Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2012

ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ: ΟΡΕΣΤΗΣ

ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ: ΟΡΕΣΤΗΣ
ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟFREE photo hosting by Fih.gr
Ο υιός του Αγαμέμνονος Ορέστης, φονεύσας την μητέρα του Κλειταιμήστραν διά να εκδικηθή την υπό ταύτης και του εραστού της δολοφονίαν του πατρός του Αγαμέμνονος, μένει κατάκοιτος εις την πατρικήν του οικίαν, έρμαιον των τύψεων της συνειδήσεώς του διά την μητροκτονίαν και θύμα των Εριννύων. Μετ' αυτού μένει και τον περιθάλπει η αδελφή του Ηλέκτρα, ήτις αρχομένου του δράματος απολοφύρεται διά τας συμφοράς της και διά την τραγικήν καθόλου τύχην του οίκου των Ατρειδών. Αλλά και αγωνία διά την προβλεπομένην εις θάνατον καταδίκην αυτής και του αδελφού της την κατέχει. Μόνη ελπίς σωτηρίας από των δεινών απομένει η προαγγελλομένη άφιξις εκ Τροίας του θείου των Μενελάου. Η άφιξις αύτη συντελείται πράγματι, προφαινομένης της πολυφήμου Ελένης, υπό ταύτης δε και της Ηλέκτρας συνάπτεται διάλογος, αποτελών την τεχνικωτέραν ίσως σκηνήν του όλου έργου. — Αλλ' η ελπιζομένη προστασία του Μενελάου υπέρ των τέκνων του αδελφού του δεν παρέχεται. Δικαστήριον Αργείων πολιτών καταδικάζει τον Ορέστην εις θάνατον διά το έγκλημα της μητροκτονίας. Και ο Μενέλαος από δειλίαν και ιδιοτέλειαν εγκαταλείπει τον ανεψιόν αβοήθητον. Εκμανείς διά τούτο και θέλων να τον εκδικηθή ο Ορέστης έρχεται να θανατώση την Ελένην, αιτίαν όλων των κακών. Αλλά της Ελένης αφανισθείσης εις τον αιθέρα κατά θαυμαστόν τρόπον, απειλεί δεύτερον ο Ορέστης να θανατώση την θυγατέρα ταύτης και του Μενελάου Ερμιόνην. Τότε από μηχανής θεός εμφανιζόμενος ο Απόλλων πείθει τον Ορέστην να λάβη σύζυγον την Ερμιόνην, υποσχεθείς εις αυτόν σωτηρίαν από της καταδίκης και συγγνώμην διά την μητροκτονίαν. Το δράμα κακίζεται υπό των παλαιών γραμματικών, διότι πλην του Πυλάδου πάντες οι εν αυτώ χαρακτήρες είναι φαύλοι και διότι η λύσις αυτού δεν άγει εις την επιβαλλομένην, κατά την αρχαίαν αισθητικήν, ηθικήν κάθαρσιν. Ουχ' ήττον εκ των παλαιών τούτων γραμματικών έφθασε μέχρις ημών η πληροφορία, ότι χάρις εις την εν τω δράματι τούτω σύγκρουσιν και ταραχήν αγώνων και παθών — τούτο δ' ίσως ήτο ο κύριος αισθητικός σκοπός του Ευριπίδου — είχε κατά τους κλασσικούς χρόνους ο «Ορέστης» μεγάλην θεατρικήν επιτυχίαν.
(Ολόκληρο το βιβλίο σε απλό κείμενο).
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ

ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΔΡΑΜΑΤΟΣ

ΗΛΕΚΤΡΑ
ΕΛΕΝΗ
ΧΟΡΟΣ
ΟΡΕΣΤΗΣ
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
ΤΥΝΔΑΡΕΩΣ
ΠΥΛΑΔΗΣ
ΑΓΓΕΛΟΣ
ΕΡΜΙΟΝΗ
ΦΡΥΞ
ΑΠΟΛΛΩΝ
ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ
ΟΡΕΣΤΗΣ

ΗΛΕΚΤΡΑ
Κακό δεν υπάρχει απ' όσα λέει ο λόγος,
ούτε πάθος, ούτε συφορά θεοσταρμένη,
που το βάρος της να μη βαστά η ψυχή τ' ανθρώπου.
Έτσι κι' ο μακάριος — και δεν περγελώ την δυστυχίαν του —
ο Τάνταλος, απ' το Δία γεννημένος, όπως λένε,
φοβάμενος μια πέτρα ανάερη πάνωθέ του
βρίσκετ' αλαφιασμένος και ποινή πληρώνει τέτοια,
γιατί, όπως λεν, άνθρωπος όντας κ' ισοτιμημένα
με τους θεούς καθήμενος στο ίδιο τραπέζι
είχε γλώσσ' αχαλίνωτη, κάκιστη αρρώστεια.
Τούτος γεννά τον Πέλοπα κι' απ' αυτόν ο Ατρεύς γεννήθη,
που γνέθοντάς του τη ζωή έκλωτέ του η Μοίρα
σ' έχθρα και πόλεμο με τον αδελφό του τον Θυέστη
να βρεθή· μα τ' ανείπωτα να ιστορήσω ποια μου ανάγκη;
που σκοτώνοντάς του τα παιδιά μ' αυτά έγεψέ τον
ο Ατρεύς. Και του Ατρέως — τ' αναμεταξύ σωπαίνω —
γυιός ήτον ο Αγαμέμνων ο τρανός, αν προσταιριάζη
τρανό να τον ειπώ, κι' ο Μενέλαος από μάννα
την Κρητικιά Αερόπη. Κι' ο Μενέλαος παντρεύτη
τη θεομίσητην Ελένη. Και την Κλυταιμήστρα
με γάμο ξακουστό στους Έλληνες πήρε ο Αγαμέμνων^
αυτουνού τρεις κόρες είμαστ' απ' την ίδια μάννα,
η Χρυσόθεμις, η Ιφιγένεια κ' εγώ η Ηλέκτρα·
κι αγόρι ο Ορέστης απ' την ανοσιώτατη μάννα,
που με πελύδιπλο πανί τυλίγοντας τον άνδρα
τον δικό της εσκότωσε για αιτία που δεν ταιριάζει
σε κόρη να την πη κι αφήνω να την λογιάσουν άλλοι.
Και την αδικία του Φοίβου γιατί να ψέξω; πείθει
τον Ορέστη να σκοτώση την ίδια του τη μάννα
πράξι που τιμημένη δεν είναι στους ανθρώπους.
Μα τη σκότωσε του θεού τη γνώμη ακολουθώντας,
κ' εγώ σύμπραξα στο φόνον όσο δύναται γυναίκα
να συμπράξη κι' ο Πυλάδης, βοήθεια δίνοντάς μας.
Απ' τότες άγρια αρρώστεια λυώνει το κορμί του
κι' ο άμοιρος τούτος Ορέστης κείτεται κλινάρι
και της μάννας το αίμα σε μανίες τον παρασέρνει,
γιατί φοβάμαι να τες πω της θεές με τ' όνομά τους,
της Ευμενίδες, που με φόβο τον συνταράζουν. Κ' είναι
η έκτη μέρα τούτη, αφ' όταν της σφαγμένης
της μάννας το κορμί στη φωτιά εξαγνίσθη,
που από τότε ουδέ τροφή άγγιξ' αυτός στο στόμα
ουδ' έλουσε καν το κορμί, μόνο στα ρούχα τυλιγμένος,
όταν το κουφάρι κάπως απ' την αρρώστεια ξαλαφρώση,
στα συγκαλά του ερχάμενος 'δύρεται ή από το στρώμα
ορμητικός πηδά σαν απ' το ζυγό πουλάρι.
Κ' έκαμ' απόφασι τ' Άργος ουδέ κάτω από στέγη
ουδέ σ' εστία κοντά να μας δεχθή κανένας κι ούτε
να καλημερήση εμάς τους μητροκτόνους· κ' είναι τούτη
εδώ η μέρα που θα δώση ψήφο η πόλη των Αργείων
αν πρέπει εμάς τους δυο να σκοτώσουν με της πέτρες
[ή με σπαθί κοφτερό ν' αποκεφαλιστούμε].
Μα να γλυτώσουμε το σκότωμα έχουμ' ελπίδα,
γιατί ο Μενέλαος έρχεται πέραθ' απ' την Τροία
και την πλατωσιά διαβαίνοντας του Ναυπλιακού λιμένα
στ' ακρογιάλι αράζει, περιπλανημένος όντας
πολύν καιρό απ' την Τροία· και τη βαρειομοίρα Ελένη
νύχτα προφυλάγοντας, να μη την 'δη κανένας
νάρχεται 'μέρα, απόστειλε στο σπίτι το δικό μας·
κ' είναι την μέσα κλαίοντας της αδελφής και του σπιτιού της
της συφορές· μα κάποια παρηγοριά στης θλίψες έχει,
γιατί την κόρη που άφηκε σπίτι σαν έφυγε στην Τροία
και που ο Μενέλαος απ' τη Σπάρτη εδώ φέρνοντάς την
στη μάννα μου έδωκέ την ν' αναθρέψη, την Ερμιόνη,
με χαρά της ξανάβρηκε κι' αλησμονά της θλίψες.
Μα προς το δρόμο όλο θωρώ, το Μενέλαο καρτερώντας
πότε θα ιδώ νάρχεται· γιατί λίγη από τάλλα
έχουμ' ελπίδα, αν απ' αυτόν δεν ήθελε σωθούμε.
Άπορο είναι πράμμα του δύστυχου το σπίτι.
ΕΛΕΝΗ
Ω εσύ της Κλυταιμήστρας και τ' Αγαμέμνονος κόρη,
που παρθέν' απομένεις καιρό πολύν, Ηλέκτρα,
πως άμοιρη είσαι συ κι' ο αδελφός σου Ορέστης,
τούτος ο άμοιρος φονηάς της μάννας. Τι αμαρτία
δεν θάχω μιλώντας σου, μια που λογιάζω αιτία
του κακού τον Φοίβο. Αν και βαρειά λυπάμαι
για της Κλυταιμήστρας το χαμό, της αδελφής μου,
που αφ' όταν με πόθο απ' τους θεούς δοσμένο πήγα
στην Ίλιο δεν την είδα κι ορφανεμένη κλαίω.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Τι να σου ειπώ, Ελένη· που βλέπεις τα εμπρός σου
τα παιδιά του Αγαμέμνονος στης συφορές πνιγμένα;
Ανύπνωτη έναν άθλιο νεκρό εγώ παραστέκω,
γιατί νεκρός είναι τούτος με την πνοή τη λίγη
που τ' απομένει· και δεν βρίζω την κακομοιριά του·
μα συ καλότυχ' είσαι και καλότυχός σου ο άνδρας
που ήρθετε σε μας τους βαρειά ευφοριασμένους.
ΕΛΕΝΗ
Κι από πόσον καιρό κοίτετ' εδώ στο στρώμα;
ΗΛΕΚΤΡΑ
Αφ' όταν έχυσε της μάννας του το αίμα.
ΕΛΕΝΗ
Τον άμοιρο· Κ' η μάννα του πώς πήγε έτσι χαμένη!
ΗΛΕΚΤΡΑ
Τέτοια είν' αυτά όσα τον έχουν απαυδήσει.
ΕΛΕΝΗ
Για το θεό, μια χάρι θα μούκανες, παρθένα.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Όσο απ' τ' αδελφόν μου το κύταγμα αδειάζω.
ΕΛΕΝΗ
Θες για με να πας στης αδελφής μου τον τάφο;
ΗΛΕΚΤΡΑ
Στης μάννας μου τον τάφο λες. Για ποιαν αιτία;
ΕΛΕΝΗ
Των μαλλιών μου πλεξούδα και χοές φέρνοντάς της.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Και δε βολεί να πας συ στων δικών σου τον τάφο;
ΕΛΕΝΗ
Τι στους Αργείους ντρέπομαι το κορμί μου να δείξω.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Άργα φρονιμεύεις, πριχού αδιάντροπα φύγωντας.
ΕΛΕΝΗ
Σωστά τώπες, μα όχι φιλικά μου κρένεις.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Μα ποια ντροπή κρατεί σε μπρος στους Μυκηναίους;
ΕΛΕΝΗ
Φοβάμαι τους γονειούς όσων στην Ίλιο επέσαν.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Κι αλήθεια είναι, τ' Άργος δεινά σε κατακρίνει.
ΕΛΕΝΗ
Μα συ γλυτώνοντάς με απ' το φόβο πήαινε δος τα.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Μα τον τάφο της μάννας μου δε θα μπόρεια ν' αντικρύσω
ΕΛΕΝΗ
Κι' όμως θάταν άπρεπο να φέρουν δούλοι ετούτα.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Την Ερμιόνη, την κόρη σου γιατί δεν τη στέρνεις;
ΕΛΕΝΗ
Στον κόσμον ν' ακατεύωντας παρθένες δεν ταιριάζει.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Μα ευγνωμοσύνη θάδειχνεν έτσι στην πεθαμμένη.
ΕΛΕΝΗ
Σωστά μίλησες και πείθομαι στο λόγο σου, παρθένα·
[κ' έτσι τη θυγατέρα μου θα στείλω όπως είπες].
Παιδί μου, Ερμιόνη, πρόβαλε απ' το σπίτι και πάρε
στα χέρι' αυτά τα κόλλυβα και τα μαλλιά μου τούτα
κ' εις τον τάφο πγαίνοντας της Κλυταιμήστρας χύσε
το μελομένο γάλα αυτό και το κρασί τ' αφράτο
και στην κορφή του μνημουριού στεκάμενη πες τούτα:
Η αδελφή σου Ελένη της χοές ετούτες σου χαρίζει,
μη δυνάμενη στο μνήμα σου μονάχη νάρθη η ίδια,
γιατί έχει φόβο το λαό των Αργείων. Και ζήτησέ της
νάναι καλόγνωμη για με, για σε, για τον δικό μου
τον άνδρα και γι' αυτούς τους δυο δυστυχισμένους που ένας
θεός τους εξολόθρεψε. Και τάξε της όλες
της νυκτερινές προσφορές πούναι σωστό να κάμω
στην αδελφή μου. Πήγαινε, γοργά τώρα ξεκίνα,
κόρη μου, κι' ως της προσφορές στον τάφο αυτές πιθώσης
έχε το νου σου ευθύς εδώ να μου ξαναγυρίσης.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Τι δυστυχία είσαι, ω Φύσι, στους ανθρώπους
και πόσο είσαι καλόπραγη σ' όσους καλοκυτάζεις!
Ιδέτε σεις πώς έκοψε της άκρες των μαλλιών της
την ομορφιά φυλάγοντας. Είναι πάντα η γυναίκα
πούταν και πριν. Είθε οι θεοί να σε μισήσουν που έτσι
εμέν' αφάνισες κι' αυτόν και την Ελλάδα. Ω πόσο
είμαι δύστυχη. Μα εδώ νά πούρχονται οι καλές μου
συντρόφισσες στους θρήνους μου να σμίξουν τους δικούς των.
Ίσως κι' αυτόν τον άμοιρο ξυπνήσουν απ' τον ύπνο
που βυθισμένος βρίσκεται και με τα δάκρυά μου
βρέξουν τα μάτια μου όταν 'δώ την τρέλλα τ' αδελφού μου.
Αγαπημένες μου γυναίκες, με βουβό πόδι προχωράτε:
χωρίς φωνή ούτε θόρυβο. Είναι γλυκειά σ' εμένα
η αγάπη σας, μα θάταν καϋμός αν εξυπνούσε τούτος.
Στροφή Ι
Σιγαλά ερχόστε, σιγαλά,
με βήματ' απαλά, απαλά,
αθόρυβα κι' άφωνα να ερθήτε
και μακρυά εκεί να σταθήτε,
μακρυά απ' την κλίνη κι' από εμέ.
ΧΟΡΟΣ
Νά που σου υπακούμε.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Ωιμέ,
κι' αλλοίμονο, καλή μου εσύ,
μίλειε απαλά σαν τη βουή,
που η σύριγγα βγάνει
ανάλαφρου ενός καλαμιού.
ΧΟΡΟΣ
Νά που η φωνή μου φτάνει
σε σέ απαλή και χαμπηλή
σαν νάμουν μέσ' στο σπίτι.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Έτσι μίλα μου σιγά,
ζύγωσε αλαφρά, αλαφρά
και πες μου γιατί ήρθες εδώ.
Απάνω στο κλινάρι αυτό
κυλώντας ώρες τούτος
αποκοιμήθηκεν αργά
ΧΟΡΟΣ
Αντιστροφή Ι
Πώς είναι τώρα, καλή μου, αποκρίσου.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Τι να πω για τη μοίρα ή τη δυστυχιά του;
Ακόμα πνοή έχει, μα μόλι ανασαίνει.
ΧΟΡΟΣ
Τι λες; Ω τον άμοιρο!
ΗΛΕΚΤΡΑ
Θα τον σκοτώσης
αν απ' τα βλέφαρα τη γλύκα του διώξης
που τον κατέχει
ΧΟΡΟΣ
Ω τον δύστυχο, για έργα
μιαρά που ήσαν απ' τους θεούς πρόσταγμα!
Ω τον άθλιο, αλλοί, τι δεινά υποφέρει!
ΗΛΕΚΤΡΑ
Άδικος ήταν κι' ώρισε άδικες πράξεις
ο Λοξίας όταν στης Θέμιδος πάνω
τον τρίποδα πρόσταξ' της μάννας το φόνο.
ΧΟΡΟΣ
Στροφή II
Θωρείς; Το κορμί του στα ρούχα αργοσιέται
ΗΛΕΚΤΡΑ
Φωνάζοντας τούκοψες, άθλια, τον ύπνο.
ΧΟΡΟΣ
Λόγιαζα νάταν βυθισμένος στον ύπνο.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Μακρυά 'πό τ' εμάς κι' από το σπίτι. Ξεκίνα
μη θορυβώντας με το πόδι σου διόλου.
ΧΟΡΟΣ
Κοιμάται.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Καλά λες.
ΧΟΡΟΣ
Σεβάσμια, σεβάσμια
Νύχτα, ω θεά συ, που χαρίζεις τον ύπνο
στους κουρασμένους, απ' το Έρεβος έλα,
έλα, πρόβαλε, ω φτερωτή, στο σπίτι
τ' Αγαμέμνονος, γιατί απ' αυτές της θλίψες
χανόμαστε, σβύνουμε.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Μη θορυβάτε.
Να πάψτε δεν θέτε της φωνής τον ήχο,
στην κλίνη κοντά παραστέκοντας κ' έτσι
να τ' αφήστε καλές μου, του ύπνου τη γλύκα.
ΧΟΡΟΣ
Αντιστροφή II
Πες μου τι τέλος τα δεινά τούτα λάχουν;
ΗΛΕΚΤΡΑ
Το χάρο, το χάρο! ποιο άλλο θενάχουν;
Τροφή δεν ορέγεται τούτος καθόλου.
ΧΟΡΟΣ
Ώστε βέβαιος είναι κι ο θάνατος του.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Μας έσφαξε ο Φοίβος προστάζοντας φόνο
άθλιο κι' άνομο πατροκτόνας μητέρας.
ΧΟΡΟΣ
Αλήθεια δίκαια, μα κακή τούτ' η πράξι.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Πέθανες, πέθανες, ω μάννα, που εμένα
μ' εγέννησες. Σκότωσες τον πατέρα κι' αντάμα
τα παιδιά που βγήκαν απ' το ίδιο σου αίμα.
Χανόμαστε, νεκροί είμεθα, έχουμε σβύσει.
Συ βρίσκεσαι τώρα με τους πεθαμμένους
κι' η πλιότερη ζωή μου περνάει σε θρήνους
οδυρμούς και νύχτια δάκρυα, τι μόνη
χωρίς παιδιά κι' άνδρα άθλια σέρνω τη ζήση.
ΧΟΡΟΣ
Για δες, κόρη μου Ηλέκτρα! Σίμωσε, τι είναι
φόβος ν' αποθάνη τ' αδέλφι σου δίχως
να το νιώσης. Η λίγη μ' ανησυχάει πνοή του.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Γλυκό του ύπνου κάρωμα, βάλσαμο στα δεινά μας,
πόσο στην ώρα πρόβαλες μαλακά σ' εμένα!
Ω συ σεβάσμια λησμονιά του πόνου κι' ω θεότης
βοηθήτρα στους βαρειόμοιρους. Μα πούθε τώρα μου ήρθα;
Πώς ήρθα; Τι όλα τάχασα το νου μου έχοντας χάσει.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Τρισγάπητέ μου, ο ύπνος σου πόσο αναγάλλιασέ με!
Να σου στηρίξω το κορμί θες και να σε σηκώσω;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Πιάσε με βέβαια. Σκούπισε στο άθλιο μου το στόμα
κι' από τα μάτια μου του αφρού τούτο τ' απομεινάρι.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Γλυκειά για με είναι δουλειά και δεν οκνώ τα μέλη
του αδελφού μ' αδελφικά να τα γνοιασθώ εγώ χέρια.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Βάλε πάνω το στήθος σου στο στήθος το δικό μου,
μέριασε από την όψι τ' αξάγγλιγα μαλλιά μου,
γιατί έτσι με τα μάτια μου μόλις θωρώ εγώ τώρα.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Ω εσύ κεφάλι δύστυχο με τα μαλλιά αγριεμμένα
που βρίσκεσαι αναξάγγλιγο, άλουστο καιρό τόσο!
ΟΡΕΣΤΗΣ
Ξανά σε τούτη ξάπλωσ' με την κλίνη. Της μανίας
το κακό σαν παύη είν' άτονα κι' αδύναμα τα μέλη.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Ναι. Η κλίνη είναι αγαπητή στον άρρωστο· κ' η ξάπλα
αλήθεια δίνει κούρασι· μα χρειαστή όμως είναι.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Σήκω με πάλι, το κορμί στρέψε μου. Οι αρρωστημένοι
είναι πάντα ανυπόμονοι απ' του νου τη στενοχώρια.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Δεν θέλεις και τα πόδια σου λίγο να βάλης χάμω,
να περπατήσης; Η αλλαγή ευχάριστ' είναι πάντα.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Κ' έτσι καλά. Έχει της 'γυιάς την όψι τούτο κι' όταν
το πράμμα λείπει, βολετή κ' η όψι του είν' ακόμα.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Άκου, αδελφέ μου, όσο το νου σ' αφήνουν οι Εριννύες.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Τι νέο θα 'πής; Αν είναι το κάτι καλό τ' ακούω
ευχάριστα· μ' αν είν' κακό έχω αρκετές μου θλίψες
ΗΛΕΚΤΡΑ
Φθάνει του πατέρα ο αδελφός, ο Μενέλαος, και τα πλοία
τα δικά του στο Ναυπλιακό λιμάνι έχουν αράξει.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Τι λες; Σαν κάποιο έρχεται φως αυτός εις τα δεινά μου
και στα δικά σου, τι είναι ‘τός απ' τη γενειά μας κ' έχει
απ' τον πατέρα μας 'δή περίσσιες καλωσύνες.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Έρχεται και γι' απόδειξι του λόγου μου, νά πώχει
φέρει μαζί απ' της Ιλίου τα κάστρα την Ελένη.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Αν μοναχός του γλύτωνε πιο καλό θάταν όμως
με τη γυναίκα του αν μαζί, μεγάλο κακό φέρνει.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Γέννησεν ο Τυνδάρεως γενειά από θυγατέρες
άτιμες κι' αδιάντροπες εις όλη την Ελλάδα.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Όμως εσύ όμοια μ' αυτές μην είσαι της γυναίκες
ως σου βολεί, στα λόγια σου και στα φερσίματά σου.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Αλλοί! αδελφέ, ταράχθηκε το μάτι σου· τώρα ήσουν
στα συγκαλά σου και με μιας σ' έπιασεν η μανία.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Ω μάννα! Σ' ικετεύω μη πάνω μου ξαναστέρνης
της κόρες πώχουν πρόσωπα αιματωμένα κ' έχουν
μαλλιά από φίδια. Νά, έρχονται, πάνω σ' εμένα πέφτουν.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Μείνε, άμοιρε, στην κλίνη σου. Τίποτ' εδώ δεν βλέπεις.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Ω Φοίβε, οι φοβερές θεές θα με σκοτώσουν τούτες
οι σκυλλομούτρες, πούναι τες γοργοβλεπούσες κ' είναι
των νεκρών φόνισσες.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Εγώ δεν θα σε παραιτήσω
και μέσα στην αγκάλη μου κρατώντας δεν θ' αφήσω
να κάνης τα πηδήματα, τα μανικά.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Άφησέ με,
γιατί Ερινύα είσαι και συ κι' απ' του κορμιού τη μέση
μ' άρπαξες μέσ' στα Τάρταρα ζητώντας να με ρίξης.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Ω κακομοίρα πούμ' εγώ! Και τίνος τη βοήθεια
ν' αποζητήσω, σαν θεός κάποιος εχθρός μας είναι;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Δος μου αυτό το κεράτινο το τόξο, πούναι δώρο
του Λοξία και που μ' αυτό με πρόσταξ' ο Απόλλων
να κυνηγήσω της θεές σαν αγριωπά με σκιάζουν.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Μπορεί να λαβωθή θεός από το χέρι ανθρώπου;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Αν δε φύγη απ' τα μάτια μου. Συ δεν ακούς ολοένα,
ουδέ θωρείς τα φτερωτά τα βέλη που πετούνε
απ' τη σαΐτα που σωστά κτυπά. Τι καρτερείτε;
Πετάξτε, σεις με τα φτερά, ως την κορφή του Αιθέρα
κι' άδικο δόστε στους χρησμούς του Φοίβου. Ωιμένα!
Γιατ' είμ' έτσι αδύναμος; Γιατί η ανάσα τούτη
απ' τα πνεμόνια μου η γοργή; Πού να ριχθώ απ' την κλίνη;
Νά! έφυγε το τρικύμισμα, ξαναθωρώ γαλήνη.
Γιατί, αδελφή μου, κλαις εσύ κρύβοντας το κεφάλι
μέσα στον πέπλο; Ντρέπομαι και συ μερτικό νάχης
απ' τα δεινά μου και σε μια παρθένα έτσι να δίνω
το βάσανο που εγώ τραβώ. Είθε μη μαραζώσης
απ' τα δεινά μου. Συ έστρεξες, μα ο μητρικός ο φόνος
μόνο από μένα γίνηκε. Μα κατηγόρια κάνω
εις τον Λοξία που μ' έσπρωξε στη μυσαρή αυτή πράξη
με λόγια εμέ ησυχάζοντας κι' όχι στ' αλήθεια. Λέω
πως ο πατέρας μου, αν εγώ τον ίδιο αυτόν ρωτούσα,
για να γνωρίσω αν έπρεπε τη μάννα μου να σφάξω,
θερμά θα μ' ώρκιζε να μη βυθίσω το σπαθί μου
στο λαιμό αυτής που μ' εγέννησε, τι στη ζωή με τούτο
αυτός δεν θα ξανάρχετο κ' εγώ δυστυχισμένος
θα βαρυνόμουν άδικα με τόσα δεινά. Αλλ' όμως
ξεσκέπασ' το κεφάλι σου και μην κλαις, αδελφή μου,
αν κ' έχουμε θλίψη βαρειά. Σαν βλέπεις με να σβύνω,
κράτα και παρηγόρα μου τον ταραγμένο νου μου
κ’ απελπισμένο· κι' όταν κλαις, εγώ μ' αγάπη πάλι
θα σε ησυχάζω. Μεταξύ φίλων τέτοιες φροντίδες
ταιριάζουν. Μα τώρ' άμοιρη στο σπίτι έμπα και δόσε
ύπνο λίγο στα βλέφαρα πούναι τα αγρυπνισμένα·
πάρε τροφή και το κορμί λούσε, γιατί αν μ' αφήσης
κι' αν αρρωστήσης μένοντας ολημερίς κοντά μου,
χαθήκαμε. Κι αλήθεια εγώ κανέν' άλλο δεν έχω
για στήριγμα κι' ως βλέπεις το μ' απαρατήσαν όλοι.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Αυτό δεν γίνεται· με σε θα ζήσω ή θα πεθάνω,
γιατί την ίδια έχουμ' οι δυο τύχη. Κι' αν συ πεθάνης,
γυναίκα εγώ τι θα γενώ; Πώς θα γλυτώσω μόνη,
χωρίς πατέρα κι' αδελφό και φίλους; Μ' αν λογιάζης
έτσι, δεν θα υπακούσω εγώ. Πέσε λοιπόν στην κλίνη
κι' απόδιωξε τους τρόμους σου που εκείθε σε σηκώνουν.
Στην κλίνη ξάπλωσε γιατί, αν κι' άρρωστος δεν είσαι,
μ' απ' την ιδέα το ίδιο αισθάνονται κόπο οι θνητοί και πάθος.
ΧΟΡΟΣ
Στροφή Α'
Αλλοίμονο, αλλοί! Ω γοργές, φτερωτές
θεές μανιωμένες,
που μέσα στα δάκρυα και τους στεναγμούς
γιορτές μεθυσμένες
ξεφαντώνετε σεις, Ευμενίδες στυγνές,
κ' εις ύψη πετάτε
του πλατύχωρου αιθέρα και που καθαρμούς
του αιμάτου ζητάτε,
εκδικήτρες του φόνου, δέομαί σας εγώ,
δέομαί σας, αφήστε
το γυιό τ' Αγαμέμνονα από τοργικό,
τη μανία του λύστε.
Δύστυχε, πώπαθες δεινά, το χρησμό
εισακούοντας συ
του Φοίβου απ' τον Τρίποδα το μαντικό,
το βγαλμένο απ' τη γη
κι' απ' το βωμό που λένε της γης ομφαλό
Αντιστροφή Α'
Ω Δία, ποιό ν' απαντέχω έλεος εγώ;
Τι είν' αυτός ο αγώνας για το φονικό
που σε ταράζει, δύστυχε, και που
κάποιος Δαίμονας δάκρυα οδυρμού
σου γεννά φέρνοντας το αίμα μπροστά σου
της μάννας σου και τα λογικά σου
σπαράζει; Σ' οδύρομαι εγώ και σε κλαίω
και τη μεγάλη ευτυχιά εγώ λέω
πως δεν την έχουν σταθερά οι θνητοί.
Κι' ως κάποιος Δαίμονας το πανί
σχίζει του γλήγορου καραβιού,
έτσ' ο πανεύτυχος πάει του κακού,
καταπίνεται μέσ' σε βαρειές δυστυχίες
σαν από κύμα σε τρικυμίες
αχόρταγες πάντα τους και μανιωμένες.
Ποιές, αλήθει' άλλες γενειές ξακουσμένες
αξίζει περισσότερη νάχουν τιμή
παρά οι Τανταλίδες, που θεϊκιά
εστάθηκ' η πρώτη τους η γενειά;
Μα να ο άρχοντας τώρα πλησιάζει,
ο βασιληάς Μενέλαος. Απ' αίγλη φαντάζει
που απ' αυτήν αλήθεια η γενειά προβάλλει
του Ταντάλου η κοσμοφήμητη και μεγάλη.
Ω συ, που ωδήγησες μια εκστρατεία τρανή
με χίλια καράβια στης Ασίας τη γη,
χαίρε. Συ απόλαψες τώρα κάθε ευτυχία,
γιατί με τη βοήθεια των θεών καθεμία
επραγματώθηκεν επιθυμιά σου.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Ω σπίτι! με χαρά σε ξαναβρίσκω γυρνώντας απ' την Τροία,
κι απ' τάλλο όμως θρηνώ αγναντεύοντάς σε, τι δεν είδα
πούπετα στον κόσμο σπίτι δυστυχιές τόσο φορτωμένο.
Έμαθα του Αγαμέμνονος τη μοίρα και το θάνατό του
που τώδωκ' η γυναίκα του, σαν στο Μαλέα ζύγωσα μόλις.
Ο πελαγίσιος μαντευτής όλα μ' ανάγγειλε στο κύμα·
ο Γλαύκος, ο προφήτης, ο αληθολόγος, ερχάμενος μπρος μου
τούτο μούπε: Μενέλαε, ο αδελφός σου κοίτεται πεθαμένος
έπεσε νεκρός στο ύστερο λουτρό που τούχεν ετοιμάσει
η γυναίκα του. Κ' έκαμε να χύσουμ' άφθονα δάκρυα
εγώ κ’ οι ναύτες μου. Ζυγώνοντας του Ναυπλίου τη χώρα
και μια που ξαναγυρίζ' η γυναίκα μου, ελπίδα ως είχα
ν' αγκαλιάσω τον Ορέστη του Αγαμέμνονος κι ακόμα
τη μάννα του ευτυχισμένους, από ένα ψαρρά μαθαίνω
τον άσεβο σκοτωμό της Τυνδαρίδος. Κι', ω κόρες, πούναι
ο γυιός τώρα τ' Αγαμέμνονος που τόλμησε μια τέτοια
πράξη φοβερή; Μικρό παιδί ήταν ακόμη στην αγκάλη
της Κλυταιμνήστρας όταν αφήκα το σπίτι για την Τροία.
Δεν θα τον ξαναγνώριζα, αν τον έβλεπα εγώ τώρα.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Είμ' ο Ορέστης που ζητάς και θα σου ιστορήσω
της δυστυχιές μου. Μα πριχού στα γόνατά σου μπρος θα πέσω
ικετεύοντας και δίχως κλαδιά ικεσίας θα σου κάμω
στοματικά τα παρακάλια μου. Τώρα γλύτωσέ με!
Γιατί φθάνεις ενώ είμ' έρμαιο στα πιο βαρειά δεινά μου.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Ω θεοί! Τι αγναντεύω; Νεκρός είν' αυτός που βλέπω;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Αλήθεια λες. Γιατί εγώ πραγματικώς στη ζωή δεν είμαι,
εξ αιτίας στης συφορές μου, αν και το φως βλέπω.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Πώς αξάγγλιγα κι' άγρια, δύστυχε, είναι τα μαλλιά σου;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Όχι απ' ό,τι φαίνεται, μ' από της πράξεις μου τυραννιούμαι.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Πώς τα άγρια μάτια κάτω από βλέφαρα ξερά κυττάζεις έτσι!
ΟΡΕΣΤΗΣ
Το κορμί μου έσβυσε και τόνομα μ' απόμεινε μονάχα.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Ω! πόσο αναπάντεχα σε βλέπω έτσι αλλαγμένο.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Ο ίδιος εγώ σκότωσα τη δύστυχη μου μάννα.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Τώμαθα εγώ. Απόφυγε το κακό τούτο να ιστορήσης.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Δεν στο ξαναλέω· μα ο Δαίμονας μύρια κακά μου δίνει.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Τι σου συμβαίνει; Ποιο κακό σε βασανίζει τόσο;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Η συνείδηση που μου λέει πώς έκαμα φρικτή μια πράξη.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Τι λες; Οι φρόνιμοι μιλούν ξάστερα κι' όχι μπερδεμένα.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Θλίψη παραπολύ βαρειά λυώνει το κορμί μου.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Κάποια θεότη φοβερή σε τιμωρεί, μα έλεος μπορεί να λάβη.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Και οι μανίες του αίματος της μάννας μου εκδικήτρες.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Πότε άρχισε η μανία σου; Από ποιαν ημέρα;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Απ' την ημέρα που έβαλα τη μάννα μου στο χώμα.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Σπίτι καθόσουν ή κοντά στο λείψανο βρισκόσουν;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Νύκτα ήταν κι' αγρυπνούσα εγώ τα οστά της να μαζέψω,
απ' την πυρά.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Κ' ήταν κανείς βοήθεια να σου δώση;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Ο Πυλάδης που μ' αυτόν έκαμα της μάννας μου το φόνο.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Και ποιας λογής φαντάσματα σε συνταράζουν έτσι;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Θαρώ πως βλέπω Κόρες τρεις που μοιάζουν σαν τη Νύκτα.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Ξέρω ποιες λες, μα για να πω δεν θέλω τόνομά τους.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Ανείπωτες είναι και καλά κάνεις μη λέγοντάς τες.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Και για της μάννας σου το σκοτωμό έτσι σε κατατρέχουν;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Αυτός είν' ο κατατρεγμός που όλο και τυραννεί με.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Όχι άδικα φρικτές ποινές λαβαίνουν όσοι κάνουν
πράξες κακές.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Μα είχα εγώ δίκαιον κάποιο λόγο.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Μη λες για του πατέρα σου το φόνο, τι δεν θάταν
δίκηα αιτία.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Της μάννας μου το φόνο εγώ να κάμω
πρόσταξε ο Φοίβος.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Ώστε που δεν ξέρει αυτός το δίκηο;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Εμάς ορίζουν οι θεοί, όποιοι θεοί κι' αν είναι.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Και μετ' αυτό δεν το βοηθά ο Λοξίας στα δεινά του;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Στέκει απαντέχοντάς, γιατί έτσ' οι θεοί είναι πάντα.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Πόσος καιρός επέρασε απ' της μάννας σου το φόνο;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Έξ ημέρες κ' η εντάφια πυρά ζεστή είν' ακόμα.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Το αίμα της μάννας σου οι θεές γοργά από σε ζητήσαν!
ΟΡΕΣΤΗΣ
Αδέξιος φίλος, μα σωστός για όσους αγάπαγα ήμουν.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Ποιο τόφελος που εκδίκηση για τον πατέρα επήρες;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Κανένα· μα είν' ανάξιος όποιος άπρακτος μένει.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Κι' απ' όταν έκαμες αυτό, ποια γνώμη για σένα έχουν
στην πολιτεία;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Μισητός τόσο τους είμαι π' ούτε
μιλούν σ' εμέ.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Ουδέ νόμιμα καθάρισες τα χέρια
από το αίμα;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Διώχνομαι αφ' όπου κι' αν ζυγώσω.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Ποιοι είν' οι πολίτες που απ' εδώ ζητούνε να σε διώξουν;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Ο Αίας, που λέει ένα έγκλημα ο πατέρας μου έχει κάμει
στην Τροία.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Για το σκότωμα του Παλαμήδη λέει.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Μα εγώ δεν εσυνέργησα, κι' όμως χαμένος είμαι.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Ποιος ακόμη άλλος; Μη κανείς απ' του Αίγισθου τους φίλους;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Αυτοί με βρίζουν κ' εις αυτούς τώρα υπακούει η πόλη.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Σ' άφησε του Αγαμέμνονος το σκήπτρο η πόλη νάχης;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Από πού κι' ως πού; Ουδέ καν να ζω δεν θα μ' αφήσουν.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Τι λοιπόν κάνουν; Δύνασαι κάτι σωστό να μου είπης;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Σήμερα μιαν απόφαση ενάντια μου θα βγάλουν.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Θα σ' εξορίσουν από εδώ, θα σε σκοτώσουν, ή όχι;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Θενά μου δώσουν θάνατο με πέτρες οι πολίτες.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Γιατί από τα σύνορα της γης αυτής δεν φεύγεις;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Μ' έχουν κυκλώσει από παντού άνθρωποι αρματωμένοι.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Είναι από εχθρούς ή Αργείτικος στρατός που σε φυλάγει;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Όλ' οι πολίτες. Άφευκτα να σκοτωθώ εγώ πρέπει.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Ω άμοιρε, συ έφθασες στης δυστυχιάς τα βύθη.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Μονάχα εσέ η ελπίδα μου έχει τώρ' αποκούμπι
για τα δεινά. Καλόμοιρος εσύ, της ευτυχιάς σου
κάμε συντρόφους τους δικούς πούναι δυστυχισμένοι.
Μην απολαύης μοναχός όσα καλά κατέχεις,
μόν' τα δικά μας βάσανα μαζί μ' εμάς μοιράσου·
κι' απ' τον πατέρα όσα καλά έλαβες πλήρωσέ τα
σ' εκείνους όπου πρέπεται ν' αποδοθούν. Οι φίλοι,
στη δυστυχία αν δεν δείχνωνται, μονάχα τόνομα έχουν.
ΧΟΡΟΣ
Νά, ο Τυνδάρεως ο Σπαρτιάτης
έρχετ' εδώ με βαρύ βήμα,
με μαύρο πέπλο και κομμένα
για τη θυγατέρα του τα μαλλιά του.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Είμαι, Μενέλαε, χαμένος. Νά που έρχετ' εδώ πέρα
ο Τυνδάρεως και φοβούμαι παραπολύ τον ερχομό του
εξ αιτίας ό,τι έχω κάμει. Μικρός εγώ σαν ήμουν
μ' ανάτρεφε καταφιλώντας με και στην αγκαλιά του
το γυιό του Αγαμέμνονος βαστούσε, όμοια κ' η Λύδα,
κ' οι δυο τους μ' αγαπούσαν σαν τους Διοσκούρους.
Ω δύστυχη καρδιά! ω ψυχή μου, με ποιόν τρόπο
εγώ τους πλήρωσα! Με τι σκοτάδια
να σκεπάσω την όψιν μου. Σε ποια ομίχλη μέσα
να κρυφθώ για να ξεφύγω απ' του γέρου αυτού τα μάτια.
ΤΥΝΔΑΡΕΩΣ
Πού, πού θα ιδώ το Μενέλαο, τον άνδρα
της κόρης μου; Όταν χοές στον τάφο επάνω
της Κλυταιμήστρας έκανα, έμαθα πως είναι
στο Ναύπλιο φθασμένος με τη γυναίκα του, κατόπι
από τόσα χρόνια σώος. Οδηγήστε με κοντά του,
γιατί θέλω να τον χαιρετίσω στέκοντας δεξιά του,
τον φίλο αυτόν που ξαναβλέπω ύστερ' από καιρό τόσο.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Χαίρε, γέροντα, που ο Δίας στη δική σου έπεσε κλίνη.
ΤΥΝΔΑΡΕΩΣ
Χαίρε, ω Μενέλαε, από γάμο συγγενή μου!
Τι συφορά να μη γνωρίζω τα όσα να γενούν εμελότουν.
Ο μητροκτόνος αυτός Δράκος, που τον μισώ, εδώ ακόμη
καταραμένες αστραψιές σκορπά. Πώς είναι δυνατό σου
να μιλάς, Μενέλαε συ, με το κακούργο αυτό κεφάλι;
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Γιατί τάχα όχι; Ο γυιός είναι ενός πατέρα π' αγαπούσα.
ΤΥΝΔΑΡΕΩΣ
Από εκείνον γεννημένος αυτός εδώ είναι τάχα;
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Απ' αυτόν γεννήθη κ' είναι αξιολύπητος στη δυστυχιά του.
ΤΥΝΔΑΡΕΩΣ
Βάρβαρος έγεινες μένοντας καιρό πολύ με τους βαρβάρους.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Στους Έλληνες ταιριάζει να πονούν πάντα τους δικούς των.
ΤΥΝΔΑΡΕΩΣ
Μα και να μη θέλουν παραβάτες νάναι των νόμων.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Κάθε τι που νόμος είναι για τους σοφούς είναι δουλεία.
ΤΥΝΔΑΡΕΩΣ
Μίσησε τέτοια γνώμη· ποτέ μου εγώ δεν θα τη στέρξω.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Γιατί ο θυμός και τα γηρατειά μαζί κάτι σοφό δεν κάνουν.
ΤΥΝΔΑΡΕΩΣ
Γι αυτόν εδώ τι αγώνας χρειάζεται σοφίας;
Αν για όλους είναι φανερές οι καλές κ’ οι κακές πράξες,
ποιος απ' τους ανθρώπους όλους στάθηκε πιότερο από τούτον
άθλιος, που δεν εσεβάσθη ό,τι για όλους είναι δίκηο
και που δεν υποτάχθη στον κοινό νόμο των Ελλήνων;
Σαν ξεψύχησ' ο Αγαμέμνων λαβωμένος στο κεφάλι
απ' την κόρη μου, τούτο έγκλημα που δεν το εγκρίνω διόλου,
αυτός εδώ χρέος είχε με νόμιμη έγκληση το φόνο
να κυνηγήση και να διώξη τη μάννα του απ' το παλάτι.
Έτσι έπαινο θάξιζε στη δυστυχιά του και στο νόμο
θάδειχνε σέβας και θάμενε δίκαιος. Όμως τώρα
τον ίδιο σαν τη μάννα του Δαίμονα άκουσε, τι δίκηα
ένοχο κρίνοντάς την, έγεινε σκοτώνοντάς την
χειρότερος. Και μοναχά τούτο, Μενέλαε, θα ρωτήσω:
Αν η γυναίκα που θα μοιρασθή ένα μ' αυτόν κρεββάτι
τον σκοτώση κ' έτσι ο γυιός του τη μάννα του σκοτώση
κι' ο γυιός του πάλι το φόνο όμοια μ' άλλο φόνο ξεπληρώση,
πότε τάχα θα τελειώσουν όλες αυτές οι κακουργίες;
Γι' αυτό οι πατέρες μας έκριναν σοφά όσο για τούτα.
Έβγαλαν ορισμό να μη μένη στην πολιτεία όποιος
εστάθηκε φονηάς· ούτε και να συντυχαίνη τους πολίτες,
μόν' ώρισαν να εξιλεώνεται μ' εξορία κι' όχι
να σκοτώνεται κι' αυτός. Κι' αλήθεια, αν αλλέως ήταν,
πάντα θ' απόμεν' ένας, ο στερνός φονηάς, ξεχωρισμένος
για θάνατο. Κι' όσο για με, μισώ της άνομες γυναίκες
και την κόρη μου πρώτη, που τον άνδρα έχει σκοτώσει.
Κι' ούτε την Ελένη τη γυναίκα σου θε να επιδοκιμάσω,
κι' ούτε θα της μιλήσω κι' ούτε θα παινέσω εσέ που επήγες
στην Τροία μια κακή γυναίκα αποζητώντας· μα το νόμο
όσο μπορώ θα υπερασπίσω και της βάρβαρες συνήθειες
θα πολεμήσω, που έθνη καταστρέφουνε και πολιτείες.
Τι αισθάνθηκες, κακόμοιρε, σαν έδειξέ σου η μάννα
τα στήθια της παρακαλώντας σε; Εγώ που δεν είδα
το θλιβερό αυτό πράμμα βρέχω τα γεροντικά μου μάτια
με δάκρυα, εγώ ο δύστυχος. Κι' αλλέως τούτα μου τα λόγιο
τα βεβαιώνει τούτο — πως απ' τους θεούς είσαι μισημένος
και για τη μάννα σου παιδεύεσαι με μανίες και τρόμους.
Τι ανάγκη από μάρτυρες για πράμματα που θωρώ ατός μου;
Ξέρε το λοιπόν, Μενέλαε, πώς πρεπούμενο δεν είναι
στη θέληση των θεών ενάντια να βοηθήσης εσύ τούτον.
Άφησέ τον να πετροβοληθή απ' τους πολίτες, είδ' αλλέως
τη γη τη σπαρτιατική δεν θα πατήσης. Δίκηα
σκοτωμένη παιδεύτηκε η κόρη μου. Δεν ήταν όμως
νόμιμο να σκοτωθή απ' αυτόν. Ευτυχισμένος στάθηκα σε μύρια
εξόν από της κόρες μου. Κ' έτσι δεν είμ' ευτυχισμένος.
ΧΟΡΟΣ
Όποιος ευτυχισμένος είναι στα παιδιά του
κι' απ' αυτά συφορές δεν έλαβε μεγάλες,
είν' άξιος αυτός να τον ζηλεύουν.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Γέρω, δειλιάζω εναντίο σου να μιλήσω, γιατί θα πικράνω
την ψυχή σου. Άνομος εγώ είμ' αλήθεια έχοντας σκοτώσει
τη μάννα μου, όμως κ' ευσεβής είμαι γιατί τον πατέρα
εκδικήθηκα. Ώστε για τα γηρατειά σου ας μη μιλήσω
που με συγκινούνε. Κ' εις το δρόμο ας μπω τον ίσιο.
Σέβομαι τάσπρα μαλλιά σου. Τι έπρεπε λοιπόν να κάμω;
Δυο πράμματα λόγιασε. Πως ο πατέρας μου μ' έχει γεννήσει
κ' η κόρη σου στην κοιλιά μ' εβάσταξε, όμοια σαν το χωράφι,
που δέχεται απ' άλλον τη σπορά, γιατί γονή χωρίς πατέρα
δεν γίνεται. Κ' εσκέφθηκα πως χρέος είχα πριν απ' όλα
σ' εκείνον που μ' εγέννησε κι' όχι σ' αυτήν που ανάστησέ με.
Μα η κόρη σου — να την 'πω εγώ δεν τολμώ μάννα —
με σύνδεσμο αυτοκέφαλο και παράνομο πήγε σ' άλλου
το κρεββάτι. Κατηγορώντας την δική μου κατηγόρια κάνω.
Μα θα το πω. Στο σπίτι κρυφός της άνδρας ήτον
ο Αίγισθος. Τον σκότωσα. Κ' ύστερα σκότωσα τη μάννα
κάνοντας άνομο έργο, μα τον πατέρα μου εκδικώντας.
Κι' όσο για της φοβέρες σου, ότι θα βάλης με της πέτρες
να με σκοτώσουν, άκουσε τι έκαμα για όλη την Ελλάδα.
Αληθινά, αν οι γυναίκες έφθαναν σε τόση αυθάδεια ώστε
σκοτώνοντας τους άνδρες των να τρέχουν στα παιδιά τους
για να γλυτώσουν και ζητώντας ευσπλαχνία
τα μητρικά στήθη να δείχνουν, τότε βέβαια του ανδρός της
ο φόνος τιποτένιο πράμμα σε καθεμιά θενά φαινότουν
για οποιαδήποτε αφορμή. Μα εγώ κάνοντας τη φρικτή τούτη
πράξη, ως την λες, αφάνισα τέτοια συνήθεια.
Μεστός από δίκαιο μίσος φόνεψα τη μάννα μου που έτσι
πρόδωκε τον άνδρα της, που έλειπε κ' ήταν ηγεμόνας
του στρατού όλης της Ελλάδος, εκείνην που την κλίνη
τη συζυγική εκηλίδωσε. Γνωρίζοντας το σφάλμα της, μονάχη
δεν τιμωρήθηκε, αλλ' από φόβο μην τιμωρηθή απ' τον άνδρα
σκότωσε τον πατέρα μου. Μα τους θεούς — κι' αμαρτία κάνω
τους θεούς ονομάζοντας σε μια τέτοια πράξη φόνου —
αν σιωπώντας εδεχόμουν της μάννας μου την κακουργία,
τι θα μου έκαν' εκείνος που αδικοσκοτώθηκε; Της Εριννύες
δεν θα ξαπόστελλε το μίσος του να με παιδέψουν; Αν οι θεές
είναι της μάννας μου εκδικήτρες, το ίδιο δεν είν' κ' εκείνου,
που μεγαλύτερο άδικο έπαθε; Συ, γέρω, που μια κόρη τέτοια
εγέννησες, εσύ μ' αφάνισες. Γιατί απ' την αυθάδειά της
τον πατέρα μου εγώ χάνοντας έγεινα μητροκτόνος. Είν' αλήθεια
πως ο Τηλέμαχος δεν σκότωσε του Οδυσσέως τη γυναίκα.
Μα εκείνη άνδρ' άλλον δεν πήρε και τίμια έμεινε στο σπίτι.
Ξέρεις ο Απόλλων, που όντας στον αφαλό της γης μαντείες
βέβαιες δίνει στους θνητούς και τον υπακούωμε εμείς εις όλα,
ξέρεις τι επρόσταξε; Υπακούοντάς τον σκότωσα εγώ τη μάννα
τη δική μου. Κρίνε τον λοιπόν ασεβή και σκότωσέ τον.
Αυτός έσφαλε κι' όχι εγώ. Τι έπρεπ' εγώ να κάμω;
Ένας θεός δεν φθάνει για να με ξεπλύνη απ' την κηλίδα
που εξ αιτίας του έλαβα; Στο εξής ποιος θα μπορέση
να εξιλεωθη ποτέ, αν τώρ' αυτός που τέτοια επρόσταξέ με
δεν με γλυτώση από το σκότωμα; Μη λες πώς τούτ' η πράξη
δεν ήταν δίκαια, μόνο λέγε πως συφοριασμένη
ήταν για μας που την εκάμαμε. Η ζωή καλή είναι σ' όσους
θνητούς γάμο ευτυχισμένο τύχουν. Μα δυστυχισμένοι
στο σπίτι τους κ' έξω είναι όσοι σε κακό ξεπέσουν γάμο.
ΧΟΡΟΣ
Πάντα οι γυναίκες δυστυχία
στων ανθρώπων στάθηκαν τη μοίρα.
ΤΥΝΔΑΡΕΩΣ
Σαν τέτοιαν έχεις αυθάδεια και για σωστά δεν κρίνεις
τα λόγια μου, κ' έτσι μ' απαντάς ώστε με θλίψη να ποτίζης
την ψυχή μου, πιότερο μ' ανάβεις το σκοτωμό σου να ζητήσω.
Τόμορφο αυτό δώρο θα προσθέσω εις όσα φέρνοντας ήρθα
να στολίσω της κόρης μου τον τάφο. Θαύρω τους Αργείους
που εσυνάχθηκαν για τούτο· και την πόλι, που το θέλει κι' όλα,
θα παρακινήσω να θανατώση σας πετροβολώντας
σένα και την αδελφή σου. Εκείνη πιότερο από σέν' αξίζει
να θανατωθή, που σ' έσπρωξ' ενάντια της μάννας λέγοντάς σου
λόγια εχθρικά, όνειρ' από τον Αγαμέμνονα σταλμένα
κι' απ' του Αιγίσθου κλίνη. Είθε να την κυνηγούνε
με το μίσος των οι υποχθόνιοι θεοί, γιατί στη γην επάνω
τόσο τους ήτον μισητή, που για να καταφύγη δεν ευρήκε
παρά τόπο φλογερώτερο απ' τη γη του Ηφαίστου. Ετούτο,
Μενέλαε, σου λέω εγώ και θα το κάμω. Αν σ' υπόληψι έχης
τη φιλία μου και τη συγγένειά μας, μη τον υπερασπίσης
απ' το θάνατο παρά των θεών τη γνώμη, αλλ' άφησέ τον
με της πέτρες να τον σκοτώσουν οι πολίτες, ειδ' αλλέως
στη γη τη Σπαρτιατική δεν θα ξανάρθης. Τούτο σκέψου
που άκουσες· κι' ασεβείς φίλους μην προτιμήσης
αντί δίκαιους. Οδηγήστε με, υπηρέτες, έξω.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Φύγε λοιπόν! για να εξακολουθήσωμε να πούμε
τα πρεπούμενα εμείς δίχως να τ' ακούν τα γηρατειά σου.
Μενέλαε, πού πας εσύ αντιγνωμίες έχοντας στο νου σου;
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Άφησέ με. Κρίνοντας δεν ξέρω από πού να στρέψω.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Μη λοιπόν αποφασίσης. Πριν λάβης απόφαση άκουσέ με.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Μίλησε. Μ' αρκετά είπες. Κάποτε πιότερο η σιωπή αξίζει
κι' άλλοτε καλύτερος ο λόγος παρ' η σιωπή είναι.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Λέω λοιπόν. Οι μακροί λόγοι τους πιο σύντομους νικούνε
και πιο ευκολονόητοι είναι. Από το βιος σου μη μου δώσης
τίποτε, Μενέλαε, μ' απ' τον πατέρα μου ό,τι έλαβες δος μου.
Δεν μιλώ για πλούτια. Μόνο πλούτος έχω να μου σώσης
τη ζωή, πούν' ό,τι αγαπητότερο έχω. Αν έσφαλα, όμως
για το κακό που έκαμα είναι σωστό από σε να λάβω
προστασία, ας είναι κι' άδικη. Ο πατέρας μου ο Αγαμέμνων
άδικα συναθροίζοντας όλη την Ελλάδα στην Ίλιο πήγε
όχι για δική του αιτία, μόνο για να εκδικηθή το σφάλμα
και την αδικία της γυναίκας σου. Γι' ανταπόδοσι ώστε πρέπει
να μου σταθής βοηθός. Κινδύνεψε το κορμί του εκείνος
για σέν' αγωνιζόμενος στης μάχες για να ξαναπάρης
τη γυναίκα σου, όπως φίλος να φερθή σε φίλο του ταιριάζει.
Απόδοσέ μου λοιπόν ό,τι από κείνον έλαβες, αγώνα
όχι δέκα χρονών, μα μιας ημέρας κάνοντας για να με σώσης.
Για τη θυσία της αδελφής μου στην Αυλίδα, δεν τη ζητάω
θυσία και συ την Ερμιόνη σου να κάμης, γιατί δίκηο
έχεις να ζητής πιότερ' από μένα, όπως είμαι τώρα,
και πιότερα χρωστώ εγώ να σου δώσω. Μόνο τη ζωή μου
απόδοσε στον άμοιρο πατέρα μου και τη ζωή της αδελφής μου,
που απόμεινε τόσο καιρόν παρθένα, γιατί αν αποθάνω
άτεκνο θ' αφήσω το πατρικό μου σπίτι. Θα πης ίσως
πως δεν σου είναι δυνατό; Μα οι φίλοι στης ενάντιες ώρες
πρέπει τους φίλους να βοηθούν. Όταν είν' καλ' η Τύχη
τι χρεία οι φίλοι; Κι' όταν ο θεός να μας βοηθήση
βουληθή, δεν έχουμε άλλου ανάγκη. Οι Έλληνες πιστεύουν
πως την γυναίκα σου αγαπάς και δεν στο λέω να σε κολακέψω.
Στ' όνομα της σ' ικετεύω. Ω δύστυχος στης συμφορές μου!
Πού εκατάντησα! Και τι μέλλεταί μου ακόμη να υποφέρω;
Στ' όνομα όλων των δικών σου σε ικετεύω. Του πατέρα
του δικού μου αδελφέ, θείε, βάλε στο νου σου πως ακούει
εκείνος απ' των νεκρών τη γη, πως η ψυχή του φτερουγίζει
εδώ και σου λέει ό,τι σου λέω εγώ. Πνιγμένος στα δάκρυα,
στους στεναγμούς και στην οδύνη σου τα λέγω και ζητώ σου
τη ζωή, που όλοι την ποθούν, όχι εγώ μονάχα.
ΧΟΡΟΣ
Όμοια κ' εγώ παρακαλώ, αν και γυναίκα
βοήθεια να δώσης εις ετούτους
που δυστυχούν, γιατί στο χέρι σου είναι.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Ορέστη, το κεφάλι σου βέβαια το λυπάμ' εγώ και θέλω
να σε βοηθήσω στα δεινά σου. Να συμμερίζεται είναι χρέος
ο καθένας της δυστυχίες των συγγενών του, αν ο θεός του δίνη
δύναμη, πεθαίνοντας ο ίδιος γι' αυτούς ή τους εχθρούς των
σκοτώνοντας. Μα απ' τους θεούς ζητώ εγώ τώρα να μπορέσω
έτσι να φερθώ. Μονάχος φθάνω εδώ χωρίς συντρόφους
με το δόρυ μου και λίγους ξαναβρίσκοντας στη ζωή φίλους
κι' αφού περιπλανήθηκα μακρυά μυριοβασανισμένος.
Ώστε δεν δυνόμαστ' εμείς μ' ελπίδα νίκης το Άργος
το Πελασγικό να πολεμήσουμε· κ' είθε να έχουμε ελπίδα
να δυνηθούμε αυτό με λόγια πειστικά. Τόσο μεγάλα εμπόδια
πώς μ' έτσι μικρές προσπάθειες να νικηθούν; Είναι μωρία
να το σκεφθή κανείς. Σαν σηκωθή ο λαός και αγριέψη,
τέτοια προσπάθεια μοιάζει σαν κανείς να θέλη
άγρια φωτιά να σβύση. Μ' αν κανείς τώρα υποχωρήση
στέργοντας και προσμένοντας την πρόσφορη στιγμή, ίσως τότε
η μανία του ξεθυμάνη, κι' όταν πραΰνη η γνώμη του, μπορείτε
εύκολα να πιτύχετε απ' αυτόν ό,τι θελήστε. Η καλωσύνη
είναι μέσα στην ψυχή του όπως κι' ο θυμός ο άγριος,
και την πρόσφορη στιγμή να προσμένουμ' είναι χρεία.
Πάω για σε ν' αγωνισθώ τον Τυνδάρεω να πείσω
και την πόλι να σταματήσουν την οργή τους. Το καράβι
που τεντώνει τα σχοινιά του πανιού του αυτό βουλιάζει·
μ' αν το σχοινί του έχη αμολητό, πάλι ξανασιάζει.
Τους άγριους θυμούς οι θεοί αποστρέφονται, κ' οι πολίτες
όμοια τους αποστρέφονται. Ώστε μου χρειάζεται, το λέω
τούτο γνωστικά, με φρόνηση να σε γλυτώσω και όχι
θέλοντας να εναντιωθώ σε δυνατώτερούς μας. Με τη βία,
όπως το σκέπτεσ' ίσως, δεν θα σε γλυτώσω. Γιατί αλήθεια
εύκολο δεν είναι μ' ένα δόρυ μόνο τρόπαια να υψώσης
επάνω στα δεινά που σε βαρύνουν. Πιο ταπεινοί ποτέ μας
δεν βρεθήκαμε μπρος στους Αργείους. Μα τη στιγμή τούτη
είναι ανάγκη οι φρόνιμοι να γενούν δούλοι της τύχης.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Ανθρωπος, που για τίποτε ικανός δεν είναι παρά μόνο
για να πολεμήση χάρι μιας γυναίκας. Δειλέ, αλήθεια,
τους δικούς σου να εκδικήσης. Φεύγεις τώρα εμένα
παραιτώντας με! Τ' Αγαμέμνονα οι ευεργεσίες πήγαν
του κάκου. Χωρίς φίλους θάσαι στον κατατρεγμό σου,
ω πατέρα, αλλοίμονό μου! Προδόθηκα και πια δεν έχω
ελπίδα να γλυτώσω απ' το μαρτύριο που μου προορίζουν
οι Αργείοι. Γιατί απόμενε στον άνδρα μόνο τούτον
η σωτηρία μου. Μα τον αγαπητότερο μου απ' όλους
τους θνητούς βλέπω, τον Πυλάδη, που βιαστικά γυρίζει
απ' τη Φωκίδα. Ω θώρημα γλυκό μου. Όποιος μας είναι
πιστός εις τον κατατρεγμό μας πιο γλυκοθώρητος μας είναι
παρ' ό,τι στο πέλαγο η ουράνια ξαστεριά είναι στους ναύτες.
ΠΥΛΑΔΗΣ
Ήρθα βιαστικά μέσ' απ' την πόλη, όπως κ' είχα χρέος,
μαθόντας τη συνάθροιση των πολιτών, κ' εγώ ο ίδιος
την είδα. Εμαζευθήκαν εναντίο σου κ' εναντίο της αδελφής σου
κ' είν' έτοιμοι αμέσως να σας θανατώσουν. Τι συμβαίνει;
Τι έχεις; Τι κάνεις, ω αγαπητότερε απ' τους συνομίληκούς μου,
τους φίλους μου, τους δικούς μου; Γιατί έτσι θωρώ σε;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Χαθήκαμε, για να σου πω όλα με μια λέξη.
ΠΥΛΑΔΗΣ
Μαζύ σου θα μας συνεπάρης^ όλα είναι κοινά στους φίλους.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Αδικώτατος είν' ο Μενέλαος σ' εμένα και στην αδελφή μου.
ΠΥΛΑΔΗΣ
Φυσικό της κακής γυναίκας ο άνδρας κακός νάναι.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Ο ερχομός του το ίδιο μου ήταν ως να μην ερχότουν.
ΠΥΛΑΔΗΣ
Αλήθεια λοιπόν έφθασεν αυτός στη χώρα τούτη;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Ήρθε μετά μακρότατο ταξίδι, μ' άπιστος δείχθη στους φίλους.
ΠΥΛΑΔΗΣ
Κ' έρχεται την κάκιστη γυναίκα του έχοντας στο πλοίο;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Δεν την έφερε αυτός· εκείνη τον ξανάφερε εδώ πέρα.
ΠΥΛΑΔΗΣ
Πούν' η γυναίκα αυτή, πώκαμε Αχαιούς τόσους να χαθούνε;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Στο σπίτι μου, αν μου επιτρέπεται να το λέω δικό μου.
ΠΥΛΑΔΗΣ
Και συ στου πατέρα σου τον αδελφό τι λόγια τούπες;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Να μη αφήση εγώ κ' η αδελφή μου απ' το λαό να σκοτωθούμε.
ΠΥΛΑΔΗΣ
Και για τόνομα των θεών! τι είπε; Θέλω να το μάθω.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Ανειλικρίνεια έδειξε, ως οι κακοί φίλοι δείχνουνε στους φίλους.
ΠΥΛΑΔΗΣ
Με τι πρόφαση; Τούτο μαθαίνοντας εγώ θα τα ξέρω όλα.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Ήρθ' εδώ ο πατέρας που γέννησε της άξιες αυτές κόρες.
ΠΥΛΑΔΗΣ
Ο Τυνδάρεως; Με την κόρη του ίσως θάν' ωργισμένος.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Τώνοιωσες. Ο Μενέλαος κάλλιο τον λόγισε από τον πατέρα.
ΠΥΛΑΔΗΣ
Και δεν τόλμησε να σε βοηθήση στον κατατρεγμό σου;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Απόλεμος είναι κ' έχει ανδρεία με της γυναίκες μόνο.
ΠΥΛΑΔΗΣ
Στην κορφή των δεινών σου είσαι λοιπόν και θα πεθάνης;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Ψήφο θα δώσουν οι πολίτες κρίνοντας για το φόνο.
ΠΥΛΑΔΗΣ
Τι θ' αποφασίσουν; Λέγε. Είμαι γεμάτος φόβο.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Θα ζήσω ή θα σκοτωθώ. Τα μεγάλα εκφράζονται με συντομία.
ΠΥΛΑΔΗΣ
Φεύγα λοιπόν. Με την αδελφή σου φύγετ' απ' το σπίτι.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Δεν βλέπεις; απ' όλες της μεριές μας έχουν ζώσει.
ΠΥΛΑΔΗΣ
Σ' όλους της πολιτείας τους δρόμους είδ' αρματωμένους.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Μας έζωσαν σαν πόλη απ' τους εχθρούς πολιορκημένη.
ΠΥΛΑΔΗΣ
Τώρα τι μου συμβαίνει ρώτησε, γιατί κ' εγώ είμαι χαμένος.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Από ποιον; Η συφορά σου αυξάνει τα δεινά μου.
ΠΥΛΑΔΗΣ
Ωργισμένος ο πατέρας μου ο Στρόφιος μ' έδιωξε κ' εξώρισέ με.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Κατηγορείσαι για έγκλημα κοινό ή ενάντιο της πόλης;
ΠΥΛΑΔΗΣ
Λέει πώς μολύνθηκα στης μάννας σου το φόνο συνεργώντας.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Άμοιρε, και σε λοιπόν οι συφορές μου θα βαρύνουν;
ΠΥΛΑΔΗΣ
Δεν είμαι ως ο Μενέλαος, θα υπομείνωμε της συφορές μας.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Δεν φοβάσαι μη τ' Άργος θελήση σαν κ' εμέ να σε σκοτώση;
ΠΥΛΑΔΗΣ
Δεν έχει το δικαίωμα αυτό, μόνο η Φωκίδα.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Είναι φοβερό το πλήθος όταν κακούς αρχηγούς έχη.
ΠΥΛΑΔΗΣ
Μα σαν έχη καλούς, πάντα το αγαθό θέλει.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Ας είναι. Πρέπει λοιπόν να μιλήσουμε στο πλήθος.
ΠΥΛΑΔΗΣ
Τι πράγμα είναι που τέτοια παρουσιάζει ανάγκη;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Αν πηγαίνοντας μπρος στους πολίτες έλεγά τους . . . .
ΠΥΛΑΔΗΣ
Πως μια δίκαια πράξη έχεις εσύ κάμει;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Δεν είν' έτσι; εκδίκηση λαβαίνοντας για τον πατέρα;
ΠΥΛΑΔΗΣ
Φυλάξου, μην αλλέως με χαρά σ' αρπάξουν.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Σιωπώντας λοιπόν θα σκοτωθώ κυριευμένος από τρόμο.
ΠΥΛΑΔΗΣ
Δειλό θενά ήταν.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Τι λοιπόν πρέπει να κάμω;
ΠΥΛΑΔΗΣ
Αν εδώ εσύ μείνης, έχεις καμμιά ελπίδα σωτηρίας;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Όχι, δεν έχω.
ΠΥΛΑΔΗΣ
Στους πολίτες πηγαίνοντας να σωθής ελπίζεις;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Δυνατό είναι τούτο αν βοηθήση η τύχη.
ΠΥΛΑΔΗΣ
Ώστε καλύτερο είν' αυτό παρά να μείνης.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Γι' αυτό πάω.
ΠΥΛΑΔΗΣ
Αν σκοτωθής, θα σκοτωθής έτσι εσύ πιο δοξασμένος.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Βέβαια, γιατί δίκαιο είναι το δικό μου έργο.
ΠΥΛΑΔΗΣ
Ευχήσου μόνο τέτοιο να φανή και στους πολίτες.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Καλά λες. Έτσι δεν θα με κατηγορήσουν για δειλία.
ΠΥΛΑΔΗΣ
Κάλλιο παρά να μείνης.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Ίσως κανείς για με οίκτο λάβη.
ΠΥΛΑΔΗΣ
Η ευγενική καταγωγή σου βοήθεια είναι μεγάλη.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Κλαίοντας του πατέρα μου το φόνο.
ΠΥΛΑΔΗΣ
Φανερό είναι τούτο.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Μπρος! Γιατί δειλό είναι πράμμα άδοξα να πεθάνω.
ΠΥΛΑΔΗΣ
Το εγκρίνω αυτό.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Στην αδελφή μου να το πούμε;
ΠΥΛΑΔΗΣ
Όχι, για τόνομα των θεών.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Θάχυνε δάκρυα.
ΠΥΛΑΔΗΣ
Κακός οιωνός θάταν.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Ας σιωπήσουμε λοιπόν για τούτο.
ΠΥΛΑΔΗΣ
Καιρό θενά κερδήσης.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Έχω μια μόνο ανησυχία.
ΠΥΛΑΔΗΣ
Ποιάν ακόμα;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Μην οι θεές με σπρώξουν στη μανία.
ΠΥΛΑΔΗΣ
Μα έγνοια εγώ θα σ' έχω.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Να φυλάς άρρωστο είναι κόπος.
ΠΥΛΑΔΗΣ
Όχι σ' εμέ για σένα.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Φυλάξου μη και συ πάθης μανία.
ΠΥΛΑΔΗΣ
Τι με μέλει;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Λοιπόν κανένα δισταγμό δεν έχεις;
ΠΥΛΑΔΗΣ
Ο δισταγμός είναι κακό μεγάλο ανάμεσα στους φίλους.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Εμπρός λοιπόν, στο βήμα μου οδηγέ.
ΠΥΛΑΔΗΣ
Έγνοια θα σ' έχω.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Στου πατέρα μου οδήγα με τον τάφο.
ΠΥΛΑΔΗΣ
Γιατί τούτο;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Για να τον παρακαλέσω να με σώση.
ΠΥΛΑΔΗΣ
Είναι σωστό τούτο.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Μα μην τύχη κ' ιδώ εγώ της μάννας μου τον τάφο;
ΠΥΛΑΔΗΣ
Ήταν εχθρά σου. Αλλά βιάσου μην η ψήφος των Αργείων
σε καταδικάση. Στη ράχη μου στήριξε την αδυνατισμένη
απ' την αρρώστεια ράχη σου, γιατί από μέσ' από την πόλη
θα σε οδηγήσω δίχως για το πλήθος έγνοια ή ντροπή καμμία.
Πώς θα δείξω αλήθεια πως είμαι φίλος σου αν δεν τρέξω
για βοήθεια σου στη μεγάλη συφορά όπου είσαι τώρα;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Καλό είναι τούτο. Πρέπει κανείς νάχη φίλους κι' όχι μόνο
συγγενείς. Εκείνος που μας συμπονεί, κι' αν είναι ξένος,
είναι φίλος που πιότερο από χίλιους συγγενείς αξίζει.
ΧΟΡΟΣ
Στροφή
Τα μεγάλα τούτα πλούτη
κ' η λαμπρότης, που έδειχνε τόση
περιφάνεια στην Ελλάδα όλη
κι' ως του Σιμόεντος της όχθες,
τώρα άλλαξαν για τους Ατρείδες
εξ αιτίας της παλαιάς μέσ' στη γενειά των
ανομίας για το Χρυσό το Δέρας όταν
η φιλονικεία έφερε στους Τανταλίδες
τα βαρυγκόμητα εκείνα τσιμπούσια
και τη σφαγή παιδιών αρχοντογεννημένων·
απ' τότε ο φόνος με νέο αίμα
ξεπλένοντας έν' άλλο φόνο
δεν σταμάτησε ως στους δυο Ατρείδες.
Αντιστροφή
Πράξη δεν λεν τιμημένη
να κτυπήσης με χέρι αρματωμένο
με σπαθί το κορμί που σ' εγέννησε
και στο φως του ήλιου να υψώσης
το μαυρισμένο απ' το αίμα σίδερο.
Το εναντίο, να κάνης τέτοια
εγκλήματα είν' άσεβη τρέλλα
και κακούργου είναι μάνιτα.
Στου θανάτου τον τρόμο η αθλία
Τυνδαρίδα εφώναξε: Γυιέ μου,
μια πράξη αποτόλμησες άσεβη
σκοτώνοντας τη δική σου τη μάννα.
Φοβήσου μη θέλοντας σέβας
στον πατέρα σου έτσι να δείξης
σκεπασθής μ' ατιμίαν αιώνια.
Επωδός
Ποιο κακό είναι βαρύτερο
κ' αίτιο ποιο είναι μεγαλύτερο
για δάκρυα και για καϋμό
στον κόσμο απ' το φόνο της μάννας;
Τούτος που το έγκλημα αυτό
έκαμε, ο γυιός του Αγαμέμνονος
χάμω κυλώντας και με μάτια
άγρια κι' απ' οργικό
ταραγμένος τώρα βρίσκεται
εξ αιτίας του φόνου έρμαιο
γενάμενος των Εριννύων.
Ο δύστυχος που της μάννας βλέποντας
τους κόρφους έξω από τα ολόχρυσα
φορέματά της την εσκότωσε
τον πατέρα του να εκδικηθή.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Γυναίκες, ο δύστυχος ο Ορέστης μην έφυγε εδώθε
κυριευμένος απ' τη μανία που οι θεοί του εδώκαν;
ΧΟΡΟΣ
Όχι, μα στη συνάθροιση των Αργείων για τη ζωή του επήγε
αγώνα να κάμη αν θα παιθάνετε ή θα γλυτώστε.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Αλλοί μου! τι έκαμε; Ποιος τον συμβούλεψ' έτσι;
ΧΟΡΟΣ
Ο Πυλάδης. Μα έρχεται ένας άγγελος, που αμέσως
θα μας ειπή τι απόγεινε για τον αδελφό σου.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Ω δύστυχη, αξιολύπητη του Αγαμέμνονος συ ω κόρη,
Ηλέκτρα αρχόντισα, άκουσε τα λυπηρά νέα που φέρνω.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Αλλοί μου, αλλοί χαθήκαμε, τα λόγια σου το φανερώνουν.
Όπως ξάστερα δείχνεται ήλθες άγγελος μιας δυστυχίας.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Αποφασίσθηκε για σήμερα με των Πελασγών τον ψήφο
να θανατωθήτε ο αδελφός σου και συ ω δυστυχισμένη.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Αλλοίμονο σ' εμένα. Ό,τι από πολύν καιρό εφοβόμουν
και που η απαντοχή του μ' έκανε να λυώνω στα δάκρυα
έφθασε τέλος! Μα τι γνώμες και ποια λόγια των Αργείων
έφεραν την καταδίκη μας σε θάνατο; Λέγε μου, ω γέρω,
με πέτρες ή σπαθί θα με σκοτώσουν, σαν τον αδελφό μου;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Πραγματικώς ερχόμουν απ' τον κάμπο κ' έμπαινα στην πόλη
θέλοντας να μάθω τι θ' απογενήτε συ κι' ο Ορέστης·
γιατί πάντα υπηρετούσα τον πατέρα σου κι' αναστημένος
είμαι σπίτι σας και, μολονότι φτωχός, είμαι αφωσιωμένος
σ' όσους αγαπώ. Λοιπόν το λαό θωρώ να φθάνη
και να κάθεται στο λόφο, όπου ο Δαναός έχουν να πούνε
πως για την κρίση της διαφοράς που με τον Αίγυπτο είχε,
συνάθροισε πρώτος τον λαόν εκεί. Βλέποντας συναθροισμένο
το πλήθος ρώτησα έναν απ' τους πολίτες. — Τι νέα τρέχουν
στο Άργος; Απ' τους εχθρούς καμμιά είδηση μην ήλθε
που ν' ανησυχή την πολιτεία των Δαναΐδων; Κι' αποκρίθη:
— Δεν βλέπεις τον Ορέστη πούρθε να σώση τη ζωή του;
Κι' αλήθεια τότε βλέπω τ' αναπάντεχο αυτό θώρημα. Είθε
να μου έδιναν οι θεοί να μη τώβλεπα ποτέ! Ο Πυλάδης
κι' ο αδελφός σου ερχάμενοι, ο ένας περίλυπος και μαραμένος
απ' την αρρώστεια του κι' ο άλλος σαν αδελφός θλιμμένος
για του φίλου του της θλίψες και τον καϋμό πρααίνοντάς του
όπως κάνουν τα παιδιά. Όταν ο λαός όλος των Αργείων
εμαζεύθηκε, ένας κήρυκας εσηκώθη κ' είπε τότε:
Ποιος θέλει να μιλήση; Απόφαση θα γίνη αν ο μητροκτόνος
Ορέστης πρέπη ν' αποθάνη ή όχι. — Μετά το λόγο τούτο
σηκώθηκε ο Ταλβύθιος, που με το δικό σου τον πατέρα
όλη τη Φρυγία έχει ρημάξει. Στους δυνατούς πάντας υπάκουος
κι' ανάκατα είπε λόγια τον πατέρα σου επαινώντας,
μα κατηγορώντας σου τον αδελφό κι' άπιστα λόγια
επιδέξια παραβάνοντας κ' ευνοϊκά κυττώντας
του Αίγισθου τους φίλους. Πραγματικώς τέτοιος εδείχθη
ο άνθρωπος αυτός. Έτσι οι κήρυκες κοντάθε πάντα
πάνε με τους πιο καλότυχους κ' εκείνος είναι γι' αυτούς φίλος
πούν' δυνατώτερος κι' απ' τους αρχούς της πολιτείας.
Ο Βασιληάς ο Διομήδης μίλησε απ' αυτόν κατόπι.
Δεν έστρεγε να σας σκοτώσουν σένα και τον αδελφό σου,
μα μ' εξορία, τιμωρώντας σας θα έκαναν δικαιοσύνη.
Κι' άλλοι τον επευφημούσαν κι' άλλοι κατηγορούσαν.
Και στερνά σηκώθηκ' ένας μ' αχαλίνωτη τη γλώσσα
δυνατός εξ αιτίας της αυθαδείας του. Αργίτης,
αν και μη όντας από τ' Άργος που εισακούσθη ως τόσο
με την οχλαγωγία και την άγνωρην αυθάδεια του λόγου
κι ήταν ικανός να ρίξη με της συμβουλές του τους πολίτες
σε κακές επαναστάσεις. Αληθινά σαν ένας άνδρας
εύγλωττος κακόγνωμος το λαό τον καταπείση, τότε
δυστυχία είναι στην πόλη τούτο. Ενώ εκείνοι που δίνουν
σοφές πάντα συμβουλές, ακόμη κι' αν δεν είναι αμέσως,
αργότερα όμως είναι πάντα ωφέλιμοι. Και πρέπει
σύμφωνα μ' αυτά να κρίνουμε τον αρχηγό της πολιτείας,
γιατί την ίδιαν έχουν θέση ο ρήτορας ως κ' εκείνος πούναι
κύριος της εξουσίας. Το λοιπόν αυτός το λαό παρακινούσε
να σε σκοτώση με της πέτρες όμοια ως και τον Ορέστη·
κι' ο Τυνδάρεως παινούσε εκείνον πώλεγε να σας σκοτώσουν.
Άλλος σηκώθηκε που αντέλεγέ του. Η θωριά του ωραία
δεν είναι, μα θάρρος έχει αυτός, σπάνια ερχόμενος στην πόλη
και στην αγορά, και το ποστατικό του δουλεύοντας μονάχος.
Είν' από κείνους που μόνοι αυτοί είναι σωτηρία της πόλης.
Το λοιπόν είν' άξιος αυτός να συζητήση σαν το θέλη
κ' είν' άνθρωπος ακέραιος κι' αψεγάδιαστ' η ζωή του είναι.
Κ' είπε πως ο γυιός τ' Αγαμέμνονος ο Ορέστης
έπρεπε στέφανον να λάβη, γιατί απόφασιν επήρε
για τον πατέρα του να εκδικηθή, σκοτώνοντας γυναίκα φαύλη
κι' άσεβη, που το έγκλημά της θάκανε ώστε κανένας
στο εξής να μη στρέγη να οπλισθή και να πάη να πολεμήση
μακρυά απ' το σπίτι του, αν εκείνοι που απομένουν
φύλακες των σπιτιών τα διαφθείρουν και μολαίνουν
τη συζυγική κλίνη των ανδρών. Κ' εφάνη σ' όλους
τους καλούς πως καλά τάπε, και στερνά απ' αυτόν κανένας
δεν εμίλησε. Μα προχώρησε ο αδελφός σου κ' είπε:
— Ω σεις, που κατοικείτε τη χώρα του Ινάχου κ' είσθε
Πελασγοί πριχού κ' ύστερα Δαναοί, εγώ, σας εκδικώντας
όχι λιγώτερο παρ' ό,τι τον πατέρα μου, έχω σκοτώσει
τη μάννα μου. Αλήθεια, αν συχωρετό είναι στης γυναίκες
να σκοτώνουν τους άνδρες τους, σύντομα σεις θα σκοτωθήτε,
ή πρέπει στης γυναίκες σας σκλάβοι να γίνετε σεις κ' έτσι
το ενάντιο θα κάνετε απ' ό,τι να κάνετε ταιριάζει.
Τώρα που εκείνη που πρόδωσε του πατέρα μου την κλίνη
σκοτώθηκε, αν τη θανατική ποινή μου δώστε, ο νόμος
θα καταλυθή κι' ουδένας το σκοτωμό του θα ξεφύγη
και μια τέτοια αυθάδεια σπάνια στο εξής δεν θάναι.
Μα το λαό μ' αυτά δεν έπεισε, αν και μίλησε άξια·
κι' ο κακός ο ρήτορας του όχλου, πούχε συμβουλεύσει
να σκοτώσουν σένα και τον αδελφό σου, εισακούσθη.
Μετά βίας ο άμοιρος Ορέστης μπόρεσε να πιτύχη
να μη σκοτωθήτε με της πέτρες, μα υποσχέθη πώς ατός του
σήμερα κιόλα θα σκοτωθή με το χέρι του, και συ το ίδιο.
Ο Πυλάδης κλαίοντας τον πήρε πάλι εκείθε πέρα
απ' τη συνάθροιση κ' οι φίλοι του μ' οδυρμό κι απελπισμένοι
τον συνωδέψαν. Θα ιδής σε λίγο πράμα φρικαλέο
κι' αξιοθρήνητο. Ετοίμασε σπαθί ή πλατύ μαχαίρι
για το λαιμό σου, γιατί το φως πρέπει ν' απαραιτήσης.
Ούτε η καλή γενειά σου θα σου χρησιμέψη ούτ' ο Απόλλων
που κάθεται πάνω στον τρίποδα. Πάτε χαμένοι.
ΧΟΡΟΣ
Ω δύστυχη κόρη με το κεφάλι
σκυμμένο στη γην απομένεις
και βουβή, αν και πρέπη σε λίγο
να ξεσπάσης σε οδυρμούς και σε γόους
ΗΛΕΚΤΡΑ
Στροφή
Ω Πελασγία! αρχίζω
το μυρολόι μου, μπήχνοντας
τα νύχια στ' άσπρα μάγουλά μου
τα ματωμένα και κτυπώντας
το κεφάλι μου, όπως οφείλω
στη νέα θεά την όμορφη
των νεκρών, πάνω στη γη.
Η Κυκλώπεια γη ας οδύρεται
γοερά, που το σίδερο τώρα
τα μαλλιά της κόμης σας έκοψε
για του σπιτιού της συφορές.
Η συμπόνεση, η συμπόνεση πρέπει
για όσους μέλλεται να πεθάνουν,
για κείνους που ήσαν άλλοτε
της Ελλάδος στρατηγοί.
Αντιστροφή
Πάει, πάει, εχάθηκε
όλ' η γεννειά των παιδιών
του Πέλοπος, που τα καλά τους
κ' οι πλούσιοι ζήλευαν πριχού.
Τη ρήμαξε η ζηλοτυπία
των θεών κ' η μισητή
και δολοφόν' απόφαση
της πολιτείας. Αλλοίμονό μου.
Αλλοίμονο άμοιρες γεννειές
των θνητών κι' αξιοθρήνητες!
Δέτε πώς έπεσεν η Μοίρα
ενάντια σε κάθε απαντοχή!
Τώνα πάν' στ' άλλο τα δεινά
έρχονται' ολάκαιρη η ζωή
των θνητών δεν έχει στάση.
Να μπορούσα να ριχθώ
στην πέτρα εκείνη που σχίσθη
απ' τον Όλυμπο και κατρακυλά
στριφογυρνώντας κρεμασμένη
απ' αλυσίδες χρυσές ανάμεσα
τουρανού και της γης, κ' έτσι
τα μυρολόγια μου να 'πω
στον Τάνταλο πατέρα
που τους προγόνους γέννησε
της δικής μου γεννειάς,
που τόσα δεινά υπόφερε
αφ' όταν, το δρόμο το γοργό
των τεσσάρων του αλόγων ο Πέλοπας
γληγορεύοντας, τον Μυρτίλο εσκότωσε
στο πέλαγο γκρεμίζοντάς τον,
στης Γεραιστού τα κύματα
π' αφρίζουν στ' ακρογιάλι.
Από τότε στη γεννειά μας μέσα
έπεσε η αξιοθρήνητη
φιλονικία, τ' απαίσιο θαύμα
του Χρυσού Δέρατος, που εγίνη
από το γυιό της Μαίας κ' εγεννήθη
στ' αλογοτρόφου Ατρέα τα κοπάδια.
Απ' αυτό η διχόνοια που έστρεψε
το φτερωτό του Ηλίου αμάξι,
ώστε αφίνοντας το δυσμικό
τουρανού δρόμο εξαναγύρισε
μ' ένα μόν' άλογο στην Έω.
Και τότε ο Δίας έστρεξε
το τρέξιμο των επτά Πλειάδων
προς άλλο δρόμο κ' έκαμε
οι φόνοι άλλους φόνους ν' ακλουθήσουν
στη γεννειά των Ατρειδών
και το δείπνο το Θυέστειο
και την κλίνη μοιχείας της άπιστης
της Κρητικιάς Ευρώπης·
και του πατέρα μου την ύστερη συφορά
και της δικές μου εξ αιτίας της άθλιας
μοίρας του δικού μας σπιτιού.
ΧΟΡΟΣ
Νά ο αδελφός σου που ζυγώνει δικασμένος
σε θάνατον απ' του λαού την ψήφο·
κι' ο πιστότερος των ανθρώπων, ο Πυλάδης,
σαν αδελφός στοργικά περπατώντας
δίπλα του τάρρωστο κορμί του στηρίζει.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Αλλοίμονό μου, αδελφέ μου, θρηνολογώ βλέποντάς σε
στο χείλος του τάφου και κοντά στην πυρά την εντάφια.
Αλλοί, θωρώντας σε για στερνή φορά το νου μου χάνω
ΟΡΕΣΤΗΣ
Δεν θα δεχθής σιωπηλά και χωρίς μυρολόγια γυναίκεια
ό,τι είναι πια τελεμένο; Είναι βέβαι' αξιοθρήνητα τούτα,
μα συ πρέπει αντοχή ν' αποδείξης στης τύχες μας τώρα.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Και πώς να σιωπήσω που εμείς οι βαρυόμοιροι πρέπει
το φως του θεού να μη το αγναντέψουμε πλέον;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Μη με σκοτώνης. Αρκετά εγώ δύστυχος είμαι
που απ' τους Αργείους πεθαίνω. Άφησ' εκεί τα δεινά μας.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Ω, για τη νειότη, τη μοίρα σου και τον πρόωρο θάνατο κλαίω,
Ορέστη άμοιρε. Να ζήσης πρεπότουν και ζωή πια δεν έχεις.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Για των θεών τόνομα μη τα ύπατά μου μού κόβης
κάνοντάς με να κλάψω θυμάμενος της συφορές μας.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Θα πεθάνουμε και να μη κλαίμε μπορεί τα δεινά μας;
Η ζωή αξίζει στ' αλήθεια να κλαίγεται απ' όλους.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Αφέντης μας η μέρα είναι τούτη· με τα ίδια μας χέρια
τα μαχαίρια να ετοιμάσωμε ή το σπαθί ν' ακονίσωμε πρέπει.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Αδελφέ μου, λοιπόν σκότωσέ με για να μη με σκοτώση
άλλος Αργείος, τη γεννειά του Αγαμέμνονος υβρίζοντας έτσι.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Φτάνει μου της μάννας ο φόνος. Δεν θα σε σκοτώσω.
Με το ίδιο σου το χέρι σκοτώσου και μ' όποιο θες τρόπο.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Ας είναι. Το σπαθί σου γι' αυτό θα μου φθάση.
Μα ν' αγκαλιάσω το λαιμό σου εγώ θέλω.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Απ' τη μάταιη αυτή τέρψη ευχαρίστηση λάβε, αν σου είναι
ποθητό ετοιμοθάνατους, ως λες, ν' αγκαλιάσης.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Ω πολυαγάπητε συ, που το ποθητό και γλυκό ακούς τώρα
όνομα αδελφού και μια ψυχή μ' αυτήν είσαι μόνο!
ΟΡΕΣΤΗΣ
Θα με κάμης να κλάψω. Ναι, θέλω στα δικά σου τα χάδια
ν' αποκριθώ. Τάχα ο άμοιρος γιατί ντροπή νάχω;
Αγαπητά μου αγκαλιάσματα! Στους άμοιρους τώρα
εμάς τα λόγια είναι σαν τέκνα κι' ως γαμήλιο κρεββάτι.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Ωιμέ! Το ίδιο σπαθί αν μπορούσε να μας θανατώση
και να δεχθή μας το ίδιο από κέδρο κιβούρι.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Θάταν γλυκύτατο αυτό, μα, ως βλέπεις, εμείς στερημένοι
είμαστε φίλων, που να μας βάλουν στο ίδιο μνημούρι.
Ο δειλός ο Μενέλαος, του πατέρα προδότης, δεν είπε
τίποτε για να μη σε σκοτώσουν εσέ κι' ουδ' εφάνη·
μα από ελπίδα του σκήπτρου εφοβήθη να σώση τους φίλους.
Μπρος θαρρετά ας πεθάνουμε και τ' Αγαμέμνονος άξια.
Όσα για με θα δείξω στην πόλι της γεννειάς μου το θάρρος,
το σπαθί μέσ' στο σκότι μου μπήγοντας. Πρέπει το ίδιο
σαν εμένα και συ τόλμη νάχης. Και συ παραστέκα
στη σφαγή μας, Πυλάδη· κατόπι ως ταιριάζει, ας βολέψης
τα κορμιά μας και φέρνοντας στου δικού μας πατέρα
τον τάφο εκεί θάψε μας. Χαίρε! Όπως βλέπεις, ο ίδιος
θα πράξω εγώ τώρα εκείνο που απόφαση εγίνη.
ΠΥΛΑΔΗΣ
Σταμάτησε! Πρώτη φορά μου κατηγόρια σου δίνω
αν λόγιασες πως εγώ θενά ζήσω νεκρός όταν είσαι.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Μα γιατί εσύ πρέπει να πεθάνης μαζί μου;
ΠΥΛΑΔΗΣ
Το ρωτάς; Πώς χωρίς τη φιλία σου θα ζήσω;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Τη μάννα εσύ δεν εσκότωσες, άμοιρε, σαν εγώ τη δική μου.
ΠΥΛΑΔΗΣ
Μα εσύμπραξα μ' εσέ κ' έχω χρέος την ίδια τύχη να λάβω.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Τη ζωή σου για τον πατέρα σου φύλαε, μη πεθάνης μαζί μου.
Αλήθεια έχεις εσύ μια πατρίδα, μα εγώ δεν έχω καμμία.
Το σπίτι σου έχεις και με βιος ένα βέβαιο λιμάνι.
Κι' αν αλήθεια στερήθηκες το γάμο της άμοιρης τούτης
που ταγμένη στην είχα, τη δική μας φιλία τιμώντας,
πάρε όμως μιαν άλλη γυναίκα παιδιά ν' αποκτήσης,
γιατί αναμεσό μας δεσμός πια δεν είναι. Κ' είθε νάσαι
ευτυχής συ απ' τους ομηλίκους ο πιο αγαπημένος,
γιατί είν' βολετό σου να γίνης εσύ ευτυχισμένος,
μα εμείς όχι πλέον, γιατί οι πεθαμμένοι χαρά δεν λαβαίνουν.
ΠΥΛΑΔΗΣ
Μακρυά είσαι απ' το νάχης την ίδια σκέψι μ' εμένα.
Ούτ' η γόνιμη γη, ούτε ο λαμπρός ο Αιθέρας το αίμα
το δικό μου ας δεχθούν αν άπιστα σε παραιτήσω
τη ζωή να γλυτώσω. Φονηάς με σε, και δεν ταπαρνούμαι,
κ' εγώ όλο εσυμβούλεψα το έργο που γι' αυτό ετιμωρήθης·
γι' αυτό πρέπει μαζί με σε και με τούτην κ' εγώ να πεθάνω.
Μνηστήρας της όντας σαν γυναίκα μου εγώ την λογιάζω.
Τι τίμιο θενάλεγα στων Δελφών γυρνώντας τη χώρα,
στων Φωκαίων το κάστρο εγώ που πριν δυστυχήστε
φίλος σας ήμουν και πλέον δεν είμαι σαν καταντήστε
δύστυχοι; Αυτό δεν γίνεται και τα δικά σας δικά μου
θάναι δεινά. Μα σαν πρέπει να πεθάνουμε, τρόπο κανένα
ας βρούμε ο Μενέλαος μαζί μας να σβύση κ' εκείνος.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Ω παλυαγάπητε, τούτο θωρώντας δεν θα μπορώ να πεθάνω.
ΠΥΛΑΔΗΣ
Άκουσέ με λοιπόν και το κτύπημα του σπαθιού αργοπόρα.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Ταργοποράω αν μπορώ να εκδικηθώ τον εχθρό μου.
ΠΥΛΑΔΗΣ
Σώπα όμως, τι πίστη στης γυναίκες λίγη έχω.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Απ' αυτές μη φοβάσαι καθόλου· φίλες είναι δικές μου.
ΠΥΛΑΔΗΣ
Την Ελένη ας σκοτώσουμε. Πίκρα πόση ο Μενέλαος θάχη!
ΟΡΕΣΤΗΣ
Πώς; έτοιμος είμαι αν υπάρχη το μέσο.
ΠΥΛΑΔΗΣ
Σφάζοντάς την. Κρυμμένη στο σπίτι είναι μέσα.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Βέβαια, αυτή σ' όλα συγκατάθεση δίνει.
ΠΥΛΑΔΗΣ
Μα τίποτε πια δεν θα κάνη, γιατί μνηστή είναι του Άδη.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Μα πώς να γενή; Βάρβαροι απ' ολούθε φυλάγουν.
ΠΥΛΑΔΗΣ
Ποιοι είναι αυτοί; Δεν φοβούμαι κανένα εγώ Φρύγα.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Είναι τους για να φυλάγουν μυρωδιές και καθρέφτες.
ΠΥΛΑΔΗΣ
Ώστε ξανάρθ' εδώ φέρνοντας τα καλά της Τρωάδος;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Βέβαια. Η Ελλάδα στενοχώρια της δίνει.
ΠΥΛΑΔΗΣ
Μπρος στον ελεύθερο ο σκλάβος μηδέν είναι πάντα.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Αν μπορώ αυτό να κάμω, να πεθάνω δυο φορές δεν αρνούμαι.
ΠΥΛΑΔΗΣ
Ούτε βέβαια εγώ, αν εκδίκηση λάβω για σένα.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Μίλα και ό,τι εσύ λες σε καλό φέρ' το τέλος.
ΠΥΛΑΔΗΣ
Στο σπίτι μέσ' ας μπούμε τάχα για να σκοτωθούμε.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Καταλαβαίνω αυτό, μα όχι τι θα γίνη κατόπι.
ΠΥΛΑΔΗΣ
Μπροστά της θα κλαφτούμε για τα δεινά που τραβούμε.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Για να κλάψη αυτή αν και το χαίρει η ψυχή της.
ΠΥΛΑΔΗΣ
Κ' εμείς το ίδιο τότε θα αισθανώμεθα τα ίδια μ' εκείνη.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Μα κατόπι; Πώς θ' αποτελειώσουμ' εμείς τον αγώνα;
ΠΥΛΑΔΗΣ
Κάτωθ' απ' τους πέπλους μας θάχωμε σπαθιά μεις κρυμμένα.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Μα πώς θα την σκοτώσουμε μπρος στους ίδιους της δούλους;
ΠΥΛΑΔΗΣ
Θαν τους κάνουμε να σκορπισθούν μέσ' στο σπίτι.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Και πρέπει να σκοτώσουμ' όποιον δεν σιωπήση.
ΠΥΛΑΔΗΣ
Στερνά η περίσταση τι θενά κάμουμε θα μας διδάξη.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Της Ελένης ο φόνος τούτο νάναι το σύμβολό μας.
ΠΥΛΑΔΗΣ
Κατάλαβες. Τώρ' άκουσε πώς είν' λαμπρό το σχέδιο μου.
Βέβαια, αν το σπαθί υψώναμε κατά μιας τίμιας γυναίκας,
ο φόνος άτιμος θαν ήταν μα με την τιμωρία τούτη
λαβαίνουμ' εκδίκησι για όλη εμείς την Ελλάδα
για όσους τους εσκότωσε τους πατέρες κ' οι πατέρες
για τα παιδιά τους κ' οι γυναίκες για τους άνδρες
που τους έχασαν. Χαρά μεγάλη θα γίνη για τούτο
και πυρά θα κάψουν μπρος στους θεούς παρακαλώντας
ευτυχία σ' εμάς να δώσουν γιατί μιαν άθλια γυναίκα
σκοτώσαμε. Και πλέον δεν θα σε λένε μητροκτόνο
αν τη σκοτώσης· αλλά τόνομα τούτο παραιτώντας
για ένα άλλο καλύτερο θα λέγεσαι συ της Ελένης
ο φονηάς, αυτής πούκαμε τόσους πολλούς να χαθούνε.
Όχι δεν συχωριέται ο Μενέλαος ευτυχής νάναι
κι' ο πατέρας σου και συ κ' η αδελφή σου έτσι να πάτε
αδικοθάνατοι κ' η μάννα σου . . . Μα τούτο θα σιωπήσω
γιατί να ειπωθή καλό δεν είναι . . . Κι' αυτός να μη καθήση
στο σπίτι σου ξαναποκτώντας τη γυναίκα του απ' το δόρυ
του Αγαμέμνονος. Ζωή να μη έχω πλέον αν δεν τραβήξω
το μαύρο μου σπαθί επάνω της. Μα κι' αν το φόνο ακόμη
της Ελένης δεν πιτύχουμε, ας πεθάνουμε όμως όταν
τα παλάτια αυτά κάψουμε. Δεν θάμαστε πια στερημένοι
μιας απ' της δυο τούτες τιμές: ή να πεθάνουμε όπως πρέπει
με δόξα ή να γλυτώσουμε τη ζωή μας δοξασμένοι.
ΧΟΡΟΣ
Αξίζει του Τυνδάρεω η κόρη μισητή νάν' απ' όλες
της γυναίκες, αυτή που το γένος της έχει ατιμάσει.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Άλλο πιο καλό από ένα πιστό φίλο δεν είναι,
ούτε τα πλούτη, ούτε η εξουσία, κ' είναι αφροσύνη
να προτιμούμε το πλήθος παρά ευγενικόν ένα φίλο.
Συ αλήθεια βρήκες την εκδίκηση εναντίο του Αιγίσθου.
Συ μαζί μου στον κίνδυνον ήσουν κι' ακόμη και τώρα
την εκδίκηση δίνεις μου εναντίο των εχθρών μου
και από με δεν τραβιέσαι. Μα τον έπαινό σου εγώ παύω,
γιατί ο πολύς έπαινος κόπο δίνει σ' αυτόν που επαινείται.
Όσο για μένα όταν πρέπεται την ψυχή μου να δώσω
ποθώ κάθ' ενέργεια να κάμω εγώ για να σβύσουν
κ' οι εχθροί μου, ώστε αντάμα να χαθούν που εσταθήκαν
προδότες μου κι' όσοι δυστυχία μου έφεραν όμοια να κλάψουν.
Είμαι γυιός του Αγαμέμνονος που σαν άξιο ελογίσαν
και την Ελλάδα εξουσίασε και χωρίς τυραννία
τέτοια δύναμη έλαβε σαν θεός νάταν.
Με θάνατο δούλου δεν τον προσβάλω, αλλά την ψυχή μου
σαν άνδρας ελεύθερος θ' αποδώσω ζητώντας
απ' το Μενέλαο να λάβω εκδίκηση. Ευτυχισμένοι
είμαστε σαν κ' ένα μόνο έργο να κάνουμ' εμείς δυνηθούμε,
αν μια σωτηρία μας έρθη ανέλπιστη· αν δυνηθούμε
να σκοτώσουμε δίχως να σκοτωθούμε. Γιατ' είναι μ', αλήθεια,
γλυκό να εκφράζω αυτόν οπού αισθάνομαι τον πόθο με λόγια
φτερωτά και να δίνω ανέξοδην έτσι χαρά στην καρδιά μου.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Αδελφέ, λογιάζω τώρα πως το γλυτωμό σου ευρήκα
και το δικό του και συνάμα το γλυτωμό τον ιδικό μου.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Την πρόνοια των θεών εκφράζεις έτσι! Όμως τι είναι;
Γιατί ξέρω καλά τη φρονιμάδα του νου του δικού σου.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Άκου λοιπόν και συ προσεκτικά αφοκράσου.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Μίλα· γιατί απαντέχοντας ένα καλό το αρραθυμούμε.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Ξέρεις την κόρη της Ελένης; Σε ρωτώ κάτι που ξέρεις.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Ξέρω την Ερμιόνη που η μάννα μου την έχει αναστημένη.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Αυτή στης Κλυταιμνήστρας τον τάφον έχει πάει.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Τι να κάμη εκεί; Ποιαν ελπίδα από τούτο εσύ βγάνεις;
ΗΛΕΚΤΡΑ
Πάει απ' όνομα της μάννας της χοές να ρίξη στον τάφο.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Έστω· πώς αυτό που λες το γλυτωμό μας θα φέρη;
ΗΛΕΚΤΡΑ
Σαν όμηρο αρπάξετέ την όταν θα ξαναγυρίση.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Αυτό που λες τι καλό σ' εμάς τους τρεις θα κάμη;
ΗΛΕΚΤΡΑ
Σαν σκοτωθή η Ελένη, αν ο Μενέλαος θέλη να ενεργήση
εναντίο σου, εναντίον αυτού κ' εμένα, γιατί μας κάνει
ένα η φιλία μας, πες του πως την Ερμιόνη θα σκοτώσης·
και κράτα το σπαθί σου στο λαιμό πάνω της κόρης.
Κι' αν ο Μενέλαος θωρώντας την Ελένη στο αίμα να πλέη
σε γλυτώση εσένα για να μη σκοτωθή η δική του η κόρη,
την παρθένα στον πατέρα της απόδωσε. Αλλ' αν όμως
να χαλινώση μη δυνάμενος την παράφορη ορμή του
θέλει να σε σκοτώση, κτύπα της το λαιμό εσύ της κόρης.
Λογιάζω ως τόσο πως στα πρώτα οργήν έχοντας άγρια
στερνά θα πραΰνη την καρδιά του, γιατί δεν είναι τολμητίας
ουδέ θαρραλέος. Τέτοια είν' η πεποίθησή μου. Είπα όλα.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Ω συ πούχεις ενός άνδρα καρδιά σ' ωραιότατο σώμα
γυναίκας πόσο πιο αξίζει να ζης παρά να πεθάνης!
Πυλάδη, λοιπόν θα στερηθής, άμοιρε, μιας τέτοιας γυναίκας
που φύλαγες για σένα, εάν ζήσης, γάμο ευτυχισμένο;
ΠΥΛΑΔΗΣ
Είθε τούτο να γίνη. Είθε στην πόλη των Φωκαέων
να μπη τιμημένη απ' όμορφο γάμο.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Μα πότε η Ερμιόνη θα γυρίση σπίτι. Γιατί καλά τάπες
αν έχουμε τύχη το σκύμνο να πιάσουμε ασεβή πατέρα.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Λογιάζω πως κοντοζυγώνει, γιατί πώφυγε είναι πολληώρα.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Καλά, Συ Ηλέκτρα αδελφή μου, στο παλάτι μπρος στάσου
για να υποδεχθής την κόρη σαν έρθη και βλέπε
μη πριχού να εκτελέσουμε το φόνο προβάλλη κανένας
δικός τους ή ο αδελφός του πατέρα μας και μας προλάβουν
στο παλάτι ερχάμενοι. Φώναξε τότε συ από το σπίτι
ή της πόρτες κρατώντας μεγαλόφωνα μίλα από μέσα.
Εμείς τώρ' ας μπούμε και με σπαθί τα δικά μας τα χέρια
για τη στερνή αυτή μάχη ας αρματώσουμε, Πυλάδη,
γιατί βοηθός μου συ είσαι εις τα έργα μου όλα.
Ω συ που βρίσκεσαι στης μαύρης νύχτας της χώρες,
πατέρα, ο γυιός σου σε κράζει. Βοήθεια μας έλα,
παρακαλούμε σε, μια που για σένα δυστύχεψα τόσο,
συφορές άδικες έπαθα κι' απ' τον αδελφό σου
προδόθηκα, πούκαμα μια δίκαια πράξη. Ν' αρπάξω θέλω
τη γυναίκα του και να τη σκοτώσω. Βοήθησέ μας σε τούτο.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Ω πατέρα, έλα αν κάτ' απ' τη γη ακούς τα παιδιά σου
που σε φωνάζουν κ' εξ αιτίας δικής σου πεθαίνουν.
ΠΥΛΑΔΗΣ
Ω συγγενή του πατέρα μου Αγαμέμνων, άκου κ' εμένα
τα παρακάλια μου και σώσ' τα παιδιά τα δικά σου.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Τη μάννα μου σκότωσα.
ΠΥΛΑΔΗΣ
Εγώ το σπαθί είχ' οδηγήσει.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Κ' εγώ τον παρακίνησα κι' απομάκρυνα κάθε του φόβο.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Για να σ' εκδικήσω, πατέρα.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Ουδ' εγώ επρόδωκά σε.
ΠΥΛΑΔΗΣ
Ακούς λοιπόν τα παράπονα τούτα και τα παιδιά σου;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Χοές τα δάκρυά μου σου κάνω.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Τους δικούς μου εγώ θρήνους.
ΠΥΛΑΔΗΣ
Πάψτε κι' ας μπούμε στο έργο. Αν τα παρακάλια
εισχωρούν κάτω απ' τη γη, μας ακούει. Και συ, ω Δία
πρόγονε και συ σεβάσμια Δικαιοσύνη, δόστε επιτυχία
σε τούτον, εις αυτήν και εις εμέ. Γιατί ένα είναι το έργο,
ένας ο αγώνας για τους τρεις. Μαζί θα ζουν ή θα πεθάνουν.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Στροφή
Ω αγαπητοί Μυκηναίοι,
που πρώτοι εκατοικήστε
το Άργος το Πελασγικό.
ΧΟΡΟΣ
Γιατί τη φωνή σου υψώνεις,
σεβάσμια, γιατί μου απομένει
στην πολιτεία των Δαναϊδων
ακόμη τ' όνομ' αυτό;
ΗΛΕΚΤΡΑ
Από σας κάποιες ας μένουν
γυρισμένες προς το δρόμο
των αμαξών κ' οι άλλες όλες
προς το δρόμο του σπιτιού.
ΧΟΡΟΣ
Γιατί τούτο μου προστάζεις;
Ξήγησέ μου, αγαπητή.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Μη κανείς ερθή φοβούμαι
προς το σπίτι με τη γνώμη
να σκοτώση και μας φέρη
συφορά στη συφορά.
1ον Ημίχορον
Μπρος, ας βιαστούμε, αυτό το δρόμο
προς την ανατολή θα βλέπω εγώ.
2ον Ημίχορον
Κ' εγώ αυτόν κατά τη δύση.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Των ματιών της κόρες στρέψτε
απ' αυτό κι' απ' τάλλο μέρος.
1ον Ημίχορον
Κάνουμ' ως προστάζεις συ.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Αντιστροφή
Της κόρες των ματιών σας στρέφετε
απ' όλες της μεριές ανάμεσα
απ' τους βοστρύχους των μαλλιών σας.
2ον Ημίχορον
Ποιος είν' εκείνος στο δρόμο;
Ποιος είναι τούτος ο άνθρωπος,
ο χωριάτης, που πηγαινόρχεται
γύρω, τριγύρω στο σπίτι;
ΗΛΕΚΤΡΑ
Εχαθήκαμε, πάει, καλές μου!
Στους εχθρούς μας θα δώση αυτός είδηση
στα ωπλισμένα θηρία, τανήμερα.
1ον Ημίχορον
Φόβο, αγαπητή, μην έχης!
Αδόκητά σου ο δρόμος είν' έρημος.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Κι' απ' το δικό σας το μέρος; Είν' τίποτε;
Κι' απ' αυτού όλα ήσυχα είναι;
Δόστε μου καλή μιαν απόκριση.
Στο σπίτι μπροστά δεν είν' τίποτε;
2ον Ημίχορον
Κι' απ' εδώ καλά όλα πάνε·
μόνο συ καλά απ' το μέρος σου κύττα.
Απ' εδώ καμμιά Δαναΐδα δεν έρχεται.
Στροφή
Το ίδιο εγώ λέω· από δω δεν είν' άνθρωπος.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Μπρος, πάω λοιπόν να κροτήσω της πόρτες
με τον ήχο της φωνής μου. — Γιατί αργείτε τόσο,
σεις που είσθε στο σπίτι, να θυσιάστε το θύμα,
ενώ όλα είν' ήσυχα; Δεν σας ακούνε.
Ω άμοιρη εγώ, από της συφορές μου.
Τα σπαθιά τους γινήκαν αδύναμα τόσο
μπρος στην ομορφιά! Σε λίγο ίσως κανένας
Αργείος ωπλισμένος θάρθη να τρέξη
για βοήθεια στο σπίτι. Κυττάξετ' ακόμα
καλύτερα. Η ώρα ησυχίας δεν είναι.
Και σεις και σεις άλλες τα μάτια σας στρέψτε
απ' όλα τα μέρη, εδώθε κ' εκείθε.
ΧΟΡΟΣ
Αλλάζουμε μέρος κι' απ' ολούθε ερευνάμε.
ΕΛΕΝΗ
Αλλοίμονό μου, Άργος Πελασγικό, εγώ άθλια πεθαίνω.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Τ' ακούτε σεις; Οι άνδρες χερικό στο φόνο κάνουν.
Της Ελένης το ξεφωνητό είναι κατά πώς εικάζω.
ΧΟΡΟΣ
Ω δύναμη του Δία, αιώνια δύναμη του, βοήθα τους φίλους.
ΕΛΕΝΗ
Μενέλαε! πεθαίνω και δεν είσαι εδώ να με βοηθήσης.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Θανατώσετε, σκοτώστε, σφάξτε, κτυπάτε. Μπήχτε
τα δίκοπα σπαθιά σας στη γυναίκα αυτή π' αφήκε
τον άνδρα της και τον πατέρα της κ' έκαμε να πεθάνουν
χιλιάδες Έλληνες τριγύρω στης δίνες του Σκαμάνδρου,
εκεί που τόσα δάκρυα τρέξαν απ' τους ένοπλους αγώνες.
ΧΟΡΟΣ
Σώπα, σώπα! Ακούω προς το δρόμο
κάποιο θόρυβο που πάει προς το σπίτι.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Ω πολυαγάπητές μου γυναίκες, η Ερμιόνη φθάνει
στην ώρα του φόνου. Της κραυγές μας ας πάψουμε. Πέφτει
στα δίκτυα κι' αυτή. Ανεκτίμητη λεία, αν μας είναι
βολετό να την πιάσουμε! Μ' ήσυχο ύφος σταθήτε
και της θωριάς σας το χρώμα ό,τι γίνεται ας μη φανερώνη.
Εγώ θάχω θολωμένα τα μάτια σαν να μην ήξερα διόλου
τα όσα εκτελούνται. — Ω παρθένα, ξανάρχεσαι τώρα,
αφού με λουλούδια έχεις στέψει τον τάφο
της Κλυταιμήστρας κι' αφού έκαμες χοές επιτάφιες;
ΕΡΜΙΟΝΗ
Έρχομαι αφού εκτέλεσα μιαν εξιλέωση. Μα ο φόβος
μ' επήρε ακούοντας μακρόθε φωνές από μέσα στο σπίτι.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Και πώς; Αυτό που μας συμβαίνει αξίζει να μυρολογιέται.
ΕΡΜΙΟΝΗ
Μίλα καλύτερα. Καμμιά νέα δυστυχία αναγγέλλεις;
ΗΛΕΚΤΡΑ
Ο τόπος πήρε απόφαση ο Ορέστης κ' εγώ να σκοτωθούμε.
ΕΡΜΙΟΝΗ
Είθε από τούτο να γλυτώσετε σεις που είσθε δικοί μου.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Είναι το αποφασισμένο· βρισκόμαστε κάτω απ' την ανάγκη.
ΕΡΜΙΟΝΗ
Κ' εξ αιτίας αυτό βγαίνουνε ξεφωνητά στο σπίτι.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Ικετεύοντας γονατιστός μπρος στην Ελένη αυτός φωνάζει.
ΕΡΜΙΟΝΗ
Ποιος αυτός; δεν νοιώθω πια αν δε μου το εξηγήσης.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Ο άμοιρος Ορέστης για να μη σκοτωθή και για μένα.
ΕΡΜΙΟΝΗ
Ώστε από λόγο νόμιμο έτσι αντηχάει το σπίτι;
ΗΛΕΚΤΡΑ
Ποιος λόγος δικαιότερος για ξεφωνητά μπορούσε νάναι;
Μα να λάβης μέρος πήγαινε και συ στης ικεσίες
των φίλων σου· στης μάννας σου της τρισευτυχισμένης
τα πόδια πέσε, ο Μενέλαος νεκρούς να μη μας αγναντέψη.
Ω συ που αναστήθηκες μέσα στης μάννας μου τα χέρια,
έλεος λάβε συ για εμάς κι' αλάφρωσε της συφορές μας!
Τρέξε στον αγώνα αυτόν, εγώ θα πάω μπροστά σου.
Γιατί σ' εσέ είναι μοναχά η στερνή ελπίδα σωτηρίας.
ΕΡΜΙΟΝΗ
Νά που τρέχω εγώ λοιπόν βιαστικά να πάω στο σπίτι.
Όσο από μένα είναι δυνατό η σωτηρία σας θάρθη.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Ω σεις φίλοι, που μέσ' στο σπίτι είσθε αρματωμένοι,
με το σπαθί δεν θ' αρπάξετε τώρα τη λεία;
ΕΡΜΙΟΝΗ
Αλλοίμονο εμένα! Ποιοι είν' οι άνθρωποι τούτοι που βλέπω;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Σώπα. Το γλυτωμό μας φέρνεις, όχι το δικό σου.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Αρπάχτε την! Αρπάχτε την. Το σπαθί στο λαιμό της.
Ήρεμοι νάσθε, ώστε που ο Μενέλαος να το νοιώση
πως άνδρες βρήκε μπρος του κι' όχι δειλούς Φρύγες
και να υποστή ό,τι δειλοί να παθαίνουν αρμόζει.
Μπρος, αγαπητοί! Κάνετε οχλοβοή μεγάλη
και στο σπίτι μπρος φωνάζετε, γιατί είναι φόβος ακόμα
μη το έργο του φόνου απόκοτα τρομάξη τους Αργείους,
ώστε να τρέξουν για βοήθεια στα βασιλικά παλάτια
πριν να ιδώ με τα μάτια μου σφαγμένη την Ελένη
και ξαπλωμένη αιμόφυρτη στο σπίτι ή πριν ένας δούλος
μου φέρη καμμιάν είδηση, γιατί αν και κάτι ξέρω,
μα όλο όμως που γίνηκε δεν το καλογνωρίζω.
ΧΟΡΟΣ
Των θεών η εκδίκηση έπεσε δίκαια
στην Ελένη, γιατί ολάκαιρη αυτή την Ελλάδα
με δάκρυα εγέμισε για τον Ιδαίο Πάρι
που τους Έλληνες παρέσυρεν εις την Τρωάδα.
Μα του βασιλικού σπιτιού αντηχούνε οι πόρτες.
Σωπάστε. Είν' ένας Φρύγας που βγαίνει.
θα μάθουμ' απ' αυτόν ό,τι γίνεται σπίτι.
ΦΡΥΞ
Ξεφυγώντας το θάνατο το σπαθί φεύγω των Αργείων,
με τα βάρβαρα μου κούντουρα περνώντας τα κέδρινα σανίδια
και τα δωρικά τα τρίγλυφα μακρυά, ω γη, ω γη μου,
στο φευγιό μου το βάρβαρο. Αλλοί μ' αλλοί πού θα φύγω;
Ξένοι εσείς; Να πετάξω βολεί στου άσπρου του Αιθέρα
τα ύψη ή στη θάλασσα που κάνει να στριφογυρίζη
ο ταυροκέφαλος Ωκεανός που τη γην αγκαλιάζει;
ΧΟΡΟΣ
Τι τρέχει, σκλάβε συ της Ελένης, Ιδαίο κεφάλι;
ΦΡΥΞ
Ω Ίλιος, Ίλιος, αλλοίμονο σ' εμέ, ω πόλι της Φρυγίας
της παχυχώματης βασίλισσα, βουνό ιερό της Ίδης,
πόσο μ' επικήδεια τραγούδια και βαρβαρόφωνα σε κλαίω,
που ρήμαξες εξ αιτίας της γεννημένης απών' αυγό κύκνου,
της τόσ' όμορφης κόρης της Λύδας, της απαίσιας Ελένης,
της Εριννύας αυτής του Απολλώνιου κάστρου. Αλλοί μου!
Μυρολόι, μυρολόγια, Δαρδανία κακότυχη, χώρα
των αλόγων του Γανυμήδη που με τον Δία κοιμάται!
ΧΟΡΟΣ
Καθαρά τα πράμματα πες μας όσα σπίτι γίνηκαν,
γιατί δεν μπορώ τίποτε σωστό να εικάσω απ' όσα μας είπες.
ΦΡΥΞ
Οχού, οχού! έτσι αρχίζουν οι βάρβαροι τα μυρολόγια
τα βαρειοθρήνητα, αλλοίμον' αλλοί, σε μια γλώσσα
ασιατική, σαν το αίμα των βασιλιάδων στη γη απλώση
από τα σιδερένια του Άδη σπαθιά. Μα για να πω κάτι,
σ' εσέ, δυο λιοντάρια δίδυμα, Έλληνες μπήκαν στο σπίτι.
Απ' αυτούς ο ένας είχε πατέρα τον στρατηγό, ως τον λέγαν
κι' ο άλλος είναι γυιός του Στροφίου, τεχνίτης στο δόλο,
σαν τον Οδυσσέα, πιστός εις τους φίλους,
τολμηρός στον αγώνα, στον πόλεμο άξιος και δράκος.
Είθε χαμένος να πάη για την ήσυχή του αυτή φρονιμάδα,
τέτοιος πούναι κακούργος! Στο θρόνο κοντά ήρθαν
της γυναίκας που επήρε τον Πάρι. Και με μάτια βρεγμένα
από δάκρυα ταπεινοί εσταθήκαν απ' τη μια μεριά ο ένας
κι' απ' την άλλη ο άλλος, να κτυπήσουν. Και τα χέρια ρίξαν
ικετεύοντας στα γόνατα της Ελένης. Κ' οι σκλάβοι Φρύγες
με βιάση έτρεξαν κι' ο ένας τον άλλο ανήσυχα ερώτα
αν σ' αυτά δεν κρυβότουν παγίδα. Κ' εκρίναν
άλλοι πως τέτοια δεν ήτανε κι' άλλοι λογιάζαν πως βλέπαν
του Τυνδάρεω την κόρη στα δίκτυα του μητροκτόνου.
ΧΟΡΟΣ
Και συ πού λοιπόν τότε βρισκόσουν;
Απ' το φόβο σου πια μήπως τώστριψες κι' όλα;
ΦΡΥΞ
Κατά τύχη, όπως είναι συνήθεια φρυγική, κλωθογυρνούσα
γύρω στην Ελένη, ανεμίζοντας φτερό στο πρόσωπό της,
ως θέλει των βαρβάρων ο συρμός. Κ' εκείνη με τα νύχια
το λινάρι απ' τ' αδράχτι και της κλωστές άφινε χάμω
να πέφτουν θέλοντας να πλέξη το Φρύγιο λάφυρο στολίδια
λινά και πορφυρένιες ντύσες για της Κλυταιμήστρας
τον τάφο. Κ' εις την λακώνισσα γυναίκα ο Ορέστης
έτσι μίλησε. «Κόρη του Δία, άφησ' το θρόνο σου για νάρθης
στο θρόνο του προπάππου Πέλοπα, στην αρχαία εστία
εκεί τα λόγια μου ν' ακούσης. Κι' ωδηγούσε την κ' εκείνη
ακολουθούσε μη προβλέποντας. Κι' ο σύντροφός του
ο Φωκαέας ο άπιστος έκανε κάτι άλλο. — Δεν θα το κουνήστε
από δω Φρύγες, δειλοί! — Κ' έκλεισέ τους μέσ' στο σπίτι,
άλλους στο σταύλο των αλόγων κι' άλλους πάλι απ' έξω,
σκορπίζοντάς μας ολότελα μακρυά από την κυρά μας.
ΧΟΡΟΣ
Τι θλιβερό συνέβηκε κατόπι;
ΦΡΥΞ
Μητέρα Ιδέα, παντοδύναμη μητέρα, αλλοίμονο, αλλοί μου!
Ω αιματηρά κι' άσεβα κακά, που με τα μάτια μου τα ίδια
τάδα στα παλάτια τα βασιλικά! Τραβώντας και στα χέρια
κρατώντας τα σπαθιά πούκρυβαν στους πορφυρένιους πέπλους,
καθένας τους κύτταξε ολόγυρα μη παραστέκεται κανένας.
Και τότε σαν βουνήσιοι κάπροι στρέφοντας προς τη γυναίκα
της λεν: «Απόθανε! Ο κακός σου ο άνδρας σε σκοτώνει,
τ' άφησε που το γυιό τ' αδελφού να σκοτωθή στ' Άργος».
Εκείνη φώναξε: «Αλλοίμονό μου» και τάσπρα της μπράτσα
ρίχνοντας πάνω στο στήθος κτύπησε την κεφαλή με θλίψη
φεύγοντας δώθε κ' εκείθε και ζητώντας με τα χρυσά της
πέδιλα να τρέξη. Μα ο Ορέστης προχωρώντας
με τα μυκηναία ποδήματά του απ' τα μαλλιά άρπαξέ την
και λιγώντας το λαιμό της προς τ' αριστερά ετοιμαζότουν
να της μπήξη το μαύρο το σπαθί στο λαιμό της.
ΧΟΡΟΣ
Και πού ήταν λοιπόν του σπιτιού οι Φρύγες να βοηθήσουν;
ΦΡΥΞ
Με μοχλούς ανοίξαμε, χουγιάζοντας, πόρτες και μάνδρες,
όπου είμαστε κλεισμένοι και για βοήθεια τρέξαμε απ' όλες
της άκρες, άλλοι με πέτρες κι' άλλοι με σαΐτες
κι' άλλοι με σπαθιά γυμνά στα χέρια. Μα ο Πυλάδης
χυμά κατά πάνω μας ακράτητος, σαν τον Έκτορα όμοιος
ή σαν τον Αίαντας με τρίλοφη περικεφαλαία, που τον είδα
στης πόρτες του Πριάμου. Και τα σπαθιά σταυρώσαμε, όμως
δείχθηκε πόσο εμείς οι Φρύγες είμαστε στο δόρυ
το Ελληνικό πιο αδύναμοι στη μάχη. Ο ένας φεύγει,
ο άλλος πέφτει νεκρός, τούτος λαβώνεται, παρακαλάει εκείνος
ζητώντας να κρυβή απ' το θάνατο και φεύγουμε κρυφτούλι·
κι' άλλοι πέσαν σκοτισμένοι, άλλοι του θανατά κοιτώνταν.
Κ' η Ερμιόνη μπήκε στο σπίτι τη στιγμή που η μάννα
που την γέννησε η ταλαίπωρη χάμω έπεφτε σφαγμένη.
Μα εκείνοι όμοια με Βάκχες χωρίς θύρσο που δρομίζουν
καταπάνω στο βουνήσιο ελαφάκι, την αρπάξαν στα χέρια
και ξανακτύπησαν του Δία την κόρη. Όμως εκείνην
ω Δία, ω Γης, ω φως, ω νύκτα, είτε με γητέματα είτε
με τέχνη μαγική, στα ύψη την πήραν οι θεοί κ' εκείθε
απ' το δωμάτιο έφυγε κι' άφαντη γίνηκε απ' το σπίτι,
Ό,τι στερνά από τούτο εγίνη δεν γνωρίζω, γιατί τότε
στη φευγάλα τώσκασε το πόδι μου έξω απ' το σπίτι.
Μα ο Μενέλαος άδικα ετράβηξε βάσανα και κόπους να φέρη
την Ελένη τη γυναίκα του ξανά απ' την Τροία.
ΧΟΡΟΣ
Κάτι άλλο βέβαια συνέβηκε στερνά από τούτο,
γιατί τον Ορέστη βλέπω με το σπαθί στο χέρι μπρος
στο παλάτι νάρχεται τώρα κατά εδώθε με γοργό βήμα.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Πού είν' εκείνος που σπαθί μου ξέφυγε έξω απ' το σπίτι;
ΦΡΥΞ
Βασιλιά, σε προσκυνώ σα βάρβαρος τα πόδια σου φιλώντας.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Στην Ίλιο δεν είμαστε, αλλά στου Άργους τη χώρα.
ΦΡΥΞ
Παντού στους φρόνιμους γλυκύτερ' η ζωή παρά ο Χάρος.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Δεν φώναξες διόλου στο Μενέλαο νάρθη βοήθεια;
ΦΡΥΞ
Μάλλον για βοήθεια σου εφώναξα, τι πιο τ' αξίζεις.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Ώστε του Τυνδάρεω η κόρη εχάθηκε δίκηα.
ΦΡΥΞ
Δικαιότατα, κι' αν τρία λαρύγγια για σφάξιμο είχε.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Από φόβο εσύ με κολακεύεις, μα δεν σκέπτεσ' έτσι.
ΦΡΥΞ
Γιατί; Μη δεν αφάνισε σαν την Ελλάδα τους Φρύγες;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Ορκίσου πως δεν το λες για χάρη μου, ειδέ θα σε σκοτώσω.
ΦΡΥΞ
Στην ψυχή μου ορκίζομαι, πούν' ο ιερώτερός μου όρκος.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Το σπαθί και στην Τροία οι Φρύγες έτρεμαν το ίδιο.
ΦΡΥΞ
Το σπαθί μέριασε· στης αστραψιές τ' αγναντεύω το χάρο.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Σαν τη Γοργώ ν' αντίκρυζες σκιάζεσαι μη γίνης πέτρα;
ΦΡΥΞ
Πιότερο μη φονευθώ φοβάμαι· της Γοργούς δεν ξέρω την όψη.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Σκλάβος, το χάρο φοβάσαι που απ' τα βάσανα θάβγης;
ΦΡΥΞ
Κάθε άνθρωπος κι' ο σκλάβος χαίρεται το φως ν' αγναντεύη.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Καλά τα λες· σε σώζει η γνώση σου. Μόν' έμπα στο σπίτι.
ΦΡΥΞ
Ώστε δεν θα με σκοτώσης;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Όχι. Σούδωκα χάρη.
ΦΡΥΞ
Νά καλός λόγος.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Αν δεν μετανοιώσω.
ΦΡΥΞ
Όχι, όμορφος λόγος.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Άμυαλος είσαι αν λογιάζης πως θα ήθελα το λαιμό σου
να αιματώσω, γιατί συ ούτ' άνδρας είσαι ούτε γυναίκα.
Όσο για σας απ' το παλάτι πετάχθηκα μην ξεφωνήστε,
γιατί σαν τα ξεφωνητά σας άκουε τ' Άργος θα σηκωνότουν^
μα τον Μενέλαο δεν τον φοβάμαι το σπαθί μου όσο φθάνει.
Ας ερθή, καμαρώνοντας την ξανθή του κόμη στους ώμους.
Γιατί αν φέρη στο σπίτι τούτο μαζωχτούς Αργείους
για να εκδικήση της Ελένης το φόνο κι' αν δεν θελήση
να σώση εμέ, την αδελφή και τον Πυλάδη, που συνεργός μου
ήταν, δυο θα ιδή πτώματα, της κόρης και της γυναικός του.
ΧΟΡΟΣ
Αλλοίμονο, αλλοί, μεγάλη
δυστυχιά! Η γεννειά
των Ατρειδών πέφτει πάλι
σε φρικτό σπαραγμό.
1ον Ημίχορον
Τι να κάνουμ' εμείς τώρα;
Να δώσουμ' είδηση στη Χώρα;
Ή να κρατήσουμε σιωπή;
2ον Ημίχορον
Η σιωπή πιο φρόνιμ' είναι.
1ον Ημίχορον
Νά, στο σπίτι εκεί πέρα,
νά, καπνός εις τον αιθέρα
υψώνεται κ' είδηση δίνει
πως κάτι άλλο θάχη γίνει.
2ον Ημίχορον
Δάδες ανάφτουν ολοένα
σαν να θέλαν κυκλωμένα
στη φωτιά νάχουν τα παλάτια
του Ταντάλου κι' όλο εκεί σφάζουν.
ΧΟΡΟΣ
Ο θεός στους θνητούς σημαδεύει
το τέλος που θέλει. Η δύναμή του
είναι τρανή, θεός κάποιος παιδεύει
το σπίτι αυτό μέσ' στο αίμα. Ποινή του
για του Μυρτίλου το φόνο λαβαίνει,
που σκοτώσαν απ' τ' άρμα γκρεμνώντας.
Το Μενέλαο βλέπ' όμως να πγαίνη
προς το σπίτι τρεχάτος, μαθόντας
ίσως ό,τι εσυνέβηκε. Κλείστε
με τα μάνταλα, ω Ατρείδες, της πόρτες,
σεις που κει μέσα τώρ' είστε.
Φοβερός ο καλότυχος είναι
σ' όσους, Ορέστη, όπως συ
δυστυχία παραδέρνει.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Έρχομαι μαθόντας τα σκληρά κι' αυθάδη έργα
των δυο λιονταριών, γιατί ανθρώπους εγώ δεν τους λέω.
Για τη γυναίκα μου άκουσα να λεν πως δεν σκοτώθη,
μ' αναλήφθηκε· μάταιη φήμη που ένας σαστισμένος
από φόβο μου ανάγγειλε. Αλλ' αυτά τέχνες είναι
του μητροκτόνου και μόνο περγέλιο. Κανείς σας το σπίτι
ας ανοίξη! Τους δούλους προστάζω να σπάσουν της πόρτες
για να γλυτώσω απ' τα χέρια αυτών, των φονηάδων,
την κόρη μου τουλάχιστον και να ξαναύρω τη δύστυχή μου
γυναίκα. Απ' το χέρι μου οι φονηάδες της θα σκοτωθούνε.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Αι! συ! Μην αγγίζης της κλειστές πόρτες. Σ' εσένα το λέω,
Μενέλαε, πώχεις αυθάδεια σαν κάστρο, ειδ' αλλέως
το κεφάλι σου ψηλά εδώθε απ' τον τοίχο θα σπάσω
με την κορνίζα κτυπώντας το της παληάς στέρεης στέγης.
Οι πόρτες με μάνταλα καλά είναι κλεισμένες· θ' ανθέξουν
σε κάθε σου αγώνα και στο σπίτι εσύ μέσα δεν θάμπης.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Ω! τ' είν' αυτό; Τη λάμψη βλέπω από φλόγες κι' απάνω
στου σπιτιού την κορφή σαν πύργο βλέπω άνδρες
που κρατάν το σπαθί στο λαιμό της κόρης μου απάνω.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Να μ' ερωτήσης θέλεις ή μήπως να μ' ακούσης;
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Κανέν' από τα δυο. Μα πρέπει, ως βλέπω, να σ' ακούσω.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Την κόρη σου εγώ θα σκοτώσω, αν θες να ξέρης.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Την Ελένη έχοντας σκοτώσει κι' άλλο θα κάνης φόνο;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Είθε να το μπορούσα, αν οι θεοί δεν μ' απατούσαν!
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Αρνιέσαι πως την σκότωσες και λες αυτό να με χλευάσης.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Με λύπη βέβαια τ' αρνιέμαι. Είθε να το μπορούσα.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Να κάμης τι; Μεγάλο δίνεις μου τρόμο, αλήθεια.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Στον Άδη να γκρεμίσω το ντρόπιασμ' αυτό της Ελλάδος.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Της γυναίκας μου το κορμί δος μου στον τάφο να το βάλω.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Απ' τους θεούς ζήτα το. Την κόρη θα σκοτώσω.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Ο μητροκτόνος φόνο πάνω στο φόνο κάνει!
ΟΡΕΣΤΗΣ
Τον πατέρα μου εκδικιέμαι, που πεθαμμένο επρόδωκάς τον.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Της μάννας σου λοιπόν ο φόνος αρκετός δεν σου ήταν;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Ποτέ δεν θ' αποκάμω σκοτώνοντας κακές γυναίκες.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Και συ, Πυλάδη, συνεργός εστάθηκες στο φόνο τούτο;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Η σιωπή του το βεβαιώνει. Φτάνει που εγώ το λέω.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Όχι όμως ατιμώρητος, αν σε φτερά επάνω δεν φύγης.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Δεν θα φύγουμε, αλλά φωτιά θα βάλουμ' εμείς στο παλάτι.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Το πατρικό σου λοιπόν σπίτι συ ο ίδιος θα ρημάξης;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Για να μη τώχης εσύ. Και τούτη στη φωτιά θα σφάξω.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Σκότωσ' την λοιπόν, κι' ως το τολμήσης ξέρω να σε παιδέψω.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Τούτο θα γίνη.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Αλλοίμονο, αλλοί! να μην το κάμης.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Σώπα λοιπόν κ' υπόμενε συφορά δίκηα.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Και συ, δίκηο να ζήσης;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Και τη γη να εξουσιάζω τούτη.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Ποια γη;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Το Πελασγικό το Άργος τούτο.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Το νερό του καθαρμού θαγγίξης συ;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Γιατί όχι;
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Και τα σφάγια θα θυσιάζης πριχού απ' τη μάχη;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Μην είσαι εσύ άξιος να το κάμης;
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Αμόλυντα έχω τα χέρια.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Όχι όμως και της σκέψεις.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Και ποιος θα σου μιλούσε;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Όποιος τον πατέρα μου αγαπάει.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Μα όποιος στη μάννα του έχει σέβας;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Είναι ‘τός ευτυχισμένος;
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Ώστε συ δεν είσαι;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Βέβαια οι κακές γυναίκες δεν μ' αρέσουν.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Μάκρυνε απ' την κόρη μου το σπαθί αυτό.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Πλανιέσαι.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Την κόρη μου ώστε θέλεις να σκοτώσης;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Τώρα δεν πλανιέσαι.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Αλλοί μου! τι θα κάμω;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Πήγαινε και πείσε τους Αργείους . . .
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Τι να τους πείσω;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Η πόλη κ' εμάς να μη σκοτώση.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Ή την κόρη μου θα θανατώστε;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Βέβαια.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Άμοιρη Ελένη!
ΟΡΕΣΤΗΣ
Μη κ' εγώ τάχα το ίδιο άμοιρος δεν είμαι;
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Σου ξανάφερα το θύμα σου απ' τη Φρυγία . . .
ΟΡΕΣΤΗΣ
Οι θεοί θέλησαν έτσι.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Τραβώντας μύριους κόπους.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Όχι όμως για μένα.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Σκληρά υπόφερα.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Δεν μούδωκες βοήθεια
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Με κρατείς στα χέρια.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Συ ο ίδιος μέσ' την κακία σου πιάστηκες. Μα μπρος, Ηλέκτρα,
βάλε φωτιά στο σπίτι αυτό! Και συ, Πυλάδη, πιο πιστέ μου
φίλε, κάψε τα κουφώματα απ' τους τοίχους τούτους.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Ω γη των Δαναών, που θεμελίωσαν τ' αλογοτρόφο τ' Άργος
δεν τρέχετε βοήθεια να δόστε αρματωμένοι;
Γιατί τούτος βίαν εργάζεται σ' όλη την πόλη
για να ζήση φρικτός σαν στάθηκε μητροκτόνος.
ΑΠΟΛΛΩΝ
Μενέλαε, πράυνε, την ωργισμένη καρδιά. Εγώ ο Φοίβος
ο γυιός της Λητούς μπροστά σου είμαι κ' εγώ σου κρένω.
Και συ που ωπλισμένος την κόρη αυτή φοβερίζεις, Ορέστη,
στάσου κι' ό,τι θα σου πω αφοκράσου. Αλήθεια, η Ελένη
που να σκοτώσης ποθούσες με το Μενέλαο άγρια ωργισμένος
και που σου ξέφυγε, είν' αυτό τ' άστρο που μέσα στα βάθη
του αιθέρα το βλέπετε. Εσώθη κι' απ' τα δικά σου τα χέρια
δεν σκοτώθηκε. Ο ίδιος την έσωσα εγώ κι' απ' το σπαθί σου
την άρπαξα κατά προσταγή του πατέρα του Δία. Γιατί όντας
κόρη του Δία πρέπει να ζήση αθάνατη κ' έτσι θα μένη
στα βάθη του αιθέρα με τον Κάστορα και τον Πολυδεύκη
για τους ναύτες καλόβολη. Μενέλαε, συ πάρε άλλη γυναίκα
σύντροφό σου στο σπίτι, γιατί οι θεοί τόσους φόνους έφεραν
στους Έλληνες και τους Φρύγες για την ομορφιά της
εκείνης, ώστε τη γη ν' απαλλάξουν από πλήθος αυθάδεις.
Αυτά για την Ελένη. Και συ, Ορέστη, πρέπει
τα σύνορα να διαβής της χώρας τούτης και να μείνης
στους Παρρασίους ως ενός χρόνου κύκλος να γίνη.
Και τ' όνομά της η εξορία σου στη χώρ' αυτή θα δώση
κι' Ορεστία θα την λεν οι Αρκάδες. Κι' από κείθε
στην πόλη θα πας των Αθηναίων για να δώσης λόγον
για της μάννας σου το φόνο εις της τρεις της Ευμενίδες.
Οι θεοί θάναι δικασταί της δίκης και θα βγάλουν
τη σεβάσμιαν απόφαση στο λόφο του Αρεως, όπου
συ θα κερδήσης. Κ' είναι της μοίρας την Ερμιόνη
να πάρης γυναίκα, που το σπαθί έχεις στο λαιμό της.
Κι' ο Νεοπτόλεμος, που το λογιάζει δεν θα την πάρη.
Το γραφτό του είναι από δελφικό σπαθί κάποιο να πάη
σαν θαρθή να μου ζητήση εκδίκηση να λάβη του Αχιλλέα
του πατέρα του. Δόσε στον Πυλάδη, ως του έχεις
τάξει, την αδελφή σου, κ' η ζωή τους θάν' ευτυχισμένη.
Μενέλαε, άφησ' τον Ορέστη να κυβερνάη το Άργος
και ξαναγύρισε στη Σπαρτιατική γη να βασιλεύσης
και κράτα την προίκα της γυναίκας, π' ως τα τώρα
σ' αμέτρητους κι' ατέλειωτους σ' έρριξε αγώνες,
θα συμβιβάσω εγώ τη διαφορά του με την πόλη,
γιατί τον ανάγκασα εγώ ο ίδιος στης μάννας του το φόνο.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Ω προφήτη Λοξία, μαντευτής λοιπόν δεν ήσουν
ψεύτης στους χρησμούς, μ' αληθινός. Κι' όμως φοβούμουν
μην επήρα για φωνή σου τη φωνή Δαίμονα κάποιου.
Μα όλα καλά τελειώνουν και το λόγο σου θ' ακούσω.
Την Ερμιόνη ιδού απ' το θάνατο βγάνω
και γυναίκα θα την πάρω σαν ο πατέρας της το στέρξη.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Ω του Δία θυγατέρα, Ελένη, χαίρε! Ευτυχισμένη
εγώ σε λέω που κατοικείς το μακάριο των θεών τόπο.
Ορέστη, σου δίνω την κόρη μου σαν ο Φοίβος το προστάζει.
Άντρας από καλή γεννειά γυναίκας αρχοντογεννημένης
ας ευτυχήσης όμοια όπως κ' εγώ που σου τη δίνω.
ΑΠΟΛΛΩΝ
Μπρος λοιπόν, όπου τον στέρνω, ο καθένας σας ας πάη
κι' αφήστε της φιλονεικίες.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Να υπακούσουμε πρέπει.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Κ' εγώ το ίδιο υπακούω. Υποτάζομαι στη μοίρα,
Μενέλαε, τη δική μας και στους χρησμούς σου, Απόλλων.
ΑΠΟΛΛΩΝ
Και την ωραιότερη απ' της θεές, την Ειρήνη, τιμήστε.
Όσο για με, τον πόλο διαβαίνοντας των λαμπρών άστρων
την Ελένη θα πάω στου Δία τα δώματα, όπου με την Ήρα
και την Ήβη, του Ηρακλή τη γυναίκα, θεά κι' αυτή θάναι
για τους ανθρώπους, τιμάμενη πάντα με προσφορές των
κι' αγρυπνώντας στο πέλαγο με τους Τυνδαρίδες,
του Δία τους γυιούς, κάθε ναύτη βοήθεια θενάναι.
ΧΟΡΟΣ
Ω πανσεβάσμια Νίκη,
πάντα συντρόφευε τη ζωή μου
και μη ποτέ παύης
να με στεφανώνης.

Η Σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, των Εκδόσεων Φέξη, υπήρξεν ένας σταθμός στα ελληνικά χρονικά. Για πρώτη φορά προσφερόταν συστηματικά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, η αρχαία ελληνική σκέψη (Ιστορία, φιλοσοφία, ποίηση, δράμα,δικανικός και πολιτικός λόγος) σε δημιουργικές μεταφορές της, από τους άριστους μεταφραστές του τόπου, στην πιο σύγχρονη μορφή που πήρε εξελισσόμενο το γλωσσικό της όργανο. Ο Όμηρος, οι Τραγικοί κι ο Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο Πλάτων,ο Ξενοφών, ο Αριστοτέλης, ο Θεόκριτος, ο Θεόφραστος, ο Επίκτητος, ο Πλούταρχος, ο Λουκιανός κλπ. προσφέρονται και σήμερα, στις κλασικές πια μεταφράσεις των Πολυλά,Ραγκαβή, Μωραϊτίδη, Κονδυλάκη, Ποριώτη, Γρυπάρη, Τανάγρα, Πολέμη, Καμπάνη,Καζαντζάκη, Βάρναλη, Αυγέρη, Βουτιερίδη, Ζερβού, Φιλαδελφέως, Τσοκόπουλου,Σιγούρου, Κ. Χρηστομάνου κλπ, σε μια σύγχρονη σειρά εκδόσεων βιβλίου τσέπης, πράγμα που επίσης γίνεται για πρώτη φορά, συστηματικά, στην Ελλάδα.
ΟΡΕΣΤΗΣ Το πιο πολύπλοκο και νεωτεριστικό δράμα, ίσως, του Ευριπίδη. Ο Ορέστης καταδικάζεται σε θάνατο από τους Αργείους, ενώ ο θείος του Μενέλαος τους εγκαταλείπει, από δειλία. Εξαγριωμένος από τη στάση του Μενελάου ο Ορέστης θέλει να σκοτώση τη σύζυγό του και την κόρη του Ερμιόνη. Τελικά μεταπείθεται από τον από μηχανής Θεό και παντρεύεται την Ερμιόνη.
Η «ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ»
ΑΝΑΤΥΠΩΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ.
ΑΘΗΝΑΙ, ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ 36
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΤΣΙΜΙΣΚΗ 61
ΤΙΜΗ ΤΟΜΟΥ ΔΡΑΧΜΕΣ 10

1) Η έκδοση στην πρώτη σελίδα του βιβλίου αναφέρει τον Ιωάννη Ζερβό ως μεταφραστή. Όμως το εξώφυλλο και όλοι οι τιμοκατάλογοι Φέξη αναφέρουν τον Η.Βουτιερίδη. Παρ’ όλα αυτά θα πρέπει να σημειωθεί ότι η περίληψη στην αρχή υπογράφεται από Ζ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου