων, τα οποία τοιουτοτρόπως
γυμνούνται μεγάλης ποσότητος ύδατος, όπερ ήτο ανάμικτον
μετ' αυτών, και αποτελούνται εκ μερών γης λεπτοτέρων και είναι
αλμυρά, όταν η πήξις αυτών γίνη κατά το ήμισυ και είναι
ταύτα ακόμη διαλυτά υπό του ύδατος σχηματίζεται το νίτρον, το
οποίον είναι ικανόν να καθαρίζη (από) το έλαιον και την γην, και
προσέτι εκείνο, όπερ τόσον καλώς προσαρμόζεται εις τα αρτύ-
Ε. | ματα διά την αίσθησιν του στόματος, το σώμα των αλάτων,
το οποίον είναι τόσον προσφιλές εις τους θεούς, καθώς λέγει ο
νόμος(28). Τα δε σύνθετα, εκ των δύο ειδών (γης και ύδατος), τα
οποία υπό μεν του ύδατος δεν είναι διαλυτά, είναι όμως υπό του
πυρός, συμπηγνύονται τοιουτοτρόπως διά τον εξής λόγον. Όγ-
κους γης(29) δεν διαλύει ούτε το πυρ ούτε ο αήρ, διότι, επειδή
ταύτα αποτελούνται από μέρη φύσει μικρότερα των κενών της
συστάσεως της γης και μεταβαίνουσιν άνευ βίας διά μέσου πολ-
λής ευρυχωρίας, αφίνουσιν αδιάλυτον και δεν τήκουσιν αυτήν.
Αλλά τα μέρη του ύδατος, επειδή είναι φύσει μεγαλύτερα, ευ-
61. | ρίσκοντα διά βίας έξοδον, διαλύουσι και τήκουσιν αυτήν.
Την γην λοιπόν, ήτις δεν είναι συμπαγής, μόνον το ύδωρ δύνα-
ται τοιουτοτρόπως να διαλύση διά της βίας, αλλ' όταν είναι συμ-
παγής ουδέν άλλο την διαλύει πλην του πυρός, διότι εις ουδέν
άλλο απομένει είσοδος εκεί παρά εις το πυρ. Και πάλιν την πύ-
κνωσιν του ύδατος, όταν είναι βιαιοτάτη, μόνον το πυρ, όταν δε
είναι ασθενεστέρα και τα δύο, πυρ και αήρ την διαλύουσιν, ο μεν
αήρ εισερχόμενος εις τα κενά, το δε πυρ και εις τα στοιχειώδη
τρίγωνα(30). Τον δε αέρα τον ισχυρώς πυκνωθέντα ουδέν δύναται
να διαλύση, εκτός εάν διαλύση εις τα στοιχεία του, εάν δε είναι
αβίαστος η πύκνωσις, μόνον το πυρ διαλύει αυτόν(31). Ως προς τα
σώματα δε τα μικτά εκ γης και ύδατος, ενόσω το ύδωρ κατέ-
Β. | χει τα κενά της γης συμπεπιεσμένης με δύναμιν, τα μέρη
του ύδατος τα επερχόμενα έξωθεν μη ευρίσκοντα είσοδον και πε-
ριρρέοντα όλον τον όγκον, την αφίνουσιν αδιάλυτον· αλλά τα
μέρη του πυρός εισερχόμενα εις τα κενά των υδάτων, εκείνο
όπερ το ύδωρ προξενεί εις την γην, τούτο προξενούντα τα μέρη
του πυρός εις το ύδωρ, γίνονται αυτά μόνα αίτια εις το μικτόν
σώμα να διαλυθή και να γίνη ρευστόν. Και τοιαύτα σώματα συμ-
βαίνει άλλα μεν να έχωσιν ολιγώτερον ύδωρ παρά γην, και
ταύτα είναι πάντα τα είδη της υάλου και πάντες οι λίθοι, οίτι-
C. | νες καλούνται χυτοί, άλλα δε ανάπαλιν, έχουσι περισσότε-
ρον ύδωρ και είναι όλα τα σώματα τα κηροειδή και τα κατάλ-
ληλα προς αρωματισμόν (θυμιάματα).

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XXVI.

Οργανικά παθήματα (εντυπώσεις) και αισθήσεις. Απτικά αισθήματα. Εντύπωσις του θερμού εξηγουμένη εκ της φύσεως του πυρός. Εντύπωσις του ψυχρού εξηγουμένη εκ των περί το σώμα υγρών τεινόντων να εισέλθωσιν εις αυτό. Το αίσθημα του σκληρού και του μαλακού.Το βαρύ και το κούφον, το κάτω και το άνω,εξηγούμενα εκ του νόμου καθ' ον το όμοιον έλκει προς εαυτό το όμοιον. Η εντύπωσις του λείου και του τραχέος(32).
Και τα μεν ποικίλα είδη, τα οποία γεννώνται εκ των δια-
φόρων σχημάτων, εκ των συνδυασμών και εκ των αμοιβαίων
μεταβολών αρκετά έχουσιν αποδειχθή. Τώρα δε πρέπει να προσ-
παθήσωμεν να διασαφήσωμεν τας εξ αυτών εντυπώσεις, διά ποίας
αιτίας γίνονται. Πρώτον λοιπόν εις πάντα, περί των οποίων γί-
νεται λόγος, πρέπει να υπάρχη μία σχετική αίσθησις(33). Αλλά
περί της γενέσεως της σαρκός και των σχετικών με την σάρκα,
και περί της ψυχής, καθ' όσον είναι θνητή, δεν ωμιλήσαμεν
ακόμη. Αλλ' ούτε περί τούτων χωριστά από των αισθητικών
Δ. | εντυπώσεων, ούτε περί εκείνων άνευ τούτων είναι δυνατόν
να ομιλήσωμεν προσηκόντως, συγχρόνως δε περί αμφοτέρων να
είπωμεν είναι σχεδόν αδύνατον. Πρέπει λοιπόν να προτάξωμεν
πρότερον τα μεν, εις δε τα άλλα, τα οποία θα επιταχθώσι, θα
επανέλθωμεν περαιτέρω. Ίνα λοιπόν αι εντυπώσεις εξηγηθώσιν
ευθύς μετά τα (παράγοντα αυτάς) είδη, ας αρχίσωμεν πρώτον από
τας κοινάς εις το σώμα άμα και εις την ψυχήν.
Και πρώτον, πως λέγομεν ότι το πυρ είναι θερμόν, ας ίδω-
μεν, εξετάζοντες το ζήτημα ως εξής, σκεπτόμενοι δηλ. περί του
χωρισμού και της διαιρέσεως, τα οποία δι' αυτού γίνονται εις το
Ε. | σώμα ημών. Ότι η εντύπωσις αύτη είναι τι οξύ, τούτο σχεδόν
πάντες αισθανόμεθα. Πρέπει δε να υπολογίσωμεν την λεπτότητα
των πλευρών και την οξύτητα των γωνιών και την σμικρότητα
των μερών και την ταχύτητα της κινήσεως, διότι δι' όλα ταύτα το
πυρ ον βίαιον και οξέως κοπτερόν κόπτει πάντοτε ό,τι ήθελε
62. | τύχει, και να ενθυμηθώμεν την γέννησιν του σχήματος του
πυρός, ότι δηλ. είναι ακριβώς αύτη η φύσις και όχι άλλη, ήτις
διαιρούσα τα σώματα ημών και εις μικρά μέρη κατακερματίζουσα
αυτά παράγει το πάθος τούτο, το οποίον λέγομεν θερμότητα, και
άμα το όνομα αυτού. Το δε πάθημα το εναντίον εις τούτο είναι
μεν φανερόν, αλλ' όμως ας μη μείνη ανεξήγητον. Τα χονδρά
δηλαδή μέρη των πέριξ του σώματος ημών υγρών, εισερχόμενα
εις αυτό και αποδιώκοντα τα μικρότερα, επειδή δεν δύνανται να
Β. | εισδύσωσιν εις τας θέσεις τούτων, συμπιέζουσι το υγρόν το
οποίον είναι εν ημίν, και εξ ανωμάλου και τεταραγμένου διά
την ομαλότητα και την πίεσιν το καθιστώσιν ακίνητον και ομα-
λόν. Τούτο δε παρά φύσιν συμπιεζόμενον, μάχεται κατά φύ-
σιν αυτό εαυτό απωθούν προς το εναντίον. Εις την μάχην λοι-
πόν ταύτην και εις τον σεισμόν τούτον εδόθη όνομα τρόμος
και ρίγος, και η όλη εντύπωσις αύτη και το παράγον αυτήν ωνο-
μάσθη ψυχρόν (ψύχος). Σκληρόν δε ωνομάσθη παν σώμα εις το
οποίον υποχωρεί η σαρξ ημών, μαλακόν δε το υποχωρούν εις την
σάρκα. Ούτω δε και μεταξύ των τα σώματα. Υποχωρούσι δε όσα
στηρίζονται επί μικρών βάσεων, και διά ταύτα, το αποτελούμε-
C. | νον εκ βάσεων τετραγώνων, επειδή καλώς στηρίζεται, είναι
το μάλλον ανθιστάμενον είδος και εκείνο όπερ, όταν φθάση
εις την μεγίστην πυκνότητα, δύναται ν' αντιτάξη την μεγίστην
αντίστασιν.
Το βαρύ δε και το ελαφρόν δύνανται να εξηγηθώσι σαφέ-
στατα, αν εξετασθώσι σχετικώς, με το λεγόμενον άνω και κάτω.
Διότι ουδόλως είναι ορθόν να νομίζωμεν ότι εν τη φύσει υπάρ-
χουσι δύο τόποι εναντίοι, οι οποίοι περιλαμβάνουσι το παν εις
δύο μέρη διαιρούντες αυτό, ο είς μεν κάτω, εις τον οποίον φέ-
ρονται πάντα όσα έχουσιν όγκον τινά σώματος, ο άλλος δε
D. | άνω, εις τον οποίον παν ό,τι έρχεται ακουσίως έρχεται.
Διότι, επειδή όλος ο κόσμος είναι σφαιροειδής, τα πράγματα, τα
οποία ισαπέχοντα του κέντρου είναι εις τα άκρα, πρέπει κατά
φυσικήν ανάγκην να είναι άκρα κατά τον αυτόν τρόπον, το
δε κέντρον, απέχον κατά το αυτό μέτρον από τα άκρα, πρέπει
να θεωρήται ότι είναι εις αντίθεσιν προς πάντα. Λοιπόν, επειδή
τοιούτος φύσει είναι ο κόσμος, ποίον των ειρημένων πραγμάτων
θα ηδύνατό τις να θέση άνω ή κάτω χωρίς να φανή δικαίως ότι
αποδίδει εις αυτό όνομα, όπερ ουδόλως αρμόζει εις αυτό ; Τω όντι
ο τόπος, όστις είναι εν τω μέσω του κόσμου, δεν είναι δίκαιον να
λέγηται ότι φύσει είναι άνω ούτε κάτω, αλλά μόνον ότι είναι εις
το μέσον, και ο εν τη περιφερεία φανερώς δεν είναι εν τω μέσω,
ούτε έχει μέρος τι ιδικόν του, όπερ είναι εις αναφοράν, διάφορον
αλλού μέρους προς το μέσον ή προς άλλο, όπερ κείται εις
αντίθεσίν προς αυτό(34). Και όταν τι είναι φύσει πανταχόθεν ομοιό-
μορφον, ποία ονόματα εναντία αποδίδων τις εις αυτό και τίνι
τρόπω θα ηδύνατο να νομίζη ότι λέγει ορθά; Διότι, και αν
63. | υπήρχεν εις το κέντρον του παντός στερεόν σώμα ισόρρο-
πον, ουδέποτε θα ηδύνατο να φερθή εις κανέν των άκρων, αφού
ταύτα είναι πανταχόθεν όμοια. Αλλά και αν τις ήθελε πορευθή
πέριξ αυτού κυκλικώς σταματών πολλάκις αντίπους, τον αυτόν τό-
πον αυτού θα έλεγεν εκάστοτε άνω και κάτω. Τω όντι, επειδή, ως
είπομεν ήδη, το όλον είναι σφαιροειδές, δεν είναι φρονίμου αν-
θρώπου ίδιον να λέγη, ότι τόπος τις αυτού κείται κάτω, άλλος
δε άνω. Πόθεν δ' ελήφθησαν τα ονόματα ταύτα, και εις ποία
πράγματα αποδίδοντες αυτά συνηθίσαμεν εξ αιτίας αυτών διαι-
ρούντες και τον κόσμον όλον ομοίως να ομιλώμεν περί αυτού,
πρέπει περί τούτου να συνεννοηθώμεν ορμώμενοι εκ των ακολού-
Β. | θων αρχών. Εάν εις τον τόπον του σύμπαντος, τον οποίον η
φύσις του πυρός κατέλαβεν(35) ιδία, όπου και είναι συνηθροι-
σμένον το μεγαλύτερον μέρος αυτού, προς το οποίον φέρεται παν
άλλο πυρ, αναβάς τις εις εκείνον τον τόπον και έχων δύναμιν εις
τούτο, ήθελεν αφαιρέσει μέρη του πυρός τούτου και θέσας εις
τας πλάστιγγας ήθελε τα ζυγίσει, καθ' όσον ήθελεν ανυψοί τον
ζυγόν και έλκει το πυρ διά της βίας εις τον ανόμοιον προς αυτό
αέρα, είναι φανερόν ότι η μικροτέρα μερίς θα υπεχώρει εις την
C. | δύναμιν του ευκολώτερον μεγαλυτέρου(36). Διότι, όταν δύο
πράγματα ανυψώνται ομού από μίαν μόνην δύναμιν, κατ' ανάγ-
κην το μικρότερον υποχωρεί εις την βίαν περισσότερον, το δε με-
γαλύτερον ανθιστάμενον υποχωρεί ολιγώτερον, και το μεν πολύ
λέγεται βαρύ και ότι φέρεται κάτω, το δε σμικρόν λέγεται ελα-
φρόν και ότι φέρεται άνω. Το αυτό τούτο δυνάμεθα να εύρωμεν
και ενεργούντες επί του τόπου τούτου ημών. Ιστάμενοι δηλαδή
επί της γης, όταν εις διαφόρους πλάστιγγας ζυγίζωμεν γεώδεις
ουσίας, ενίοτε δε και αληθινήν γην, τας σύρομεν διά της βίας
και παρά φύσιν εις τον αέρα, όστις είναι ανόμοιος με αυτάς, ενώ
D. | και αύτη και εκείνη (η γη) τείνουσι προς το όμοιον αυτών·
αλλά τότε το μικρότερον ευκολώτερον του μεγαλυτέρου υποχωρεί
εις το βιάζον αυτό και πορεύεται προς το ανόμοιον· λοιπόν τούτο
ονομάζομεν ελαφρόν, το δε μέρος προς το οποίον το βιάζομεν κα-
λούμεν άνω, το δε εναντίον πάθος καλούμεν βαρύ και τον τόπον
κάτω. Ότι δε ταύτα έχουσιν αναφοράν διάφορον μεταξύ των συμ-
βαίνει κατ' ανάγκην, διότι η αρχική μάζα εκάστου στοιχείου κατέ-
χει τόπον διάφορον και εναντίον του των άλλων. Τω όντι εκείνο,
όπερ είς τινα τόπον είναι ελαφρόν αναφορικώς προς εκείνο, όπερ
είναι ελαφρόν εις αντίθετον τόπον, και το βαρύ αναφορικώς προς
το βαρύ και το κάτω προς το κάτω και το άνω προς το άνω, όλα
Ε. | ταύτα θα ευρεθώσιν ότι και συμβαίνουσι και είναι μεταξύ
των εναντία και πλάγια και όλως διάφορα(37). Το εξής όμως πρέ-
πει να διανοώμεθα περί όλων αυτών, ότι δηλ. η τάσις προς το
συγγενές η υπάρχουσα εις όλα κάμνει (να καλώμεν) βαρύ το φε-
ρόμενον σώμα, και κάτω τον τόπον εις τον οποίον φέρεται το
τοιούτον, τα δε έχοντα εναντίαν διεύθυνσιν λαμβάνουσιν εναντία
ονόματα. Περί των παθημάτων λοιπόν τούτων ας είναι αύται αι
αιτίαι, τας οποίας ημείς προβάλλομεν.
Την αιτίαν δε της εντυπώσεως του λείου και του τραχέος,
πας οιοσδήποτε, προσέξας μόνον, δύναται και εις άλλον να είπη
64. | αυτήν, είναι δηλ. σκληρότης ηνωμένη με ανωμαλίαν, του
λείου δε αιτία είναι ομαλότης ηνωμένη με πυκνότητα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XXVII.

Περί των παθών εν γένει. Εντυπώσεις ευάρεστοι ή δυσάρεστοι ή ουδέτεραι.
Μέγιστον δε μας υπολείπεται ακόμη περί των παθημάτων
των κοινών εις όλον το σώμα (να ίδωμεν) το αίτιον της ηδονής
και της λύπης και εις όσα παθήματα εξητάσαμεν ήδη, και εις
όσα παράγοντα αισθήσεις εις τα ιδιαίτερα μέρη του σώματος
έχουσιν ως επακόλουθα αυτών συνάμα λύπας και ηδονάς(38). Ας
θεωρήσωμεν λοιπόν κατά τον ακόλουθον τρόπον τας αιτίας τας
σχετικάς προς παν πάθημα αισθητόν ή μη αισθητόν(39) ενθυμού-
μενοι πώς διεκρίναμεν περί της φύσεως της ευκινήτου και της
δυσκινήτου· διότι τοιουτοτρόπως πρέπει να επιδιώξωμεν παν πρά-
γμα, το οποίον επιθυμούμεν να συλλάβωμεν. Τω όντι, το φύσει
ακίνητον όργανον, όταν και σμικρόν πάθημα συμβή εις αυτό, το
μεταδίδει κυκλικώς, διότι τα μέρη διαδοχικώς το αναπλάττουσι,
μέχρις ου ελθόντα εις την συνείδησιν εξαγγείλωσιν εις αυτήν
την δύναμιν του ενεργήσαντος αιτίου. Το εναντίον του όμως,
επειδή είναι στάσιμον και δεν προβαίνει δι' ουδενός κύκλου, δέ-
χεται μόνον την εντύπωσιν, αλλά δεν κινεί κανέν άλλο πράγμα
C. | πλησίον. Ώστε, επειδή μέρη δεν μεταδίδουσιν εις άλλα μέρη
την πρώτην εντύπωσιν, ήτις εις αυτά μένει ακίνητος και δεν
μεταδίδεται εις το όλον ζώον, το παθόν την εντύπωσιν δεν την αι-
σθάνεται. Και τούτο συμβαίνει εις τα οστά και εις τας τρίχας
και εις όσα άλλα μέρη έχομεν εντός ημών, τα οποία αποτελούν-
ται κατά το πλείστον εκ γης. Το πρότερον δε λεχθέν εφαρμόζει
εις την όψιν προ πάντων και την ακοήν, διότι εις ταύτας υπάρ-
χει μεγίστη ενέργεια πυρός και αέρος.
Την ηδονήν δε και την λύπην τοιουτοτρόπως πρέπει να νοώ-
D. | μεν: η εντύπωσις η βιαία και παρά φύσιν γινομένη αιφνι-
δίως είναι αλγεινή, η δε επανερχομένη πάλιν αιφνιδίως εις την φύ-
σιν ημών είναι ηδεία, η δε ενεργούσα ηρέμα και κατ' ολίγον δεν
είναι αισθητή. Το εναντίον δε συμβαίνει εις τας εναντίας τούτων
εντυπώσεις. Πάσαι δε αι γινόμεναι μετ' ευκολίας είναι μεν λίαν
αισθηταί, αλλά δεν παράγουσιν ούτε ηδονήν ούτε λύπην, καθώς
είναι αι εντυπώσεις της όψεως, η οποία την ημέραν, ως είπομεν
Ε. | πρότερον, γίνεται σώμα συγγενές με ημάς(40). Εις την όψιν
τω όντι αι τομαί και τα καύματα και αι εντυπώσεις αι άλλαι, όσας
δέχεται, δεν προξενούσι λύπας, ούτε πάλιν ηδονάς, όταν αύτη επανέρ-
χεται εις την προτέραν κατάστασιν αυτής, αλλά μόνον μέγιστα και
σαφέστατα αισθήματα, και καθ' όσον αυτή παθαίνεται, και καθ'
όσον αυτή κινείται να ενεργήση επί άλλων πραγμάτων, (σ.45 C).
Διότι ουδεμία υπάρχει βία ούτε εις την διαστολήν ούτε εις την συ-
στολήν της όψεως. Τα σώματα όμως τα αποτελούμενα εκ μεγαλυ-
τέρων του πυρός μερών δυσκόλως υποχωρούντα εις το ενεργούν
65. | αίτιον αλλά διαδίδοντα εις το όλον τας κινήσεις, έχουσιν
ηδονάς και λύπας, λύπας μεν όταν αλλοιούνται, ηδονάς δε
όταν επανέρχωνται εις την πρώτην κατάστασιν αυτών. Όσα
δε όργανα ολίγον κατ' ολίγον πάσχουσι τους αποχωρισμούς
και τας κενώσεις αυτών, τας δε πληρώσεις διά μιας και αφθό-
νους, την κένωσιν μη αισθανόμενα, την πλήρωσιν όμως αισθα-
νόμενα, λύπας μεν δεν γεννώσιν εις το θνητόν μέρος της
ψυχής, ηδονάς όμως μεγίστας. Και ταύτα είναι φανερά ως προς
τας καλάς οσμάς(41). Όσα δε όργανα αλλοιούνται αίφνης, μόλις
δε και κατ' ολίγον αποκαθίστανται εις την προτέραν κατάστασίν
των, παράγουσι πάντα φαινόμενα εναντία προς τα πρώτα· και τούτο
είναι φανερόν εις τα καύματα και τας πληγάς του σώματος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XXVIII.

Αι εντυπώσεις της γεύσεως. Το στρυφνόν και αυστηρόν, το τραχύ και δριμύ, το πικρόν και γλυκύ κ.λ.
Και περί μεν των κοινών εις όλον το σώμα εντυπώσεων και
περί των ονομάτων των διδομένων εις τα πράγματα τα παράγοντα
αυτάς αρκετά ελέχθησαν. Όσα δε πάθη συμβαίνουσιν εις μεμο-
νωμένα μέρη ημών, τας εντυπώσεις και τας αιτίας τας παραγού-
σας αυτά, ταύτα πρέπει να προσπαθήσωμεν να είπωμεν αν δυνά-
C. | μεθα. Πρώτον λοιπόν πρέπει να εξηγήσωμεν, όσον είναι δυ-
νατόν, εκείνο το οποίον ομιλούντες πρότερον περί των χυμών,
έχομεν παραλίπει, δηλαδή τα παθήματα τα οποία είναι ίδια της
γλώσσης. Και ταύτα δε φαίνονται ότι συμβαίνουσιν, όπως και τα
περισσότερα εκ των άλλων, διά συγκρίσεων (συστολών) και δια-
κρίσεων (διαστολών), και εκτός τούτων έχουσι ταύτα περισσό-
τερον των άλλων τραχύτητας και λειότητας. Διότι όλα τα γεώδη
μέρη, τα εισερχόμενα όπου είναι αι μικραί φλέβες, αίτινες ως
D. | δοκιμαστήρια της γλώσσης εκτείνονται(42) μέχρι της καρδίας,
πίπτοντα εις τα υγρά και μαλακά μέρη της σαρκός και διαλυόμενα
συστέλλουσι τας μικράς φλέβας και τας αποξηραίνουσι, και εκείνα
άτινα είναι τραχύτερα φαίνονται στρυφνά, τα δε ολιγώτερον
στρυφνά φαίνονται τραχέα. Εκείνα δε εξ αυτών, τα οποία είναι
καθαρτικά και αποπλύνουσιν όλα τα περί την γλώσσαν, όταν
κάμνωσι τούτο πέραν του μέτρου και προσκολλώνται ούτως, ώστε
να φθείρωσι αυτήν την γλώσσαν, οποία είναι η ενέργεια του νί-
Ε. | τρου, πάντα τα τοιαύτα καλούνται πικρά. Εκείνα δε τα
οποία έχουσι μικροτέραν την δύναμιν του νίτρου και ενεργούσι
τον καθαρισμόν μετά μέτρου, μας φαίνονται αλυκά (σάλτσαι)
άνευ πολύ μεγάλης πικρίας και μάλλον ευάρεστα. Εκείνα δε
εις τα οποία μετεδόθη η θερμότης του στόματος και έγειναν λεία
υπό τούτου, επειδή πυρούνται και πάλιν δε αυτά καίουσι το θερ-
μάναν αυτά στόμα και υπό της ελαφρότητος φέρονται άνω προς
τας αισθήσεις της κεφαλής και κόπτουσι πάντα όσα τύχωσι, διά
66. | ταύτας τας δυνάμεις των ωνομάσθησαν δριμέα. Όσα δε
αυτών έγειναν ήδη λεπτά υπό της σήψεως και εισδύουσιν εις τας
στενάς φλέβας, ευρισκόμενα ως προς τα γεώδη μέρη και τα του
αέρος, όσα υπάρχουσιν εκεί, εις αναλογίαν τοιαύτην, ώστε να κι-
νώσι τα μεν πέριξ των δε, και να τα κάμνωσι να αναμιγνύων-
ται, και αναμιγνυόμενα να εμπίπτωσι και να εισδύωσι τα μεν εις
τα δε, ώστε να παράγωσιν άλλα κοιλώματα εκτεινόμενα πέριξ
Β. | των εισερχομένων εις τας φλέβας, τα οποία επειδή απλούται
πέριξ του αέρος κοίλη υγρασία άλλοτε μεν γεώδης, άλλοτε δε
καθαρά, γίνονται αγγεία υγρά εξ αέρος ή ύδατα κοίλα και
στρογγύλα — εκείνα μεν της καθαράς υγρότητος είναι διαρκή
και έχουσιν όνομα πομφόλυγες, τα δε της γεώδους κινουμένης
και υψουμένης καλούνται ζέσις και ζύμωσις. Το αίτιον δε των
παθών τούτων καλείται οξύ. Η εναντία δε εντύπωσις εις όλα τα
C. | ειρημένα περί τούτων γεννάται εξ εναντίας αιτίας. Και οσά-
κις τα εισερχόμενα εις το στόμα, χυνόμενα εις τα υγρά αυτού και
όντα φύσει συγγενή με τας ιδιότητας της γλώσσης, κάμνουσι
λείον διά της επαλείψεως ό,τι είναι τραχύ, τα δε παρά φύσιν
συντεθέντα ή χυμένα άλλα μεν πιέζουσι, άλλα δε χαλαρούσι,
και κάθε πράγμα όσον είναι δυνατόν αποκαθιστώσι σύμφωνον
με την φύσιν του, ευάρεστον και αγαπητόν εις πάντας υπάρχον
παν τοιούτον θεραπευτικόν των βιαίων εντυπώσεων καλείται
γλυκύ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XXIX.

Περί οσφρήσεως. Ατέλειαι των αισθημάτων τούτων. Γένεσις αυτών. Ευάρεστοι και δυσάρεστοι οσμαί. Περί ακοής.Είδη του ήχου.
`D. | Και περί μεν τούτων (των χυμών) αρκούσι τα ειρημένα.
Περί δε της λειτουργίας των μυκτήρων είδη μεν δεν διακρίνονται.
Διότι παν το γένος των οσμών είναι ατελές, και ουδέν είδος(43) έχει
τοιαύτην αναλογίαν, ώστε να έχη πάντως μίαν οσμήν. Αι φλέ-
βες ημών εις τα μέρη ταύτα είναι πεπλασμέναι λίαν στεναί ως
προς τα είδη της γης και του ύδατος, και λίαν ευρείαι ως προς
τα του πυρός και του αέρος. Διά τούτο ουδείς ουδέποτε ησθάνθη
οσμήν τινα αυτών, αλλά αι οσμαί γίνονται από πράγματα, τα
Ε. | οποία ή βρέχονται ή σήπονται ή διαλύονται ή εξατμίζονται.
Διότι όταν το ύδωρ μεταβάλλεται εις αέρα και ο αήρ εις ύδωρ,
διαρκούσης της μεταβολής γίνονται αι οσμαί και είναι όλαι ή
καπνός ή νέφος (ατμός)(44). Εκ τούτων δε εκείνο, όπερ εξ αέρος
μεταβαίνει εις ύδωρ, είναι νέφος, εκείνο δε όπερ εξ ύδατος εις
αέρα είναι καπνός. Όθεν όλαι αι οσμαί είναι λεπτότεραι του
ύδατος και παχύτεραι του αέρος. Τούτο δε γίνεται φανερόν, όταν
τεθή κώλυμα τι εις την αναπνοήν(45) και έλκη τις διά βίας εις
εαυτόν την πνοήν, διότι τότε ουδεμία οσμή στραγγίζεται δι' αυ-
τού, ο αήρ δε μόνος, εστερημένος οσμής, υποχωρεί εις την προσ-
67. | πάθειαν (εισπνέεται). Διά ταύτα λοιπόν αι ποικιλίαι των
οσμών δεν έλαβον ονόματα, επειδή δεν αποτελούνται ούτε εκ
πολλών ειδών ούτε εξ' απλών ειδών, αλλά διττώς μόνα καλούνται,
φανερά όντα, το ευάρεστον και το δυσάρεστον, εκ των οποίων
τούτο μεν βιάζει και κάμνει τραχείαν όλην την κοιλότητα την
μεταξύ της κεφαλής και του ομφαλού ημών(46), το άλλο δε κατα-
πραΰνει και πάλιν εις την φυσικήν κατάστασιν αγαπητώς επανα-
φέρει αυτήν.
Πρέπει τώρα να εξετάσωμεν τρίτον είδος αισθήσεων, το της
Β. | ακοής και να είπωμεν διά ποίας αίτιας γεννώνται αι σχετι-
καί εντυπώσεις. Εν γένει λοιπόν ας θέσωμεν, ότι ο ήχος είναι
το πλήγμα, το οποίον διά μέσου των ώτων υπό του αέρος, του
εγκεφάλου και του αίματος(47) διαδίδεται μέχρι της ψυχής, και
ότι η κίνησις η υπό του πλήγματος γινομένη, από της κεφαλής
αρχίζουσα και καταλήγουσα εις την έδραν του ήπατος, είναι το
αίσθημα της ακοής. Και η μεν ταχεία κίνησις είναι ο οξύς ήχος,
η δε βραδυτέρα είναι ο βαρύτερος(48), η δε ομοιόμορφος είναι ο
C. | ομαλός και λείος, η δε εναντία ο τραχύς, η δε μεγάλη ο
ισχυρός και η εναντία είναι ο μικρός, ως προς δε τας συμφω-
νίας αυτών ανάγκη να ομιλήσωμεν βραδύτερον.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XXX.

Περί όψεως. Γένεσις των χρωμάτων. Λευκόν και μέλαν —Μαρμαρυγή. Λαμπρόν, ερυθρόν, ξανθόν κ.λ. Συναίτια δημιουργίας. Το θείον αίτιον και το αναγκαίον αίτιον.
Το τέταρτον γένος αισθητών πραγμάτων μας υπολείπεται, ό-
περ πρέπει να διαιρέσωμεν εις είδη, διότι κατέχει πολυαρίθμους
ποικιλίας, τας οποίας όλας ομού εκαλέσαμεν χρώματα, (και είναι)
φλοξ απορρέουσα από έκαστον των σωμάτων και έχουσα μόρια
ανάλογα προς την όψιν, ώστε να είναι αισθητά.
Δ. | Περί των αιτίων δε της παραγωγής της όψεως είπομεν
ολίγα εις τα προηγούμενα(49). Περί των χρωμάτων λοιπόν τούτο
φαίνεται πιθανώτατον, και θα ήτο πρέπον νυν να διεξέλθωμεν περί
αυτού προσηκόντως· ότι δηλαδή τα μόρια, τα οποία απορρέουσιν
από των άλλων πραγμάτων και πίπτουσιν εις την όψιν, είναι άλλα
μεν μικρότερα, άλλα δε μεγαλύτερα, και άλλα ίσα προς τα μέρη
αυτής της όψεως. Και τα μεν ίσα δεν είναι αισθητά και τα λέγο-
μεν διαφανή, τα δε μεγαλύτερα και τα μικρότερα, εκείνα μεν όντα
ικανά να συστέλλωσι, ταύτα δε να διαστέλλωσι την όψιν, είναι
τοιαύτα, οποία προς την σάρκα είναι το θερμόν και το ψυ-
χρόν και προς την γλώσσαν το στρυφνόν και όσα θερμαντικά όντα
Ε. | τα εκαλέσαμεν δριμέα. Και το λευκόν και το μέλαν είναι
αι αυταί εντυπώσεις των πραγμάτων τούτων, αίτινες όμως γίνονται
εις άλλο γένος, και φαίνονται διάφοροι διά τας ειρημένας αιτίας(50).
Ούτω λοιπόν πρέπει να ονομάζωμεν αυτά, το μεν διαστέλλον την όψιν
λευκόν, το δε εναντίον αυτού μέλαν. Εάν δε οξυτέρα ορμή πυρός
διαφόρου γένους (εξωτερικού) προσπέση εις το οπτικόν πυρ και
διαστείλη αυτό μέχρι των ομμάτων, βιαίως ωθούσα και διαλύουσα
68. | τους πόρους των οφθαλμών, ώστε να εκχύνεται πυρ και
ύδωρ άφθονον, το οποίον καλούμεν δάκρυα, ενώ αυτή αύτη η ορμή
είναι πυρ, και έρχεται εις συνάντησιν (ενώ το έν πυρ πηδά έξω
ως από αστραπήν, το δε άλλο εισέρχεται και σβύνεται εις την
υγρασίαν του οφθαλμού), και εις την σύγχυσιν ταύτην γεννώνται
ποικίλα χρώματα, την εντύπωσιν ταύτην ονομάζομεν μαρμαρυ-
γήν(51), εκείνο δε όπερ παράγει αυτήν ονομάζομεν λαμπρόν και
Β. | στίλβον. Το δε μεταξύ τούτων είναι γένος πυρός, το οποίον
φθάνει εις το υγρόν των ομμάτων και αναμιγνύεται με αυτό, αλλά
δεν στίλβει, και την λάμψιν ταύτην του πυρός η οποία αναμιγνύε-
ται μετά του υγρού, επειδή παρέχει χρώμα του αίματος, την ονο-
μάζομεν ερυθρόν.
Το λαμπρόν ενούμενον με το ερυθρόν και το λευκόν γεννά το
ξανθόν. Αλλά κατά ποίον μέτρον είναι έκαστον τούτων, ουδέ εάν
τις γνωρίζη αυτό, έχει σημασίαν προς αυτόν να το εξετάζη, διότι
ουδείς θα ηδύνατο να δείξη επαρκώς ανάγκην τινά αυτού ούτε
λόγον πιθανόν. Το δε ερυθρόν ενωθέν με το μέλαν και το λευκόν,
C. | παράγει το πορφυρούν. Όταν δε εις ταύτα, αφού μιχθώσι και
καώσι, προστεθή περισσότερον μέλαν, γεννάται το σκοτεινόν (βαθύ)
χρώμα. Το πυρρόν δε γεννάται εκ της μίξεως του ξανθού και του
φαιού, το δε φαιόν εκ του λευκού και του μέλανος, το δε ωχρόν (κί-
τρινον) εκ του λευκού μιχθέντος με το ξανθόν. Το λευκόν δε συν-
δυαζόμενον με το λαμπρόν και μεταπίπτον εις πυκνόν μέλαν παρά-
γει το κυανούν χρώμα. Το δε κυανούν ενούμενον με το λευκόν
παράγει το γλαυκόν και το πυρρόν συνδυαζόμενον με το μέλαν
Δ. | παράγει το πράσινον. Τα δε λοιπά χρώματα εκ τούτων των
παραδειγμάτων είναι σχεδόν φανερόν με ποίας μίξεις δύνανται να
εξηγηθώσι και να διατηρηθή η πιθανότης του λόγου. Αλλ' εάν
τις εξετάζων ταύτα εν τη πραγματικότητα θέλη να κάμη δοκιμήν
αυτών, θα εδεικνύετο αγνοών την διαφοράν μεταξύ της ανθρωπί-
νης και της θείας φύσεως, ότι δηλ. ο Θεός έχει την επιστήμην άμα
και την δύναμιν επαρκείς, ίνα αναμιγνύη πολλά πράγματα εις έν
και πάλιν εκ του ενός να τα διαλύη εις πολλά, αλλ' εκ των αν-
θρώπων ουδείς είναι ικανός να κάμη ούτε το έν ούτε το άλλο εκ
Ε. | τούτων, ούτε τώρα ούτε θα είναι ποτέ εις το μέλλον.
Ταύτα λοιπόν πάντα γεννηθέντα τοιουτοτρόπως εξ ανάγκης,
ο δημιουργός του καλλίστου και του αρίστου τα προσελάμβανε
τότε εις τα γεννώμενα πράγματα, ότε εγέννα τον αυτάρκη και τον
τελειότατον Θεόν, μεταχειριζόμενος αυτά ως βοηθητικάς αιτίας,
ενώ το αγαθόν εις όλα τα γεννώμενα αυτός το επραγματοποίει.
Διά τούτο πρέπει να διακρίνωμεν δύο είδη αιτιών, το μεν αναγ-
καίον, το δε άλλο θείον, και το μεν θείον να ζητώμεν εις όλα τα
69. | πράγματα, διά να ζήσωμεν ευτυχείς εφ' όσον η φύσις ημών
επιδέχεται· το δε αναγκαίον χάριν εκείνου, αναλογιζόμενοι ότι
άνευ αυτού δεν είναι δυνατόν ούτε εκείνο, το οποίον επιποθού-
μεν, να κατανοήσωμεν μεμονωμένον, ούτε πάλιν να το συλλάβω-
μεν(52) ή να μετάσχωμεν αυτού κατ' άλλον τινά τρόπον.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XXXI.

Ο Δημιουργός εκ της αταξίας έφερε τα όντα εις τάξιν. Δημιουργία της ψυχής του ανθρώπου. Το λογικόν μέρος αυτής έπλασεν ο Θεός και έθεσεν εν τη κεφαλή. Το θνητόν μέρος επλάσθη υπό των γεννητών Θεών και διηρέθη εις δύο μέρη, το θυμικόν, όπερ ετοποθετήθη εις το στήθος, και το επιθυμητικόν. Σύστασις και λειτουργία της καρδίας και του πνεύμονος.
Επειδή λοιπόν τώρα, ως εις τέκτονας τα υλικά, ευρίσκονται
ενώπιον ημών τα δύο είδη των αιτιών, καλώς ωρισμένα, εκ των
οποίων πρέπει να συνυφάνωμεν τον επίλοιπον λόγον ημών, πάλιν
ας επανέλθωμεν συντόμως εις την αρχήν και ταχέως ας πορευθώ-
μεν εις αυτό εκείνο το σημείον, εκ του οποίου ορμηθέντες εφθά-
Β. | σαμεν εδώ, και ας δοκιμάσωμεν να θέσωμεν εις τον λόγον
και κεφαλήν και τέλος αρμόζοντα εις τα προειρημένα. Καθώς λοι-
πόν και κατ' αρχάς είπομεν, εις τα πράγματα ταύτα, τα οποία
ευρίσκοντο εις αταξίαν, ο Θεός έθεσεν εις έκαστον αναλογίας (συμ-
μετρίας) και προς εαυτό και προς τα άλλα, καθ' όσας και όπου ήτο
δυνατόν να γίνωσιν ανάλογα και σύμμετρα. Διότι τότε ουδέν πράγμα
μετείχεν αναλογιών και μέτρων, εκτός αν τι εξ αυτών μετείχε
κατά τύχην, ούτε το παράπαν υπήρχε κανέν άξιον να λάβη το
όνομα των πραγμάτων, τα οποία τώρα έχουσι το όνομα τούτο, ως
C | πυρ και ύδωρ και ει τι άλλο. Αλλ' όλα ταύτα κατά πρώ-
τον ο Θεός διέταξε, και έπειτα εκ τούτων εσύστησε το σύμπαν
τούτο, ζώον ον, το οποίον περιλαμβάνει εν εαυτώ όλα τα ζώα,
θνητά και αθάνατα. Και των μεν θείων πραγμάτων αυτός ούτος
έγεινε δημιουργός, την γέννησιν δε των θνητών ανέθεσεν εις τα
πλάσματα αυτού(53), ίνα τα δημιουργήσωσι. Και ούτοι μιμούμενοι
αυτόν, λαβόντες παρ' αυτού την αθάνατον αρχήν της ψυχής, μετά
τούτο ετόρνευσαν πέριξ αυτής έν σώμα θνητόν, και όλον τούτο το
σώμα έδοσαν εις αυτήν ως όχημα· και έν άλλο είδος ψυχής έπλα-
σαν προσέτι, το θνητόν, το οποίον έχει εντός αυτού φοβερά και
Δ. | αναπόφευκτα πάθη(54), πρώτον μεν την ηδονήν, το μέγιστον
δέλεαρ του κακού, έπειτα τας λύπας, διά τας οποίας φεύγομεν τα-
γαθά, και προσέτι θάρρος και φόβον, άφρονας συμβούλους, και τον
θυμόν, όστις δυσκόλως ακούει τας συμβουλάς, και την ελπίδα,
ήτις ευκόλως παρασύρεται υπό του παραλόγου αισθήματος και
του τα πάντα τολμώντος έρωτος. Αναμίξαντες δε ταύτα ομού διά
της ανάγκης έπλασαν το θνητόν γένος.
Και διά ταύτα φοβούμενοι μήπως μιάνωσι το θείον, ει μη μό-
Ε. | νον όσον ήτο απολύτως αναγκαίον, χωριστά από εκείνο (το
θείον), κατώκισαν το θνητόν(55) εις άλλην κατοικίαν του σώματος,
και έκτισαν ισθμόν και όριον μεταξύ της κεφαλής και του στή-
θους, θέσαντες εν τω μέσω τον αυχένα, διά να είναι κεχωρισμέ-
νον. Εις το στήθος λοιπόν και εις τον λεγόμενον θώρακα έδεσαν
το θνητόν είδος της ψυχής. Και επειδή μέρος μεν αυτής είναι φύ-
σει καλύτερον, μέρος δε χειρότερον, ωκοδόμησαν την κοιλότητα
του θώρακος και εν τω μέσω αυτής έπλασαν χώρισμα, καθώς χω-
ρίζεται η κατοικία των ανδρών από της των γυναικών, θέσαντες
70. | ως μεσότοιχον το διάφραγμα. Το μέρος λοιπόν της ψυχής,
το μετέχον ανδρείας και θυμού, επειδή είναι φιλόνεικον κατώκι-
σαν πλησιέστερον της κεφαλής, μεταξύ του διαφράγματος και
του αυχένος, ίνα δύναται να ακούη την φωνήν του λογικού και
από κοινού μετ' αυτού εξουσιάζη διά της βίας τας επιθυμίας, οπό-
ταν αύται δεν θέλουσιν εκουσίως να υπακούωσιν ευπειθώς εις τα εκ
της ακροπόλεως ερχόμενα προστάγματα και λόγους. Την καρδίαν
δε, ήτις είναι ο δεσμός των φλεβών και η πηγή του αίματος του
Β. | κυκλοφορούντος ορμητικώς εις όλα τα μέλη του σώματος, ετο-
ποθέτησαν εις την κατοικίαν του δορυφόρου (του λόγου), ίνα οσά-
κις ο θυμός ήθελε βράσει διά άγγελμα του λόγου, ότι γίνε-
ται πράξις τις άδικος ως προς ταύτα τα μέλη ή έξωθεν, ή εκ μέ-
ρους των εσωτερικών επιθυμιών, ταχέως τότε διά μέσου πάντων
των στενών πόρων, πάντα τα μέρη του σώματος όσα δέχονται τα
αισθήματα, ακούοντα τας προτροπάς και τας απειλάς, υπακούω-
σιν εις αυτάς και ακολουθώσι κατά πάντα, και αφίνωσιν ούτω το
άριστον μέρος να ηγεμονεύη εις όλα ταύτα. Εις την ανασκίρτησιν
C. | δε της καρδίας διά την προσδοκίαν των κινδύνων και διά την
εξέγερσιν του θυμού, προγινώσκοντες οι θεοί ότι όλη αύτη η οίδη-
σις (φούσκωμα) των οργιζομένων έμελλε να γίνεται διά του πυ-
ρός, ίνα προμηθεύσωσιν επικουρίαν εις αυτήν, εφύτευσαν εκεί τον
πνεύμονα, όστις είναι προ πάντων μαλακός και χωρίς αίμα, και
έχει εντός σπήλαια τετρυπημένα ως τα του σπόγγου, ίνα δεχόμε-
νος την πνοήν και το ποτόν και δροσίζων παρέχη αναπνοήν και
ανακούφισιν εις τόσην θερμότητα. Διά τούτο τους οχετούς της
Δ. | τραχείας αρτηρίας διηύθυνον εις τον πνεύμονα· τούτον δε έθεσαν
περί την καρδίαν ως τι μαλακόν πράγμα, επί του οποίου αύτη να
σκιρτά, ίνα, όταν ο θυμός εν τη καρδία είναι εις την ακμήν του,
πηδώσα επί πράγματος αποχωρούντος και λαμβάνουσα αναψυχήν,
με ολιγώτερον κόπον δύναται περισσότερον να υπηρετή τον λόγον
διά του θυμού.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XXXII.

Το επιθυμητικόν τροφής, ποτού κ.λ. ετέθη μεταξύ του διαφράγματος και τον ομφαλού και προσεδέθη ως εις φάτνην,ίνα τρέφηται και τρέφη το σώμα. Το ήπαρ πυκνόν,λείον, λαμπρόν, γλυκύπικρον αντανακλά τα διανοήματα τον νου και ως κάτοπτρον παρουσιάζει αυτά εις την άλογον ταύτην ψυχήν. Ο σπλην διατηρεί το ήπαρ λαμπρόν και καθαρόν. Μαντική. Σχέσις ήπατος και μαντικής,ην έχει το άφρον μέρος της ψυχής.
Το μέρος δε της ψυχής, το οποίον επιθυμεί τας τροφάς και τα
ποτά και όσα έχει χρείαν ένεκα της φύσεως του σώματος, τούτο
κατώκισαν εν τω μέσω μεταξύ του διαφράγματος και του ορίου
Ε. | του ομφαλού, κατασκευάσαντες εις όλον τούτον τον τόπον ως
μίαν φάτνην διά την θρέψιν του σώματος. Και εδώ έδεσαν αυτό
ως θρέμμα άγριον, το οποίον όμως ήτο αναγκαίον να τρέφηται,
ως συνδεδεμένον (μεθ' ημών), εάν βέβαια έμελλε να υπάρχη το
ανθρώπινον γένος. Ίνα λοιπόν πάντοτε, βόσκον εις την φάτνην
και κατοικούν όσον το δυνατόν μακρότερον του μέρους, το οποίον
71. | βουλεύεται, προξενή ελάχιστον θόρυβον και ενόχλησιν, και
αφίνη το καλλίτερον μέρος να σκέπτηται και αποφασίζη με ησυ-
χίαν περί του κοινού συμφέροντος εις όλα τα μέρη, διά ταύτα
έδοσαν εις αυτό θέσιν ενταύθα. Και επειδή εγνώριζον, ότι τούτο
δεν έμελλε να ακούη τον λόγον, και ότι εάν και κατά τινα τρό-
πον ήθελε μετάσχη τινός εκ των αισθήσεων, δεν ήτο εις την φύσιν
αυτού να φροντίζη περί του αιτίου αυτής, και ότι νύκτα και ημέ-
ραν θα παρασύρηται υπό εικόνων και φαντασμάτων, προϊδόντες
Β. | τούτο οι θεοί κατεσκεύασαν το ήπαρ και το έθεσαν εις την
κατοικίαν αυτού. Και έπλασαν τούτο πυκνόν, λείον και λαμπρόν
και γλυκύ(56), έχον δε και πικρίαν, ίνα η δύναμις των νοημάτων,
η οποία φέρεται από τον νουν καταβαίνουσα εις αυτό, ως εις κά-
τοπτρον, το οποίον δέχεται τας εικόνας και αφίνει να βλέπη τις
αυτάς, προξενή μεν φόβον εις το μέρος τούτο της ψυχής, (όπερ
συμβαίνει) οσάκις μεταχειριζομένη μέρος της συγγενούς αυτής πι-
κρίας η δύναμις αύτη επιτιθεμένη βαρεία και απειλητική, και
αναμιγνύουσα αυτήν ταχέως καθ' όλον το ήπαρ εμφανίζει τα χρώ-
C. | ματα της χολής και πιέζουσα αυτό το κάμνει όλον πλήρες
ρυτίδων και τραχύ, ενώ κάμπτουσα τον λοβόν όντα ορθόν και συ-
στέλλουσα αυτόν, φράττουσα δε και συγκλείουσα τας θύρας και τα
αγγεία της χολής, παράγει λύπας και αηδίας· — και ίνα αντιστρόφως,
όταν έμπνευσις πραότητος, ερχομένη εκ της διανοίας, ζωγραφίζη
τας εναντίας εικόνας προξενούσα ησυχίαν από της πικρίας, επειδή
ούτε κινείται ούτε θέλει να θίγη την φύσιν, ήτις είναι εναντία προς
εαυτήν (την πικρίαν), και μεταχειριζομένη προς αυτήν την έμφυ-
τον εις αυτήν γλυκύτητα και καθιστώσα πάλιν πάντα ορθά και
Δ. | λεία και ελεύθερα, — ίνα (λέγω) η έμπνευσις καθιστά γαλήνιον
και ήμερον το μέρος της ψυχής, το οποίον κατοικεί πλησίον του
ήπατος, και την νύκτα έχει διάθεσιν κατάλληλον να μαντεύη κατά
τον ύπνον, επειδή δεν μετέχει λόγου και φρονήσεως. Διότι ενεθυ-
μούντο το πρόσταγμα του πατρός οι πλάσαντες ημάς, ότε διέταττε
να ποιήσωσι το ανθρώπινον γένος όσον το δυνατόν άριστον, και
διά τούτο διορθούντες και το κακόν μέρος ημών, ίνα κατά τινα
τρόπον προσεγγίζη την αλήθειαν, έθεσαν εις τούτον τον τόπον το
μαντείον. Ικανή δε απόδειξις του ότι ο Θεός έδωκε την μαντείαν
εις την ανθρωπίνην αφροσύνην, είναι ότι ουδείς, όστις είναι εις τον
νουν του, έρχεται εις μαντείαν εμπνευσμένην και αληθή, αλλά μό-
νον εις τον ύπνον, όταν έχη δέσει την δύναμιν της συνειδήσεώς
του ή όταν δι' ασθένειαν ή ενθουσιασμόν τινα γίνη έξω εαυτού.
Ίδιον όμως του έμφρονος ανθρώπου είναι να σκέπτηται αναλογι-
ζόμενος τους ρηθέντας λόγους ή κατά τον ύπνον ή κατά την εγρή-
72. | γορσιν υπό της μαντικής και ενθουσιαστικής φύσεως, και
όσαι εικόνες εφάνησαν, πάσας διά του λογισμού να αναλύη, κατά
τίνα τρόπον και προς ποίον δηλουσί τι κακόν ή αγαθόν, μέλλον ή
παρελθόν ή παρόν. Ο δε παθών μανίαν και διατελών ακόμη εις
το πάθος τούτο δεν δύναται να κρίνη αφ' εαυτού ούτε τα οράματα
ούτε τους λόγους αυτού, αλλά από πολλού χρόνου και ορθώς λέ-
γεται ότι το να πράττη και να γνωρίζη εαυτόν και τα εαυτού
πράγματα είναι έργον μόνου του σώφρονος(57). Εκ τούτου βέβαια
Β. | προήλθε και το έθος να γίνωνται κριταί των εμπνευσμένων
μαντείων οι προφήται(58), τους οποίους τινές ονομάζουσι μάντεις,
διότι αγνοούσιν εντελώς, ότι ούτοι είναι μόνον ερμηνευταί φωνών
και οραμάτων αινιγματικών και ουδόλως μάντεις, και δικαιότατα
δύνανται να ονομάζωνται ερμηνευταί των μαντείων (προφητειών).
Διά ταύτα λοιπόν η φύσις του ήπατος έγεινε τοιαύτη και ετέθη
εις τον τόπον τον οποίον είπομεν, δηλαδή χάριν της μαντικής.
Και εφ' όσον τις ζη, το ήπαρ έχει φανερώτατα σημεία, αλλά
όταν στερηθή της ζωής, γίνεται τυφλόν και τα μαντεύματα είναι
λίαν αμυδρά ή ώστε να δηλώσι τι σαφές(59).
C. | Σπλην. Η κατασκευή δε και η έδρα του γειτονεύοντος εις
το ήπαρ σπλάγχνου (του σπληνός) έγεινεν εις τα αριστερά χάριν του
ήπατος, δηλ. διά να το διατηρή πάντοτε λαμπρόν και καθαρόν,
ως εις κάτοπτρον παρακείμενον έν μάκτρον (σπόγγος) έτοιμον
πάντοτε και προητοιμασμένον. Διά τούτο και όταν γεννώνται πέ-
ριξ του ήπατος ακαθαρσίαι εκ νόσου τινός του σώματος, η αραιό-
της του σπληνός καθαρίζει αυτάς όλας δεχομένου εντός εαυτού,
διότι έχει υφανθή κοίλος και χωρίς αίματος. Όθεν γεμίζων από
Δ. | τας ακαθαρσίας αυξάνει μεγάλως και εξογκούται, και πάλιν
όταν το σώμα καθαρισθή, ταπεινούται και επανέρχεται εις τον
πρώτον όγκον αυτού.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XXXIII.

Το θνητόν μέρος της ψυχής. Έντερα. Μυελός. Οστά. Σπέρμα.Εγκέφαλος. Κεφαλή. Σπονδυλική στήλη - Νεύρα και Σάρκες. Στόμα. Δέρμα. Τρίχες - Όνυχες(60).
Περί της ψυχής λοιπόν, πόσον μέρος έχει θνητόν και πόσον θείον
και πού και μετά ποίων οργάνων και διά τίνας αιτίας ετοποθετήθη-
σαν ταύτα τα μέρη χωριστά, την αλήθειαν, ως είπομεν, μόνον όταν
ο Θεός συμφωνήση, τότε δυνάμεθα να διισχυρισθώμεν ότι γνωρί-
ζομεν αυτήν. Ότι όμως είπομεν πιθανά, και τώρα και εφεξής
όσον περισσότερον εξετάζομεν τούτο, δυνάμεθα να διακινδυνεύσω-
Ε. | μεν να το βεβαιώσωμεν και το βεβαιούμεν. Το δε ακολουθούν
εις ταύτα πρέπει να επιζητήσωμεν κατά τον αυτόν τρόπον, είναι
δε τούτο το πώς έγεινε το επίλοιπον του σώματος(61). Ότι δε συν-
ετέθη κατά τον εξής συλλογισμόν, δύναται να αρμόζη εις αυτό
περισσότερον πάντων. Οι συστήσαντες το γένος ημών εγνώριζον
την ακολασίαν των ποτών και των φαγητών, η οποία θα υπάρχη
εις ημάς, και ότι διά την λαιμαργίαν θα κάμνωμεν χρήσιν αυτών
πολύ περισσοτέραν του πρέποντος και του αναγκαίου. Λοιπόν διά
να μη γείνη διά τας νόσους αιφνιδία καταστροφή, και ίνα μη το
ανθρώπινον γένος απολεσθή ευθύς πριν ή φθάση εις την τελειό-
73. | τητά του, ταύτα προβλέποντες, κατεσκεύασαν δοχείον όπερ
καλείται κάτω κοιλία, ίνα περιλαμβάνη το περίσσευμα του ποτού
και του φαγητού, και συνέστρεψαν εις γύρους τα έντερα, όπως μη
διαπερώσα έξω η τροφή ταχέως αναγκάζη το σώμα να ζητή πά-
λιν ταχέως άλλην τροφήν, και ίνα μη γεννώσα απληστίαν κατα-
στήση όλον το ανθρώπινον γένος ένεκα της γαστριμαργίας αφιλό-
σοφον και άμουσον και ανυπότακτον εις το θειότατον μέρος, το
οποίον είναι εντός ημών.
Περί δε των οστών και των σαρκών και περί όλου εκείνου,
Β. | το οποίον είναι ομοίας φύσεως, λέγομεν ότι ταύτα έχουσιν
ως εξής: Εις όλα ταύτα αρχή υπήρξεν η γέννησις του μυελού.
Διότι οι δεσμοί της ζωής, διά των οποίων η ψυχή είναι συνδεδε-
μένη με το σώμα, επειδή είναι δεδεμένοι εις τον μυελόν, είναι ως
αι ρίζαι του ανθρωπίνου γένους. Αυτός δε ο μυελός έγεινεν εξ
άλλων πραγμάτων. Δηλαδή εκ των τριγώνων όσα ήσαν αρχικά,
κανονικά και λεία, ικανά να παραγάγωσι μετά της μεγίστης ακρι-
βείας πυρ και ύδωρ και αέρα και γην, ο Θεός αποχωρίζων από
C | τα σχετικά είδη αυτών και αναμιγνύων μεταξύ των μετά τι-
νος αναλογίας, ίνα προμηθεύση το κοινόν γεννητικόν σπέρμα εις
όλον το ανθρώπινον γένος, κατεσκεύασε τον μυελόν εξ αυτών. Και
μετά τούτο εφύτευσεν εις τον μυελόν τα τρία είδη της ψυχής και
τα συνέδεσε. Και όσα και οποία ήσαν τα σχήματα, τα οποία
έκαστον των ειδών αυτών έμελλε να έχη, εις τοσαύτα και τοι-
αύτα σχήματα διήρεσεν αυτόν τον μυελόν ευθύς κατά την αρ-
χικήν διανομήν. Και το μέρος αυτού, όπερ έμελλε να έχη εν
εαυτώ, ως αγρός, το θείον σπέρμα, πλάσας αυτό στρογγύλον παν-
Δ. | ταχόθεν επωνόμασεν εγκέφαλον, διότι όταν έκαστον ζώον
ήθελεν αποτελεσθή, το αγγείον, όπερ θα περιείχε το μέρος τούτο,
θα ήτο η κεφαλή. Το μέρος δε, το οποίον έμελλε να κατέχη το
λοιπόν και θνητόν μέρος της ψυχής, διήρεσεν εις σχήματα στρογ-
γύλα άμα και προμήκη και τα ωνόμασεν όλα μυελόν· και εκ τού-
των ως εξ αγκυρών ρίπτων τους δεσμούς όλης της ψυχής πέριξ
αυτού έπλασεν όλον το σώμα ημών, αφού πρώτον συνέπηξε δι'
όλον τον μυελόν έν σκέπασμα οστέινον.
Ε. | Το οστούν δε τούτο συνέστησεν ως εξής: Κοσκινίσας γην
καθαράν και λεπτήν εζύμωσεν αυτήν και ύγρανε με μυελόν· μετά
δε τούτο την έβαλεν εις το πυρ, έπειτα την εβύθισεν εις το ύδωρ
και πάλιν εις το πυρ και πάλιν εις το ύδωρ, και μεταφέρων τοιου-
τοτρόπως πολλάκις αυτήν εις τούτο και εις εκείνο την έκαμε
τοιαύτην, ώστε να μη δύναται να διαλυθή ούτε υπό του ενός ούτε
υπό του άλλου. Μεταχειριζόμενος λοιπόν ταύτην την ύλην ετόρ-
νευσε πέριξ του εγκεφάλου οστεΐνην σφαίραν, εις την οποίαν
74. | αφήκε στενήν διέξοδον. Και πέριξ του αυχενίου και του νω-
τιαίου μυελού πλάσας εκ της αυτής ύλης σπονδύλους, διέταξε τον
ένα υπό τον άλλον ως στρόφιγγας αρχίσας από της κεφαλής
καθ' όλον τον κορμόν. Και ίνα διασώση το όλον σπέρμα, περι-
έφραξεν αυτό εντός λιθίνου περιβόλου, κατασκευάσας αρθρώσεις,
και μεταχειριζόμενος την ενέργειαν του ετέρου (του μεταβλητού),
ίνα ούτω μεταξύ αυτών εκτελήται κίνησις και κάμψις(62).
Θεωρήσας δε ότι ο τρόπος του είναι της οστεΐνης φύσεως ήτο
Β. | πολύ σαθρότερος του δέοντος και ακαμπτότερος, και ότι γι-
νόμενος διάπυρος και ψυχόμενος(63) εναλλάξ, θα σαπή και θα δια-
φθείρη ταχέως το σπέρμα εντός αυτού, διά τούτο επενόησε τα
νεύρα και την σάρκα, ίνα με εκείνα μεν, συνδέσας όλα τα άλλα
μέλη, καθ' όσον (τα νεύρα) εντείνονται ή χαλαρούνται, δώση εις
το σώμα την ευκολίαν να κάμπτηται και να εκτείνηται πέριξ των
σπονδύλων. Την δε σάρκα επενόησεν, ίνα γίνη προπύργιον κατά
των υπερβολικών καυμάτων και ασφάλεια κατά του χειμώνος, προ-
σέτι δε και κατά των πτώσεων, ως ένδυμα συμπιλητόν, διότι η σαρξ
C. | μαλακώς και ευκόλως υποχωρεί εις τα άλλα σώματα και έχει
εν εαυτή υγρόν θερμόν, το οποίον κατά μεν το θέρος ιδρώνει και
νοτίζον την επιφάνειαν δύναται να προξενή εις όλον το σώμα φυσι-
κόν ψύχος, τον δε χειμώνα απεναντίας με αυτό τούτο το πυρ δύνα-
ται να υπερασπίζηται αρκούντως κατά του ψύχους, το οποίον την
προσβάλλει και την περικυκλώνει έξωθεν. Ταύτα διανοηθείς ο Πλά-
στης ημών, συμμείξας και συναρμόσας την σάρκα εξ ύδατος και
πυρός και γης συνθέσας ζύμωμα από οξύ και αλμυρόν, και
Δ. | αναμίξας ταύτα εσχημάτισεν ούτω την σάρκα πλήρη χυμών
και μαλακήν. Τα δε νεύρα έκαμεν από μίγμα οστών και αζύμου
σαρκός, ως μίαν μέσην φύσιν μεταξύ εκείνων και ταύτης, μετα-
χειρισθείς προσέτι, χρώμα ξανθόν. Διά τούτο τα νεύρα απέκτησαν
φύσιν περισσότερον έντονον και γλοιώδη, παρά τας σάρκας, πε-
ρισσότερον δε μαλακήν και υγράν παρά τα οστά. Διά τούτων (νεύ-
ρων και σαρκών) περικαλύψας ο Θεός τα οστά και τον μυελόν,
Ε. | τα συνέδεσε μεταξύ των διά των νεύρων και μετά ταύτα εσκέ-
πασε πάντα ταύτα διά σαρκών. Και όσα μεν οστά περιείχον μεγαλύ-
τερον μέρος ψυχής, τα περιέφραξε με ολιγίστας σάρκας, όσα δε
είχον ολιγώτερον με πλείστας και πυκνοτάτας(64). Και προσέτι κατά
τας συνδέσεις των οστών, όπου ο λόγος δεν εδείκνυεν ανάγκην
τινά, διά την οποίαν έπρεπε να υπάρχωσι σάρκες, έθεσεν ολίγας
σάρκας, ίνα μη εμπόδιον γινόμεναι εις τας κάμψεις κάμνωσι τα σώ-
ματα δυσμεταχείριστα (βαρέα), ως γινόμενα ούτω δυσκίνητα, και
ίνα πάλιν, όταν θα ήσαν πολλαί και πυκναί και πολύ πεπιεσμέναι
μεταξύ των, διά την στερεότητα αυτών παράγουσαι αναισθησίαν,
μη καθιστώσι τας ενεργείας της διανοίας περισσότερον δυσμνημο-
νεύτους και περισσότερον μωράς.
75. | Διά τούτο και οι μηροί και αι κνήμαι, τα ισχία, τα οστά
των βραχιόνων και πήχεων, και πάντα τα άλλα όσα είναι άνευ
αρθρώσεων, και όσα εντός ημών δι' ολιγότητα ψυχής εις τον μυε-
λόν είναι κενά νοήσεως, πάντα ταύτα είναι πλήρη σαρκών· όσα δε
έχουσιν εντός αυτών νόησιν, έχουσιν ολίγας σάρκας, εκτός εκεί
όπου ο Θεός συνέστησεν ούτω σάρκα τινά, ίνα υπάρχη αυτή καθ'
εαυτήν όργανον αισθήσεων, καθώς είναι η γλώσσα. Αλλά τα
πλείστα συνέστησε κατά τον ανωτέρω τρόπον. Διότι ο οργανισμός
όστις γίνεται και συντηρείται κατά τους νόμους της ανάγκης(65) ου-
Β. | δαμώς επιδέχεται πυκνόν οστούν και πολλήν σάρκα και μετά
τούτων συγχρόνως οξύτητα αισθήσεων. Τω όντι περισσότερον παν-
τός άλλου οργάνου η κεφαλή θα είχε τα δύο ταύτα, εάν ηδύνατο
να ευρίσκωνται αυτά ομού, και το ανθρώπινον γένος, έχον κε-
φαλήν σαρκώδη και νευρώδη και ισχυράν, ήθελεν αποκτήσει βίον
δις και πολλάκις μακροχρονιώτερον και υγιεινότερον και αλυπό-
τερον του σημερινού. Νυν όμως οι δημιουργοί της γενέσεως ημών
συλλογιζόμενοι, εάν έπρεπε να πλάσωσι γένος πολυχρονιώτερον
C. | και χειρότερον, ή βραχυχρονιώτερον αλλά καλύτερον, έκριναν
ομοφώνως, ότι κατά πάντα τρόπον ο ολιγοχρονιώτερος και κα-
λύτερος βίος είναι απολύτως προτιμότερος του πολυχρονιωτέρου
αλλά φαυλοτέρου. Διά τούτο και με λεπτόν μεν οστούν, ουχί όμως
με σάρκας και με νεύρα, εστέγασαν την κεφαλήν, διότι δεν έμελλε
να έχη ουδέ κάμψεις. Συμφώνως λοιπόν προς πάσας ταύτας τας
αιτίας, η κεφαλή ευαισθητοτέρα και φρονιμωτέρα αλλά πολύ
ασθενεστέρα του λοιπού μέρους του ανθρώπου προσετέθη εις το
σώμα αυτού. Διά τούτο και τα νεύρα ο Θεός ομοίως στήσας πέριξ
του κάτω άκρου της κεφαλής ολόγυρα περί τον τράχηλον, εκόλ-
Δ. | λησεν αυτά ομοιομόρφως και συνέδεσε μετ' αυτών τα άκρα
(κλείδας) των σιαγόνων υπό το πρόσωπον, τα άλλα δε διένειμεν
εις όλα τα άλλα μέλη συνδέων άρθρωσιν με άρθρωσιν.
Στόμα. Ομοίως δε την σύστασιν του στόματος ημών με
τους οδόντας και την γλώσσαν και τα χείλη διέταξαν οι διακο-
σμήσαντες αυτόν, όπως είναι τώρα διατεταγμένος και ένεκα της
Ε. | ανάγκης και χάριν του αρίστου (αγαθού). Και την είσοδον
μεν εποίησαν χάριν της ανάγκης, την έξοδον δε χάριν του αρίστου.
Διότι αναγκαίον μεν είναι παν ό,τι εισέρχεται, ίνα δίδη τροφήν εις
το σώμα, αλλά το ρεύμα των λόγων, όπερ ρέει έξω και υπηρετεί
την νόησιν, είναι το κάλλιστον και άριστον πάντων των ναμάτων.
Δέρμα. Εξ άλλου την κεφαλήν δεν ήτο δυνατόν να αφήση
μόνον οστεΐνην και γυμνήν διά την κατά τας εποχάς υπερβο-
λικήν ζέστην ή το ψύχος, ούτε να επιτρέψη αφού αύτη σκε-
πασθή να γίνη κωφή και αναίσθητος από το βάρος των σαρκών.
76. | Διά τούτο, όταν η σαρξ ξηραίνεται, συνήθως αποχωρίζεται(66)
πέριξ έν κατάλειμμα μεγαλύτερον της σαρκός, εκείνο όπερ
τώρα λέγεται δέρμα· τούτο δε διά την πέριξ του εγκεφάλου
υγρασίαν αυξάνον κυκλικώς και συνερχόμενον εις εαυτό περιέ-
βαλαν όλην την κεφαλήν. Η δε υγρασία εξερχομένη υπό τας
ραφάς επότιζεν αυτό και συνέκλειεν εις την κορυφήν της κεφα-
λής, συλλέγουσα αυτό ως εις ένα δεσμόν. Τα διάφορα δε είδη
των ραφών υπάρχουσι διά την ενέργειαν των περιόδων (της ψυ-
χής) και διά την της τροφής, και όταν αύται μάχωνται περισσότε-
Β. | ρον αναμεταξύ των, αι ραφαί είναι περισσότεραι, όταν δε ολι-
γώτερον, ολιγώτεραι. Όλον λοιπόν τούτο το δέρμα η θεότης εκέντει
ολόγυρα διά πυρός, αφού δε ετρυπήθη, και το υγρόν εφέρετο έξω
δι' αυτού, το μεν υγρόν και θερμόν, καθ' όσον ήτο καθαρόν, απ-
ήρχετο, το δε μικτόν εκ των στοιχείων, εκ των οποίων ήτο και
το δέρμα, ωθούμενον άνω υπό της ιδίας αυτού ορμής, εξετείνετο
μακράν, έχον λεπτότητα ίσην με το κέντημα. Αλλ' ένεκα της
βραδύτητός του απωθούμενον υπό του αέρος του περιεστώτος έξω-
θεν, πάλιν στρεφόμενον εντός ελάμβανε ρίζας υπό το δέρμα. Κατ'
C. | ακολουθίαν λοιπόν των παθημάτων τούτων, εγεννήθησαν αι τρί-
χες εις το δέρμα, συγγενείς με αυτό, καθ' όσον είναι όμοιαι με
ιμάντας, αλλά είναι σκληρότεραι και πυκνότεραι ένεκα της εκ
του ψύχους πυκνώσεως, την οποίαν υπέστη εκάστη θριξ ψυχθείσα,
όταν απεχωρίζετο από του δέρματος. Ούτω λοιπόν πυκνότριχα
έπλασε την κεφαλήν ο ποιήσας αυτήν, μεταχειριζόμενος τας ειρη-
μένας αιτίας, φρονών ότι τούτο, αντί της σαρκός, πέριξ του εγκε-
Δ. | φάλου έπρεπε να είναι το κάλυμμα αυτού προς ασφάλειάν του
ελαφρόν, και κατά τε το θέρος και τον χειμώνα ικανόν να παρέ-
χη σκιάν και σκέπην, αλλά μη δυνάμενον να γείνη ουδόλως εμ-
πόδιον εις την ορθότητα των αισθήσεων.
Όνυχες. Εκείνη δε η πλοκή νεύρου, δέρματος και οστού η πέριξ
των δακτύλων, αφού εμίχθη εκ των τριών τούτων και εξηράνθη, έγει-
νεν εξ όλων έν μόνον πράγμα, έν σκληρόν δέρμα, το οποίον εδη-
μιουργήθη μεν διά τας δευτέρας ταύτας αιτίας, αλλά παρήχθη
υπό της ανωτάτης αιτίας, της Διανοίας, χάριν εκείνων τα οποία
έμελλον να υπάρξωσιν έπειτα. Διότι οι συστήσαντες ημάς εγίνω-
σκον ότι ένα καιρόν εκ των ανδρών θα γεννηθώσι γυναίκες και
Ε. | τάλλα ζώα, και ότι πολλά θρέμματα θα λάβωσιν ανάγκην να
μεταχειρισθώσι τους όνυχας εις πολλάς περιστάσεις. Όθεν και
τους όνυχας έπλασαν ευθύς άμα εγεννήθησαν οι άνθρωποι. Διά
τον λόγον τούτον και διά τας αιτίας ταύτας δέρμα, τρίχας και
όνυχας έπλασαν εις τας άκρας των μελών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XXXIV.

Δημιουργία των φυτών. Μετέχουσι της επιθυμητικής ψυχής και είναι μόνον χρήσιμα προς συντήρησιν του ανθρώπου.
Ότε δε πάντα τα μέρη και τα μέλη του θνητού ζώου φυσι-
77. | κώς συνηνώθησαν, επειδή συνέβαινεν εξ ανάγκης να έχη
τούτο την ζωήν εκ του πυρός και του αέρος, και δι' αυτό διαλυό-
μενον και γινόμενον ισχνόν υπό τούτων εφθείρετο, οι Θεοί εμη-
χανεύθησαν μέσον βοηθείας εις αυτόν. Τω όντι αναμίξαντες την
ανθρωπίνην φύσιν με άλλας μορφάς και αισθήσεις, παρήγαγον
φύσιν συγγενή με αυτήν, ώστε να γίνη άλλο είδος ζώων, τα οποία
είναι τα νυν ήμερα δένδρα και τα φυτά και τα σπέρματα τα καλ-
λιεργηθέντα υπό της γεωργίας, τα οποία μας έγειναν οικεία, ενώ
Β. | πρότερον(67) υπήρχον μόνον τα άγρια είδη, αρχαιότερα όντα
των ημέρων. Διότι παν πράγμα μετέχον της ζωής, ευλόγως δύνα-
ται να λέγηται ορθότατα ζων. Και τούτο δε, περί του οποίου
τώρα λέγομεν, μετέχει του τρίτου είδους της ψυχής, το οποίον
ελέχθη ότι ετοποθετήθη μεταξύ του διαφράγματος και του ομφα-
λού, και το οποίον ουδόλως μετέχει γνώμης, συλλογισμού και νου,
αλλά μόνον αισθήσεως ευαρέστου και δυσαρέστου και επιθυμιών.
Διότι είναι πάντοτε παθητικόν και η γένεσίς του δεν επέτρεψε ώστε
στρεφόμενον εις εαυτό, απωθών την εξωτερικήν κίνησιν, και μετα-
C. | χειριζόμενον την ιδικήν του, να σκεφθή τι των ιδικών του
πραγμάτων, γνωρίζον την φύσιν αυτού. Διό τούτο ζη μεν και δεν
είναι διάφορον του ζώου, αλλά ίσταται ακίνητον και ερριζωμένον
εις το έδαφος, διότι είναι εστερημένον αυτοκινησίας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XXXV.

Περί αναπνοής.
Φλέβες. Αναπνοή — Εκπνοή. Ότε λοιπόν παρήγαγον πάντα
ταύτα τα γένη οι ανώτεροι προς τροφήν ημών των κατωτέρων,
ήνοιξαν οχετούς εις το σώμα ημών, όπως ορύττονται οχετοί εις
τους κήπους, διά να ποτίζηται ως από ρεύμα πηγής. Και πρώτον
Δ. | μεν κατεσκεύασαν δύο κρυφούς οχετούς εκεί ένθα το δέρμα
προσφύεται εις την σάρκα, ήτοι τας δύο νωτιαίας φλέβας(68), όπως
και το σώμα ήτο διπλούν, έχον μέρη δεξιά και μέρη αριστερά.
Τας φλέβας ταύτας διηύθυναν παρά την ράχιν περιλαμβάνοντες
εις το μέσον τον γόνιμον μυελόν, ίνα και ούτος διατελή, όσον εί-
ναι δυνατόν, θαλερός, και ίνα ο υπό του αίματος ποτισμός των άλ-
λων, γινόμενος εντεύθεν ευκολώτερος, ως ρέων από υψηλού εις
χαμηλόν μέρος, καθίστα ομαλήν την ύδρευσιν των μερών τού-
των(69). Μετά δε ταύτα διαιρέσαντες τας φλέβας ταύτας πέριξ της
Ε. | κεφαλής και συμπλέξαντες αυτάς μεταξύ των έδωκαν εις αυ-
τάς εναντίαν διεύθυνσιν, τας μεν εκ δεξιών ερχομένας στρέψαντες
προς τα αριστερά, τας δε εξ αριστερών προς τα δεξιά, όπως ούτω
υπάρχη παρεκτός του δέρματος και άλλος δεσμός της κεφαλής με
το σώμα, επειδή αύτη δεν είχε περικυκλωθή υπό νεύρων κατά την
κορυφήν, και ίνα ωσαύτως η εντύπωσις των αισθήσεων και εκ
του ενός και εκ του άλλου των μερών τούτων δύναται να μεταδί-
δηται εις όλον το σώμα. Έπειτα δε διέταξαν την του υγρού κυ-
κλοφορίαν κατά τοιούτον τινα τρόπον, τον οποίον θα εννοήσωμεν ευ-
78. | κολώτερον, αν πρώτον συμφωνήσωμεν περί των εξής: ότι
πάντα τα πράγματα, τα οποία σύγκεινται από στοιχεία μικρότερα,
κρατούσι τα μεγαλύτερα, όσα δε συνίστανται εκ μεγαλυτέρων δεν
δύνανται να κρατώσι τα μικρότερα· και ότι το πυρ εκ πάντων των
ειδών είναι το έχον τα σμικρότερα μέρη, και διά τούτο διαχωρεί
διά του ύδατος, της γης και του αέρος και πάντων όσα εκ τούτων
αποτελούνται, και ουδέν δύναται να κρατήση αυτό. Το αυτό ακρι-
βώς πρέπει να νοήσωμεν και περί της κοιλίας ημών, ότι δηλ. τας
τροφάς και τα ποτά όταν εισέρχωνται εις αυτήν, τα κρατεί, αλλά
Β. | τον αέρα και το πυρ, τα οποία αποτελούνται από μέρη μι-
κρότερα αυτής, δεν δύναται να κρατή. Τα δύο ταύτα λοιπόν μετ-
εχειρίσθη ο Θεός, ίνα διοχετεύη το υγρόν εκ της κοιλίας εις τας
φλέβας, δηλ, συνύφανε πλέγμα εξ αέρος και πυρός, ως είναι οι αλι-
ευτικοί κάλαθοι, έχον εις το στόμα δύο σάκκους εκ των οποίων τον
ένα έπλεξε δισχιδή. Από τους σάκκους τούτους εξέτεινε τρόπον
τινά σχοίνους ολόγυρα πανταχού μέχρι των άκρων του πλέγμα-
τος. Και τα μεν εσωτερικά μέρη του δικτύου τούτου τα έκαμεν
C. | όλα από πυρ, τους σάκκους δε και το κοίλον μέρος (δοχείον)
από αέρια στοιχεία. Έπειτα λαβών όλον τούτο το έθεσεν εις το
ήδη πεπλασμένον ζώον, κατά τον εξής τρόπον: Τον ένα σάκκον
εισήγαγεν εις το στόμα, επειδή δε αυτός ήτο διπλούς, το έν μέρος
του κατεβίβασε διά της τραχείας αρτηρίας εις τον πνεύμονα, το
δε άλλο πλησίον της αρτηρίας εις την κοιλίαν. Τον δε άλλον σάκ-
κον, αφού έσχισεν αυτόν, διεβίβασε και τα δύο ταύτα μέρη διά
των οχετών της ρινός, έχοντα συγκοινωνίαν με τον πρώτον, ούτως
ώστε όταν εκείνος δεν ήθελε διέλθει διά του στόματος, να πληρώνται
εκ τούτου και πάντα τα ρεύματα του άλλου(70). Το άλλο δε μέρος
Δ. | του πλέγματος προσεκόλλησεν εις το κοίλον μέρος του σώ-
ματος ημών, και το όλον τούτο ομού έκαμεν άλλοτε να συρρέη
ομαλώς εις τους σάκκους, διότι είναι εξ αέρος, άλλοτε δε οι σάκ-
κοι να ρέωσιν οπίσω. Ούτω δε το πλέγμα, επειδή το σώμα ημών
είναι αραιόν, έκαμον άλλοτε μεν να εισδύη εις τούτο, και πάλιν
άλλοτε να εξέρχηται, αι δε ακτίνες του εσωτερικού πυρός, αίτινες
είναι συνδεδεμέναι με αυτό, να το ακολουθώσι καθ' όσον ο αήρ
κινείται προς την μίαν ή την άλλην διεύθυνσιν. Και έκαμον τούτο
Ε. | να μη παύση ποτέ να γίνηται, εφ' όσον υπάρχει το θνητόν ζώον.
Εις αυτό δε ο θέσας τα ονόματα λέγομεν, ότι τα ωνόμασεν ανα-
πνοήν και εκπνοήν.
Και πάσα αύτη η ενέργεια και το πάθος τελείται εις το σώμα
ημών ούτως, ώστε τούτο ποτιζόμενον και δροσιζόμενον να δύνα-
ται να τρέφηται και να ζη. Διότι οσάκις η αναπνοή εισέρχηται
και εξέρχηται, και το πυρ το μετ' αυτής συνδεδεμένον ακολουθή
αυτήν, και πάντοτε υψούμενον και ταπεινούμενον εισέρχηται διά
79. | της κοιλίας και έρχηται εις επαφήν με τας τροφάς και τα
ποτά, διαλύει ταύτα, τα διαιρεί εις μικρά τεμάχια, τα φέρει διά
των εξόδων, διά των οποίων διέρχεται, ως από πηγής εις τους
οχετούς χύνον πάλιν αυτά εις τας φλέβας και κάμνει τα ρεύματα
ταύτα των φλεβών να ρέωσι διά του σώματος ως διά τινος αύλακος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XXXVI.

Περί αναπνοής (συνέχεια).
Ας εξετάσωμεν τώρα πάλιν την λειτουργίαν της αναπνοής, διά
ποίων αιτίων έγεινε τοιαύτη, οποία τώρα υπάρχει. Λοιπόν (έγει-
Β. | νεν) ως εξής: Επειδή ουδέν υπάρχει κενόν, εις το οποίον να
δύναται να εισέλθη πράγμα κινούμενον, η δε πνοή απωθείται υφ'
ημών έξω, είναι ήδη φανερόν το επακόλουθον εις τούτο, ότι δηλ.
αύτη δεν (εξέρχεται) εις το κενόν, αλλ' αποδιώκει εκ της θέσεώς
του τον πλησίον αέρα, ούτος δε ωθούμενος αποδιώκει τον πλησίον
του πάντοτε, και ούτως αναγκαίως ωθείται κυκλικώς όλος, έως
ου εισέλθη εις την θέσιν, όθεν εξήλθεν η αναπνοή, και αναπληρώ-
σας αυτήν, πάλιν παρακολουθεί την εκπνοήν. Και τούτο γίνεται
συγχρόνως όλον, ως τροχός περιστρεφόμενος, διότι κενόν δεν
C. | υπάρχει. Διά τούτο βέβαια το στήθος και ο πνεύμων, όταν
εξάγη την πνοήν, πάλιν πληρούται υπό του αέρος, όστις είναι πέ-
ριξ του σώματος και εισέρχεται και εισχωρεί διά των αραιών σαρ-
κών. Και πάλιν έπειτα αποσυρόμενος ο αήρ και εξερχόμενος διά
του σώματος κύκλω, ωθεί μέσα την αναπνοήν διά της διόδου του
στόματος και των μυκτήρων. Η αιτία δε διά την οποίαν τούτο
έλαβεν αρχήν, πρέπει να δεχθώμεν ότι είναι η εξής: Παν ζώον έχει
Δ. | θερμότατα τα εντός αυτού πλησίον του αίματος και των φλε-
βών, ως εάν υπήρχε πηγή πυρός εν αυτώ, και τούτο ωμοιάσαμεν με
το πλέγμα ψαροκοφίνου, (ειπόντες) ότι όλον το μέρος, το οποίον εκ-
τείνεται εις το μέσον, είναι πεπλεγμένον εκ πυρός, ενώ το άλλο,
όσον κείται έξωθεν, είναι εξ αέρος. Η θερμότης όμως, πρέπει να
το ομολογήσωμεν, φυσικώς φέρεται έξω προς την εαυτής θέσιν
και προς την άλλην θερμότητα την ομοίαν με αυτήν. Αλλ' επειδή
δύο υπάρχουσιν έξοδοι, η μία διά της επιφανείας του σώματος και η
Ε. | άλλη διά του στόματος και των μυκτήρων, οσάκις (η θερμότης
αύτη) ορμά προς το έν μέρος, ωθεί άμα τον αέρα όστις είναι προς το
άλλο, ο δε αποκρουσθείς πίπτων εις το πυρ θερμαίνεται, ενώ ο εξ-
ελθών ψύχεται. Επειδή δε ούτω η θερμότης μεταβάλλει θέσιν και
ο χώρος ο πλησίον της άλλης εξόδου γίνεται θερμότερος, πάλιν
το θερμότερον ρέπον προς ταύτην, ως φερόμενον προς την ομοίαν
με αυτόν φύσιν, απωθεί το ευρισκόμενον εις το άλλο μέρος.
Τούτο δε πάσχουσα και ανταποδίδουσα διηνεκώς τα αυτά, γεννά
κύκλον χωρούντα εμπρός και οπίσω και παράγοντα δι' αμφοτέρων
(των ωθήσεων) την αναπνοήν και εκπνοήν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XXXVII.

Εξήγησις άλλων φυσικών φαινομένων.
Και τώρα κατά τον αυτόν τρόπον δυνάμεθα να εύρωμεν
80. | τας αιτίας των επενεργειών των ιατρικών σικυών, της
καταπόσεως, της κινήσεως των ριπτομένων σωμάτων, είτε
των υψουμένων εις τον αέρα, είτε των ριπτομένων επί της
γης(71), καθώς και των ήχων όσοι φαίνονται ταχείς και βραδείς,
οξείς και βαρείς(72), οίτινες άλλοτε μεν έρχονται εις ασυμφωνίαν
διά την ανωμαλίαν της κινήσεως, την οποίαν γεννώσιν εις ημάς,
άλλοτε δε εις αρμονίαν διά την ομαλότητα. Διότι τας κινήσεις
των πρότερον ερχομένων και ταχυτέρων ήχων οι βραδύτεροι ήχοι
φθάνουσιν, όταν εκείναι αι κινήσεις μέλλωσι να παύσωσι και να
Β. | έλθωσιν ούτω εις ομοιότητα με εκείνας, δι' ων αυτοί οι ήχοι
οι ερχόμενοι ύστερον τας κινώσι. Καταφθάνοντες δε ούτω δεν τας
διαταράττουσι προσθέτοντες νέαν κίνησιν, αλλά προσάπτοντες αρ-
χήν κινήσεως βραδυτέρας εις την της ταχυτέρας, ήτις καταλήγει
εις το να γίνη ομοία με αυτήν, αποτελούσι διά της μίξεως του
οξέος και του βαρέος μίαν μόνην εντύπωσιν. Όθεν εις μεν τους
άφρονας προξενούσιν ηδονήν, εις δε τους έμφρονας ευφροσύνην διά
την μίμησιν της θείας αρμονίας, ήτις κατορθούται εις θνητάς
κινήσεις.
C. | Προσέτι δε και ως προς τα ρεύματα πάντα των υδάτων,
και τας πτώσεις των κεραυνών και τα θαυμάσια των ηλέκτρων
και των Ηρακλείων λίθων (μαγνήτου) ένεκα της έλξεως(73), εις
ουδέν τούτων υπάρχει ποτέ δύναμις ελκτική. Αλλά διότι δεν
υπάρχει ουδέν κενόν και τα πράγματα απωθούνται κύκλω αμοι-
βαίως, και διότι πάντα διηρημένα και ηνωμένα πορεύονται έκα-
στον αμοιβαίως εις την οικείαν θέσιν του, διά της προς άλληλα
πλοκής όλων τούτων των παθημάτων, θα φανή εις τον μεθοδικώς
ζητούντα ότι παράγονται τα θαύματα ταύτα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XXXVIΙΙ.

Φύσις και κίνησις του αίματος. Θρέψις και αύξησις του σώματος.Γήρας και θάνατος.
Δ. | Και λοιπόν και η αναπνοή, εκ της οποίας έλαβεν αρχήν
ο λόγος ούτος, γίνεται, ως είπομεν πρότερον, κατά τούτον τον
τρόπον και διά τούτων των μέσων: Το πυρ κατακόπτει τας τρο-
φάς και παρακολουθούν την πνοήν, ήτις υψούται έσωθεν, διά ταύ-
της της συνανυψώσεώς του εκ της κοιλίας γεμίζει τας φλέβας, μετα-
βιβάζον εξ αυτών τας κεκομμένας (χωνευμένας) τροφάς. Και ούτως
αι πηγαί της θρέψεως επιρρέουσιν (ίνα ποτίσωσιν) όλον το σώμα εις
πάντα τα ζώα. Ταύτα δε τα κομμάτια, ενόσω είναι νέα και παρά-
Ε. | γονται από συγγενείς ουσίας, άλλα μεν από καρπούς άλλα
δε από χόρτα, τα οποία ο Θεός εφύτευσε δι' αυτό ακριβώς, ίνα
είναι τροφή εις ημάς, διατηρούσι ποικιλώτατα χρώματα ένεκα της
μίξεως. Αλλά το χρώμα, όπερ κατά το πλείστον επικρατεί, είναι το
ερυθρόν χρώμα, χαρακτηριστικόν δημιουργηθέν εκ της κόψεως
του πυρός και της εντυπώσεως την οποίαν έκαμεν εις το υγρόν.
Όθεν το χρώμα του υγρού, το οποίον ρέει εις το σώμα, έχει την
όψιν την οποίαν περιεγράψαμεν, καλούμεν δε αυτό αίμα, και εί-
81. | ναι η τροφή των σαρκών και όλου του σώματος, και εξ αυ-
τού όλα τα μέλη αντλούντα γεμίζουσι τους τόπους, οίτινες κε-
νούνται.
Ο δε τρόπος της πληρώσεως και της κενώσεως γίνεται, όπως
γίνεται η κίνησις παντός πράγματος εις το σύμπαν, καθ' ην έκα-
στον πράγμα φέρεται προς το συγγενές (όμοιον) αυτού. Διότι τα
πράγματα τα υπάρχοντα πέριξ ημών έξω διαρκώς μας διαλύουσι
και διανέμουσι το αφαιρεθέν, αποστέλλοντα εις τα καθ' έκαστα
είδη ό,τι είναι της αυτής φύσεως. Και τα μέλη λοιπόν τα έχοντα
αίμα εντός ημών, τα οποία κατεκόπησαν και είναι περικεκαλυμμένα
Β. | υπό του οργανισμού εκάστου ζώου, όπως ημείς υπό του ουρα-
νού, αναγκάζονται να μιμώνται την κίνησιν του παντός. Και ούτω
ενώ πορεύεται προς το συγγενές του έκαστον των πραγμάτων, τα
οποία εκόπησαν εντός ημών, το κενωθέν πληρούται πάλιν. Και
όταν το εξερχόμενον είναι περισσότερον του εισερχομένου, κατα-
στρέφεται το όλον, όταν δε ολιγώτερον, αυξάνεται το όλον(74). Όταν
λοιπόν η σύστασις του ζώου είναι νέα και έχη τα τρίγωνα και-
νουργή, ως εάν μόλις ήρχοντο από την ρίζαν των στοιχείων, έχει
C. | τότε ισχυράν την συνοχήν των μερών προς άλληλα, ενώ ο όλος
όγκος αυτής είναι απαλός, διότι προ μικρού εγεννήθη εκ του μυε-
λού και ετράφη με το γάλα(75). Τα δε τρίγωνα εκείνα, τα οποία
αύτη δέχεται εντός εαυτής έξωθεν εισελθόντα, εκ των οποίων απο-
τελούνται αι τροφαί και τα ποτά, επειδή είναι παλαιότερα των
δικών της τριγώνων και διά τούτο ασθενέστερα, αύτη τα κατα-
νικά κόπτουσα αυτά με τα καινουργή τα ιδικά της, και καθιστά
το ζώον μέγα, τρέφουσα αυτό εκ πολλών στοιχείων ομοίων. Αλλά
όταν η γενεά(76) των τριγώνων τούτων χαλαρωθή διά τους πολλούς
αγώνας, τους οποίους επί πολύν χρόνον εναντίον πολλών ηγωνί-
Δ. | σθη, ταύτα δεν δύνανται πλέον να κόπτωσι τα της τροφής,
τα οποία εισέρχονται, ούτως ώστε να τα αφομοιώσι προς εαυτά,
αλλά αυτά ταύτα υπό των έξωθεν εισερχομένων κόπτονται ευκό-
λως. Εξασθενίζεται τότε όλον το ζώον νικηθέν τοιουτοτρόπως, και
το πάθος τούτο ονομάζεται γήρας. Και επί τέλους, όταν οι δε-
σμοί, οίτινες συνδέουσι τα τρίγωνα του μυελού, καταβληθέντες
υπό του κόπου δεν αντέχωσι πλέον, αφίνουσι να διαλυθώσι και
οι δεσμοί της ψυχής. Αύτη δε κατά φύσιν ελευθερωθείσα (από του
Ε. | σώματος), πετά μετά χαράς, Διότι παν ό,τι είναι εναντίον της
φύσεως είναι δυσάρεστον, ό,τι δε γίνεται σύμφωνα με την φύσιν
είναι ευάρεστον. Και ο θάνατος λοιπόν ομοίως, ο προερχόμενος
από νόσους και πληγάς είναι δυσάρεστος και βίαιος, αλλ' εκεί-
νος, όστις μετά του γήρατος έρχεται εις τέλος σύμφωνον με την
φύσιν, είναι ο μάλλον άπονος των θανάτων και γίνεται με ευχα-
ρίστησιν μάλλον παρά με λύπην.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XXXIX.

Νοσολογία(77).
Ως προς τας νόσους, πόθεν προέρχονται αύται, είναι φανερόν
ίσως εις πάντας. Τω όντι, επειδή τέσσαρα είναι τα είδη, εκ των
82. | οποίων συνεπήχθη το σώμα, γη, πυρ, ύδωρ και αήρ, αφθο-
νία ή έλλειψις τούτων παρά φύσιν, και μεταβολή γινομένη εκ του
οικείου αυτών τόπου εις ξένον, ή και το να προσλαμβάνη έκαστον
εις εαυτό ιδιότητα μη αρμόζουσαν εις αυτό, είτε του πυρός είτε
άλλου είδους, (διότι υπάρχουσι πολλαί ιδιότητες ενός είδους), πάντα
ταύτα και άλλα τοιαύτα παράγουσι διαταράξεις και νοσήματα.
Διότι, όταν παράγεται ή μετατοπίζεται παρά φύσιν έν τούτων,
θερμαίνονται εκείνα τα οποία ήσαν ψυχρά πρότερον, τα δε ξηρά
Β. | γίνονται ύστερον υγρά, και τα κούφα βαρέα, και δέχονται
πάσας τας δυνατάς μεταβολάς. Τω όντι, μόνον όταν το αυτό εις
το αυτό πράγμα κατά την αυτήν έννοιαν και τον αυτόν τρόπον
και κατ' αναλογίαν προστίθεται και αφαιρείται, μόνον τότε το
πράγμα είναι ακόμη το αυτό προς εαυτό και σώον και υγιές.
Αλλ' εκείνο, το οποίον ήθελε παραβή τινα εκ τούτων των όρων,
είτε εισερχόμενον είτε εξερχόμενον, προξενεί ποικίλας μεταβολάς
και νόσους και απείρους φθοράς.
C. | Και επειδή κατά φύσιν έγειναν δεύτεραι πάλιν συνθέ-
σεις(78), ο θέλων να σκεφθή θα έλθη εις νέαν αναγνώρισιν νοσημά-
των. Τω όντι, επειδή ο μυελός, το οστούν, η σαρξ και το νεύρον
συνεστήθησαν εκ των πρώτων ειδών, προσέτι δε και το αίμα,
αλλά κατά τρόπον διάφορον, τα πλείστα των νοσημάτων συμβαί-
νουσι καθώς είπομεν πρότερον, αλλά τα μέγιστα και βαρέα γί-
νονται τοιαύτα κατά τον εξής τρόπον: Όταν η γένεσις τούτων
(των δευτέρων συνθέσεων) συμβαίνη αντίστροφα, τότε αύται φθεί-
ρονται. Διότι κατά φύσιν αι σάρκες και τα νεύρα γίνονται εξ αί-
Δ. | ματος, τα μεν νεύρα εκ των ινών αυτού διά την ταυτότητα
της φύσεως, αι δε σάρκες εκ του επιλοίπου, όπερ πηγνύεται, καθ'
όσον αποχωρίζεται των ινών(79). Το εξερχόμενον δε πάλιν εκ των
νεύρων και της σαρκός, υγρόν γλοιώδες και παχύ, χρησιμεύει εις
το να προσκολλά την σάρκα εις τα οστά και συνάμα να τρέφη
και να αυξάνη αυτό το πέριξ του μυελού οστούν. Και το στραγγι-
ζόμενον διά της πυκνότητος των οστών, ήτοι το καθαρώτατον εί-
δος των τριγώνων, και λειότατον και παχύτατον, ρέον και στά-
Ε. | ζον από τα οστά, ποτίζει τον μυελόν. Και όταν πάντα γίνων-
ται κατά τούτον τον τρόπον, ως επί το πλείστον επικρατεί υγιεία,
όταν δε κατ' ενάντιον τρόπον, νόσος. Διότι όταν η σαρξ φθειρο-
μένη εκβάλλη αντιστρόφως το διεφθαρμένον υγρόν εις τας φλέ-
βας, τότε μετά του αέρος(80) υπάρχει εις τας φλέβας αίμα άφθονον
και παντός είδους, ποικίλον εκ των χρωμάτων και των πικριών
και ακόμη εκ των οξέων και αλμυρών χυμών, πλήρες από χολάς
και ιχώρας (ορούς) και φλέγματα παντοειδή. Διότι, επειδή πάντα
γίνονται αντιστρόφως και διαφθείρονται, καταστρέφουσιν αυτό το
83. | αίμα πρώτον, και μη δίδοντα πλέον καμμίαν τροφήν εις το
σώμα, μεταφέρονται πανταχού διά των φλεβών, χωρίς να διατη-
ρώσι πλέον την τάξιν της φυσικής κυκλοφορίας (περιόδους)(81), πο-
λεμούντα μεν αυτά εαυτά, διότι δεν δύνανται να έχωσι καμμίαν
ωφέλειαν αυτά εξ εαυτών, εχθρά δε όντα και καταστρεπτικά και
διαλυτικά παντός, το οποίον εις το σώμα συντηρείται και μένει εις
την θέσιν του. Όσον λοιπόν εκ της σαρκός παλαιότατον ον
φθαρή, επειδή δυσκόλως χωνεύεται, γίνεται μέλαν διά την παρα-
τεταμένην καύσιν, και επειδή είναι πικρόν, διότι διεφθάρη παντα-
Β. | χού, προσβάλλει βαρέως παν μέρος του σώματος, το οποίον
δεν έχει ακόμη φθαρή. Και ενίοτε το μέλαν χρώμα αντί της πι-
κρότητος αποκτά δριμύτητα, όταν δηλ. η πικρία πολύ λεπτύνε-
ται. Άλλοτε δε η πικρία βαφείσα εις το αίμα λαμβάνει χρώμα
ερυθρότερον και αν αναμιχθή και μέλαν γίνεται πράσινον (χλοώ-
δες). Προσέτι δε το ξανθόν χρώμα μιγνύεται με την πικρίαν, όταν
είναι νέα η σαρξ και φθείρηται υπό του πυρός της φλογώσεως.
Και πάντα ταύτα τα υγρά έλαβον κοινόν όνομα χολήν, δοθέν υπό
C. | τινων ιατρών ή και υπό άλλου τινός, όστις ήτο ικανός να
προσέχη εις πολλά και ανόμοια πράγματα και να βλέπη ότι εις
αυτά υπάρχει έν κοινόν χαράκτηριστικόν άξιον μιας επωνυμίας
εις όλα. Τα διάφορα δε είδη της χολής, οσαδήποτε αναφέρονται,
από το χρώμα έλαβεν έκαστον αυτών ίδιον όνομα. Ως προς τον
ιχώρα δε, ο μεν ορός του αίματος είναι ήμερος, ο δε της μαύ-
ρης και οξείας χολής είναι άγριος (δριμύς), όταν ένεκα της θερ-
μότητος αναμιγνύεται με αλμυράν δύναμιν (χυμόν)· ονομάζεται
δε ούτος οξύ φλέγμα. Εκείνο δε πάλιν, όπερ διά (της επιδράσεως)
Δ. | του αέρος διαλύεται εκ νέας και τρυφεράς σαρκός, αφού εξ-
ογκωθή υπό του ανέμου και περικυκλωθή υπό της υγρότητος,
επειδή εκ του πάθους τούτου γεννώνται πομφόλυγες, των οποίων
εκάστη είναι αόρατος διά την σμικρότητα, αλλά όλαι ομού παρου-
σιάζουσιν ένα όγκον ορατόν και έχουσι χρώμα λευκόν διά την
γέννησιν αφρού, όλη αύτη η φθορά σαρκός τρυφεράς αναμεμι-
γμένη με αέρα λέγομεν ότι είναι το λευκόν φλέγμα. Ορός δε
Ε. | του φλέγματος το οποίον νεωστί εσχηματίσθη είναι ο ιδρώς
και το δάκρυον και όσα άλλα τοιαύτα χύνει το σώμα έξω καθ'
ημέραν καθαριζόμενον. Και όλα ταύτα γίνονται αίτια νοσημάτων,
όταν το αίμα δεν γίνεται άφθονον φυσικώς εκ των τροφών και των
ποτών, αλλ' απεναντίας λαμβάνη όγκον παρά τους νόμους της
φύσεως. Καίτοι λοιπόν διαλύονται υπό των νόσων τα μέρη της
σαρκός, εάν μένωσιν αι ρίζαι αυτών, η δύναμις του κακού ελατ-
τούται εις το ήμισυ, διότι η σαρξ δύναται ευκόλως να αναπλασθή.
84. | Αλλά όταν νοσήση το υγρόν το συνδέον τας σάρκας με τα
οστά, και αποχωριζόμενον από των ινών άμα και των νεύρων, δεν
γίνεται πλέον τροφή εις το οστούν, ούτε δεσμός της σαρκός με το
οστούν, αλλ' ενώ ήτο λιπαρόν και λείον και γλοιώδες, γίνεται
τραχύ και αλμυρόν, διότι εξηράνθη υπό της κακής διαίτης, τότε
παν το πάσχον τα τοιαύτα φθείρεται αφ' εαυτού υπό τας σάρκας
και τα νεύρα και αποχωρίζεται από των οστών. Αι δε σάρκες
Β. | πίπτουσαι εκ των ριζών αυτών αφίνουσι τα νεύρα γυμνά και
πλήρη άλμης, εμπίπτουσαι δε πάλιν εις το ρεύμα του αίματος,
πολλαπλασιάζουσι τα ειρημένα νοσήματα. Αλλά αν και είναι βα-
ρέα τα παθήματα ταύτα του σώματος, υπάρχουσιν ακόμη μεγα-
λύτερα τούτων, προηγούμενα(82) αυτών, οσάκις το οστούν ένεκα
της πυκνότητος της σαρκός μη έχον αρκετήν αναπνοήν, θερμαι-
νόμενον υπό του ευρώτος (μούχλας) και σηπόμενον (γαγγραινιά-
C. | ζον) δεν δέχεται πλέον τροφήν, η δε τροφή χυνομένη πάλιν
εις τας σάρκας και αι σάρκες εις το αίμα καθιστώσι τα νοσή-
ματα πάντα βαρύτερα των προειρημένων. Το χείριστον δε πάντων
είναι, όταν αυτή η φύσις του μυελού νοσήση διά τινα έλλειψιν ή
υπερβολήν, και τούτο παράγει τα μέγιστα νοσήματα και τα μά-
λιστα ικανά να φέρωσι τον θάνατον, διότι τότε εξ ανάγκης πάσα
η φύσις του σώματος βαίνει αντίστροφα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XL.

Νοσολογία (συνέχεια)(83).
Τρίτον δε είδος νοσημάτων υπάρχει, όπερ δέον να θεωρήσω-
μεν ότι γίνεται εκ τριών αιτίων, υπό του αέρος, δεύτερον υπό του
Δ. | φλέγματος και τρίτον υπό της χολής. Διότι όταν ο ταμίας
του αέρος εις το σώμα, δηλ. ο πνεύμων, δεν παρέχη τας διεξόδους
καθαράς, διότι έχει φραχθή από άλλα ρεύματα(84), εξ ενός μεν
επειδή ο αήρ δεν δύναται να εισέρχηται, εξ ετέρου δε επειδή εισ-
έρχεται περισσότερος του δέοντος, σαπίζει όσα μέρη δεν λαμβά-
νουσιν αναψυχήν (δεν δροσίζονται), εισδύων δε διά βίας εις τας
φλέβας και συστρέφων αυτάς, διαλύει το σώμα και μένει εγκε-
κλεισμένος εν μέσω αυτού, πιέζων το διάφραγμα. Εκ των αιτιών
Ε. | τούτων γεννώνται πολυάριθμα νοσήματα οδυνηρά μετά αφθό-
νου ιδρώτος. Πολλάκις δε, όταν η σαρξ εις το σώμα χωρίζηται,
ο αήρ, ο οποίος γεννάται εντός και αδυνατεί να εύρη έξοδον, προ-
ξενεί τους αυτούς πόνους, τους οποίους γεννώσι και τα εξωτερικά
αίτια, πόνους, οίτινες είναι μέγιστοι, οσάκις ο αήρ, περικυκλώνων
τα νεύρα και τας παρακειμένας μικράς φλέβας και εξογκώνων τους
μυς των ώμων και τα σχετικά νεύρα, παράγη μίαν τάσιν προς τα
οπίσω. Τα νοσήματα δε ταύτα ακριβώς διά το πάθημα της τά-
σεως ωνομάσθησαν τέτανοι και οπισθότονοι. Και η θεραπεία
τούτων είναι δύσκολος· διότι μόνον οι πυρετοί επερχόμενοι δύναν-
85. | ται υπέρ παν άλλο να διαλύσωσιν αυτάς. Ούτω το λευκόν
φλέγμα διά τον αέρα των πομφολύγων του είναι επικίνδυνον, όταν
εγκλείεται ούτος, και εάν έχη εκπνοάς έξω του σώματος είναι
ηπιώτερον, αλλά καθιστά το σώμα ποικίλον, διότι γεννά εξανθή-
ματα και λευκά στίγματα και άλλα τοιαύτα νοσήματα. Εάν δε
αναμιχθή με μαύρην χολήν και διασκορπισθή εις τας εν τη κε-
φαλή κυκλοφορίας, αίτινες είναι θειόταται, και συνταράξη αυτάς,
όταν μεν επέρχεται κατά τον ύπνον είναι ημερώτερον, όταν δε
επιτίθεται κατά την εγρήγορσιν δυσκόλως το σώμα απαλλάσσεται
Β. | αυτού. Και το νόσημα τούτο, επειδή είναι φύσεως ιεράς, δι-
καίως λέγεται ιερά νόσος. — Το οξύ δε και αλμυρόν φλέγμα είναι
η πηγή όλων των καταρροϊκών νοσημάτων· και επειδή οι τόποι,
εις τους οποίους ρέει, είναι διαφορώτατοι, λαμβάνει και διάφορα
ονόματα. — Ως προς τας φλογώσεις δε του σώματος, αίτινες κα-
λούνται ούτω εκ του ότι το σώμα καίεται και φλέγεται, όλαι γεν-
C. | νώνται εκ της χολής. Διότι, όταν αύτη ευρίσκη αναπνοάς προς
τα έξω, βράζουσα εκπέμπει ποικίλα εξογκώματα, αλλ' εάν μένη
κατάκλειστος μέσα, γεννά πολλά νοσήματα φλογιστικά. Και το
μέγιστον είναι, όταν η χολή, αναμιχθείσα με καθαρόν αίμα, δια-
σκορπίζη έξω της θέσεως των τας ίνας, αίτινες ήσαν διεσπαρμένοι
εις το αίμα, ίνα τούτο έχη συμμετρίαν λεπτότητος και πάχους,
και διά την πολλήν θερμότητα μη τρέχη ως ρευστόν έξω του σώ-
ματος αραιωθέντος(85), μήτε πάλιν διά την πολλήν πυκνότητα γενό-
μενον δυσκίνητον μόλις και μετά βίας κυκλοφορή εις τας φλέβας.
Δ. | Την αναλογίαν (μέτρον) ταύτην διατηρούσιν αι ίνες δι' αυτήν
την φυσικήν σύστασίν των. Διότι, όταν τις αφαιρών αυτάς και εκ
νεκρού και πηχθέντος αίματος τας συνάγη, τότε όλον το λοιπόν αίμα
αφανίζεται. Εάν όμως αφεθώσιν εκεί, ταχέως θα το πήξωσι με
την βοήθειαν του περικυκλούντος αυτό ψύχους. Επειδή δε ταύ-
την την δύναμιν έχουσιν αι ίνες εις το αίμα, η χολή, ήτις ήτο φύ-
σει παλαιόν αίμα(86), και ήτις πάλιν από τας σάρκας επιστρέφει ίνα
διαλυθή εις αυτό, κατά πρώτον χυνομένη θερμή και υγρά ολίγον κατ'
ολίγον, διά της επενεργείας των ινών πήγνυται· πηγνυμένη δε και
Ε. | σβυνομένη διά βίας, παράγει εντός χειμώνα και τρόμον. Όταν
δε επιρρέη αφθονωτέρα και υπερνικά διά της θερμότητος αυτής,
βράζουσα διαταράττει και θέτει εις αταξίαν τας ίνας. Και εάν
είναι ικανή να νικήση μέχρι τέλους, εισχωρήσασα εις την ουσίαν
του μυελού, διαλύει εκείθεν καίουσα τα παλαμάρια της ψυχής,
όπως λύουσι τα σχοινία ενός πλοίου, και την αφίνει ελευθέραν.
Όταν όμως είναι ασθενεστέρα και το σώμα ανθίσταται εις την
διάλυσιν, τότε η χολή νικάται και ή φεύγει εξ όλου του σώματος,
ή αποκρουσθείσα διά των φλεβών εις την κάτω ή την άνω κοι-
λίαν, φεύγουσα εκ του σώματος, ως εξόριστος από πόλιν στασιά-
86. | σασαν(87), παράγει διαρροίας και δυσεντερίας και πάντα τα
άλλα τοιαύτα νοσήματα.
Όταν τέλος το σώμα νοσήση προ πάντων από υπερβολικόν
πυρ (θερμότητα), γεννώνται καύματα και πυρετοί συνεχείς, όταν
δε από υπερβολήν αέρος, καθημερινοί πυρετοί(88), τριταίοι δε από
υπερβολήν ύδατος, διότι το ύδωρ κινείται βραδύτερον του αέρος
και του πυρός· όταν δε από υπερβολήν γης, επειδή αύτη είναι
κατά τέταρτον λόγον βραδυτάτη και καθαρίζεται εις περιόδους
τετραπλασίας χρόνου, γεννώνται οι τεταρταίοι(89) πυρετοί και μετά
μεγάλης δυσκολίας θεραπεύονται.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XLI.

Ψυχικαί νόσοι(90).
Β. | Και τα μεν νοσήματα του σώματος τοιουτοτρόπως γεν-
νώνται, τα δε της ψυχής γίνονται εκ της σωματικής διαθέσεως
κατά τον εξής τρόπον: Ότι η νόσος της ψυχής είναι η αφροσύνη·
δέον να το ομολογήσωμεν, αλλά της αφροσύνης δύο είναι τα είδη·
το έν είναι η μανία και το άλλο η αμαθία. Οιονδήποτε λοιπόν
πάθος, όπερ πάσχων τις έχει εν εαυτώ το έν ή το άλλο, δέον να
είπωμεν αυτό νόσον. Και ηδοναί δε και λύπαι υπερβολικαί πρέπει
να παραδεχθώμεν ότι είναι εκ των μεγίστων νόσων της ψυχής.
Διότι ο άνθρωπος όστις αισθάνεται υπερβολικήν χαράν, ή και υπό
C. | λύπης ευρίσκεται εις την εναντίαν κατάστασιν, σπεύδων άλλο
μεν να συλλάβη ουχί εις κατάλληλον καιρόν, άλλο δε να απο-
φύγη, δεν δύναται ούτε να ίδη ούτε να ακούση ορθώς κανέν πρά-
γμα, αλλά λυσσά και δεν έχει πλέον την δύναμιν να κάμνη χρή-
σιν του λογικού. Εκείνος δε, εις τον οποίον γεννάται σπέρμα
άφθονον και ορμητικόν εις τον μυελόν, και είναι ως δένδρον, όπερ
καρποφορεί περισσότερον του φυσικού μέτρου, ούτος δοκιμάζων
πολλάς λύπας και πολλάς ηδονάς εις τας επιθυμίας και εις τα
αποτελέσματα αυτών, και γινόμενος μανιακός κατά το περισσό-
τερον μέρος της ζωής του διά τας μεγίστας ταύτας ηδονάς και
Δ. | λύπας, ενώ έχει την ψυχήν νοσηράν και άφρονα ένεκα του
σώματος, δεν θεωρείται ως έχων νόσον, αλλά κακώς νομίζεται
ότι είναι εκουσίως κακός. Αλλ' όμως το αληθές είναι ότι η ακολα-
σία εις τας αφροδισίους ηδονάς κατέστη εις αυτόν νόσος της ψυχής
κατά μέγα μέρος ένεκα διαθέσεως ενός μόνου είδους, όπερ διά την
αραιότητα των οστών ρέει εις το σώμα και το υγραίνει. Και σχε-
δόν πάντα όσα λέγονται ακρασία εις τας ηδονάς προς όνειδος, ως
εάν οι κακοί ήσαν τοιούτοι εκουσίως, δεν προσάπτουσιν ορθώς
Ε. | όνειδος. Διότι ουδείς είναι κακός εκουσίως(91) αλλά διά τινα
κακήν διάθεσιν του σώματος ή δι' έλλειψιν ανατροφής ο κακός
γίνεται κακός. Και ταύτα είναι ατυχήματα εις πάντας και συμ-
βαίνουσιν και εις εκείνον, όστις δεν θέλει. Και πάλιν ως προς τας
λύπας κατά τον αυτόν τρόπον η ψυχή λαμβάνει πολλάς συμφοράς
διά του σώματος. Διότι όπου οι χυμοί των οξέων φλεγμάτων, και
των αλυκών και όσοι είναι πικροί και χολώδεις πλανηθέντες εις
το σώμα δεν ευρίσκουσι μεν αναπνοήν προς τα έξω, αλλά περι-
φερόμενοι εντός αποτελούσι κράμα αναμιγνύοντες τους ιδίους αυ-
87. | τών ατμούς με την κίνησιν της ψυχής, εκεί παράγουσι παν-
τοειδή ψυχικά νοσήματα άλλοτε μεν περισσότερα, άλλοτε δε ολι-
γώτερα, και άλλοτε μικρότερα ή μεγαλείτερα, Και τα νοσήματα
ταύτα μεταφερόμενα εις τας τρεις έδρας της ψυχής, όπου έκα-
στον αυτών προσπέση, εκεί παράγει πολλάς και διαφόρους ποι-
κιλίας δυσαρεσκείας και λύπης, και άλλας θρασύτητος και δει-
λίας, και προσέτι λήθης ομού και δυσμαθίας. Εκτός δε τούτων,
όταν από ανθρώπους ούτω κακώς συγκεκροτημένους γίνωνται κα-
καί πολιτείαι, και κατ' ιδίαν και δημοσίως εις τας πόλεις εκφωνών-
Β. | ται λόγοι, προσέτι δε δεν μανθάνωνται υπό των νέων μαθή-
ματα θεραπεύοντα τα κακά ταύτα, τότε, τοιουτοτρόπως όλοι γίνον-
ται κακοί, όσοι είναι τοιούτοι, διά τας δύο αιτίας όλως ακουσίας.
Και διά ταύτα πρέπει να μεμφώμεθα τους γονείς μάλλον παρά
τα τέκνα και τους ανατρέφοντας μάλλον παρά τους ανατρεφομέ-
νους. Λοιπόν πρέπει να έχωμεν προθυμίαν, όσον είναι δυνατόν
διά της αγωγής, διά των θεσμών και των διδασκαλιών να φεύγω-
μεν την κακίαν· να αποκτήσωμεν δε το εναντίον. Αλλά τούτο εί-
ναι άλλη σειρά λόγων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XLII.

Θεραπευτική(92).
C. | Εκείνο δε πάλιν, το οποίον είναι αντίστροφον προς ταύτα,
ήτοι το αναφερόμενον εις τας θεραπείας των σωμάτων και των
διανοιών, δηλαδή διά ποίων μέσων συντηρούνται ταύτα, πάλιν είναι
φυσικόν και πρέπον να εκθέσωμεν προς ανταπόδοσιν. Διότι είναι
ορθότερον ο λόγος να πραγματεύηται περί των αγαθών μάλλον
παρά περί των κακών. Παν λοιπόν το αγαθόν είναι καλόν· το δε
καλόν δεν είναι άνευ μέτρου. Και το ζώον λοιπόν, το οποίον μέλ-
λει να είναι τοιούτον, πρέπει να υποθέσωμεν ότι έχει μέτρον
και αναλογίαν. Αλλά εκ των συμμετριών αντιλαμβανόμενοι τας
Δ. | σμικράς τας μετρούμεν, τας δε σπουδαιοτάτας και τας μεγί-
στας τας αμελούμεν εντελώς. Διότι ως προς τας υγείας και τας
νόσους, και τας αρετάς και τας κακίας ουδεμία συμμετρία ή ασυμ-
μετρία είναι μεγαλυτέρα από εκείνην την ψυχής προς το σώμα
αυτής. Και εκ τούτων ουδέν εξετάζομεν, ούτε εννοούμεν ότι, όταν
ψυχή ισχυρά και μεγάλη κατά παν μέρος αυτής φέρηται υπό σώ-
ματος ασθενεστέρου ή μικροτέρου, και όταν ακόμη τα δύο ταύτα
συνδυάζωνται αντιστρόφως, το όλον ζώον δεν είναι ωραίον. Διότι
είναι ασύμμετρον κατά τας σπουδαιοτάτας συμμετρίας, το δε ευ-
ρισκόμενον εις εναντίαν κατάστασιν είναι το ωραιότατον και ερα-
σμιώτατον θέαμα εις εκείνον, όστις δύναται να παρατηρή. Καθώς
Ε. | λοιπόν σώμα τι με σκέλη μακρότατα ή έχον άλλην τινά
αφθονίαν δυσανάλογον προς εαυτό, όχι μόνον είναι αισχρόν, αλλά
και εις τους κοινούς σκοπούς(93) προξενούν πολλούς καμάτους και
πολλά σπάσματα και διά την παραφοράν αυτού πολλάς πτώσεις,
είναι αίτιον εις εαυτό πολλών κακών, ούτω το αυτό τούτο πρέ-
πει να νοήσωμεν και περί του συνδυασμού τούτου, το οποίον ονο-
μάζομεν ζώον. Ότι δηλ. όταν η ψυχή ήτις είναι εις αυτό, ούσα
88. | υπερτέρα του σώματος, ευρίσκεται εις ερεθισμόν μέγαν τα-
ράττουσα αυτό όλον εντός, το γεμίζει από νόσους· και όταν αύτη
παραδίδεται συντόνως εις μελέτας και ζητήματα, φθείρει αυτό·
και όταν κάμνη διδαχάς και μάχας διά λόγων δημοσίως και ιδιω-
τικώς, διά των ερίδων και φιλονεικιών, αίτινες γεννώνται, φλέγουσα
αυτό όλον το διαλύει(94), και παράγουσα ρεύματα απατά τους πλεί-
στους των λεγομένων ιατρών και κάμνει αυτούς να αποδίδωσι το
κακόν εις άλλας αιτίας. Και όταν πάλιν σώμα τι μέγα και γεν-
ναιότατον ευρίσκεται συνδεδεμένον με μικράν και ασθενή διά-
Β. | νοιαν, επειδή φύσει υπάρχουσιν εις τους ανθρώπους δύο είδη
επιθυμιών, τροφής διά το σώμα και σοφίας δι' εκείνο, όπερ εν
ημίν είναι το θειότατον, επειδή αι κινήσεις του ισχυροτέρου νι-
κώσι και αυξάνουσι το μέρος αυτών, ενώ την ψυχήν καθιστώσι
μωράν και δύσκολον να μανθάνη και να ενθυμήται, παράγουσι την
μεγίστην νόσον, την αμαθίαν. Υπάρχει όμως μία μόνη σωτηρία
εις αμφότερα ταύτα, να μη ασκώμεν την ψυχήν άνευ του σώμα-
τος μήτε το σώμα άνευ της ψυχής, ίνα ούτω υπερασπιζόμενα το έν
C. | κατά του άλλου γίνωνται ισόρροπα και υγιά. Ο μαθηματι-
κός(95) λοιπόν ή ο εργαζόμενος με τον νουν αυτού συντόνως ε;iς
τινα άλλην επιστήμην πρέπει να δίδη και εις το σώμα την απαι-
τουμένην άσκησιν, προσοικειούμενος την γυμναστικήν, και πάλιν
ο επιμελώς περιποιούμενος το σώμα του πρέπει να αποδίδη αντί
τούτου τας κινήσεις της ψυχής του, μεταχειριζόμενος μουσικήν
και μελετών πάσαν φιλοσοφίαν, εάν μέλλη δικαίως να ονομάζηται
συνάμα μεν ωραίος, συνάμα δε αγαθός αληθώς.
Και συμφώνως προς αυτά ταύτα πρέπει να θεραπεύωμεν και
τα ιδιαίτερα μέλη του σώματος, μιμούμενοι τα συμβαίνοντα εις το
σύμπαν. Δηλαδή επειδή το σώμα καίεται και ψύχεται από τα
Δ. | εισερχόμενα, και πάλιν από τα έξω πράγματα ξηραίνεται και
υγραίνεται και δέχεται εντυπώσεις συμφώνους με ταύτα τα πρά-
γματα ένεκα των δύο κινήσεων τούτων, όταν τις παραδίδη έρμαιον
εις τας κινήσεις ταύτας το σώμα του ενώ ευρίσκεται εις ανάπαυ-
σιν, τούτο νικηθέν υπ' αυτών καταστρέφεται. Εάν όμως μιμήται εκεί-
νην, την οποίαν ωνομάσαμεν μητέρα και τροφόν του παντός(96) και
δεν αφίνη ποτέ το σώμα του να μένη εις ησυχίαν, αλλά το κινή
και διαρκώς προξενή εις αυτό όλον σεισμούς τινας, τότε το υπε-
Ε. | ρασπίζει συμφώνως προς την φύσιν κατά των εξωτερικών
και εσωτερικών κινήσεων, και με τον μέτριον τούτον σεισμόν
βάλλει εις τάξιν κατά συγγένειαν προς την αμοιβαίαν αυτών θέσιν
τας πλανωμένας εντυπώσεις του σώματος και τα μέρη αυτού συμ-
φώνως προς όσα είπομεν πρότερον ομιλούντες περί του παντός.
Ο πράττων ταύτα δεν θα θέση εχθρόν πλησίον εχθρού ούτε θα
αφίση να γεννηθώσι πόλεμοι και ασθένειαι εις το σώμα αυτού,
αλλά θα κάμη ώστε φίλος τεθείς πλησίον φίλου να παρέχη την
89. | υγιείαν. Αφ' ετέρου εκ των κινήσεων αρίστη είναι η γινο-
μένη εν εαυτή και αφ' εαυτής (διότι είναι συγγενεστάτη με την
κίνησιν της διανοίας και της του σύμπαντος), χειροτέρα δε είναι
η γινομένη υπ' άλλου, και χειρίστη είναι εκείνη ήτις εις το σώμα,
όταν κατάκειται και ησυχάζη, δίδεται υπό άλλων κατά τα ιδιαίτερα
μέρη αυτού. Διά τούτο εκ των καθάρσεων και των αναπλάσεων
του σώματος εκείνη, η οποία γίνεται διά της γυμναστικής είναι
η αρίστη· δευτέρα δε έρχεται η διά των αιωρήσεων, είτε εντός
πλοίων είτε εντός οιωνδήποτε οχημάτων γίνονται χωρίς να προ-
Β. | ξενώσι κόπον. Τρίτον δε είδος κινήσεων είναι χρήσιμον μό-
νον, όταν απολύτως αναγκάζεται τις, άλλως δε δεν πρέπει ουδέ-
ποτε να το δέχηται όστις έχει νουν, και τούτο είναι το γινόμενον
διά φαρμακευτικής καθάρσεως χάριν ιατρείας. Διότι τα νοσήματα,
όσα δεν έχουσι μεγάλους κινδύνους δεν πρέπει να τα ερεθίζωμεν
με φάρμακα. Και τω όντι, η πορεία των νόσων ομοιάζει τρόπον
τινά με την φύσιν των ζώων, διότι και η σύστασις των ζώων έχει
περίοδον ζωής προσδιωρισμένην διά τα ιδιαίτερα είδη(97), ομοίως
δε έκαστον ζώον καθ' εαυτό έχει εκ φύσεως μοιραίον χρόνον ζωής
εξαιρουμένων των αναποφεύκτων παθημάτων. Διότι τα τρίγωνα
C. | εκάστου ατόμου ευθύς εξ αρχής αποτελούνται με μίαν προσ-
διωρισμένην δύναμιν, ώστε είναι ικανά να διαρκέσωσι μέχρι τινός
χρόνου, πέραν του οποίου δεν δύναται να εξακολουθήση η ζωή.
Κατά τον αυτόν τρόπον είναι και η σύστασις των νοσημάτων. Και
όταν τις καταστρέφη ταύτην έξω του πεπρωμένου χρόνου με
φάρμακα, γίνονται συνήθως εκ μικρών μεγάλα νοσήματα και εξ
ολίγων πολλά. Διά τούτο πρέπει πάντα τα τοιαύτα νοσήματα να
κυβερνά τις με δίαιτας του ζην, καθ' όσον έχει την ευκολίαν, αλλά
Δ. | να μη τα ερεθίζη με φάρμακα και να κάμνη δυσκολωτέραν
την θεραπείαν του κακού.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XLIII.

Αγωγή ψυχής(98).
Αρκούσι τα ειρημένα περί του ζώου κατά το σύνολον αυτού
και περί του σωματικού μέρους αυτού και περί του τρόπου καθ'
ον τις κυβερνών τούτο και κυβερνώμενος(99) υπ' αυτού δύναται να
ζήση συμφωνότατα με τον λόγον. Αλλά περισσότερον τούτου και
πρότερον αυτού το μέρος εκείνο, όπερ θα παιδαγωγήση αυτό (το
σώμα), πρέπει όσον είναι δυνατόν να το προετοιμάσωμεν ούτως, ώστε
να είναι κάλλιστον και άριστον προς το έργον της παιδαγωγίας.
Να πραγματευθώμεν λοιπόν ακριβώς περί τούτων θα ήτο έργον
Ε. | αρκετά μέγα καθ' εαυτό· αλλά εάν τις εν παρέργω θίξη
αυτό, αναλόγως προς όσα πρότερον είπομεν, όχι εκτός του προκει-
μένου θα ηδύνατο να περάνη αυτό διά του συλλογισμού θεωρών
τα πράγματα ως έπεται. Συμφώνως προς εκείνα, τα οποία πολλάκις
είπομεν, ότι δηλ. τρία είδη ψυχής κατοικούσιν εντός ημών εις τρεις
διαφόρους τόπους, και ότι έκαστον έχει τας κινήσεις του, κατά
τον αυτόν τρόπον και τώρα όσον το δυνατόν συντομώτατα πρέπει
να είπωμεν, ότι εκείνο εξ αυτών, το οποίον διάγει εις αργίαν και
το οποίον ησυχάζει καθ' όλας τας κινήσεις του, εξ ανάγκης γίνε-
ται ασθενέστατον. Το δε διάγον εις γυμνάσια είναι ισχυρότατον.
90. | Διά τούτο πρέπει να προσέχωμεν, όπως έχωσι μεταξύ των
τας κινήσεις αναλόγους. Και ως προς μεν το είδος της ψυχής, το
οποίον είναι εντός ημών κυρίαρχον, πρέπει να νοώμεν τούτο, ότι
δηλ. ο Θεός το έδωκεν εις έκαστον ημών ως θείον δαιμόνιον, και
είναι εκείνο, το οποίον λέγομεν ότι κατοικεί εις την κορυφήν του
σώματος ημών, και το οποίον από της γης μας υψώνει προς την
συγγένειαν ημών εν τω ουρανώ. Διότι, και τούτο λέγομεν ορθό-
τατα, είμεθα φυτόν όχι γήινον αλλά ουράνιον. Διότι η θεότης,
Β. | εκείθεν, οπόθεν η ψυχή έλαβε την πρώτην αρχήν της, κρα-
τούσα την κεφαλήν και ρίζαν ημών ανηρτημένην(100), διατηρεί
όρθιον όλον το σώμα ημών. Εις εκείνον λοιπόν, ο οποίος δαπανάται
εις επιθυμίας ή φιλονικείας και εις ταύτα καταπονείται μεθ' υπερ-
βολής, εξ ανάγκης γεννώνται γνώμαι θνηταί, και κατά πάντα τρό-
πον, όσον είναι δυνατόν εις ένα να είναι θνητός, ουδέν τούτου λεί-
πει απ' αυτόν, διότι μόνον το θνητόν μέρος έχει θρέψη. Εκείνος όμως,
όστις παρεδόθη εις την φιλομάθειαν και εις την νόησιν της αλη-
θείας, και εκ των δυνάμεων αυτού ταύτας προ πάντων έχει γυ-
μνάση, είναι απολύτως αναγκαίον ούτος να νοή πράγματα αθά-
C. | νατα και θεία, αν βεβαίως δύναται να φθάση την αλήθειαν·
καθ' όσον δε η ανθρωπίνη φύσις δύναται να μετάσχη της αθα-
νασίας, κανέν μέρος τούτου δεν θα λείπη εις αυτόν, και επειδή
πάντοτε υπηρετεί το θείον και διατηρεί εν τάξει και τιμά τον δαί-
μονα, όστις κατοικεί εντός αυτού, θα είναι εξόχως ευδαίμων. Και
η θεραπεία όλων είναι μία μόνη πάντοτε, ήτοι να δίδωνται εις
έκαστον μέρος αι κατάλληλοι τροφαί και κινήσεις. Αλλ' εις το εν-
Δ. | τός ημών κατοικούν θείον συγγενείς κινήσεις είναι τα δια-
νοήματα του παντός και αι περιφοραί αυτού. Ταύτας λοιπόν ακο-
λουθών έκαστος, και διορθόνων τας κινήσεις, αίτινες κατά την γέν-
νησιν ημών διεφθάρησαν εντός της κεφαλής ημών, πρέπει με την
μάθησιν των αρμονιών και των κύκλων του παντός να εξομοιώνη
το νοούν (υποκείμενον) προς το νοούμενον (αντικείμενον)(101) κατά
την αρχικήν φύσιν αυτού, αφού δε εξομοιώση αυτά θα δώση ούτω
τέλος εις τον βίον εκείνον τον άριστον, τον οποίον οι θεοί προέθε-
σαν διά τον παρόντα και τον μέλλοντα χρόνον.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XLIV.

Περί γενέσεως γυναικών και ζώων(102). Τέλος.
Α. | Και ήδη εκείνο, όπερ εξ αρχής ανελάβομεν να πραγματευθώ-
μεν περί του σύμπαντος μέχρι της γενέσεως του ανθρώπου, δυνά-
μεθα να είπωμεν, ότι έφθασεν εις το τέλος αυτού. Διότι ως προς
τα άλλα ζώα, με ποίον τρόπον ταύτα εγεννήθησαν, θα κάμωμεν
σύντομον λόγον χωρίς να μακρολογήσωμεν περισσότερον του αναγ-
καίου. Και ούτω δυνάμεθα να φρονώμεν, ότι ετηρήσαμεν ακριβώς
το προσήκον μέτρον εις τους περί αυτών λόγους. Θα είπωμεν λοι-
πόν τα τοιαύτα ως εξής: Εκ των γεννηθέντων ανδρών όσοι ήσαν
δειλοί και διήλθον την ζωήν αυτών εις αδικίας, κατά πιθανόν λό-
γον εις την δευτέραν γέννησιν μετεβλήθησαν εις γυναίκας. Και διά
91. | ταύτα κατ' εκείνον τον χρόνον οι θεοί επενόησαν τον έρωτα
της συνουσίας, συστήσαντες έν ζώον έμψυχον εντός ημών των αν-
δρών και έν άλλο εις τας γυναίκας, και εδημιούργησαν και το έν
και το άλλο κατά τον εξής τρόπον: Τον οχετόν του ποτού εκεί όπου
το ποτόν αφού έλθη διά του πνεύμονος υπό τους νεφρούς εις την κύ-
στιν, έπειτα αποκρούει αυτό έξω υπό την πίεσιν του αέρος, τον έθεσαν
δι' οπής εις συγκοινωνίαν με τον μυελόν, όστις εκ της κεφαλής διά
του αυχένος χωρεί διά της σπονδυλικής στήλης, και τον οποίον
Β. | εις τους προηγουμένους λόγους ημών ωνομάσαμεν σπέρμα.
Ούτος (ο μυελός) επειδή είναι έμψυχος και εύρεν αναπνοήν, εγέν-
νησεν εις αυτόν την ζωτικήν επιθυμίαν της εκροής εκείθεν, όθεν
δύναται να αναπνέη, και παρήγαγεν ούτω τον έρωτα της γεννή-
σεως. Και διά ταύτα το γεννητικόν μόριον (των ανδρών) γενόμενον
απειθές και δεσποτικόν, ως ζώον μη υπακούον εις τον λόγον, θέ-
λει να εξουσιάζη τα πάντα με τας μανιώδεις επιθυμίας του. Εις
δε τας γυναίκας αι λεγόμεναι μήτραι και υστέραι διά τας αυτάς αι-
C. | τίας, επειδή υπάρχει εντός αυτών ως ζώον επιθυμούν να γεννά
παίδας, όταν μένη χωρίς να παράγη καρπόν πολύν χρόνον μετά
την ωρισμένην εποχήν του, αγανακτεί και βαρυθυμεί και πλανώ-
μενον πανταχού του σώματος, φράττει τας εξόδους του αέρος, και
εμποδίζον την αναπνοήν φέρει το ζώον εις τας εσχάτας αμηχα-
νίας, και προξενεί παντοίας άλλας νόσους. Και τούτο (γίνεται),
έως ου η επιθυμία και ο έρως συνενώσαντες και τους δύο, τρόπον
Δ. | τινα συλλέγοντες καρπόν από δένδρων, σπείρωσιν εις την μή-
τραν, ως εις καλλιεργημένον αγρόν ζώα(103), αόρατα διά την σμι-
κρότητα αυτών και άπλαστα ακόμη, έπειτα τα διαχωρίσωσι και
τα θρέψωσι μέσα όσον να γίνωσι μεγάλα, και μετά τούτο τα φέ-
ρωσιν εις το φως και τελειώσωσι την γέννησιν αυτών. Αι γυναί-
κες λοιπόν και όλον το θηλυκόν γένος τοιαύτην έλαβον γέννησιν.
Το γένος έπειτα των πτηνών παρήχθη διά μεταμορφώσεως,
γεννών πτερά αντί τριχών, από άνδρας ακάκους αλλά κούφους,
και οίτινες ομιλούσι περί των ουρανίων πιστεύοντες διά την μω-
Ε. | ρίαν των ότι διά της όψεως ευρίσκουσι τας βεβαιοτάτας απο-
δείξεις περί τούτων(104). Το δε χερσαίον και άγριον γένος εγεννήθη
εξ εκείνων, οίτινες δεν ασχολούνται εις την φιλοσοφίαν και δεν
εξετάζουσι τίποτε περί της φύσεως του ουρανού, διότι δεν μετα-
χειρίζονται τους κύκλους της κεφαλής, αλλά ακολουθούσιν ως
οδηγούς μόνον τα μέρη της ψυχής, τα οποία είναι εις τα στήθη.
Ένεκα των έξεων τούτων στηρίζουσιν εις την γην τα έμπροσθεν
μέλη και τας κεφαλάς, ελκόμενα εις αυτήν υπό της συγγενείας,
και έχουσι τας κεφαλάς επιμήκεις(105) και πολυειδείς, κατά τον τρό-
πον κατά τον οποίον οι κύκλοι της ψυχής των συνεθλίβησαν υπό
της αργίας. Εκ ταύτης δε της αιτίας η γενεά αυτών έγεινε με
92. | τέσσαρας και περισσοτέρους πόδας, καθ' όσον ο Θεός έδωκε
μεγαλύτερον αριθμόν βάσεων εις τα έχοντα περισσοτέραν έλλειψιν
φρενών, ίνα έλκωνται περισσότερον εις την γην. Όσα δε εξ αυ-
τών είναι όλως εστερημένα νου και απλώνουσιν εις την γην ολό-
κληρον το σώμα αυτών, επειδή δεν είχον πλέον χρείαν ποδών,
τα παρήγαγον άνευ ποδών και έρποντα επί της γης. Το δε τέ-
ταρτον γένος, το οποίον ζη εις τα ύδατα, εγεννήθη εξ εκείνων,
οίτινες είναι εντελώς ανόητοι και αμαθείς, τους οποίους οι θεοί, οι
Β. | μεταπλάττοντες, δεν έκριναν αξίους ούτε καθαράς αναπνοής,
διότι είχον την ψυχήν των ακάθαρτον υπό πάσης υπερβολής, αλλά
αντί της λεπτής και καθαράς αναπνοής του αέρος απώθησαν αυτούς
εις την θολεράν και βαθείαν αναπνοήν του ύδατος. Ούτως εγεννήθη
το γένος των ιχθύων και των οστρέων και των άλλων, όσα είναι
εντός των υδάτων, και προς τιμωρίαν της αμαθείας αυτών έλαβον
την εσχάτην κατοικίαν(106). Και συμφώνως προς πάντα ταύτα τότε
και τώρα τα ζώα μεταβαίνουσι το έν εις το άλλο(107) και μεταμορ-
φούνται καθ' όσον αποβάλλουσιν ή αποκτώσι νουν ή ανοησίαν(108).
Και τώρα πλέον δυνάμεθα να είπωμεν ότι λαμβάνει τέλος ο
λόγος ημών περί του σύμπαντος. Διότι τοιουτοτρόπως εδημιουργήθη
ούτος ο κόσμος, όστις περιλαβών τα ζώα τα θνητά και τα αθάνατα,
και γενόμενος πλήρης εξ αυτών είναι ούτω ζώον ορατόν, περιέχον
τα ορατά πράγματα, εικών του νοητού, Θεός αισθητός, μέγιστος
και άριστος, ωραιότατος και τελειότατος, ο κόσμος ούτος είς και
μονογενής.

ΚΡΙΣΕΙΣ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΠΛΑΤΩΝΙΚΗΣ
ΚΟΣΜΟΓΟΝΙΑΣ ΚΑΙ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑΣ

Αναγκαίον θεωρούμεν να ανακεφαλαιώσωμεν και να κρίνωμεν ενταύθα τας γενικάς αρχάς της διδασκαλίας του Πλάτωνος περί κόσμου και ψυχής,αφαιρούντες την μυθικήν μορφήν της εκθέσεως. Το ίδιον της φιλοσοφίας του Πλάτωνος, η αθάνατος δόξα αυτού είναι η περί των ιδεών θεωρία και η διαλεκτική μέθοδος. 1) Πάντα τα πράγματα έχουσιν έκαστον μίαν ουσίαν άληπτον υπό των αισθήσεων και μίαν ιδέαν αντιστοιχούσαν εις αυτά, ούτω δε πάντα, πνεύμα και ύλη, χώρος και χρόνος, φυτόν και ζώον κλπ. σύγκεινται εξ ιδεών και στοιχείων νοητών. Η ιδέα είναι η ουσία και η υπόστασις των όντων, είναι η αρχή, ήτις παρέχει εις τα όντα ύπαρξιν (το είναι) και ουσίαν, και δι' ης ταύτα νοούνται και γινώσκονται. 2) Πάσα ιδέα συνδέεται ενδομύχως και αχωρίστως προς την εναντίαν αυτής ιδέαν και αμφότεραι αποτελούσιν έν όλον, ώστε δοθείσης της μιας δίδοται άμα και η ετέρα. Ούτως ο τρόπος του είναι, η αχώριστος μορφή των ιδεών είναι η διαλεκτική, στηριζομένη επί της συνυπάρξεως των εναντίων. Επειδή δε πάσαι αι ιδέαι αλληλουχούνται, ο νους εκ μιας αυτών ορμώμενος δύναται να ανεύρη πάσας τας άλλας και να γνωρίση την φύσιν του παντός.
Αι ιδέαι λοιπόν, τα νοητά, είναι τα μόνα πραγματικά όντα, διότι ταύτα είναι καθολικά και αμιγή, αιώνια και αναλλοίωτα· δεν είναι απλώς υποκειμενικαί έννοιαι, νοήματα ψυχής, αλλ' απ' εναντίας αι έννοιαι ημών προϋποθέτουσι τας ιδέας ως αντικείμενα έχοντα ιδίαν ανεξάρτητον ύπαρξιν. Τα αισθητά όμως, τα οποία απαύστως ρέουσι και μεταβάλλονται,και γεννώνται και φθείρονται, είναι όντα σχετικά και εξηρτημένα, απλά φαινόμενα, εν οις εμφανίζονται αι ιδέαι. Η σχέσις αισθητού και ιδέας είναι σχέσις εικόνος και αρχετύπου, μιμήσεως και παραδείγματος. Το αισθητόν άρα δεν είναι όντως ον, ή άλλως, είναι μη ον, είναι τι γινόμενον. Όπως δε εις το αντίτυπον, εις τον ορατόν κόσμον υπάρχει κλίμαξ όντων από του ατελεστάτου μέχρι του τελειοτάτου, του Σύμπαντος, ούτω και εν τω νοητώ κόσμω αι ιδέαι αποτελούσιν ιεραρχίαν,εις την κορυφήν της οποίας ίσταται η ιδέα του Αγαθού, ήτις δεσπόζει του όλου, και περιέχει και εξηγεί τας άλλας ιδέας, υπερέχουσα αυτών κατά την πραγματικότητα και την τελειότητα. Απέναντι αυτής αι άλλαι είναι υπάλληλοι και εξηρτημέναι, αποτελούσιν όμως ολοκληρωτικόν μέρος της φύσεως αυτής, και εν αυτή ευρίσκουσι την τελειότητα και την ενότητα αυτών, ούτως ώστε εκείνη είναι ο τελικός αυτών σκοπός και αύται υπάρχουσι χάριν εκείνης, ή άλλως, εκείνη παρέχει εις ταύτας το είναι και την ουσίαν. Περιέχει άρα η ιδέα του Αγαθού και το νοητόν και το νοούν και υπερέχει αυτών. Αλλά τι είναι αυτό το Αγαθόν δεν ορίζει ο Πλάτων. Την ιδέαν του Αγαθού καλεί Θεόν, αι άλλαι είναι(κατώτεροι) Θεοί.
Έχομεν ούτω την ιδέαν, ήτις είναι η μόνη πραγματικότης, το παντελώς ον, και διά τούτο εκτός αυτής ουδέν υπάρχει, ει μη το (σχετικώς) μη ον. Αλλ' η ιδέα ως κατ' εξοχήν πραγματικότης είναι και η υπερτάτη ενέργεια, είναι το ον, όπερ ποιεί το μη ον μέτοχον εαυτού, εικόνα εαυτού, και ούτως αύτη μεν γίνεται αιτία ποιητική, αρχή δημιουργική,το δε μη ον γίνεται τοιούτον τι, οίον είναι το ον. Αύτη είναι η θείααγαθότης. Το απόλυτον αγαθόν γεννά το σχετικόν αγαθόν, αγαθόν δ'είναι ή μετέχει του αγαθού πάσα ύπαρξις θετική. Μόνη η απόλυτος άρνησις είναι το κακόν. Ούτως ο Πλάτων την Κοσμογονίαν εξηγεί μόνον διά της θείας αγαθότητος, το δε στοιχείον της ανάγκης προσθέτει έξωθεν διά της ύλης. Επειδή δε το αγαθόν έγκειται κυρίως εν τη αναλογία και τω νόμω, εν τη τάξει και εν αρμονία, ενί λόγω εν τη ενότητι, ο Πλάτων την ενότητα πανταχού ζητεί να καταλάβη και εξηγήση.Αδιαφορών προς τα φαινόμενα μεταρσιούται εις τον Ουρανόν των ιδεών και πλήρης ενθέου ζέσεως μελετά την υπόστασιν των πραγμάτων, το όντως ον, την ιδέαν, ης ίδιον χαρακτηριστικόν είναι η ενότης και η δημιουργία της ενότητος, ήτοι η εις έν αρμονικόν σύστημα διάταξις του παντός.
Αι πρώται αρχαί της Φύσεως είναι ο χώρος και ο χρόνος, ήτοι αι δύο μορφαί της εξωτερικότητος των όντων, οι δύο όροι της κινήσεως και της γενέσεως. Τας ιδέας ταύτας προσδιορίζει ο Τίμαιος τον μεν χρόνον εν κεφ. Χ — XI τον δε χώρον εν κεφ. XIII. Όπως η κίνησις και η γένεσις υπήρξαν αείποτε «αεί γενόμεναι» σ. 27 «και πριν ουρανόν γενέσθαι» σελ. 52, ούτω και ο αχώριστος απ' αυτών χρόνος είναι άπειρος, μήτε αρχήν έχων μήτε τέλος, της ακινήτου αιωνιότητος αιώνιος κινητή εικών, ρέουσα διηνεκώς και προσδιοριζομένη δι' αριθμών. Μόνον το μέτρον του χρόνου γεννάται διά της κινήσεως των αστέρων. Εξ άλλου ο χώρος είναι το δοχείον πασών των μορφών, των εικόνων των ιδεών,και αν δεν είναι αυτή η ύλη, είναι πάντοτε αχώριστος της ύλης, ήτις είναι η ιδέα του μη όντος, η καθαρά δυνατότης, ην γονιμοποιεί η υπερτάτη πραγματικότης, η Ιδέα. Ο Πλάτων λέγει, ότι είναι δύσκολον να εννοηθή η ιδέα της ύλης, διότι αληθώς είναι δυσχερής ο ορισμός αυτής,αλλά και διότι αυτός ο φιλόσοφος, όπως θεωρεί πάσας τας ιδέας εκτός της συστηματικής υπάρξεως αυτών, ούτω και την ύλην, αποκόπτων από του όλου και εξετάζων αυτήν εν τη αφηρημένη ταύτη καταστάσει της,συλλαμβάνει ως την απόλυτον αδιοριστίαν. Οπωσδήποτε η ιδέα της ύλης είναι αιώνιος, όπως αιώνιος είναι ο χώρος και τα γεωμετρικά σχήματα αυτού και αι σχέσεις και οι νόμοι αυτών· πάντα είναι τα μέρη του θείου λόγου, της απολύτου ιδέας.
Η ύλη λοιπόν ως δυνατότης του κόσμου υπήρξε πάντοτε εν τη απολύτω ιδέα· αείποτε άρα υπήρξε κίνησις και μορφή τις εν τω κόσμω, διότι η ιδέα ως ψυχή και νους εισδύουσα εις τον κόσμον πάντοτε ενεργεί, ίνα πραγματοποιή αυτόν. Όμως η τελεία τάξις και διακόσμησις δεν πραγματοποιείται αμέσως, αλλά διαδοχικώς και προοδευτικώς διακοσμείται το παν συμφώνως προς τας ιδέας, το αυτοζώον. Ο κόσμος άρα είναι γεννητός, ρέει και γεννάται πάντοτε, είναι διηνεκής γένεσις, ουχί μεν αΐδιος, αλλά και άνευ αρχής εν χρόνω. Την παράλογον παράστασιν του χάους δεν ήτο δυνατόν να παραδεχθή ο Πλάτων, εκτός εάν ως χάος νοήται ατελής τις διάταξις σχετικώς προς άλλην τελειοτέραν. Ο κόσμος όμως είναι πάντοτε ζώον έμψυχον και έννουν.
Η ψυχή ως μέσος όρος μεταξύ του νοητού και υλικού, του αμεταβλήτου και του μεταβλητού, της ιδέας και της ύλης, συνδέουσα ταύτα προς άλληλα, διαμορφοί, διοργανοί και ζωοποιεί την ύλην κινούσα αυτήν και προσδιορίζουσα κατά αριθμητικάς και γεωμετρικάς σχέσεις, και απεργάζεται αυτήν πραγματικόν ομοίωμα των ιδεών. Ούτως ο κόσμος είναι είς, τέλειος την μορφήν (σφαιροειδής), περιστρέφεται απαύστως περί το αυτό κέντρον, είναι αυτάρκης και μηδενός έχων χρείαν είναι ευδαίμων Θεός μονογενής.
Αι μεγάλαι αρχαί της φυσικής του Πλάτωνος είναι η της περιώσεως ή κυκλικής ώσεως, η της έλξεως των ομοίων, ο νόμος των μεταμορφώσεων των σωμάτων, και τέλος η διάκρισις τεσσάρων στοιχειωδών σωμάτων. Η μεν γη είναι εν τω κέντρω, το δε πυρ εν τοις άκροις του κόσμου· του αέρος και του ύδατος αι χώραι κείνται μεταξύ δύο πρώτων.
Της νοούσης ψυχής τα νοητά στοιχεία, ως είρηται, είναι αι τρεις αύται ιδέαι, η του ταυτού ή της ενότητος (αμέριστος ουσία), η του ετέρου ή των πολλών (μεριστή ουσία), και τρίτη η ουσία η συνενούσα τας δύο πρώτας. Κατά ταύτα η ψυχή έχει δύο αρχικάς κινήσεις, την του ταυτού και την του ετέρου, εις εκατέραν των οποίων αντιστοιχεί είς των κύκλων αυτής. Αι κινήσεις αύται είναι βεβαίως αι δύο ενέργειαι του πνεύματος, ήτοι: α) η νόησις ή ο λόγος (κίνησις του ταυτού)αντικείμενον έχουσα το αναλλοίωτον και όντως ον, τας ιδέας· β) η δόξα(κίνησις του ετέρου) αντικείμενον έχουσα τον αισθητόν και αλλοιούμενον κόσμον. Ο Πλάτων όμως διακρίνει και τρίτον είδος γνώσεως, τον διασκεπτικόν νουν, ή την διάνοιαν, ήτις αντιστοιχεί προς την μικτήν ουσίαν και αντικείμενον έχει τα μεταξύ των δύο πρώτων, τας γενικάς εννοίας και τα μαθηματικά, ήτοι τους τρόπους και τους νόμους,καθ' ους αι ιδέαι απεικονίζονται εν τοις αισθητοίς.
Αι θεωρίαι του Πλάτωνος περί του Πλανητικού συστήματος, περί της οργανικής φύσεως κλπ. είναι βεβαίως σήμερον εν πολλοίς εσφαλμέναι επιστημονικώς, αλλ' όμως έχουσι φιλοσοφικήν αξίαν, καθ' όσον εν αυταίς ο λόγος προσπαθεί να εύρη εαυτόν εν τη φύσει, ως εν κατόπτρω,καθ' όσον ο νους ζητεί να αποδείξη, ότι η φύσις είναι έργον του Αγαθού. Δια τούτο ο Πλάτων πάντα εξηγεί τελολογικώς, ολιγωρεί δε των ποιητικών αιτίων.
Η Πλατωνική φιλοσοφία δεν είναι μόνον η ευγενεστάτη και καθαρωτάτη εκδήλωσις του Ελληνικού πνεύματος, αλλ' είναι και η τελειοτάτη ποιητική έκφρασις της εποπτικής νοήσεως. Εις τον υλισμόν των Ιώνων αντιτάσσει την αιωνιότητα του νου, εις δε τον άγονον ενισμόν των Ελεατών την αιωνιότητα της ύλης. Αλλ' ο Πλάτων ανευρών και ακραδάντως εμπεδώσας τας αιωνίους αρχάς της επιστήμης, δεν ήτο δυνατόν αυτός αμέσως να εφαρμόση και αναπτύξη αυτάς ούτως, ώστε να πραγματοποιήση την απόλυτον γνώσιν. Εκ τούτου πηγάζουσιν αι ατέλειαι του συστήματος αυτού. Ως προς την μέθοδον λ. χ. αντί να εξάγη και να αποδεικνύη τους όρους, τας ιδέας και τας ουσιώδεις αναφοράς αυτών, προϋποθέτει αυτούς παραλαμβάνων έξωθεν και άλλοτε μεν εκ της πείρας ανάγεται εις τας αρχάς και αντί να εξηγή διά των αρχών τα γινόμενα, αντιστρόφως εξηγεί τας αρχάς διά των γινομένων, άλλοτε δε δι' εμμέσου και αρνητικής μεθόδου ζητεί να αποδείξη την ύπαρξιν και τας σχέσεις των εναντίων.Αλλ' ούτως, επειδή δεν προσδιορίζει την ενδόμυχον φύσιν και ουσίαν των όρων, δεν δύναται να διαλλάξη την αντίθεσιν αυτών, ούτε να αναγάγη τας ιδέας εις έν σύστημα και να πραγματοποιήση την ενότητα της επιστήμης.
Αι ιδέαι πάλιν προς μεν τα αισθητά είναι υποστάσεις αυτών, αλλά προς το αγαθόν γίνονται τρόποι της ιδέας ταύτης. Αφ' ετέρου εκάστη των ιδεών είναι μονοειδές τι, καθ' αυτό ον τέλειον. (Φαίδ.). Ούτως αι ιδέαι είναι τούτο μεν χωρισταί και αυθυπόστατοι, τούτο δε μέλη αχώριστα υπερτέρας ενότητος. Ο Πλάτων βεβαίως αποκλίνει μάλλον ή οι οπαδοί αυτού εις την ενότητα. Και αληθώς αι ιδέαι δεν χωρίζονται,διότι είναι ανεξάρτητοι από του χρόνου και του χώρου, οίτινες είναι οι όροι του χωρισμού, του μη όντος, της πενίας. Αλλ' όμως ο Πλάτων δεν επιχειρεί να πορισθή, να εξαγάγη τας ιδέας εκ της απολύτου ιδέας·το ζήτημα πραγματεύεται εμπειρικώς. Αν αι ιδέαι ηδύναντο να μεταβαίνωσιν εις αλλήλας και να έχωσι την ύπαρξιν αυτών εν αλλήλαις,θα ήτο ευχερής η διαλεκτική ανάπτυξις αυτών. Αλλ' αι ιδέαι παρίστανται ως ανεξάρτητοι, αυτοτελείς και αΐδιοι ουσίαι, επιδεκτικαί μόνον συγκρίσεως και εξωτερικών σχέσεων. Η δε του αγαθού παρίσταται μεν ως αρχή της γνώσεως και της υπάρξεως, αλλ' ούτε η ιδέα εκείνη διορίζεται ακριβώς, ούτε αι έννοιαι αύται εξάγονται εξ εκείνης λογικώς. Ούτως η Πλατωνική αρχή απέβη άγονος και ανίσχυρος να συνδιαλλάξη τας αντιφάσεις. Ο κόσμος των ιδεών δεν είναι το τέλειον,αύταρκες, όντως ον; Διατί λοιπόν να καταπέση εις την αντίπαλον ύλην και να μολυνθή; Προς το αγαθόν ο Πόρος συνεζεύχθη με την Πενίαν(Συμπ.), ίνα γεννήσωσι το κράμα τούτο της τελειότητος και της αθλιότητος, όπερ άγεται κόσμος; Τοιαύται ενστάσεις θα κατέπιπτον, αν η δημιουργία συνελαμβάνετο, ουχί ως πτώσις της ιδέας, αλλ' ως πρόοδος, ουχί ως αγαθόν έργον αυθαιρέτου βουλήσεως, αλλ' ως αναγκαίος σταθμός της θείας ζωής.
Αναλόγως προς τον κόσμον των ιδεών διοργανοί ο Πλάτων και την ανθρωπίνην κοινωνίαν. Η Πολιτεία αυτού είναι ως ιδανική υπόστασις, ης απλά μόνον συμβεβηκότα είναι τα άτομα. Οι πολίται ζώσι μόνον διά την πόλιν. Ιδιοκτησία και οικογένεια καταλύονται, αντ' αυτών δε επιβάλλεται η κοινοκτησία και η κοινογαμία. Πάσα ελευθερία του ατόμου προγράφεται αμειλίκτως. Αύτη η ποίησις και η θρησκεία είναι ανεκταί μόνον ως μέσα προς το αγαθόν της πόλεως. Τοιαύτη όμως τυραννική πολιτεία είναι απραγματοποίητος. Ο Πλάτων είχε βεβαίως προ οφθαλμών τας συγχρόνους πολιτείας και μάλιστα την Σπαρτιατικήν. Αλλά πάσαι κατεστράφησαν ταχέως, διότι δεν ανεγνώριζον τα δίκαια και την ενέργειαν των ατόμων. Καταλυθείσης της αρχαίας πολιτείας, φυσικόν ήτο να υπολάβη το άτομον ότι το ύψιστον καθήκον αυτού ήτο να φεύγη την ύλην, την κατά Πλάτωνα πηγήν του κακού, να ταλαιπωρή την σάρκα, να καταφρονή πάντα κοινωνικόν δεσμόν και εν ερήμω μονάζον να ζητή ασκητικώς να ομοιωθή προς τον Θεόν. Το ιστορικόν τούτο φαινόμενον είναι εν μέρει καρπός μιας όψεως της Πλατωνικής φιλοσοφίας. Η σαρξ,το καθαρώς ανθρώπινον, ετιμήθη και εδοξάσθη βραδύτατα εν ταις νεωτέραις κοινωνίαις διά της αναπτύξεως της χριστιανικής ιδέας του θεανθρώπου.
Ο Πλάτων ούτε την ιδέαν του αγαθού διώρισε σαφώς, ούτε συνέλαβε την αληθή φύσιν του Απολύτου όντος. Τούτο κατενόησεν ο Αριστοτέλης, αντί του Αγαθού ανακηρύξας υπερτάτην αρχήν την Νόησιν. Η νόησις είναι ανωτέρα του αγαθού, διότι το αγαθόν, ως αγαθόν, είναι μία ιδέα, και εξ άλλου το νοούμενον αγαθόν είναι υπέρτερον του μη νοουμένου.Προσέτι κατ' αυτόν τον Πλάτωνα (Θεαίτ.) αναγκαίως υπάρχει πάντοτε υπεναντίον τι εις το αγαθόν, όπερ ούτως αδυνατεί να απαλλαγή της αντιθέσεως και να διαλλάξη πάντα τα εναντία. Η νόησις όμως νοεί εαυτήν και πάντα τα άλλα. Η δε απόλυτος νόησις νοούσα ποιεί τα πράγματα και είναι νους άμα και νοητόν.
Ο Πλάτων εδίδαξεν, ως είπομεν, ότι ο νοητός κόσμος των ιδεών είναι ο μόνος αληθινός, και ότι το άτομον έχει ύπαρξιν παροδικήν και φαινομενικήν. Αλλ' ο Αριστοτέλης αντέταξεν, ότι η τοιαύτη ιδέα είναι απλή δύναμις, ήτοι υπάρχει μόνον εν δυνάμει, και ότι εν τω ατόμω μόνον υπάρχει ενεργεία, ήτοι είναι πραγματικότης. Η ιδέα, κατά τον Αριστοτέλην, είναι ουσιωδώς ενέργεια, είναι δηλ. εσωτερική αρχή(δύναμις), ήτις ενεργοποιείται και εξωτερικεύεται, και ούτως είναι ενότης του εσωτερικού και του εξωτερικού, της ύλης και του είδους,του καθολικού και του ατομικού, ή άλλως, δεν είναι αφηρημένον τι και ατελές, αλλά συγκεκριμένη πραγματικότης. Η ιδέα είναι εν τω ατόμω,είναι η εσωτερική μορφή, ήτις ενεργοποιεί την απλήν δύναμιν αυτού,μορφώνει την ύλην αυτού. Επειδή λοιπόν το άτομον είναι αυτό το καθολικόν (το γένος, η ιδέα), η νόησις (το καθόλου) αναγνωρίζει εαυτήν εν τω ατόμω και ούτως είναι νόησις της νοήσεως. — Ίνα εννοήση τις την επί της παγκοσμίου ιστορίας τεραστίαν επίδρασιν της Αριστοτελικής αρχής της Ατομικότητος, ην ήσκησε παραλλήλως προς την Πλατωνικήν αρχήν της Καθολικότητος, αρκεί να παρακολουθήση την εξέλιξιν αυτής από του Σοφού των Στωικών και του περί πάντων Επέχοντος υποκειμένου των Σκεπτικών μέχρι του ανθρωπίνου Νου των Αλεξανδρινών, αναγνωρίζοντος εαυτόν ως την πρώτην απόρροιαν του θείου Νου, μέχρι του Θεανθρώπου των Χριστιανών, δι' ου εφανερώθη εις αυτήν την αισθητικήν αντίληψιν ημών η ταυτότης της θείας και της ανθρωπίνης φύσεως. «Εγώ (το ατομικόν) και ο Πατήρ μου (το καθολικόν) έν εσμέν».Η διδασκαλία αύτη της συνδιαλλαγής των δύο φύσεων, επομένως και των δύο φιλοσοφικών θεωριών, αποτελεί αυτήν την ουσίαν του Χριστιανισμού και εξηγεί την μεγάλην ιστορικήν αξίαν και επενέργειαν αυτού.
Ο Μετάφρ.
Η Σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, των Εκδόσεων Φέξη, υπήρξεν ένας σταθμός στα ελληνικά χρονικά. Για πρώτη φορά προσφερόταν συστηματικά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, η αρχαία ελληνική σκέψη(Ιστορία, φιλοσοφία, ποίηση, δράμα, δικανικός και πολιτικός λόγος)σε δημιουργικές μεταφορές της, από τους άριστους μεταφραστές του τόπου, στην πιο σύγχρονη μορφή που πήρε εξελισσόμενο το γλωσσικό της όργανο. Ο Όμηρος, οι Τραγικοί κι ο Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο Πλάτων, ο Ξενοφών, ο Αριστοτέλης, ο Θεόκριτος, ο Θεόφραστος, ο Επίκτητος, ο Πλούταρχος, ο Λουκιανός κλπ. προσφέρονται και σήμερα, στις κλασικές πια μεταφράσεις των Πολυλά, Ραγκαβή,Μωραϊτίδη, Κονδυλάκη, Ποριώτη, Γρυπάρη, Τανάγρα, Πολέμη, Καμπάνη,Καζαντζάκη, Βάρναλη, Αυγέρη, Βουτιερίδη, Ζερβού, Φιλαδελφέως,Τσοκόπουλου, Σιγούρου, Κ. Χρηστομάνου κλπ, σε μια σύγχρονη σειρά εκδόσεων βιβλίου τσέπης, πράγμα που επίσης γίνεται για πρώτη φορά,συστηματικά, στην Ελλάδα.
Τίμαιος
Αποτελεί σύστημα μεταφυσικής φιλοσοφίας περί γενέσεως του κόσμου και περί φύσεως του ανθρώπου, που παρουσιάζει πολλή συγγένεια με τις θεωρίες των Πυθαγορείων. Ο Τίμαιος αναπτύσσει βαθύτατες ιδέες γιά τον χαρακτήρα του κόσμου και ο Σωκράτης διευκρινίζει,συντελώντας στην ενάργεια και την παραστικότητα του πλατωνικού ύφους. Η μετάφραση έγινε από τον Π. Γρατσιάτο.
Η «ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ» ΑΝΑΤΥΠΩΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ.
ΑΘΗΝΑΙ, ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ 36
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΤΣΙΜΙΣΚΗ 61
ΤΙΜΗ ΤΟΜΟΥ ΔΡΑΧΜΑΙ 10

1) Πώς δύναται να υπάρχη γένεσις προ της διακοσμήσεως του παντός ;Γένεσιν εννοεί τα στοιχειώδη σώματα, τα οποία ήσαν ατελώς πεπλασμένα εν τω χώρω, όστις πρέπει πάντοτε να έχη δεχθή μορφάς τινας, διότι η φύσις του είναι να δέχηται τοιαύτας και να χωρή.
2) Τα πράγματα κινούνται ατάκτως ως υπό του Θεού εγκαταλελειμμένα.Αλλ' η κίνησις δεν είναι άνευ τέλους, διότι τα όμοια μέρη έτεινον να ενωθώσι με τα όμοια, επομένως τα άτομα είδη να χωρισθώσι. Και ταύτα εναντίον της δόξης του Δημοκρίτου και των ατομολόγων. Η κίνησις αύτη και το αποτέλεσμα αυτής είναι μέρος της ανάγκης, εις ην ο Θεός έθεσε τάξιν. Όρα κατωτέρω σελ. 57. Τα 4 είδη διατηρούσιν ακόμη την τάσιν να συνενωθώσιν έκαστον καθ' εαυτό χωριστά των άλλων, εάν ποτε ο νέος νόμος αφήση αυτά ελεύθερα.
3) Τ. έ. πρέπει να έχη και τρίτην διάστασιν, βάθος.
4) Ο Πλάτων ανατρέχει εις το στοιχειωδέστατον σχήμα, όπερ είναι το ευθύγραμμον. Πάσα επίπεδος επιφάνεια δύναται να διαιρεθή εις τρίγωνα,παν δε τρίγωνον εις δύο άλλα ορθογώνια τρίγωνα. Ώστε το ορθογώνιον τρίγωνον είναι το πρώτον στοιχείον του σχήματος. Αλλά τα ορθογώνια ταύτα τρίγωνα δύνανται να είναι ισοσκελή ή σκαληνά. Εάν μεν είναι ισοσκελή, έχουσι τας δύο οξείας γωνίας ίσας μεταξύ των, ήτοι η ετέρα ορθή γωνία του ορθογωνίου είναι διηρημένη εκατέρωθεν εις δύο ημίση,όπως ίσαι είναι και αι κάθετοι πλευραί αι ανήκουσαι εις τας δύο ταύτας γωνίας. Εάν τα τρίγωνα είναι σκαληνά, έχουσιν ανίσους τας οξείας γωνίας. Έστω το ισοσκελές τρίγωνον ΑΒΓ ορθογώνιον εις Α.Αι γωνίαι Β και Γ είναι ίσαι, ήτοι αι κάθετοι ΑΒ και ΑΓ τέμνουσιν εις δύο ίσα μέρη τας λοιπάς 90 μοίρας τας αναγκαίας, ίνα αποτελεσθώσιν αι 180 μοίραι, ας περιέχει το τρίγωνον. Αι κάθετοι αύται καθ' υπόθεσιν είναι ίσαι. Έστω ήδη το σκαληνόν α β γ ορθογώνιον εις α. Αι γωνίαι β και γ είναι άνισοι, όπως άνισοι είναι και αι κάθετοι α β και α γ.
5) Ήτοι κατ' εκείνον τον λόγον δι' ον είναι αναγκαίον να αρκώμεθα εις την πιθανότητα ή όστις κατ' ανάγκην δεν δύναται να είναι παρά πιθανός.
6) Δύο τρίγωνα ορθογώνια σκαληνά και ίσα, κοινήν έχοντα την μείζονα κάθετον, αποτελούσιν ισόπλευρον τρίγωνον, όταν η ελάσσων κάθετος είναι το ήμισυ της υποτεινούσης. Έστωσαν τα ορθογώνια σκαληνά και ίσα τρίγωνα ΑΒΔ και ΑΓΔ, κοινήν έχοντα την κάθετον ΑΔ, την δε κάθετον ΒΔ ίσην προς το ήμισυ της υποτεινούσης ΑΒ. Διά τούτο ΔΓ είναι ήμισυ της ΑΓ, άρα ΒΔ+ΔΓ=ΑΒ=ΑΓ.
7) Είναι το αυτό σκαληνόν ορθογώνιον τρίγωνον έχον την ελάσσονα κάθετον ίσην με το ήμισυ της υποτεινούσης. Εις το τρίγωνον τούτο το τετράγωνον της μείζονος καθέτου είναι το τριπλάσιον του τετραγώνου της ελάσσονος (τριπλασία δύναμις). Έστω το ανωτέρω τρίγωνον ΑΔΒ. Εάν ΑΒ είναι διπλασία της ΒΔ, τότε (ΑΒ)2 θα είναι τετραπλάσιον του(ΒΔ)2. Αλλά κατά το Πυθαγορικόν θεώρημα (ΑΔ)2=(ΑΒ)2—(ΒΔ)2. Άρα το (ΑΔ)2 είναι τριπλάσιον του (ΒΔ)2.
8) Το ύδωρ, ο αήρ και το πυρ, αποτελούμενα στοιχειωδώς εκ των αυτών σκαληνών τριγώνων, δύνανται να μεταβάλλωνται εναλλάξ, ούτως ώστε το αποτελούμενον εκ μεγαλυτέρων στοιχείων, π.χ. το ύδωρ, δύναται να διαλύηται εις εκείνα των μικροτέρων στοιχείων, λοιπόν το ύδωρ εις αέρα, έως ου διαλυθή εις τα στοιχειώδη τρίγωνα, τα οποία έπειτα δύνανται να συνδεθώσι πάλιν εις νέαν ενότητα, και, όταν αύτη αποτελέση έν σύνολον, τότε υπάρχει το νέον είδος· δηλαδή τα τρίγωνα,τα οποία πρότερον απετέλουν το ύδωρ, θα δύνανται τώρα ν' αποτελέσωσι το πυρ, τα δε του πυρός το ύδωρ κ.τ.λ.
9) Αύτη είναι άλλη ιδιότης του ειρημένου ορθογωνίου σκαληνού τριγώνου. Έστωσαν δύο ορθογώνια σκαληνά τρίγωνα ίσα ΑΒΓ και ΑΖΓ κοινήν έχοντα την υποτείνουσαν ΑΓ διπλασίαν της μικροτέρας καθέτου ΒΓ. Αύτη γίνεται η διαγώνιος του τετραπλεύρου ΑΒΓΖ. Διά τούτο λέγει ο Τίμαιος ότι διά της διαγωνίου (διαμέτρου) συνδέονται τα τρίγωνα μάλλον παρά διά της υποτεινούσης. Διά προεκβολών επαναλαμβάνοντες δις τα δύο ταύτα τρίγωνα έχομεν τα τετράπλευρα ΗΒΓΔ και ΕΔΓΖ, πάντα δε γεννώσι τα ισόπλευρον τρίγωνον ΑΗΕ. Τούτο λοιπόν προκύπτει από έξ τρίγωνα ορθογώνια σκαληνά, των οποίων έκαστον έχει την υποτείνουσαν διπλασίαν της ελάσσονος καθέτου και είναι ίσα προς άλληλα.
10) Πάντα τα κανονικά πολύεδρα διαιρούσιν εις μέρη ίσα και όμοια την σφαίραν, εν η είναι εγγεγραμμένα. Το ελάχιστον κανονικόν πολύεδρον είναι η πυραμίς, ης η βάσις και αι έδραι είναι τρίγωνα ισόπλευρα. Η αμβλυτάτη επίπεδος γωνία είναι εκείνη, ήτις μάλλον προσεγγίζει εις τας δύο ορθάς. Αλλ' η ενταύθα περιγραφομένη στερεά γωνία αποτελεί ακριβώς δύο ορθάς γωνίας. Διότι τα τρίγωνα, εξ ων αποτελείται το τετράεδρον τούτο, έχουσι τας γωνίας ίσας, δι' ό τρεις εκ των γωνιών τούτων οπουδήποτε ληφθείσαι ισούνται προς δύο ορθάς, ου μόνον αι τρεις αι αποτελούσαι έν τρίγωνον, αλλά και αι τρεις αι αποτελούσαι μίαν στερεάν γωνίαν. Σημειωτέον ότι ο Πλάτων προσδιορίζων τα αρχικά σχήματα νοεί όχι την ύλην, αλλά τον χώρον. Εισάγει εις το άπειρον τα πέρας, όπερ είναι ο αριθμός και το μέτρον· τα γεωμετρικά δε σχήματα είναι αριθμός και μέτρον. Αι επιφάνειαι λοιπόν αυτού δεν είναι υλικαί, αλλά όρια μαθηματικά και μέτρα· τα δε γεωμετρικά στερεά, τα οποία αι επιφάνειαι περιγράφουσι, δεν είναι υλικά στερεά, αλλ'αντιστοιχούσι προς τους αριθμούς εκείνους, οίτινες μεσάζουσι μεταξύ ιδεών και πραγμάτων. Ο Πλάτων ζητών τα πρώτα στοιχεία ουχί της ύλης,τα άτομα, αλλά τα των σχημάτων, ευρίσκει πρώτον το ορθογώνιον τρίγωνον, όπερ είναι η απλουστάτη εφαρμογή του πέρατος.
11) Είναι το οκτάεδρον, όπερ έχει οκτώ έδρας τριγωνικάς και έξ γωνίας. Είναι δε το σχήμα του αέρος.
12) Είναι το 20εδρον· το σχήμα του ύδατος· έχει 20 έδρας, ων εκάστη σύγκειται από έξ στοιχειώδη ορθογώνια σκαληνά τρίγωνα. Αποτελείται λοιπόν από 120 στοιχεία. Ούτω το οκτάεδρον σύγκειται από 48 και το τετράεδρον από 24 στοιχεία.
13) Έστωσαν τέσσαρα ισοσκελή ορθογώνια τρίγωνα αεβ, βεγ,γεδ, δεα, ηνωμένα ούτως ώστε η ορθή γωνία εκάστου να είναι εν τω κέντρω. Έχομεν ούτω το τετράγωνον αβγδ.
14) Ο κύβος είναι το στοιχειώδες σχήμα της γης.
15) Υπονοεί το δωδεκάεδρον, το πέμπτον κανονικόν στερεόν το υπάρχον εν τη φύσει. Ο Έγελος παρατηρεί: Εν τω κόσμω τούτω των μεταβολών η μορφή είναι το τοπικόν σχήμα. Διότι όπως εν τω κόσμω, όστις είναι άμεσος εικών του αιωνίου, ο χρόνος είναι η απόλυτος αρχή, ούτως ενταύθα η απόλυτος ιδανική αρχή είναι η καθαρά ύλη ως τοιαύτη, η ύπαρξις (das bestehen = subsister) του χώρου. 1) Ύλη, 2) χώρος 3)γένεσις. Ο χώρος είναι η ιδανική ουσία του φαινομενικού τούτου κόσμου, ο μέσος ο συνενών το θετικόν και το αρνητικόν, οι διορισμοί δ' αυτού είναι τα σχήματα. Και τω όντι εκ των διαστάσεων του χώρου η επιφάνεια πρέπει να εκλαμβάνηται ως αληθής πραγματικότης, διότι είναι1) ο απόλυτος μέσος μεταξύ 2) γραμμής και του 3) σημείου. Ούτω δε και το τρίγωνον είναι το πρώτον των σχημάτων, ενώ ο κύκλος ουδέν όριον έχει εν εαυτώ. Και ενταύθα ο Πλάτων προβαίνει εις την εξαγωγήν των σχημάτων, ένθα το τρίγωνον αποτελεί την θεμελιώδη αρχήν.
16) Εις το ύδωρ αποδίδεται το εικοσάεδρον, όπερ περιέχει δύο οκτάεδρα(άπερ παριστώσι τον αέρα) και έν τετράεδρον (όπερ παριστά το πυρ).Διά τούτο εκ παντός μέρους αέρος δύνανται να γεννηθώσι δύο πυρός,διότι παν οκτάεδρον περιέχει δύο τετράεδρα, ήτοι με τας οκτώ έδρας του οκταέδρου δύνανται να σχηματισθώσι δύο τετράεδρα κ.λ, διότι πρόκειται πάντοτε περί επιφανειών περιοριζουσών τον χώρον.
17) Επειδή το πυρ, ο αήρ και το ύδωρ δύνανται να μεταβαίνωσιν εις άλληλα συντιθέμενα και αποσυντιθέμενα, όταν ο χωρισμός τελεσθή, παύει πάσα πάλη μεταξύ αυτών. Ο αήρ άμα διαλυθή εις πυρ, δεν παλαίει πλέον προς το πυρ διότι ουδέν παλαίει προς εαυτό, αλλ' αφομοιούται με το νικήσαν στοιχείον.
18) Ο Πλάτων α') εξηγεί πως τα μεγαλύτερα σχήματα διαλύονται υπό των μικροτέρων, και τα μικρότερα υπό των μεγαλυτέρων· β') δηλοί ότι μικρός όγκος των μεγαλυτέρων σχημάτων κεκλεισμένος εις μέγαν όγκον των μικροτέρων, και μικρός όγκος των μικροτέρων σχημάτων κεκλεισμένος εις μέγαν όγκον των μεγαλυτέρων, δύναται ν' ανακτήση προσδιωρισμένον σχήμα, γινόμενος όμοιος προς το νικήσαν στοιχείον.
19) Ενταύθα ομιλεί πάλιν περί της κινήσεως του χώρου, της δεξαμενής(52–53) και επαναλαμβάνει ότι έκαστον είδος τείνει να συνενωθή εν εαυτώ (63Β) χωριζόμενον από των άλλων. Παριστάνεται λοιπόν εδώ η κίνησις της ανάγκης πριν ή ο Θεός εισαγάγη κόσμον, τάξιν εις το σύμπαν.
20) Του σκαληνού και του ισοσκελούς.
21) Ο Πλάτων λέγει «τα γένη εν τοις είδεσι» εννοών γένη τα κατώτερα είδη. Μετεφράσαμεν ακολουθούντες την συνήθη χρήσιν των όρων.
22) Εν σελ 57Α είπεν ότι μεταξύ ομοίων δεν δύναται να υπάρχη ούτε ενέργεια ούτε πάθος.
23) Ότε δηλ. επραγματεύθη περί της συστάσεως της ύλης και εξήτασε τα διάφορα σχήματα των στοιχειωδών τριγώνων.
24) Ο Πλάτων αρνείται ουχί τον σχηματισμόν, την γέννησιν του κενού,αλλά την διάρκειαν αυτού. Τω όντι, επειδή τα 4 είδη αποτελούνται από γεωμετρικά στερεά, όταν εισέρχωνται εις άλληλα, αναγκαίως καταλείπουσι κενά διαλείμματα, ως μη εφαρμοζόμενα ακριβώς, λ.χ. αι πυραμίδες και τα εικοσείεδρα. Αποτελούνται ούτω κενά πρόσκαιρα, και εκ της ανάγκης της πληρώσεως αυτών συμβαίνει η κίνησις. Ο Martinλέγει: «Παν σωμάτιον κινούμενον ωθεί προ αυτού άλλο και τούτο άλλο κ.λ., πάντα δε ταύτα ωθούμενα αποτελούσι κυκλικήν άλυσιν, ης ο πρώτος και ο τελευταίος κρίκος εφάπτονται, ώστε εκάστη θέσις, πληρούται άμα κενωθή και ούτω το κενόν ουδέποτε υπάρχει. Αύτη είναι η Πλατωνική Θεωρία της περιώσεως (κυκλικής ωθήσεως), της αντιπεριστάσεως παρ'Αριστοτέλει, της περιστάσεως παρά Στωικοίς... Η αρχή αύτη της κυκλικής ώσεως, ή της έλξεως των ομοίων, άλλη (αρχή) αποδίδουσα 4διακεκριμένας χώρας εις τον αρχικόν όγκον εκάστου των 4 ειδών στοιχειωδών σωμάτων, τέλος ο νόμος των μεταμορφώσεων των σωματίων,τοιαύται είναι αι μεγάλαι αρχαί της φυσικής του Πλάτωνος».
25) Το πυρ λοιπόν του Πλάτωνα περιέχει 1)την φλόγα, 2) το φως, 3) την θερμότητα.
26) Και εκ τούτου δείκνυται, ότι τα 4 στοιχεία θεωρεί ο Πλάτων 4καταστάσεις της ύλης, και ότι η ύλη αποδίδεται εις την μίαν ή την άλλην των καταστάσεων τούτων καθ' όσον δύναται ν' ανάγηται εις αυτήν.Ούτω και τα μέταλλα ανάγονται εις το δεύτερον είδος του ύδατος, διότι εις υψηλήν θερμοκρασίαν δύνανται να διαλύωνται, ενώ εις το πρώτον ανήκουσι τα σώματα, τα οποία είναι υγρά εις την κανονικήν θερμοκρασίαν. Αι καταστάσεις αύται είναι, ως είπομεν, μόνον ποιότητες.
27) Όζος δηλοί δεσμός, βλαστός, ενταύθα δε το σκληρότερον μέρος του μετάλλου. Αδάμας δεν δηλοί το γνωστόν πολύτιμον ορυκτόν, αλλ' είδος σκληροτάτου σιδήρου, πιθανώς αιματίτην.
28) Το άλας λοιπόν είναι το πρώτον των αρτυμάτων, επειδή συνηθίζετο εις τας θυσίας· διά τούτο λέγει ότι είναι αρεστόν εις τους θεούς συμφώνως με την κρατούσαν συνήθειαν.
29) Όταν η γη είναι εν κανονική καταστάσει, ουχί υπό του πυρός πιεζομένη, ότε δύναται να διαλυθή υπό του πυρός.
30) Ο αήρ διαλύει τον πάγον, την χιόνα κ.λ., το δε πυρ ου μόνον τούτο ποιεί, αλλά και εξατμίζει το ύδωρ, ήτοι το μεταβάλλει εις αέρα.
31) Το πυρ διαστέλλει τον συνήθη αέρα· ως προς τον συμπεπυκνωμένον,το πυρ δεν δύναται να τον διαστείλη, αλλά τον μεταμορφώνει εις πυρ.
32) Η Φυσική και η Φυσιολογία του Πλάτωνος, λέγει ο Έγελος, είναι ως παιδική προσπάθεια προς κατανόησιν των αισθητών φαινομένων εν τη πολλαπλότητι αυτών. Πολλαχού αναγνωρίζομεν την θεωρητικήν νόησιν,αλλά ως επί το πλείστον η εξήγησις γίνεται κατά όλως εξωτερικόν τρόπον· π.χ. κατά εξωτερικήν τελολογίαν. Η μέθοδος καθ' ην ο Πλάτων πραγματεύεται την φυσικήν, είναι διάφορος της σημερινής, διότι, ενώ παρ' αυτώ λείπει η εμπειρική γνώσις, εν τη νεωτέρα φυσική λείπει η ιδέα. Οπωσδήποτε ο Πλάτων ενίοτε εκφέρει βαθυτάτας κρίσεις και θεωρίας.
33) Πάντα τα πράγματα πρέπει να θεωρώνται κατ' αναφοράν προς τας αισθήσεις ημών. Ενταύθα είμεθα εις τους πιθανούς συλλογισμούς, ουχί εις τους απολύτους. Η ύλη είναι αντικείμενον της αισθήσεως, διό πρέπει να θεωρήται ουχί καθ' εαυτήν, όπως έως τώρα εγίνετο, αλλά σχετικώς προς τον ιδικόν μας τρόπον του αισθάνεσθαι.
34) Επειδή ο κόσμος είναι σφαιρικός, δεν δύναται να υπάρχη μέρος αυτού άνω και άλλο κάτω. Προ πάντων το κέντρον δεν είναι ούτε άνω ούτε κάτω, διότι πάντα στρέφονται πέριξ αυτού, και τούτο είναι προς πάντα εν τη αυτή αναφορά. Και πάλιν έκαστον σημείον της περιφερείας ισαπέχει του κέντρου, επομένως και το ζενίθ είναι ως το ναδίρ.
35) Η γη κατέχει το κέντρον, το πυρ τα άκρα, και μεταξύ αυτών το ύδωρ, εγγύτερον εις την γην, και ο αήρ εγγύτερον εις το πυρ. Αλλ'υπάρχουσι και μέρη των στοιχειωδών τούτων σωμάτων διεσπαρμένα πανταχού του κόσμου.
36) Η βαρύτης ενταύθα εξηγείται διά της τάσεως του ομοίου προς το όμοιον. Ούτω το πυρ τείνει προς το πυρ, η γη προς την γην. Ημείς,οικούμεν την χώραν του ύδατος και της γης, διό, αν θέσωμεν ύδωρ ή γην εις την πλάστιγγα, τα βλέπομεν βαρύνοντα προς τα κάτω, διότι τείνουσι να ενωθώσι με την μάζαν αυτών. Το αυτό θα συνέβαινε και εις το πυρ,εάν ηδυνάμεθα να κάμωμεν ανάλογον πείραμα εν τη χώρα του. Θα εβλέπομεν τότε εκεί φαινόμενον έλξεως ανάλογον με το ημέτερον, ουχί όμως προς την γην, αλλά προς την σφαίραν του πυρός. Ούτως αποδεικνύεται η πλάνη των κοινών παραστάσεων του άνω και του κάτω(Fraccaroli).
37) Εάν ήτο αληθές ότι τα βαρέα βαίνουσι προς τα κάτω και τα κούφα προς τα άνω κατά την κοινήν αντίληψιν του άνω και κάτω, πάντα τα βαρέα θα έβαινον πρoς μίαν διεύθυνσιν, και πάντα τα κούφα προς την εναντίαν. H Πλατωνική όμως θεωρία της έλξεως των όγκων αναγνωρίζει άμα και εξηγεί πώς η κίνησις των βαρέων, και η των κούφων λαμβάνει διαφόρους διευθύνσεις. Τω όντι η πτώσις σώματος (του βαρέος)ακολουθεί την σχετικήν γηίνην ακτίνα, και το πυρ (το κούφον)αναβαίνει εις τον ουρανόν εκ διαφόρων μερών της σφαίρας ημών και διά τούτο κατά διευθύνσεις διαφόρους απ' αλλήλων, εναντίας μεν εάν οι δύο τόποι είναι εις τους αντίποδας, πλαγίως δε κατά τας άλλας περιπτώσεις. Η αντίθεσις και η λοξότης αύτη δεικνύουσι πόσον είναι σφαλεραί αι κοιναί παραστάσεις του άνω και του κάτω.
38) Εν τοις ηγουμένοις εθεώρησε τα αισθήματα ως εντυπώσεις προερχομένας εκ των διαφόρων εξωτερικών αντικειμένων. Νυν θεωρεί αυτά κατ' αναφοράν προς το υποκείμενον και προς την ηδονήν και λύπην, την οποίαν παράγουσιν εν αυτώ. Και προ πάντων διακρίνει μεταξύ των εντυπώσεων, αίτινες γεννώσιν αισθήματα, τας συνοδευομένας υπό ηδονής ή λύπης από των αδιαφόρων (όρα και σ. 86 B).
39) Παν πάθημα (εντύπωσις) δεν είναι και αίσθησις.
40) Όρα σελ. 45 C. Η όψις ωραίας εικόνος προξενεί μεν ηδονήν, αλλά ηδονήν ψυχικήν και μη διεγείρουσαν ευαρέστως το οπτικόν όργανον, ως θα επέδρα το άρωμα άνθους επί του οσφραντηρίου. Το αυτό και περί ακοής.
41) Ίνα εις την εντύπωσιν επακολουθή αίσθησις δέον το δεχόμενον αυτήν όργανον να την μεταδίδη εις την ψυχήν. Ίνα δε είναι δυσάρεστος ή ευάρεστος δέον ακόμη 1) να είναι ή εναντία προς την φύσιν του οργάνου, ή ικανή να το αποκαταστήση εις την φυσικήν κατάστασίν του,2) τα μέρη του οργάνου να παρέχωσιν αντίστασιν μείζονα ή ελάσσονα, 3)ίνα η αίσθησις είναι ζωηρά, δέον η εντύπωσις να επέρχηται αθρόα και ουχί ολίγον κατ' ολίγον.
42) Κατά τον Πλάτωνα την λειτουργίαν των νεύρων εκτελούσι μικραί φλέβες, των οποίων το κέντρον είναι το ήπαρ, ως έδρα της θνητής ψυχής.
43) Εννοεί τα 4 στοιχειώδη είδη, εξ ων αισθάνεταί τις οσμήν μόνον,όταν το ύδωρ μεταβάλληται εις αέρα κ.λ.π
44) Λοιπόν ύλη άμορφος υπάρχουσα ακόμη εν τω χρόνω.
45) Όταν τις πάθη έμφραξιν εις την ρίνα, δεν αισθάνεται οσμάς, και αν ακόμη βιαίως εισπνέη τον αέρα.
46) Π. χ. η οσμή της αμμωνίας ερεθίζει ου μόνον την ρίνα αλλά και τον εγκέφαλον, τα όμματα, τον λάρυγγα κ.λ.π.
47) Ο αήρ προσβάλλει τον εγκέφαλον, ο εγκέφαλος μεταδίδει την προσβολήν εις το αίμα και τούτο εις την ψυχήν.
48) Προφανώς ο Πλάτων δεν εξηγεί ορθώς τον οξύν και τον βαρύν ήχον,οίτινες φθάνουσιν εις το ους συγχρόνως και ουχί διαδοχικώς. Η διαφορά προέρχεται εκ του αριθμού των παλμών εν ωρισμένω χρόνω. Του οξέος οι παλμοί διαδέχονται αλλήλους ταχύτερον.
49) Σελ. 45 Β. Εδώ εξηγεί τα αίσθημα του χρώματος. Εάν το πυρ του αντικειμένου είναι το αυτό με το της όψεως δεν υπάρχει αίσθημα. Εάν είναι μείζον ή ελάσσον, τότε η διαφορά παράγει τo αίσθημα.
50) Ο Ιταλός μεταφραστής εξαίρει την διδασκαλίαν, ότι αι εντυπώσεις των διαφόρων αισθήσεων παράγονται πάσαι εκ της αυτής αιτίας, ήτις προσβάλλει διαφοροτρόπως τα διάφορα όργανα. Τα πράγματα λοιπόν κατά ταύτα έχουσι σταθεράν υπόστασιν, καίτοι ημείς τα αντιλαμβανόμεθα διαφοροτρόπως κατά τας διαφόρους αισθήσεις ημών. Παρατηρητέον έτι την αντίθεσιν του λευκού και του μέλανος. Τα άλλα χρώματα θεωρεί ο Πλάτων ως τροποποιήσεις ή βαθμούς διαμέσους μεταξύ των αντιθέτων τούτων.
51) Απλούστερον δυνάμεθα να είπωμεν, ότι η λάμψις, η μαρμαρυγή γεννάται εκ της επί της κόρης συγκρούσεως των δύο πυρών, του πυρός όπερ έρχεται εκ του εξωτερικού αντικειμένου και εκείνου όπερ εξέρχεται εκ των ομμάτων. Η σύγκρουσις αύτη παράγει δάκρυα κ.λ.
52) Περί των συναιτίων και της ανάγκης όρα σελ. 46C, 48Α και 76Δ. Η θεωρία των θείων απαιτεί την μελέτην των φυσικών νόμων ως αναγκαίον βοήθημα. Είναι δε αύτη υγιεστάτη αρχή, συνδιαλλάττουσα την θρησκείαν και την επιστήμην· ο κόσμος κυβερνάται υπό νόμων, ους μελετά η επιστήμη, αλλ' ο έσχατος λόγος αυτών είναι το αντικείμενον της θρησκείας και της φιλοσοφίας· η επιστήμη είναι μέσον, η θρησκεία και η φιλοσοφία σκοπός· αλλά μόνον διά της θεωρίας του γινομένου δυνάμεθα να φθάσωμεν εις την γνώσιν του όντος. Ο Πλάτων εν σελ. 59C εθεώρει την σπουδήν των φυσικών νόμων ως πάρεργόν τι. Ενταύθα όμως κρίνει αυτήν καλύτερον και δικαιότερον.
53) Τρόπος μεταβάσεως από του θείου εις το πεπερασμένον και γήινον.
54) Η διαίρεσις θείου και θνητού είναι η αυτή με την εν τηΠολιτεία διάκρισιν λογιστικού και αλόγου, η υποδιαίρεσις του θνητού προς την υποδιαίρεσιν του αλόγου εις θυμοειδές και επιθημητικόν εν τηΠολιτεία και προς την του ευγενούς και κακού ίππου εν τω Φαίδρω.
55) Τα μέρη της ψυχής, κατά τον Πλάτωνα, είναι τρία: τo νοητικόν,το θυμοειδές και τελευταίον το επιθυμητικόν. Ταύτα δεν είναι δυνάμεις αλλά μέρη οικούντα εις διάφορα μέρη του σώματος. Από τούτων διακρίνονται αι δυνάμεις της ψυχής εξαρτώμεναι εκ των σχέσεων υποκειμένου και αντικειμένου, και αίτινες είναι η επιστήμη, η δόξα και η αίσθησις. Η ψυχολογία του Πλάτωνος έχει χαρακτήρα ηθικοτελολογικόν.
56) Το ήπαρ έχει τας ιδιότητας ταύτας χάριν των δύο λειτουργιών αυτού. Είναι ως κάτοπτρον εις ό αντανακλάται η νόησις της ψυχής, και ή διαταράττει αυτήν διά της πικρίας της χολής ή πραΰνει διά της γλυκύτητος ην έχει, ώστε να την διαθέτη προς μαντείαν καθ' ύπνους,ήτις αναπληροί εν τω μορίω τούτω της ψυχής την συνείδησιν και τον λόγον, άτινα λείπουσιν εν αυτώ.
57) Ο Πλάτων λοιπόν αποδίδει την μαντείαν εις το άλογον, το σωματικόν μέρος του ανθρώπου, και θεωρεί πολύ κατωτέραν της συνειδητής γνώσεως.
58) Διερμηνείς.
59) Δήλα δη η οιωνοσκοπία είναι όλως αβέβαιον και αμφίβολον πράγμα.
60) Ο Τίμαιος εξακολουθεί πραγματευόμενος τα μέλη του οργανισμού εκ τελολογικής απόψεως. Το υπογάστριον σκοπόν έχει να δέχηται το περίσσευμα των τροφών, αι δε περιστροφαί των εντέρων σκοπόν έχουσι να κρατώσι τας τροφάς περισσότερον χρόνον, ίνα μη ανανεώνται αύται συχνά. Ο μυελός επλάσθη, ίνα συνάπτη τους ζωτικούς δεσμούς τους ενούντας την ψυχήν προς το σώμα. Ο εγκέφαλος, κυκλοτερής γενόμενος,εδέχθη την αθάνατον ψυχήν. Το λοιπόν μέρος του μυελού διηρέθη εις σχήματα στρογγύλα και επιμήκη, και εις ταύτα ως εις αγκύρας προσεδέθη η θνητή ψυχή. Έπειτα εποιήθησαν τα οστά· δι' οστεΐνης σφαίρας εστεγάσθη ο εγκέφαλος και περί τον διαυχένιον και τον νωτιαίον μυελόν ετέθησαν σφόνδυλοι ως στρόφιγγες οι μεν υπό τους δε. Έπειτα επλάσθησαν τα νεύρα και η σαρξ· εκείνα μεν ίνα συνδέωσι τα μέλη και ίνα δίδωσιν εις τας αρθρώσεις την δύναμιν να κινώνται ελευθέρως, αι δε σάρκες, ίνα προφυλάττωσι το σώμα κατά της θερμότητος και του ψύχους. Αι σάρκες διενεμήθησαν κατά λόγον της θέσεως και της χρήσεως των μελών. Τέλος επλάσθησαν το δέρμα ως περικάλυμμα της σαρκός, και αι τρίχες και οι όνυχες ως όργανα αμύνης, άτινα έλαβον την πλήρη εξέλιξιν αυτών εις τα άλλα ζώα.
61) Όρα σελ. 61C.
62) Η κάμψις είναι κίνησις ουχί κυκλική, ούτε πάντοτε κατά τον αυτόν τρόπον δεν έχει λοιπόν την φύσιν του ταυτού. Έπειτα είναι πολλαπλή ως προς τας αρθρώσεις.
63) Κατά τας μεταβολάς της θερμοκρασίας.
64) Επειδή ο μυελός είναι η έδρα της ψυχής, το ποσόν αυτού αντιστοιχεί προς το της ψυχής. Αλλ' αι φράσεις αύται δεν πρέπει να λαμβάνωνται υλικώς. Ο Πλάτων διακρίνει την ουσίαν του νωτιαίου μυελού από του των άλλων οστών.
65) Η ανάγκη και ενταύθα φαίνεται ως μία διάταξις, ην έχουσι τα πράγματα καθ' εαυτά ανεξαρτήτως πάσης εκ προνοίας διατάξεως.
66) Ο Τίμαιος λέγει απεχωρίζετο, εκθέτων την πρώτην μόρφωσιν του ανθρώπου υπό μυθικήν μορφήν.
67) Εννοεί προ της δημιουργίας του ανθρώπου. Ο Πυθαγορικός Τίμαιος δεν ομιλεί περί κρεωφαγίας.
68) Ο Πλάτων δεν εγίνωσκε την θεωρίαν της κυκλοφορίας του αίματος·δεν διακρίνει τας φλέβας από των αρτηριών, καλεί δε αρτηρίας τους οχετούς της αναπνοής. Η μία των δύο φλεβών ενταύθα είναι αρτηρία.
69) Η άρδευσις του σώματος γίνεται, λέγει, διά των φλεβών τούτων.
70) Το χωρίον τούτο είναι δυσκολώτατον, διαφωνούσι δε οι σχολιασταί περί την εξήγησιν αυτού. Ο Γαληνός ομολογεί ότι είναι πράγματαδυσνόητα και δύσρητα. Πιθανώτεραι φαίνονται αι ερμηνείαι αι αναφέρουσαι την περιγραφομένην συσκευήν εις το εσωτερικόν του σώματος ημών. Κατά τον Stallbaun. π. χ. το πλέγμα είναι η συσκευή των πνευμόνων μετά του οισοφάγου και της τραχείας αρτηρίας· και το όλον παριστάνεται ως κύρτος μετά δύο εγκυρτίων ή χωνίων, του οισοφάγου και της τραχείας, ήτις είναι δίκρους δηλ. μερίζεται εις δύο βρόγχους·σχοίνοι δε είναι αι διακλαδώσεις των βρόγχων, τα βρόγχια, τα οποία διανέμουσι τον αέρα καθ' όλον τον πνεύμονα. Αλλά και η εξήγησις αύτη δεν δύναται ευχερώς να συμβιβασθή με τον τρόπον, καθ' ον ο Θεός προσεκόλλησε το όλον σύστημα εις το σώμα. Οι δύο σάκκοι ή χωνία εισέρχονται ο μεν εις το στόμα, ο δε εσχισμένος εις τους δύο οχετούς της ρινός, ουχί εις τους βρόγχους. Προστίθεται έπειτα ότι ο του στόματος είναι διπλούς και το έν μέρος καταβαίνει διά της τραχείας εις τον πνεύμονα, το δ' άλλο παρά την τραχείαν, δηλαδή διά του οισοφάγου εις την κοιλίαν, άρα ο οισοφάγος και η αρτηρία είναι δύο παράλληλα τμήματα του αυτού σάκκου, όστις διά τούτο λέγεταιδιπλούς, ενώ ο άλλος, ο της ρινός, είναι μόνον δίκρους. Ελέχθη πρότερον ότι το εσωτερικόν μέρος του συστήματος εγένετο εκ πυρός, το δε εξωτερικόν εξ αέρος. Ο αήρ άρα οτέ μεν εισρέει οτέ δε αναρρέει διά των σάκκων εις τους πνεύμονας, το εσωτερικόν πυρ ακολουθεί και αυτό την κίνησίν του, και όλον το αναπνευστικόν σύστημα οτέ μεν καταβαίνει, οτέ δε αναβαίνει εντός του σώματος, όπερ είναι υποχωρητικόν. Αι δυσκολίαι δεν αίρονται εφ' όσον το πλέγμα εκλαμβάνεται ως σώμα. Ο Πλάτων κατά τον Fraccaroli, δεν ομιλεί περί του πνευμονικού συστήματος και των προσαρτημάτων αυτού, αλλά περί των στοιχείων αέρος και ύδατος, άτινα ζωογονούσι το σύστημα τούτο και παρά τούτου λαμβάνουσι μορφήν. Τω όντι· το ότι το εσωτερικόν μέρος αυτού σύγκειται εκ πυρός, οι δε σάκκοι και το δοχείον εξ αέρος,ερρέθη επιμονώτερον παρά εάν επρόκειτο να δειχθή η απλή στοιχειώδης σύστασις πράγματος στερεού. Προσέτι το σύστημα τούτο ή μέρος αυτού ουδαμού συνταυτίζεται με όργανόν τι του σώματος, αλλά έκαστον μέρος αυτού εφαρμόζεται εις τα όργανα του σώματος. Έπειτα φράσεις τινάς δεν δυνάμεθα να εξηγήσωμεν και να εννοήσωμεν ει μη κατά τούτον τον τρόπον, καθώς εκείνην εν η γίνεται λόγος περί του διπλού σάκκου διά της ρινός και ως λόγος τούτου αναφέρεται, ότι όταν ο άλλος δεν διέρχεται διά του στόματος, δύναται να τον αναπληρή ούτος. Εάν επρόκειτο περί αληθούς οχετού θα επροβλέπετο η περίπτωσις της εμφράξεως· απεναντίας όμως προβλέπεται η περίπτωσις της μη διαβάσεως διά του στόματος. Δεν πρόκειται λοιπόν περί σωματικού οργάνου, αλλά περί ρεύματος, περί τινος, το οποίον μέλλει να διέλθη διά τινος οργάνου. Περιπλέον το σύστημα τούτο λέγεται ότι εισέρχεται εις το σώμα ημών, διότι το σώμα είναι μανόν. Είπε δε και ανωτέρω ότι η κοιλία δεν στέγει ούτε αέρα ούτε πυρ, τα οποία όμως είναι αναγκαία διά την πέψιν των τροφών και την θρέψιν του σώματος. Έπρεπε λοιπόν να προΐδη τον αέρα τούτον και το πυρ τούτο ούτως, ώστε να μένωσι σταθερώς εν τη κοιλία, αφού αύτη δεν ηδύνατο να τα κρατή. Και τούτο εγένετο διά της αναπνοής ήτοι διά του συστήματος τούτου. Ο αήρ και το πυρ διαχωρούσι διά της κοιλίας, και αήρ και πυρ, λέγεται ρητώς, ότι είναι τα περί ου ο λόγος πλέγμα. — Η εξήγησις αύτη είναι σύμφωνος προς τα επόμενα όπου επί μάλλον αναλύεται το φαινόμενον της αναπνοής·η πνοή εξερχομένη απωθεί τον εξωτερικόν αέρα, ούτος απωθεί άλλον και καθ' εξής κυκλικώς μέχρις ου πληρωθή ο χώρος, τον οποίον αφήκε κενόν η αναπνοή, (Όρα Αριστοτέλην περί αναπνοής, Κεφάλ. 5).
71) Διά της αδυναμίας του κενού και της περιώσεως, ο Πλάτων εξηγεί πάντα ταύτα τα φαινόμενα.
72) Περί της διαδόσεως του ήχου εγένετο λόγος εν σελ. 67Β.
73) Η ροή των υδάτων προέρχεται εκ του αέρος, όπως η διάλυσις των χυτών μετάλλων (σ. 58Ε). Η πτώσις των κεραυνών αναλογεί προς την βολήν των λίθων. Το ήλεκτρον περιέχει αέρα ή πυρ, όπερ όταν το ήλεκτρον τρίβεται, εξέρχεται. Ο αήρ ωθούμενος διά της περιώσεως απωθεί τα ελαφρά αντικείμενα τα οποία συναντά.
74) Τα εξωτερικά πράγματα φθείρουσιν ημάς αφαιρούντα εξ ημών το όμοιον αυτοίς κατά τον νόμον της έλξεως των ομοίων· ανάλογον δε συμβαίνει και εντός ημών. Είμεθα μικρόκοσμοι υπείκοντες εις νόμους αναλόγους προς τους του μεγάλου κόσμου. Όθεν ό,τι προς το σώμα ημών είναι ο ουρανός (τα εξωτερικά πράγματα), τούτο είναι το σώμα ημών προς τα στοιχεία τα ερχόμενα, ίνα αποτελέσωσι το αίμα ημών. Το σώμα ελκύει προς εαυτό τα στοιχεία ταύτα, ήτοι τρέφεται εξ αυτών. Αλλά τρέφεται, εφ' όσον έχει την δύναμιν να έλκη, εφ' όσον η κτήσις υπερέχει ή είναι ίση προς την απώλειαν.
75) Μετά της θρέψεως εξηγεί και την αύξησιν του ζώου.
76) Η ρίζα [ως λέγει τα κείμενον] των τριγώνων σημαίνει πιθανώς τα αρχικά τρίγωνα του ατόμου, ήτοι τα ιδιάζοντα εις την ανθρωπίνην φύσιν.
77) Πρώτη τάξις νόσων αιτίαν έχει την υπερβολήν ή την έλλειψιν, την μετάθεσιν και τας αλλοιώσεις των 4 συστατικών του σώματος στοιχείων,πυρός, αέρος, ύδατος, γης. Αι νόσοι αύται, εν αις είναι και οι πυρετοί, είναι αι πολυαριθμότεραι. Δευτέρα τάξις νόσων, ολιγώτερον συχνών αλλά δεινοτέρων, αιτίαν έχει τας δευτέρας συστάσεις, ήτοι τα μέλη του οργανισμού, το κρέας, το αίμα, τα οστά, τον μυελόν κ.λ. Αι νόσοι γεννώνται όταν τα μέλη ταύτα, αντί να παράγωσιν άλληλα εις την φυσικήν κατάστασίν των, αποσυντίθενται και επιστρέφουσιν έκαστον εις το όργανον, εξ ου παρήχθη. Ούτως εκ της φθοράς του αίματος και της σαρκός, γεννώνται η χολή και το φλέγμα. Φοβερώτατον των νοσημάτων τούτων είναι το προσβάλλον τον μυελόν.
78) Το νόσημα δύναται να εξαρτάται εκ της διαφθοράς των στοιχείων ή εκ της συνθέσεως αυτών, ήτοι του μυελού, οστού, σαρκός, νεύρων ή αίματος, άτινα είναι συνθέσεις των στοιχείων.
79) Τοιούτον είναι το εν τω σώματι θερμόν και ζωντανόν αίμα. Διάφορον τούτου είναι το νεκρόν και ψυχρόν αίμα.
80) Κατά τον Πλάτωνα εις τας φλέβας πλην του αίματος υπάρχει και αήρ, ου η υπερβολή γεννά νοσήματα βαρέα.
81) Καίτοι ο Πλάτων αγνοεί την κυκλοφορίαν του αίματος, ουχ ήττον επίστευεν ότι τούτο εκινείτο εις τας φλέβας κατά νόμους ωρισμένους.
82) Προηγούνται κατά την γέννησιν, είτε διότι η σαρξ θεωρείται προγενεστέρα του αίματος, είτε διότι αι αριθμηθείσαι νόσοι παράγονται εξ ελαττώματος της θρέψεως, αι δε επόμεναι μάλλον εξ ελαττώματος οργανικού. Είναι άρα εκ των της δευτέρας συστάσεως.
83) Τρίτον είδος νοσημάτων προέρχεται εκ του αναπνεομένου αέρος, εκ του φλέγματος και της χολής. Ενταύθα ανήκει και η ιερά νόσος. Οι αρχαίοι εκάλουν ιεράν νόσον την επιληψίαν, ένεκα των παραδόξων φαινομένων αυτής, διά τα οποία απεδίδετο εις ενέργειαν θείαν ή δαιμονίαν. Αλλά την δεισιδαιμονίαν ταύτην αναιρεί ο συγγραφεύς τουπερί ιρής νούσου βιβλίου. Αξία σημειώσεως εδώ είναι η παρατήρησις περί της επιληψίας κατά τον ύπνον, ότε είναι ημερωτέρα.
84) Ως συμβαίνει εις την πνευμονικήν φθίσιν. Κατωτέρω όμως φαίνεται ομιλών περί της πλευρίτιδος.
85) Η ρευστότης του αίματος και η αραίωσις του σώματος είναι αποτελέσματα της θερμότητος.
86) Όρα σ. 83Α. Το αίμα ποιεί την σάρκα, η φθορά δε ταύτης είναι αιτία της νοσηράς χολής.
87) Ή εξέρχεται εξ όλου του σώματος ή εξ ωρισμένων πόρων οιονεί λάθρα, ως εξόριστος.
88) Ήτοι ανανεούμενοι μετά παν διάστημα 24 ωρών.
89) Ομιλεί περί των πυρετών ως κυρίων νοσημάτων, ουχί ως συμπτωμάτων.
90) Αι νόσοι της ψυχής εξαρτώνται εκ της καταστάσεως του σώματος. Αι μέγισται είναι η παραφροσύνη και η αμαθία. Ωσαύτως και η υπερβολή ηδονής και λύπης. Ουχ ήττον διαταράσσεται η ψυχή, όταν αφθονία σπέρματος παρασύρη εις ακρασίαν και ακολασίαν. Και όταν έτι η χολή,το φλέγμα και οι χυμοί, μη ευρίσκοντες διέξοδον εις τα έξω αναμιγνύουσι τους ατμούς των με τας κινήσεις της ψυχής και τας εμποδίζουσιν. Ούτω γεννώνται βαθεία λύπη, θρασύτης και δειλία, λήθη και ηλιθιότης. Η κακία είναι ακουσία. Ο κακός έχει χρείαν θεραπείας και αγωγής.
91) Πολλαχού ο Πλάτων επαναλαμβάνει ότι οι κακοί εις πάντα είναι άκοντες κακοί. Βάσις της διδασκαλίας ταύτης είναι ότι η νοητική ψυχή είναι φύσει αγαθή, ως δημιουργηθείσα αμέσως υπό του Θεού, όστις πάντα εποίησεν αγαθά, και ότι άρα πάσα η επιμέλεια ημών πρέπει να είναι αύτη: να αναγάγωμεν αυτήν εις την φυσικήν αυτής κατάστασιν και εις την ομοιότητα προς τας κυκλικάς κινήσεις του παντός (90Δ),ελευθερούντες αυτήν από των κωλυμάτων, τα οποία αντιτάσσουσιν η αισθητική ψυχή και τα εξωτερικά πράγματα.
92) Η θεραπευτική του Πλάτωνος είναι μάλλον υγιεινής κανόνες προς διατήρησιν της αρμονίας μεταξύ ψυχής και σώματος. Διότι αν έν εξ αυτών υπερισχύη του ετέρου γεννώνται νόσοι. Διό πρέπει να ασκώμεν το σώμα διά της γυμναστικής και την ψυχήν διά της μουσικής. Προσέτι το σώμα διά της κινήσεως να υπερασπίζωμεν κατά των εξωτερικών επιδράσεων. Η μάλλον σωτηρία κίνησις είναι η της γυμναστικής, δευτέρα η του περιπάτου εν πλοίω ή οχήματι και τελευταία η κάθαρσις διά φαρμάκων.
93) Ο Martin μεταφράζει: εις πάντας τους κόπους, τους οποίους πρέπει να υφίστανται πάντα τα μέλη.
94) Το σώμα πρέπει λοιπόν να παιδαγωγήται ούτως, ώστε να ανταποκρίνεται προς τας απαιτήσεις της ψυχής.
95) Τα μαθηματικά μετά των εφαρμογών αυτών ήσαν εν τη αρχαιότητι η μόνη επιστήμη αξία του ονόματος. — Η διανοητική κόπωσις επιφέρει μελαγχολίαν, ή ως λέγεται σήμερον νευρασθένειαν.
96) Τροφός και τιθήνη είναι, ως γινώσκομεν ήδη, η χώρα, νυν δε η χώρα η γονιμοποιηθείσα και κινουμένη κίνησιν συμφυή, δι' ης τα στοιχειώδη είδη βαίνουσιν έκαστον εις την οικείαν θέσιν. Η μίμησις εδώ περιορίζεται εις την διατάραξιν. Η χώρα ταράττουσα ό,τι δέχεται εν εαυτή, αποχωρίζει τα μέρη αυτού και παρασκευάζει την ύλην προς την τάξιν, ην θα δεχθή. Ούτω το σώμα, ταράττον ομοίως τα εις αυτό εισερχόμενα, τα στέλλει εις την θέσιν των το όμοιον προς το όμοιον.
97) Έκαστον είδος έχει όριον μέσον και όριον μέγιστον ζωής, και έκαστον άτομον εντός των ορίων τούτων έχει ίδιον αυτού όριον· επλάσθη ίνα τόσον ζήση. Και εάν το όριον τούτο μετατεθή, αίτιον είναι τα εξ ανάγκης παθήματα.
98) Επειδή η ψυχή άρχει του σώματος, ανάγκη να την παρασκευάζωμεν ούτως, ώστε να είναι ικανωτάτη προς παιδαγωγίαν. Επειδή πάλιν αύτη περιέχει τρία είδη ψυχής, πρέπει ταύτα ν' ασκώνται αρμονικώς. Πρέπει δε πρώτην να τιμώμεν την αθάνατον (την λογικήν), ήτις είναι εν ημίν ως θείος δαίμων. Ούτω μόνον θα γίνωμεν μακάριοι και αθάνατοι.
99) Το σώμα πρέπει να κυβερνάται, και ουχί να βιάζηται, αλλά να βοηθήται η φύσις αυτού, και τούτο λέγει ο Πλάτων διαπαιδαγωγείν και διαπαιδαγωγείσθαι.
100) Και κατά τον Αριστοτέλην, ομοίως η κεφαλή εις τα ζώα, είναι ό,τι αι ρίζαι εις τα φυτά (Περί ψυχής II 4, 7).
101) Η νοητική ψυχή του ανθρώπου δέον να ζητή να γείνη ομοία με την ψυχήν του κόσμου, αφ' ης απεμακρύνθη ένεκα της ενώσεώς της με τα σωματικά όργανα και την αισθητικήν ψυχήν.
102) Αι γυναίκες εγεννήθησαν εξ ανδρών, οίτινες έζησαν δειλοί και άδικοι και προς τιμωρίαν μετεμορφώθησαν εις γυναίκας. Τα πτηνά εγεννήθησαν εξ ανδρών κούφων, ακάκων και ζητούντων να εξηγήσωσι διά των αισθήσεων τα ουράνια. Τα χερσαία εξ ανδρών αφιλοσόφων και δούλων εις τα πάθη των. Οι ηλιθιώτεροι έγειναν τετράποδα, και οι ηλιθιώτατοι ερπετά. Οι ανοητότατοι, αμαθέστατοι και ακάθαρτοι ηθικώς μετεβλήθησαν εις ιχθύς.
103) Ο Πλάτων μαντεύει ενταύθα τα σπερματοζωάρια πολλούς αιώνας προ της ανακαλύψεως αυτών.
104) Αινίττεται ίσως τους Ίωνας φιλοσόφους και τον Δημόκριτον.
105) Ουχί ομοίας προς το σχήμα του παντός, όπερ είναι σφαιρικόν.
106) Τελευταίαν κατοίκησιν ουχί ως προς τον τόπον, αλλά ως προς το σώμα, εις το οποίον εισέρχεται η ψυχή.
107) Ουχί λοιπόν εις φυτά.
108) Ταύτα πάντα διαφέρουσι των εν τω Φαίδρω. Τα ζώα ενταύθα είναι πάντα ψυχαί ανθρώπιναι αμαρτήσασαι και τιμωρηθείσαι. Εν τω Φαίδρω όμως φαίνεται ότι μόνον άτομά τινα είναι τοιαύτα, άλλα δε ουχί (σ.249 Β).

Πλάτων - Τίμαιος - (2ος Τόμος) Πρωτότυπο - Μετάφραση (Πολιτικό Καφενείο)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου