Τετάρτη, 24 Οκτωβρίου 2012

ΠΛΑΤΩΝΟΣ: ΕΥΘΥΔΗΜΟΣ

ΠΛΑΤΩΝΟΣ: ΕΥΘΥΔΗΜΟΣ
FREE photo hosting by Fih.grΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Ο διάλογος αυτός αποτελεί σφοδρήν επίθεση και επίκριση των αμφιγνωμιών των σφαλερών συλλογισμών και της κενότητας της σκέψης και των γνώσεων των σοφιστών, όχι τόσο των απιφανών και φιλοσοφούντων όσο των κοινών και ρητορευόντων. Ωρισμένοι υπαινιγοί αφορούν στον Αντισθένη και στον Ισοκράτη. " Ο Πλάτων προχωρεί πιο πέρα από τον Schopenhauer. Με μια αθωότητα που μόνο ένας Έλληνας θα μπορούσε να έχει -και ποτέ ένας "χριστιανός"- μας λέει πώς η πλατωνική φιλοσοφία θα ήταν ανύπαρκτη, αν στην Αθήνα δεν υπήρχαν τόσο όμορφοι νέοι: Στο αντίκρισμά τους και μόνο η ψυχή του φιλόσοφου νιώθει ερωτική παραζάλη και δεν καταλαγιάζει παρά μόνο σαν αποθέσει το σπόρο όλων των ευγενικών πραγμάτων σ' ένα τόσο όμορφο κομμάτι γης. (. . .) (Ολόκληρο το βιβλίο σε απλό κείμενο)
ΠΛΑΤΩΝ

ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Την κλείδα προς κατανόησιν του μικρού τούτου και δευτερευούσης σημασίας πλατωνικού διαλόγου ευρίσκομεν εις τον επίλογον αυτού. Εκεί διηγείται ο Κρίτων ο γηραιός φίλος του Σωκράτους προς αυτόν, ότι απερχόμενος εκ του Λυκείου, όπου οι δύο σοφισταί ή μάλλον εριστικοί Ευθύδημος και Διονυσόδωρος είχον κάμη επίδειξιν της τέχνης των, συνήντησεν ένα ρήτορα εκ των πεφημισμένων τότε εν Αθήναις· ούτος του εξέφρασε, λέγει, την άκραν του περιφρόνησιν διά την εριστικήν, αλλά συγχρόνως, ως άνθρωπος ο οποίος μόνον εν τη ιδία εαυτού τέχνη βλέπει την αληθινήν σοφίαν, εξέτεινε την περιφρόνησιν και δι' όλους γενικώς τους φιλοσόφους και την φιλοσοφίαν. Εξ όσων άλλων λέγονται ενταύθα περί του ρήτορος τούτου, ότι κυρίως ήτο ποιητής λόγων (λογογράφος, ρητοροδιδάσκαλος) και ότι ουδέποτε ο ίδιος παρουσιάσθη εις δικαστήριον, εικάζεται πολύ πιθανώς ότι πρόκειται περί του Ισοκράτους, εις τους λόγους άλλως τε του οποίου ουχί άπαξ απαντώσι τοιαύται επιπόλαιοι επιθέσεις εναντίον της φιλοσοφίας και των φιλοσόφων, δυνάμεναι εξ ίσου και αδιακρίτως να αποβλέπωσι και εις τον Πλάτωνα αυτόν και εις τον Αντισθένην και τους Μεγαρικούς και οιονδήποτε άλλον. Και αν ακόμη η υπόθεσις αύτη περί υπαινιγμού προς τον Ισοκράτην δεν είναι τελείως βάσιμος (διότι πράγματι πολλοί κριτικοί την επολέμησαν) το βέβαιον είναι οπωσδήποτε ότι ο Πλάτων εγένετο αντικείμενον επιθέσεως τοιούτου τινός είδους, εκ της οποίας του εδίδετο αφορμή να χωρίση άπαξ διά παντός τον ιδικόν του σωκρατισμόν των διαφόρων άλλων σωκρατικών σχολών των αντιπάλων του.
Και τοιουτοτρόπως έγραψε την ευφυεστάτην και αληθώς αριστοφάνειον ταύτην σάτυραν, εις την οποίαν παρουσιάζει τους δύο ασήμους σοφιστάς Ευθύδημον και Διονυσόδωρον, ως αγοραίους γελωτοποιούς, επιδεικνύοντας μετά περισσής αηδίας και ψυχρότητος την διαλεκτικήν εκείνην, ήτις μολονότι πηγάζουσα εκ της σχολής του Σωκράτους, υπέστη τοσαύτην παρέκκλισιν, οφειλομένην κυρίως εις την επίδρασιν του Ζήνωνος. Δια τους δύο τούτους εριστικούς οι παράδοξοι συλλογισμοί δεν είναι πλέον βοηθητικόν απλώς μέσον της γυμναστικής του πνεύματος· κατήντησαν να αποτελούν καθ' εαυτούς, ως σοφίσματα, τον σκοπόν ιδίας τέχνης, της εριστικής, ασφαλέστατον δε συγχρόνως μέσον, υπό τας γνωστάς συνθήκας υπό τας οποίας διετέλει τότε η Αθηναϊκή κοινωνία, ευκόλου χρηματισμού· προ παντός δε ήσαν προορισμένοι να εκπλήττουν, να περιάγουν εις αμηχανίαν και να προκαλούν τους γέλωτας και τας επευφημίας του πλήθους.
Πράγματι οι ελεεινοί ήρωες του διαλόγου ή παίζουν με την διπλήν εκδοχήν των λέξεων, ή παρέρχονται σιωπηλώς και παραλείπουν τους περιοριστικούς μιας εννοίας προσδιορισμούς, ή μεταχειρίζονται κατασκευήν φράσεως δικαιολογουμένης μεν υπό ειδικής τινος συνηθείας της γλώσσης, αλλοιούσης όμως εν τη προκειμένη περιστάσει το νόημα, ή αντικαθιστούν τας διαφόρους σημασίας της κτητικής αντωνυμίας, και με αυτά και άλλα όμοια σοφά τεχνάσματα καταλήγουν εις σειράν συμπερασμάτων αφαντάστου παραδοξότητος.
Μεταξύ όμως των αηδών παραδοξολογιών των δυο τούτων ανδρών ο Πλάτων παρεισάγει κάπως λαθρεμπορικώς και με πονηράν επιτηδειότητα προτάσεις, αι οποίοι είναι γνωστόν ότι ανήκουν εις τον Αντισθένην, όπως π.χ. είναι ο ισχυρισμός περί του αδυνάτου άλλων κρίσεων εκτός των της ταυτότητος, περί του αδυνάτου επίσης της αντιλογίας ή και γενικώτερον οιασδήποτε ψευδούς βεβαιώσεως. Τας απορίας λοιπόν ταύτας, τας οποίας ο αρχηγός της κυνικής σχολής υπεστήριζε σοβαρώς και επιστημονικώς (περί αυτού δεν επιτρέπεται αμφιβολία), ο Πλάτων θέτει εις το στόμα του Ευθυδήμου και του Διονυσοδώρου και με αυτόν τον τρόπον εξευτελίζει την διδασκαλίαν των αντιπάλων του. Ίσως δε ακόμη και το γεγονός ότι παριστά τους δύο εριστικούς γελωτοποιούς ως μεταπηδήσαντας από της ρητορικής εις την διαλεκτικήν, και εις ηλικίαν μάλιστα προχωρημένην, να περιέχη άλλον εκ προθέσεως υπαινιγμόν κατά του Αντισθένους, όστις ομοίαν οδόν είχεν ακολουθήση και τον οποίον εν τω Σοφιστή ονομάζει «οψιμαθή γέροντα».
Ώστε εις όλον τον διάλογον επικρατεί κυρίως το σατυρικόν στοιχείον και εξασκείται το σκώμμα και η γνωστή σωκρατική ειρωνεία μετά περισσής δεξιοτεχνίας. Οι παρεμβαλλόμενοι δε απέριττοι και ευθείς διάλογοι του Σωκράτους προς τον νεαρόν Κλεινίαν, διά των οποίων αναζητούν την «βασιλικήν επιστήμην» του υπερτάτου αγαθού, καθώς αντιτίθενται προς τα κενά λογοπαικτικά σχοινοβατήματα των δύο εριστικών, δίδουν τόνον και έντασιν μοναδικήν εις την εικόνα· ακόμη δε εξαίρεται η εκ του συνόλου καλλιτεχνική εντύπωσις με μερικάς περιγραφάς, αι οποίαι πάλλονται από ζωήν και μετρημένον πραγματισμόν.
Ως προς την σειράν την οποίαν κατέχει ο διάλογος εις την χρονολογικήν ακολουθίαν των πλατωνικών έργων, τούτο μόνον ίσως δύναται να θεωρηθή βέβαιον, ότι είναι πάντως προγενέστερος του Μένωνος, όστις πάλιν προϋποθέτει προ αυτού τον Πρωταγόραν και τον Γοργίαν. Ο τελευταίος δε εκδότης του Πλάτωνος, ο ημέτερος Σ. Μοραΐτης καταλέγει τα πειστικώτατα των επιχειρημάτων, εξ ων αποδεικνύεται ότι ο Ευθύδημος είναι βεβαίως ύστερος του Πρωταγόρου.
ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΕΥΘΥΔΗΜΟΣ
(ΚΡΙΤΩΝ (ΣΩΚΡΑΤΗΣ (ΕΥΘΥΔΗΜΟΣ ΠΡΟΣΩΠΑ (ΔΙΟΝΥΣΟΔΩΡΟΣ (ΚΛΕΙΝΙΑΣ (ΚΤΗΣΙΠΠΟΣ
Κρίτων. Ποιος ήτανε, Σωκράτη, εκείνος που εσυζητούσες μαζί του εχθές εις το Λύκειον; Επλησίασα γιατί ήθελα να σας ακούσω, μα ήταν τόσον πολύς συνωστισμός γύρω σας, που δεν ημπόρεσα νακούσω τίποτε καθαρά. Ανασηκώθηκα όμως στα πόδια μου για να ιδώ τουλάχιστον και μου εφάνηκε πως ήτανε ξένος εκείνος που συζητούσατε· ποιος ήτανε λοιπόν;
Σωκράτης Μα για ποιον ερωτάς, Κρίτων; γιατί δεν ήτανε ένας, ήτανε δύο.
Κρίτων Εκείνος που λέγω εγώ εκάθητο τρίτος στη σειρά δεξιά σου· ανάμεσά σας ήτανε το παιδί του Αξιόχου· πόσον, αλήθεια, μου φάνηκε πως εμεγάλωσε, Σωκράτη! σαν να έχη επάνω κάτω την ίδια ηλικία με τον δικό μου τον Κριτόβουλο· εκείνος όμως είναι ισχνός και μικροκαμωμένος διά την ηλικίαν του, ενώ αυτός είναι πλέον σχηματισμένος και αλήθεια ωραιότατος και χαριτωμένος νέος.
Σωκράτης Εκείνος που μ' ερωτάς, Κρίτων, είναι ο Ευθύδημος· και ο άλλος που εκάθητο αριστερά μου, ο αδελφός του ο Διονυσόδωρος· είχε και αυτός μέρος εις την συζήτησιν.
Κρίτων
Δεν γνωρίζω ούτε τον έναν ούτε τον άλλον.
Σωκράτης
Είναι καθώς φαίνεται, κάποιοι καινούργιοι πάλιν σοφισταί.
Κρίτων
Και από πού, νάχωμε καλό ρώτημα; και ποια είναι η σοφία των;
Σωκράτης Η καταγωγή τους, όσο ξέρω, είναι κάπου εκεί από τη Χίο, αλλά επήγαν και εγκατεστάθησαν εις τους Θουρίους· από εκεί εξορισμένοι, τριγυρίζουν πολλά χρόνια τώρα κατ' αυτά εδώ τα μέρη. Όσο διά την σοφίαν των, που ερωτάς, είναι θαυμασία, Κρίτων· τίποτε δεν υπάρχει που να μην το ηξεύρουν· εγώ τουλάχιστον ως τώρα δεν είχα γνωρίση τι πράγμα είναι οι παγκρατιασταί· αυτοί, αλήθεια, ξεχωρίζουν εις όλα τα είδη των αγώνων, όχι όπως εκείνοι οι Ακαρνάνες αδελφοί, που μόνον με το σώμα ήσαν ικανοί να πολεμούν εν πρώτοις και εις αυτό το κεφάλαιον υπερέχουν απ' όλους, μ' ένα είδος μάχης που τους εξασφαλίζει πάντοτε την νίκην· γνωρίζουν δηλαδή άριστα την οπλομαχητικήν τέχνην, και ημπορούν ακόμη και να την διδάσκουν εις όποιον τους πληρώση· έπειτα είναι πρώτης τάξεως πολεμισταί εις τους δικαστικούς αγώνας και άλλους διδάσκουν να ομιλούν και να συνθέτουν λόγους διά τα δικαστήρια. Μέχρι τούδε λοιπόν η ικανότης των περιωρίζετο εις αυτά μόνον που ανέφερα, τώρα όμως πλέον έφθασαν εις την άκραν τελειότητα της παγκρατιαστικής τέχνης· διότι το μόνον είδος της μάχης που είχαν αφήση ακόμη ακαλλιέργητον, τώρα το επεξεργάσθησαν και αυτό εις βαθμόν, που να μην ημπορή πλέον απολύτως κανείς ούτε χέρι να τους σηκώση· τόσο φοβεροί έχουν γίνη να πολεμούν με τα λόγια και να ανασκευάζουν κάθε τι που ήθελεν ειπή ένας άλλος, είτε ψέμμα είτε αλήθεια. Εγώ λοιπόν, αγαπητέ μου Κρίτων, έχω σκοπόν να τους παραδώσω τον εαυτόν μου, διότι υπόσχονται εις ολίγον χρόνον να κάμουν τον πρώτον τυχόντα εμπειρότατον εις αυτό το είδος.
Κρίτων Αλλά, Σωκράτη, δεν φοβάσαι την ηλικία σου, μήπως είσαι πλέον πολύ γέρος;
Σωκράτης Κάθε άλλο, φίλε μου· και έχω ίσα ίσα επαρκή λόγον, που με ενθαρρύνει να μη φοβούμαι· διότι και αυτοί οι ίδιοι, αν θέλης να ξέρης, ήσαν προχωρημένοι πλέον εις την ηλικίαν, όταν επεδόθησαν εις την καλλιέργειαν αυτής της τέχνης, της εριστικής, που τόσον επιθυμώ να την μάθω και εγώ· πέρυσι ή προπέρυσι δεν είχαν ακόμη αποκτήση αυτήν την σοφίαν. Ένα μόνον πράγμα φοβούμαι, μήπως πάλιν τους ντροπιάσω και αυτούς τους ανθρώπους, όπως τον Κόννον του Μητροβίου, τον κιθαριστήν, που μου δίδει ακόμη και τώρα μαθήματα μουσικής· όσο μας βλέπουν τα παιδιά, οι συμμαθηταί μου, και εμένα περιγελούν και τον Κόννον τον λέγουν γεροντοδιδάσκαλον ·να μη συμβή λοιπόν το ίδιον και με αυτούς ξένους ανθρώπους, και ίσως, στοχάζομαι, από φόβο να μην ακούσουν τα ίδια, να μη θελήσουν να με δεχθούν μαθητήν των. Αλλά εγώ, όπως εκατάφερα και μερικούς άλλους γέροντας να έρχωνται μαζί μου να παίρνουν μαθήματα από τον Κόννον, έτσι και τώρα θα προσπαθήσω να παρασύρω μερικούς άλλους· και πρώτα πρώτα εσένα, αν θέλης να μ' ακούσης· ίσως μάλιστα δεν θα ήταν άσχημο δόλωμα να πάρωμε μαζί και τους υιούς σου· διότι είμαι βέβαιος ότι, διά να τους έχουν εκείνους, θα συγκατανεύσουν να μας διδάξουν και εμάς.
Κρίτων Δεν βλέπω να είναι καθόλου δύσκολον το πράγμα, αν αυτό είναι η επιθυμία σου· αλλά εξήγησέ μου πρώτα ποια είναι η σοφία των, διά να γνωρίζω τουλάχιστον τι έχομεν και να μάθωμεν.
Σωκράτης Φθάνει να έχης όρεξιν ν' ακούης· διότι δεν θα ημπορούσα να προφασισθώ πως δεν τους επρόσεξα, αλλ' απεναντίας τους ήκουσα με την μεγαλυτέραν μου προσοχήν και δεν ελησμόνησα τίποτε· θα προσπαθήσω λοιπόν να σου τα διηγηθώ όλα καταλεπτώς από την αρχήν ως το τέλος:
Έτυχε κατά καλήν μου τύχην να κάθωμαι μόνος μου εκεί που με είδες εις το αποδυτήριον και είχα αποφασίση πλέον να σηκωθώ να φύγω· αλλά μόλις σηκώνομαι, μου γίνεται έξαφνα το συνηθισμένον μου σημείον, το δαιμόνιον· ξανακάθωμαι λοιπόν πάλιν και σε λίγο πράγματι, να και μπαίνουν αυτοί οι δύο αδελφοί, ο Ευθύδημος και ο Διονυσόδωρος, και άλλοι πολλοί νέοι μαζί, μαθηταί των, καθώς μου φαίνεται· και αφού εμβήκαν, ήρχισαν να περιπατούν κάτω από την στεγασμένην την στοάν· δεν θα είχαν ακόμη κάμη δύο ή τρεις γύρους και μπαίνει ο Κλεινίας, αυτός που σου φάνηκε, και δεν έχεις άδικο, πως εμεγάλωσε τόσο πολύ· και από πίσω του ένα πλήθος ερασταί, μεταξύ των άλλων και ο Κτήσιππος, ένας νέος από την Παιανίαν, καλό και άξιο παληκάρι σε όλα του, αλλά κάπως παράφορος, όπως δα συμβαίνει συνήθως εις αυτήν την ηλικίαν. Μόλις με είδε από εκεί που εμβήκεν ο Κλεινίας, να κάθωμαι μόνος μου, διευθύνεται αμέσως προς το μέρος μου και κάθεται πλάι μου, δεξιά μεριά, όπως το παρετήρησες και συ. Ο Διονυσόδωρος τότε και ο Ευδύθημος, όταν τον είδαν, εσταμάτησαν πρώτα και κάτι άρχισαν να λέγουν μεταξύ των, ενώ από καιρόν εις καιρόν έστρεφαν τα βλέμματά των προς ημάς — διότι τους παρακολουθούσα εγώ με πολλήν προσοχήν· τέλος πλησιάζουν και κάθονται και αυτοί, ο Ευθύδημος κοντά εις τον νέον και ο Διονυσόδωρος αριστερά μου· οι άλλοι επήραν θέσιν όπως έτυχεν ο καθένας. Αφού λοιπόν αντήλλαξα μαζί των τους θερμοτέρους χαιρετισμούς, ύστερ' από τόσον καιρόν που είχα να τους ιδώ, εστράφηκα προς τον Κλεινίαν και του λέγω: Αγαπητέ μου, να σε παρουσιάσω εις τον Ευθύδημον και τον Διονυσόδωρον, ανθρώπους αληθινά σοφούς όχι εις μικρά και ασήμαντα πράγματα, αλλά εις τα σπουδαιότατα· διότι γνωρίζουν κατά βάθος όλα τα μυστήρια της πολεμικής τέχνης, όσα χρειάζεται να γνωρίζη ένας που θέλει να γίνη καλός στρατηγός, να διοική ένα στράτευμα, να το παρατάσση εις μάχην, και να το καταστήση εν γένει εμπειροπόλεμον. Εκτός τούτου ημπορούν και να διδάξουν έναν άνθρωπον να υπερασπίζεται τον εαυτόν του ενώπιον των δικαστηρίων, εάν κανείς ήθελε τον αδικήση.
Τα λόγια μου φαίνεται αυτά επροκάλεσαν τον οίκτον των δύο αδελφών· εγύρισαν συγχρόνως και εκύτταξεν ο ένας τον άλλον και εγέλασαν· και ο Ευθύδημος είπε:
— Δεν καταγινόμεθα πλέον, Σωκράτη, με αυτά, αλλά τα έχομεν έτσι μόνον ως πάρεργα.
Εγώ παραξενεύτηκα και του είπα:
— Θα είναι λοιπόν εξαιρετικής σημασίας η κυρία σας ενασχόλησις, αφού τόσον σπουδαία πράγματα τα θεωρείτε πλέον ως πάρεργα, και σας εξορκίζομεν να μας πήτε κ' εμάς, ποίον είναι αυτό τώρα το έργον σας.
— Φρονούμεν ότι είμεθα εις θέσιν παρά κάθε άλλον καλύτερα και γρηγορότερα να διδάξωμεν την αρετήν.
— Θεέ και Κύριε! καλέ τι μας λέτε! και πως εκάμετε αυτήν την θαυμασίαν ανακάλυψιν; Εγώ είχα ακόμη την ιδέαν, όπως το έλεγα δα και προ ολίγου, ότι εκείνο που κυρίως διεκρίνεσθε ήτο η διδασκαλία της οπλομαχητικής, και έτσι σας συνιστούσα· διότι ενθυμούμαι, όταν ήλθετε εδώ την πρώτην φοράν, αυτό το επάγγελμα είχετε. Αν όμως τώρα πράγματι κατέχετε αυτήν την επιστήμην που λέγετε, το έλεός σας επικαλούμαι· διότι τίποτε ολιγώτερον, παρά ως προς θεούς πρέπει πλέον να σας αποτείνωμαι και να σας δεηθώ να τύχω της συγγνώμης σας δι' όσα είπα πρωτύτερα. Αλλά ιδέτε όμως καλά, Ευθύδημε και συ Διονυσόδωρε, εάν είναι αλήθεια αυτό που μας είπατε και μην το ευρίσκετε, σας παρακαλώ, παράδοξον, αν το μεγαλείον των επαγγελιών σας με καθιστά κάπως άπιστον.
— Να είσαι, μου απήντησαν, τελείως βέβαιος, Σωκράτη, ότι το πράγμα έχει όπως σου το είπαμεν.
— Εν τοιαύτη περιπτώσει εγώ τουλάχιστον σας μακαρίζω δι' αυτό σας το απόκτημα πολύ περισσότερον παρά τον μέγαν βασιλέα διά την δύναμίν του· αυτό μόνον σας παρακαλώ να μου ειπήτε ακόμη, αν έχετε σκοπόν να επιδείξετε αυτήν σας την σοφίαν, ή τι προτίθεσθε να κάμετε;
— Αλλά δι' αυτό ακριβώς ήλθαμεν, Σωκράτη, εδώ, διά να την επιδείξωμεν και να την διδάξωμεν εις όσους θέλουν να την μάθουν.
— Μα ότι όλοι όσοι δεν την έχουν θα θελήσουν να την αποκτήσουν, εγώ σας το εγγυώμαι· και πρώτα πρώτα εγώ, έπειτα ο Κλεινίας αυτός, και κοντά σ' εμάς ο Κτήσιππος απ' εκεί και όλοι αυτοί οι άλλοι που βλέπετε, και του έδειξα τους εραστάς του Κλεινίου που μας είχαν ήδη περικυκλώση· διότι, πρέπει να σου είπω, ο Κτήσιππος κατ' αρχάς είχε καθήση αρκετά μακρυά από τον Κλεινίαν· αλλ' επειδή ο Ευθύδημος, όσο μου ωμιλούσε, έσκυβε προς τα εμπρός, απέκρυπτε τον Κλεινίαν, που εκάθητο μεταξύ των δύο μας, από τους οφθαλμούς του Κτησίππου· αυτός όμως, επειδή δεν ήθελε να στερήται την θέαν του φίλου του, είναι δε συγχρόνως και νέος φιλομαθής, εσηκώθηκε πρώτος και ήλθε κ' εστάθηκε κοντά μας· άμα τον είδαν λοιπόν και οι άλλοι εμιμήθησαν το παράδειγμά του κ' ήλθαν κ' εστάθηκαν γύρω μας, και οι ερασταί του Κλεινίου και οι φίλοι του Ευθυδήμου και του Διονυσοδώρου. Αυτούς λοιπόν όλους εγώ τους έδειξα εις τον Ευθύδημον και του έλεγε πως όλοι είμεθα έτοιμοι να διδαχθώμεν από αυτόν. Πράγματι δε και ο Κτήσιππος επεβεβαίωσε με προθυμίαν μεγάλην την επιθυμίαν του, και όλοι οι άλλοι συνήνωσαν τας παρακλήσεις των προς τους δύο αδελφούς, διά να μας αποκαλύψουν τα μυστήρια της τέχνης των.
Είπα λοιπόν εγώ απευθυνόμενος προς τον Ευθύδημον και τον Διονυσόδωρον:
— Είναι, βλέπετε, ανάγκη εκ παντός τρόπου να ικανοποιήσετε αυτούς τους νέους και προς χάριν ιδικήν μου να κάμετε την επίδειξιν· αναγνωρίζω βέβαια ότι δεν είναι τώρα πολύ εύκολον να γίνη το πράγμα καθ' όλην αυτού την έκτασιν, αλλά ειπήτε μου σας παρακαλώ αυτό: μόνον εκείνον, που είναι πλέον πεπεισμένος ότι πρέπει να διδαχθή την αρετήν παρ' υμών, ημπορείτε να καταστήσετε ενάρετον, ή επίσης και εκείνον που δεν είναι ακόμη πεπεισμένος, είτε διότι αμφιβάλλει αν η αρετή είναι πράγμα που ημπορεί να διδαχθή, είτε διότι δεν παραδέχεται ότι σεις είσθε οι καταλληλότεροι αυτής διδάσκαλοι; δύναται λοιπόν, σας ερωτώ, να αποδείξη επίσης η τέχνη σας και εις τον ούτω σκεπτόμενον, ότι και διδάσκεται η αρετή και σεις είσθε εκείνοι, που παρά κάθε άλλον καλύτερα ημπορείτε να την διδάξετε;
— Μάλιστα, απήντησεν ο Διονυσόδωρος, ημπορεί να το αποδείξη και αυτό η τέχνη μας, Σωκράτη.
— Ώστε δεν υπάρχει, Διονυσόδωρε, κανείς εις τον κόσμον που να ημπορή καλύτερ' από σας να προτρέψη τους ανθρώπους εις την φιλοσοφίαν και την καλλιέργειαν της αρετής;
— Πράγματι, αυτό πιστεύομεν, Σωκράτη.
— Τότε λοιπόν αφήσετε την επίδειξιν των άλλων δι' ευθετώτερον καιρόν, και αυτό μόνον σας ζητώ τώρα να κάμετε: πείσατε αυτόν τον νεαρόν φίλον μας, ότι πρέπει να επιδοθή εξ ολοκλήρου εις την φιλοσοφίαν και την καλλιέργειαν της αρετής, και θα μας υποχρεώσετε και 'μένα και όλους αυτούς, διότι συμβαίνει όλοι μας να έχωμεν εξαιρετικόν ενδιαφέρον περί του νέου και είναι μεγάλη η επιθυμία μας να γίνη όσον ημπορεί καλύτερος· ονομάζεται Κλεινίας και είναι υιός του Αξιόχου, εγγονός του παλαιού Αλκιβιάδου και πρώτος εξάδελφος του σημερινού Αλκιβιάδου. {2} Είναι ακόμη νέος και φοβούμεθα, ότι πρέπει να φοβήται κανείς πάντοτε δι' αυτήν την ηλικίαν, μήπως μας προλάβη κανείς και δώση κάποιαν άλλην διεύθυνσιν εις το πνεύμα του και μας τον χαλάση· δεν ημπορούσετε λοιπόν να έλθετε εις καταλληλοτέραν στιγμήν· και αν δεν υπάρχη τίποτε να σας εμποδίζη, δοκιμάσετε τον νέον και συνδιαλεχθήτε μαζί του επί παρουσία μου.
Αυτά του είπα επάνω κάτω αυτολεξεί, και ο Ευθύδημος αμέσως με ύφος ανθρώπου που έχει θάρρος και πεποίθησιν εις τον εαυτόν του μου λέγει:
— Αλλά τίποτε δεν μας εμποδίζει, Σώκρατες, αρκεί μόνον να θέλη ο νέος ναπαντήση εις τας ερωτήσεις μας.
— Α, όσο δι' αυτό, έγνοια σου, είναι αρκετά συνηθισμένος· διότι αυτοί εδώ οι φίλοι του δεν τον αφήνουν σχεδόν ποτέ από κοντά, και συχνά τον ερωτούν και συνδιαλέγονται μαζί του· ώστε ελπίζω να αποκριθή με θάρρος και χωρίς δυσκολίαν.
Αλλά πως θα ημπορέσω, Κρίτων, να σου διηγηθώ τώρα καλώς τα μετά ταύτα; διότι δεν είναι μικρόν πράγμα ν' αναλάβη κανείς να κάμη πιστήν διήγησιν τόσον θαυμαστής σοφίας· ώστε και εγώ, όπως οι ποιηταί, πριν επιληφθώ της διηγήσεως, έχω ανάγκην να επικαλεσθώ τας Μούσας και την Μνημοσύνην. Ήρχισε λοιπόν κατ' αυτόν, νομίζω, τον τρόπον ο Ευθύδημος την ομιλίαν:
— Δεν μου λέγεις, Κλεινία, ποίοι είναι εκείνοι που μανθάνουν, οι σοφοί ή οι αμαθείς;
Και ο νέος, σαν δύσκολον φυσικά που ήτο το ερώτημα, εκοκκίνησε, και με προφανή απορίαν έστρεψε τα βλέμματά του προς εμένα.
Εγώ άμα τον είδα, που τα έχασε: θάρρος, του είπα, Κλεινία, και απάντησε χωρίς συστολήν ό,τι σου φαίνεται το ορθότερον· ίσως απ' αυτό να βγη ανυπολόγιστος ωφέλεια για σένα.
Εν τω μεταξύ όμως ο Διονυσόδωρος έσκυψεν ολίγον και μου είπε εις το αυτί, ενώ ολόκληρον το πρόσωπον του εμειδία:
— Και μολαταύτα σου προλέγω, Σωκράτη, πως ό,τι και να απαντήση ο νέος θα πέση έξω.
Και ενώ μου έλεγεν αυτά ο νέος εν τω μεταξύ είχε πλέον απαντήση, ώστε δεν ευρήκα καιρόν να του συστήσω καν να προσέξη εις την απάντησίν του, αλλ' απεκρίθη, ότι βέβαια οι σοφοί είναι εκείνοι που μανθάνουν.
Και ο Ευθύδημος τον ερώτησε πάλιν:
— Υπάρχουν βέβαια άνθρωποι, τους οποίους ονομάζεις διδασκάλους, ή όχι;
Ο Κλεινίας απήντησε καταφατικώς.
— Λοιπόν οι διδάσκαλοι δεν είναι διδάσκαλοι εκείνων που μανθάνουν, όπως ο κιθαριστής ή ο γραμματιστής ήσαν βέβαια διδάσκαλοι και ιδικοί σου και άλλων παιδιών, σεις δε μαθηταί;
— Μάλιστα.
— Αλλά τον καιρόν που εμανθάνετε, δεν εγνωρίζετε ακόμη τα πράγματα, που εμανθάνετε;
— Όχι.
— Τότε λοιπόν, που δεν τα εγνωρίζετε ακόμη, ήσασθε σοφοί;
— Όχι, βέβαια.
— Ώστε αφού δεν ήσασθε σοφοί, ήσασθε αμαθείς;
— Εννοείται και ήμασθε.
— Εσείς λοιπόν που εμανθάνετε τα πράγματα, που δεν εγνωρίζετε, τα εμανθάνετε ενώ ήσασθε αμαθείς.
Ο νέος απήντησε καταφατικώς με κλίσιν της κεφαλής.
— Ώστε οι αμαθείς είναι εκείνοι που μανθάνουν, Κλεινία, και όχι οι σοφοί, καθώς εσύ φρονείς.
Μόλις είπεν αυτά, όπως ένας χορός εις το σημείον του διδασκάλου, όλοι οι ακόλουθοι εκείνοι του Ευθυδήμου και του Διονυσοδώρου εξερράγησαν εις θορυβώδεις επευφημίας και γέλωτας. Και πριν ακόμη λάβη ο νέος καιρόν να πάρη καλά καλά την αναπνοήν του τον παραλαμβάνει ο Διονυσόδωρος και τον ερωτά:
— Αλλά δεν μου λέγεις, Κλεινία, όταν ο διδάσκαλός σας σάς εμάνθανε κάτι τι από στήθους, ποιοι το εμάνθανον, οι σοφοί ή οι αμαθείς;
— Οι σοφοί, απήντησεν ο Κλεινίας.
— Οι σοφοί λοιπόν μανθάνουν και όχι οι αμαθείς. Ώστε δεν απήντησες σωστά εις τον Ευθύδημον.
Τότε δα ήσαν και αν ήσαν τα γέλοια και ο θόρυβος εκ μέρους των θαυμαστών του Ευθυδήμου και του Διονυσοδώρου, εις τους οποίους επροξένει κατάπληξιν η τόση του σοφία. Εμείς οι άλλοι εμείναμεν εμβρόντητοι χωρίς λέξιν να λέγωμεν. Και μόλις μας είδεν εις αυτήν την κατάστασιν ο Ευθύδημος, διά να μας δώση ακόμη μεγαλυτέραν ιδέαν της σοφίας του, αρπάζει πάλιν τον νέον και τον ερωτά, δίδων, όπως οι γυμνασμένοι χορευταί, άλλην στροφήν εις την ιδίαν ερώτησιν:
— Ειπέ μας λοιπόν τώρα, εκείνοι που μανθάνουν, μανθάνουν όσα γνωρίζουν ή όσα δεν γνωρίζουν;
Και ο Διονυσόδωρος πάλιν μου ψιθυρίζει σιγά εις το αυτί:
— Να ιδής, άλλο πάλιν αυτό, Σωκράτη, σαν το πρώτο.
— Αλλά και η πρώτη, μα τον Δία, ερώτησις ήτο πράγματι ανταξία υμών.
— Όλο τέτοια ερωτήματα κάνομ' εμείς, που δεν ημπορεί κανείς να τα βγάλη πέρα.
— Και αυτό βέβαια εξηγεί πως έχετε τόσον κύρος μεταξύ των μαθητών σας.
Εν τούτοις ο Κλεινίας είχεν αποκριθή εις τον Ευθύδημον, ότι μανθάνουν όσα δεν γνωρίζουν εκείνοι που μανθάνουν.
Και ο Ευθύδημος εξηκολούθησε να τον ερωτά κατά τον αυτόν τρόπον καθώς και πρότερον:
— Δεν μου λέγεις, Κλεινία, γνωρίζεις τα γράμματα;
— Τα γνωρίζω.
— Μα όλα;
— Όλα.
— Αλλά όταν ένας απαγγέλλη κάτι τι, δεν απαγγέλλει γράμματα;
— Βεβαίως.
— Ώστε απαγγέλλει κάτι που εσύ το γνωρίζεις, αφού τα γνωρίζεις όλα;
Παρεδέχθη και αυτό.
— Ε, πώς; δεν μανθάνεις λοιπόν εσύ εκείνα που σου αποστηθίζουν, αλλά μανθάνει εκείνος που δεν γνωρίζει γράμματα;
— Όχι, απήντησεν, αλλά εγώ μανθάνω.
— Μανθάνεις λοιπόν εκείνα που γνωρίζεις, αφού γνωρίζεις όλα τα γράμματα.
Ηναγκάσθη να συγκατανεύση.
— Δεν απήντησες λοιπόν ορθώς.
Δεν είχεν ακόμη καλά καλά τελειώση ο Ευθύδημος, και αμέσως παίρνει τον λόγον, ως να ήτο σφαίρα, ο Διονυσόδωρος και σημαδεύει πάλιν τον νέον:
— Α, Κλεινία, είπε, προσπαθεί να σε γελάση ο Ευθύδημος διότι, ειπέ μου, το να μανθάνη κανείς δεν σημαίνει να αποκτά την γνώσιν εκείνου του πράγματος που μανθάνει;
— Μάλιστα, απήντησεν ο Κλεινίας.
— Το δε να γνωρίζη κανείς είναι τίποτε άλλο, παρά να κατέχη πλέον αυτήν την γνώσιν;
— Όχι βέβαια.
— Το να μη γνωρίζη λοιπόν κανείς θα ειπή να μην έχη ακόμη αποκτήση την γνώσιν· ή όχι;
— Μάλιστα.
— Ποιοί λοιπόν είναι εκείνοι που αποκτούν κάτι τι, εκείνοι που το έχουν ήδη, ή που δεν το έχουν;
— Εκείνοι που δεν το έχουν.
— Δεν ωμολόγησες ότι και όσοι δεν γνωρίζουν είναι από εκείνους που δεν έχουν κάτι;
Συγκατένευσεν.
— Ώστε όσοι μανθάνουν, είναι από εκείνους που αποκτούν κάτι τι, και όχι από εκείνους που έχουν.
— Βεβαίως.
— Ώστε μανθάνουν, Κλεινία, εκείνοι που δεν γνωρίζουν και όχι εκείνοι που γνωρίζουν.
Τρίτην φοράν, καθώς εις το πάλαιμα, ετοιμάζετο ο Ευθύδημος να ρίψη καταγής τον νέον αλλά εγώ επειδή τον είδα καταπονεμένον πλέον και ήθελα να τον ξεκουράσω, διά να μη χάση όλως διόλου το θάρρος του, του είπα διά να τον εγκαρδιώσω:
— Μην παραξενεύεσαι, Κλεινία, από αυτό το είδος της συζητήσεως, εις το οποίον είσαι ασυνήθιστος· διότι ίσως δεν ημπορείς να εννοήσης ποίος είναι ο σκοπός των φίλων μας εδώ μ' αυτά που κάνουν με σένα· κάνουν δηλαδή το ίδιον ό,τι και οι Κορύβαντες όταν υποβάλλουν εις την τελετήν του ενθρονισμού εκείνον που πρόκειται να μυήσουν εις τα μυστήριά των· και εκεί, καθώς θα γνωρίζης ίσως, αν έχης μυηθή, αρχίζουν με κάτι χορούς και άλλα τέτοια παιγνίδια· έτσι και αυτοί τώρα δεν κάνουν άλλο, παρά να χορεύουν και να πηδούν γύρω σου αστειευόμενοι, διά να σε μυήσουν κατόπιν. Φαντάσου τώρα λοιπόν και συ ότι και αυτά εδώ είναι τα προοίμια των σοφιστικών μυστηρίων, Και εν τούτοις όπως το ορίζει ο Πρόδικος, πρέπει κανείς να μάθη την ορθήν και κυρίαν σημασίαν των λέξεων, πράγμα ακριβώς το οποίον ήθελαν να σου διδάξουν οι ξένοι· διότι δεν ήξευρες, ότι το &μανθάνω& το λέγουν οι άνθρωποι και όταν κανείς αποκτά την γνώσιν ενός πράγματος την οποίαν προηγουμένως δεν είχεν, αλλά την ιδίαν λέξιν μεταχειρίζονται επίσης και όταν, αφού αποκτήση την γνώσιν ενός πράγματος, σκέπτεται διά μέσου της γνώσεως ταύτης, περί αυτού του ιδίου πράγματος, είτε τούτο είναι πράξις είτε ιδέα· συνηθέστερον μεταχειρίζονται εις την περίστασιν αυτήν μάλλον το ρήμα: &καταλαμβάνω& παρά το: &μανθάνω&, μεταχειρίζονται όμως ενίοτε και το &μανθάνω&. Εσύ όμως δεν είχες προσέξη, όπως σου το απέδειξαν αυτοί, ότι η ιδία λέξις εφαρμόζεται εις δύο όλως διόλου διαφορετικάς περιστάσεις, και δι' εκείνον που γνωρίζει και δι' εκείνον που δεν γνωρίζει. Το ίδιον δε συνέβη και με την δευτέραν ερώτησιν που σου έκαμαν, εάν μανθάνη κανείς εκείνα που γνωρίζει ή εκείνα που δεν γνωρίζει. Όλα λοιπόν αυτά είναι παιγνίδια ως προς τα καθ' αυτό μαθήματα· και δι' αυτό ισχυρίσθην εγώ ότι έπαιζαν μαζί σου· και τα ονομάζω παιγνίδια, διότι και αν κανείς ήθελε μάθη πολλά τέτοια και αν ακόμη και όλα τα εμάθαινε, δεν θα εγνώριζε καλύτερον την αληθή φύσιν και ουσίαν των πραγμάτων· το πολύ θα ημπορούσε να διασκεδάζη με τους ανθρώπους και να τους εξαφνίζη με αυτήν την διπλήν σημασίαν των λέξεων, όπως ένας που σου βάζει πόδι και σε ρίχτει ανάσκελα, ή όπως εκείνοι που σου τραβούν από πίσω το σκαμνί την ώραν που πας να καθίσης και πεθαίνουν ύστερα στα γέλοια άμα σε ιδούν ξαπλωμένο φαρδύ πλατύ καταγής· ώστε όλα αυτά που έκαμαν ως τώρα με σένα να τα πάρης έτσι για παιγνίδι· τώρα βέβαια θα έλθη και η σειρά των σπουδαίων και σοβαρών, και θα αναλάβω εγώ την υποχρέωσιν να τους παρακαλέσω να κρατήσουν την υπόσχεσίν που μας έδωσαν· διότι υπεσχέθησαν να μας διδάξουν την τέχνην, με την οποίαν να προτρέπωνται οι άνθρωποι εις την καλλιέργειαν της αρετής· αλλά ενόμισαν, μου φαίνεται, πως έπρεπε ν' αρχίσουν μ' αυτάς τας αστειότητας μαζί σου. Ας είναι λοιπόν, φίλε μου Ευθύδημε και Διονυσόδωρε· επαίξατε όσο επαίξατε και ίσως να φθάνη πλέον. Ελάτε τώρα εις το προκείμενον και διδάξετε τον νέον, πως πρέπει να καλλιεργήση την αρετήν και την σοφίαν. Προηγουμένως θα σας εκθέσω εγώ τας βλέψεις μου επ' αυτού του αντικειμένου και κατά ποίον τρόπον επιθυμώ να το ακούσω πραγματευόμενον το ζήτημα· αλλά σας παρακαλώ μη με περιγελάσετε, εάν εύρητε πως τα λέγω απλοϊκά και γελοία· η επιθυμία ν' ακούσω και να επωφεληθώ της σοφίας σας μου δίδει το θάρρος να αυτοσχεδιάσω εμπρός σας. Ανεχθήτε λοιπόν να με ακούσετε, σεις και οι μαθηταί σας, χωρίς να γελάσετε, συ δε, υιέ του Αξιόχου, απάντησε μου:
— Αρά γε όλοι οι άνθρωποι επιθυμούμεν να είμεθα ευτυχείς; αλλά τι λέγω; μήπως αμέσως — αμέσως άρχισα με καμμίαν από εκείνας τας ανοησίας που εφοβούμην; διότι πράγματι είναι ανόητον και να κάνη κανείς τέτοιαν ερώτησιν και οποίος άνθρωπος είναι εκείνος που δεν θέλει να είναι ευτυχής;
— Κανείς βέβαια, είπεν ο Κλεινίας.
— Έστω λοιπόν· αφού καθένας επιθυμεί να είναι ευτυχής, πώς θα ημπορούσε να γίνη; τάχα αν ήθελεν αποκτήση πολλά αγαθά; ή μήπως αυτή η ερώτησις να είναι ακόμη πιο ανόητη και από την πρώτην; διότι είναι φανερόν πως έτσι είναι το πράγμα.
Έμεινε σύμφωνος.
— Ας εξετάσωμεν όμως, ποία μεταξύ όλων των πραγμάτων ονομάζομεν αγαθά; ή είναι εύκολον και αυτό, και δεν χρειάζεται καμμιά πολύ μεγάλη σοφία διά να το εύρη κανείς; διότι ο καθένας θα μας έλεγε, παραδείγματος χάριν, ότι ένα καλόν πράγμα είναι, να είσαι πλούσιος· δεν είναι έτσι; — Βεβαιότατα, μου απεκρίθη. — Επίσης η υγιεία, η ευμορφιά και αι άλλαι όμοιαι τελειότητες του σώματος, δεν είναι και αυταί αγαθά; — Έμεινε σύμφωνος. — Αλλά ακόμη και η ευγένεια και η δύναμις, αι τιμαί και τα αξιώματα εις την πατρίδα σου είναι φανερόν πως είναι αγαθά. Το παρεδέχθη και αυτό. — Ποία είναι τώρα τα αγαθά που μας υπολείπονται ακόμη; τι να είναι τάχα η σωφροσύνη, η δικαιοσύνη και η ανδρεία; παραδέχεσαι εσύ, Κλεινία, ότι θα ήτο ορθόν να κατατάξωμεν και αυτά μεταξύ των αγαθών, ή όχι; διότι ημπορούσε κανείς να το αμφισβητήση· εσύ όμως τι φρονείς; — Και αυτά είναι αγαθά, μου απεκρίθη. — Έστω λοιπόν, αλλά την σοφίαν σε ποια σειρά τάχα να την βάλωμεν; εις τα αγαθά; ή ποια είναι η ιδέα σου; — Εις τα αγαθά. — Κύτταξε μήπως παρελείψαμεν κανένα άλλο, που να αξίζη τον κόπον. — Μα μου φαίνεται πως δεν παρελείψαμεν.
Αλλά εγώ, αφού εσυλλογίσθηκα ολίγον, — Μα τον θεόν, είπα, ολίγο έλειψε ναφήσωμεν έξω το σπουδαιότερον! — Και ποιό είναι αυτό; μ' ερώτησεν ο Κλεινίας. — Την ευτυχίαν, Κλεινία, αυτό το δώρον να επιτυγχάνη κανείς εις όλα τα πράγματα, που όλοι οι άνθρωποι, και οι χειρότεροι ακόμη, θεωρούν το πρώτον απ' όλα τα αγαθά. — Αλήθεια λέγεις, είπεν ο Κλεινίας. Και εγώ, σαν να ήλθα πάλιν εις τον εαυτόν μου, — Ολίγο έλειψε, του είπα, Κλεινία, να γίνωμεν και οι δύο καταγέλαστοι εμπρός εις αυτούς τους ξένους. — Πώς αυτό; με ηρώτησε. — Διότι ενώ ήδη έχομεν αναφέρη ανωτέρω μεταξύ των αγαθών την ευτυχίαν, εκάμαμεν τώρα πάλιν λόγον περί αυτής. — Και τι έχει να κάμη αυτό; — Είναι γελοίον να επανέρχεται κανείς εις εκείνο, που έχει ήδη είπη, και να επαναλαμβάνη δύο φορές τα ίδια πράγματα. — Τι θέλεις να είπης; — Η σοφία, του απήντησα, είναι δίχως άλλο η ευτυχία· κ' ένα παιδί μπορεί να το καταλάβη αυτό.
Εκείνος παρεξενεύθη· τόσον είναι ακόμη νέος και απλούς· και εγώ το παρετήρησα και του είπα:
— Και πως; δεν γνωρίζεις τάχα, Κλεινία, ότι την μεγαλυτέραν από κάθε άλλον επιτυχίαν εις την αύλησιν την έχουν οι εξ επαγγέλματος αυληταί; — Το γνωρίζω. — Το ίδιον δε και οι γραματισταί εις την γραφήν και την ανάγνωσιν των γραμμάτων; — Βεβαιότατα. — Τι δε; ως προς τους κινδύνους της θαλάσσης μήπως νομίζεις πως υπάρχουν άλλοι τινές που να τους διαφεύγουν επιτυχέστερον από τους σοφούς κυβερνήτας; — Όχι βέβαια.
— Και αν επήγαινες εις τον πόλεμον, δεν θα επροτιμούσες να συμμερισθής τους κινδύνους και τας τύχας της εκστρατείας με ένα σοφόν μάλλον στρατηγόν παρά με ένα αμαθή; — Και βέβαια με σοφόν. — Το ίδιον και αν συνέβαινε να ασθενήσης, δεν θα εμπιστεύεσο τον εαυτόν σου μάλλον εις ένα σοφόν ιατρόν παρά εις ένα αμαθή; — Αναμφιβόλως. — Διότι βέβαια παραδέχεσαι ότι θα είχες μεγαλυτέρας πιθανότητας επιτυχίας, όταν έχης να κάμης με ένα σοφόν παρά με ένα αμαθή· ή όχι; — Μάλιστα. — Ώστε η σοφία είναι εκείνη που εξασφαλίζει πάντοτε την επιτυχίαν εις τον άνθρωπον διότι με την σοφίαν ποτέ δεν είναι δυνατόν να πέση κανείς έξω και μαζί της κατ' ανάγκην κάθε επιχείρησις θα στέφεται υπό επιτυχίας· διότι διαφορετικά δεν θα ήτο πλέον σοφία.
Τέλος πάντων εμείναμεν, δεν ηξεύρω πώς, σύμφωνοι ότι γενικώς το πράγμα είναι έτσι όπως το είπαμεν και ότι πανταχού και πάντοτε η επιτυχία συμβαδίζει μετά της σοφίας. Και αφού εσυμφωνήσαμεν εις αυτό, τον ηρώτησα εκ νέου ποίαν ιδέαν θα είχε τώρα δι' εκείνα που παραδέχθημεν κατ' αρχάς. Διότι παρεδέχθημεν, του είπα, ότι θα είμεθα ευτυχείς και ευχαριστημένοι, αν είχαμεν πολλά αγαθά, — Μάλιστα. — Λοιπόν, σε ερωτώ, θα ήμεθα ευτυχείς με τα αγαθά που κατέχομεν, αν μας ωφελούσαν, ή αν δεν μας ωφελούσαν εις τίποτε; — Αν μας ωφελούσαν βέβαια. — Θα ωφελούσαν όμως αρά γε εις τίποτε, αν απλώς τα είχαμεν, χωρίς να κάμωμεν καμμίαν χρήσιν αυτών; αν, παραδείγματος χάριν, είχαμεν αφθόνους τροφάς και δεν τας ετρώγαμεν, ή ποτά και δεν τα επίναμεν, θα ημπορούσαμεν να ειπούμεν ότι μας ωφελούν τίποτε; — Όχι βέβαια. — Έτσι και όλοι οι τεχνίται, αν είχαν όλα, που του χρειάζονται του καθενός διά το επάγγελμά του, και δεν έκαμναν καμμίαν χρήσιν αυτών, θα ήσαν αρά γε ευτυχείς απλώς και μόνον δι' αυτό, διότι έχουν δηλαδή όλα όσα πρέπει να έχη ο τεχνίτης; αν, παραδείγματος χάριν, ένα ξυλουργός είχεν όλα τα εργαλεία που του χρειάζονται και όλην επίσης την ξυλικήν, δεν τα ειργάζετο όμως, θα έβλεπε τάχα καμμίαν ωφέλειαν από αυτό; — Καμμίαν απολύτως. — Και λοιπόν, αν ένας άνθρωπος είχε άπειρα πλούτη και όλα εκείνα τα άλλα αγαθά που ανεφέραμεν, χωρίς όμως να τα χρησιμοποιή καθόλου, η κτήσις αρά γε αυτών των αγαθών μόνη θα έφθανε διά να τον κάμη ευτυχή; — Όχι βέβαια, Σώκρατες. — Πρέπει λοιπόν, καθώς φαίνεται, διά να είναι ευτυχής ένας άνθρωπος, όχι μόνον να είναι κάτοχος όλων αυτών των αγαθών, αλλά και να τα μεταχειρίζεται προσέτι· διότι άλλως εις τίποτε δεν του χρησιμεύει η απόκτησίς των. — Αυτό είναι η αλήθεια. — Παραδέχεσαι λοιπόν τώρα, Κλεινία, ότι η κτήσις και η χρήσις των αγαθών αρκούν διά να κάμουν ένα άνθρωπον ευτηχή; — Έτσι μου φαίνεται. — Αλλά οφείλει αρά γε να κάμνη ορθήν χρήσιν, ή είναι αδιάφορον το πράγμα; — Ορθήν βέβαια. — Πολύ σωστά απήντησες· επειδή πολύ χειρότερον είναι, νομίζω, να κάμνη κανείς κακήν χρήσιν ενός πράγματος, παρά να μην κάμνη καθόλου· διότι το πρώτον είναι κακόν, ενώ το άλλο τουλάχιστον δεν είναι ούτε καλόν ούτε κακόν· ή δεν είναι έτσι; — Έτσι μάλιστα. — Αλλά, δεν μου λέγεις, υπάρχει άλλο πράγμα που να διδάσκη την κατεργασίαν και την χρήσιν των ξύλων παρά η ξυλουργική επιστήμη; — Όχι βέβαια. — Και εις την κατασκευήν επίσης των εργαλείων η σχετική επιστήμη είναι βέβαια εκείνη που διδάσκει το ορθόν. — Μάλιστα. — Το ίδιον λοιπόν και διά την χρήσιν των αγαθών εκείνων που ανεφέραμεν εις την αρχήν, του πλούτου και της υγιείας και του κάλλους, δεν είναι η επιστήμη η οποία καθοδηγεί και διδάσκει πώς να τα μεταχειριζώμεθα ορθώς, ή τίποτε άλλο τάχα; — Η επιστήμη. — Όχι λοιπόν μόνον την επιτυχίαν, αλλά και την καλήν χρήσιν, καθώς φαίνεται, παρέχει η επιστήμη εις τους ανθρώπους εις όλα όσα έχουν ή κάμνουν. — Συμφωνώ. — Και μα την αλήθεια τι το όφελος από όλα τα άλλα πράγματα, που ημπορεί να έχη ο άνθρωπος, δίχως την φρόνησιν και την σοφίαν; τι θα τον ωφελήσουν όσα και αν έχη και όσα και αν κάνη, όταν δεν έχη νουν; δεν είναι προτιμότερον να έχη ολιγώτερα από τα άλλα και να έχη νουν; και σε παρακαλώ εξέτασε το πράγμα κατ' αυτόν τον τρόπον· όσον ολιγώτερα κάμνη κανείς, δεν θα περιπίπτη και εις ολιγώτερα σφάλματα; και εις όσον ολιγώτερα σφάλματα περιπίπτη, δεν θα ευρίσκεται και εις ολιγώτερον κακήν κατάστασιν; και εις όσον ολιγώτερον κακήν κατάστασιν ευρίσκεται, δεν θα είναι και ολιγώτερον δυστυχής; — Και βέβαια. — Και πότε θα κάμνη κανείς ολιγώτερα, όταν είναι πτωχός ή πλούσιος; — Όταν είναι πτωχός.
— Και όταν είναι ασθενής ή ισχυρός; — Ασθενής· — Όταν έχη αξιώματα και τιμάς, ή όταν δεν έχη; — Όταν δεν έχη. — Επίσης όταν είναι ανδρείος και ανεπτυγμένος θα πράττη ολιγώτερα, ή δειλός; — Δειλός. — Λοιπόν και οκνηρός μάλλον ή δραστήριος;
— Μάλιστα. — Και αργός μάλλον ή γρήγορος; και ένας που έχει αμβλείαν μάλλον την ακοήν και την όρασιν ή οξείαν;
Και αφού εμείναμεν σύμφωνοι εις όλα αυτά, — Διά να ανακεφαλαιώσωμεν λοιπόν, είπα, Ω Κλεινία, φαίνεται πως όλα εκείνα, που ωνομάσαμεν εις την αρχήν αγαθά, δεν θα ειπή ότι ημπορούν να θεωρηθούν αυτά καθ' εαυτά και εκ φύσεως αγαθά, αλλά το πράγμα, κατά τα φαινόμενα, έχει ως εξής· εάν μεν ευρίσκωνται εις την εξουσίαν της αμαθείας, είναι χειρότερα από τα αντίθετα κακά, διότι παρέχουν περισσότερα μέσα ενεργείας εις τον ανόητον, κάτοχον αυτών· εάν όμως εξυπηρετούν την φρόνησιν και την σοφίαν, τότε είναι τα μεγαλύτερα αγαθά· καθ' εαυτά όμως δεν έχουν καμμίαν απολύτως αξίαν ούτε τα μεν ούτε τα δε.
— Μου φαίνεται ότι έχεις απόλυτον δίκαιον, όπως τα λέγεις.
— Ποίον είναι λοιπόν το συμπέρασμά μας απ' όλα όσα είπαμεν; ότι γενικώς τίποτε από τα άλλα δεν είναι ούτε καλόν ούτε κακόν, εκτός αν εξαιρέσης δύο μόνον πράγματα, την σοφίαν, η οποία είναι καλόν και την αμάθειαν, η οποία είναι κακόν. — Είμαι σύμφωνος.
— Τώρα λοιπόν ας προχωρήσωμεν και παρακάτω· επειδή όλοι οι άνθρωποι έχουν την επιθυμίαν και θέλουν να γίνουν ευτυχείς, είδομεν δε ότι διά να γίνωμεν τοιούτοι πρέπει να μεταχειριζώμεθα τα πράγματα, και μάλιστα να τα μεταχειριζόμεθα ορθώς, και ότι την ορθήν αυτών χρήσιν και την επιτυχίαν επομένως μας την παρέχει η επιστήμη, πρέπει λοιπόν κάθε άνθρωπος εκ παντός τρόπου και με όλας του τας δυνάμεις να επιδιώκη πώς να γίνη όσον το δυνατόν σοφώτερος; ή όχι; — Μάλιστα.
— Με την πεποίθησιν επομένως αυτήν, ότι πολύ περισσότερον αξίζει να παραλάβη κανείς σοφίαν από τον πατέρα του παρά οσαδήποτε χρήματα, καθώς επίσης από τους επιτρόπους του, από τους φίλους του, και τους άλλους και εκείνους που του κάμνουν τον εραστήν, από τους ξένους, από τους συμπολίτας του, μεταχειριζόμένος μάλιστα και δεήσεις και ικεσίας διά να του μεταδώσουν την σοφίαν, δεν είναι καθόλου αισχρόν ούτε καμμία εντροπή, Κλεινία, χάριν ενός τοιούτου σκοπού να κάμνη και τον υπηρέτην ακόμη και τον δούλον, επί καλού εννοείται πάντοτε, και εις τον εραστήν του και εις κάθε άλλον άνθρωπον, αρκεί να το κάμνη από την ζωηράν επιθυμίαν να γίνη σοφός· ή δεν είσαι και συ αυτής της ιδέας;
— Απεναντίας· όλα αυτά που λέγεις μου φαίνονται σωστότατα.
— Εάν, εννοείται, εν πάση περιπτώσει είναι η σοφία πράγμα που να ημπορή να διδαχθή και δεν κατεβαίνει έτσι μόνη της εις τα κεφάλια των ανθρώπων από τον ουρανόν· διότι υπολείπεται να εξετάσωμεν και αυτό το ζήτημα, εις το οποίον δεν έχομεν ακόμη συμφωνήση εγώ και συ. — Αλλά εγώ, Σωκράτη, παραδέχομαι ότι ημπορεί να διδαχθή.
Γεμάτος χαράν από αυτήν την απάντησιν, — Θαυμάσια! ανέκραξα, ω άριστε των ανθρώπων, και έκαμες πολύ καλά που με απήλλαξες από αυτήν την μακράν εξέτασιν, αν ημπορή να διδαχθή η σοφία ή όχι· τώρα λοιπόν, αφού πιστεύεις ότι είναι δυνατόν να διδαχθή και ότι είναι το μόνον πράγμα που παρέχει εις τον άνθρωπον την ευδοκίμησιν και την ευδαιμονίαν, ημπορείς να μη παραδεχθής ότι είναι ανάγκη με κάθε τρόπον να την επιδιώκωμεν, και συ ο ίδιος δεν έχεις εις τον νουν σου να το κάμης; — Δίχως άλλο, Σωκράτη, και με όλα μου τα δυνατά μάλιστα.
Κατενθουσιασμένος από αυτήν του την διαβεβαίωσιν, — Ιδού λοιπόν, είπα, Ευθύδημε και Διονυσόδωρε, το ιδικόν μου παράδειγμα, πώς επάνω κάτω θα επιθυμούσα να είναι οι προτρεπτικοί διά την αρετήν λόγοι, αλλά ίσως κάπως ακατέργαστον και παρατραβηγμένον· τώρα όποιος από τους δύο σας θέλει ας κάμη το ίδιον, αλλά με όλους τους κανόνας της τέχνης· ή, αν δεν θέλετε αυτό, από εκεί που το άφησα εγώ, αναλάβετε να διδάξετε τον νέον, αν πρέπη να μάθη όλας τας επιστήμας, ή υπάρχει μία, που ημπορεί να τον κάμη άνθρωπον ενάρετον και ευτυχή, και ποια είναι αυτή· διότι, καθώς σας έλεγα και απ' αρχής, συμβαίνει να έχωμεν όλοι μας την ζωηροτέραν επιθυμίαν να γίνη αυτός ο νέος καλός και σοφός άνθρωπος.
Αφού λοιπόν είπα αυτά, συνεκέντρωσα όλην μου την προσοχήν διά να ιδώ κατά ποίον τρόπον θα επελαμβάνοντο της συζητήσεως και πως θα ήρχιζαν διά να παροτρύνουν τον Κλεινίαν εις την άσκησιν της σοφίας και της αρετής. Τον λόγον έλαβε πρώτος ο Διονυσόδωρος, ο μεγαλύτερος από τους δύο αδελφούς, και όλοι προσηλώσαμεν επάνω του τα βλέμματά μας με την ιδέαν ότι θα ηκούαμεν αμέσως λόγους θαυμαστούς από το στόμα του· και δεν εβγήκαμεν πραγματικώς γελασμένοι· διότι, είναι η αλήθεια, μας είπε, Κρίτων, πράγματα θαυμάσια, που αξίζει να τα ακούσης και συ· τόσον ήσαν κατάλληλα να παρακινήσουν τον άνθρωπον εις την καλλιέργειαν της αρετής.
— Ειπέ μου, Σωκράτη, και όλοι εσείς, που καθώς λέγετε επιθυμείτε να γίνη σοφός αυτός ο νέος, αστειεύεσθε με αυτά που λέγετε, ή πραγματικώς το επιθυμείτε με όλα σας τα σοβαρά;
Και εμένα μου επέρασε τότε από την ιδέαν, πως ημπορεί πράγματι να επίστευσαν, ότι είχαμεν διάθεσιν να αστειευθούμεν, όταν τους παρακαλέσαμεν προηγουμένως να συζητήσουν με τον νεαρόν φίλον μας, και δι' αυτό ήρχισαν και εκείνοι να παίζουν μαζί του και να μη σπουδαιολογούν. Αυτό μου επέρασε από τον νουν και δι' αυτό έσπευσα να τον διαβεβαιώσω με τον θετικώτερον τρόπον ότι σπουδαιολογούμεν με όλα μας τα σωστά.
— Πρόσεχε λοιπόν, Σωκράτη, εξηκολούθησεν ο Διονυσόδωρος, μήπως απαρνηθής σε λίγο, αυτό που διαβεβαιώνεις τώρα. — Ηξεύρω καλά εκείνο που λέγω, και δεν είναι φόβος να το αρνηθώ. — Καλά λοιπόν λέγετε πως επιθυμείτε να γίνη σοφός ο φίλος σας. — Αυτό ακριβώς. — Και τώρα, σας παρακαλώ, είναι σοφός ο Κλεινίας ή όχι; — Ο ίδιος λέγει πως δεν είναι ακόμη, διότι δεν είναι καθόλου φαντασμένο το παιδί. — Εσείς λοιπόν θέλετε να γίνη σοφός, και να μην είναι αμαθής. — Μάλιστα, αυτό θέλομεν. — Ώστε θέλετε λοιπόν να γίνη εκείνο που δεν είναι, και να μην είναι πλέον εκείνο που είναι τώρα.
Εγώ επάνω εις αυτό εταράχθηκα ολίγον και ο Διονυσόδωρος επωφελούμενος της ταραχής μου έσπευσεν αμέσως να είπη: Αφού λοιπόν επιθυμείτε να μην είναι πλέον ο Κλεινίας εκείνο που είναι τώρα, πάει να πη, καθώς φαίνεται, πως επιθυμείτε να μην είναι ζωντανός; Να, μα την αλήθεια, φίλοι μια φορά και ερασταί, που πρώτ' απ' όλα επιθυμούν τον θάνατον του αγαπημένου των!
Μόλις ήκουσε αυτό ο Κτήσιππος άναψαν αμέσως τα αίματά του και γεμάτος αγανάκτησιν του λέγει: Ξένε μου Θούριε, αν δεν ήτανε κάπως χονδρόν εκ μέρους μου, θα σου έλεγα &στο κεφάλι σου&, που φαντάσθηκες να μας αποδώσης τέτοιο ψέμμα σε μένα και σ' αυτούς τους άλλους, που είναι και να το λέγη κανείς αμαρτία, πως εγώ επιθυμώ τον θάνατον αυτού! — Κτήσιππε, του είπεν ο Ευθύδημος, παραδέχεσαι, πως ημπορεί κανείς να ψευσθή; — Το παραδέχομαι βέβαια, εκτός αν είμαι παράφρων. — Αλλ' όταν κανείς ψεύδεται, λέγει το πράγμα περί του οποίου πρόκειται ο λόγος, ή δεν το λέγει; — Το λέγει. — Λοιπόν, αφού το λέγει, θα πη ότι δεν λέγει τίποτε άλλο, παρά εκείνο που λέγει. — Αυτό ν' ακούεται. — Αλλά βέβαια θα παραδεχθής, ότι εκείνο που λέγει είναι ένα κάποιο πράγμα χωριστόν από όλα τα άλλα. — Δεν έχω αντίρρησιν. — Ώστε εκείνος που το λέγει αυτό, λέγει ένα πράγμα που υπάρχει. — Ναι. — Αλλά εκείνος που λέγει ένα πράγμα που υπάρχει λέγει το πραγματικόν, το αληθινόν· ώστε ο Διονυσόδωρος, αφού λέγει εκείνο που υπάρχει, λέγει εκείνο που είναι, και επομένως δεν είπε κανένα ψέμμα για σένα. — Ναι, μα εκείνος που το λέγει αυτό, Ευθύδημε, λέγει πράγμα που δεν είναι.
Τότε ο Ευθύδημος, — Όταν λέγωμεν, είπεν, ένα πράγμα που δεν είναι, εννοούμεν τίποτε άλλο παρά πως αυτό το πράγμα δεν υπάρχει; — Μάλιστα, πως δεν υπάρχει. — Και ένα πράγμα που δεν υπάρχει, καθόλου βέβαια και πουθενά δεν υπάρχει. — Σύμφωνος. — Και ημπορεί λοιπόν να ενεργήση κανείς τίποτε με τα πράγματα που δεν υπάρχουν, εις τρόπον ώστε να κάμη εις τον Κλεινίαν, όποιος και αν είναι, κάτι που καθόλου δεν υπάρχει; — Δεν μου φαίνεται εμένα τουλάχιστον, απήντησεν ο Κτήσιππος. — Αλλά οι ρήτορες, όταν ομιλούν ενώπιον του λαού, τίποτε δεν ενεργούν; — Ενεργούν βέβαια. — Αφού λοιπόν ενεργούν, θα πη πως κάμνουν κάτι. — Μάλιστα. — Ώστε ομιλώ σημαίνει ενεργώ και κάμνω. — Έστω. — Κανείς λοιπόν δεν λέγει πράγματα που δεν υπάρχουν, διότι και απλώς με το να λέγη, κάμνει ήδη κάτι τι, συ δε ωμολόγησες ότι είναι αδύνατον να κάμη κανένα πράγμα που δεν υπάρχει· ώστε, συμφώνως με την ομολογίαν σου, κανείς δεν ημπορεί να ειπή ψέμματα, αλλά, εάν ωμίλησεν ο Διονυσόδωρος, είπε πράγματα αληθινά και που υπάρχουν. — Ναι, μα τον Δία, Ευθύδημε, απήντησεν ο Κτήσιππος· ίσως να λέγη ο Διονυσόδωρος πράγματα που είναι, δεν τα λέγει όμως και όπως είναι.
— Πώς λέγεις, Κτήσιππε; ηρώτησεν ο Διονυσόδωρος· υπάρχουν άνθρωποι που λέγουν τα πράγματα όπως είναι; — Υπάρχουν βέβαια, απήντησεν, οι άνθρωποι οι καλοί και που λέγουν την αλήθειαν. — Αλλά, επανέλαβεν εκείνος, τα κακά πράγματα δεν είναι κάτι τι κακόν, και τα καλά πράγματα δεν είναι κάτι τι καλόν; — Μάλιστα. — Και υποστηρίζεις ότι οι καλοί άνθρωποι λέγουν τα πράγματα όπως είναι; — Ναι, το υποστηρίζω, — Κακώς λοιπόν λέγουν, Κτήσιππε, οι καλοί άνθρωποι τα κακά, αφού τα λέγουν όπως είναι. — Ναι, μα τον Δία, είπεν εκείνος, και προ πάντων μάλιστα ομιλούν κακώς διά τους κακούς ανθρώπους· και δι' αυτό, αν θέλης να με ακούσης, θα φυλαχθής και συ να μην είσαι από αυτούς, διά να μην ομιλούν και δι' εσένα κακόν οι καλοί άνθρωποι· διότι, πρέπει να ηξεύρης, οι καλοί ομιλούν πάντα κακόν διά τους κακούς.
— Λοιπόν και διά τους μεγάλους, έλαβε τον λόγον ο Ευθύδημος, ομιλούν μεγάλα και διά τους ζεστούς ζεστά; — Βεβαιότατα, απήντησεν ο Κτήσιππος, και διά τους κρύους κρύα, και λέγουν πως οι λόγοι των και οι ομιλίες των είναι κρύες. — Α, α, εσύ, βλέπω, Κτήσιππε, είπεν ο Διονυσόδωρος, ήρχισες τα πειράγματα και τας ύβρεις. — Κάθε άλλο, μα την αλήθεια! εγώ απεναντίας σε εκτιμώ πολύ, Διονυσόδωρε, αλλά σε συμβουλεύω ως φίλον και θέλω να εννοήσης ότι δεν πρέπει να λέγης εμπρός μου και με τόση αδιαντροπιά, πως εγώ επιθυμώ τον θάνατον ανθρώπων, που τους έχω καλύτερα και απ' τα μάτια μου.
Εγώ καθώς τους είδα να τα χοντραίνουν έτσι μεταξύ των, ηθέλησα να γυρίσω το πράγμα εις το αστείον και είπα εις τον Κτήσιππον:
— Μου φαίνεται, Κτήσιππε, ότι εμείς οφείλομεν να δεχώμεθα από τους ξένους μας ό,τι έχουν την ευχαρίστησιν να μας δίδουν και να μην καθήμεθα να συζητούμεν διά τας λέξεις· διότι, αν γνωρίζουν κατ' αυτόν τον τρόπον να θανατώνουν τους ανθρώπους, ώστε από κακούς και αμαθείς να τους ξανακάνουν καλούς και σοφούς, και ευρήκαν είτε αυτοί μόνοι των είτε από κανένα άλλον έμαθαν αυτό το θαυματουργόν είδος της καταστροφής και του ολέθρου, ώστε να χαλούν ένα παλιάνθρωπον και εις την θέσιν του να παρουσιάζουν έναν άνθρωπον της προκοπής — εάν, λέγω, γνωρίζουν αυτήν την τέχνην, και θα την γνωρίζουν βέβαια, αφού μας το διεβεβαίωσαν προ ολίγου, ότι αυτή είναι η νέα τέχνη των που την ανακάλυψαν τώρα κοντά, να κάνουν τους ανθρώπους από κακούς καλούς, ας τους παραχωρήσωμεν αυτό που μας ζητούν: ας θυσιάσουν τον νεαρόν φίλον μας, φθάνει να μας τον ξανακάμουν άνθρωπον με γνώσιν και νουν, και ακόμη και όλους μας εμάς τους άλλους· και αν σεις οι νέοι φοβάσθε, δέχομαι εγώ, σαν άνθρωπος χωρίς αξίαν, να γίνη το πείραμα επάνω μου· διότι καθώς είμαι και γέρος, υποβάλλομαι προθύμως εις αυτόν τον κίνδυνον και παραδίδω τον εαυτόν μου εις τον φίλον μας τον Διονυσόδωρον, ως να ήτο η Μήδεια από την Κολχίδα. Ας με σφάξη και, αν το θέλη, ας με βράση, ή ας με κάμη ό,τι άλλο επιθυμεί· αρκεί να με ξανακάμη άνθρωπον καλόν και προκομμένο.
Τότε ο Κτήσιππος, — Και εγώ, είπεν, είμαι πρόθυμος, Σωκράτη, να παραδώσω τον εαυτόν μου εις τους ξένους να με κάμουν ό,τι θέλουν, και να με γδάρουν ακόμη, και περισσότερον μάλιστα απ' ό,τι γδέρνουν συνήθως, φθάνει μόνον εις το τέλος το δέρμα μου να καταντήση όχι εις ασκόν, όπως του Μαρσύου, αλλά εις αρετήν· και όμως ο Διονυσόδωρος απ' εδώ, του πέρασε από την ιδέαν πως εθύμωσα και αγρίεψα μαζί του· δεν έχει όμως δίκαιον· εγώ δεν υβρίζω, αλλ' απλώς αντιλέγω και αποκρούω εκείνα που αδίκως μου απέδωσεν εις τους λόγους του. Την αντιλογίαν λοιπόν, κύριε μου Διονυσόδωρε, μην την ονομάζης ύβριν· η ύβρις είναι όλως διόλου διαφορετικόν πράγμα.
Επάνω εις αυτό του λέγει ο Διονυσόδωρος: — Και παραδέχεσαι τάχα εσύ, μ' αυτά που λέγεις, πως υπάρχει αντιλογία;
— Το παραδέχομαι βεβαία, και με όλα τα σωστά μου μάλιστα· ή μήπως τάχα εσύ αρνείσαι την ύπαρξίν της, Διονυσόδωρε; — Αι λοιπόν, εγώ σου λέγω. πως ποτέ δεν θα ημπορέσης να μου αποδείξης, ότι ήκουσες δύο ανθρώπους να αντιλέγουν ο ένας του άλλου. — Αλήθεια λες· αλλά ας το ακούσωμεν τώρα, αφού θα σου παρουσιάσω την ευγενεία μου τον Κτήσιππον, να αντιλέγη προς εσένα τον Διονυσόδωρον. Θα ανελάμβανες πράγματι να μου δώσης την απόδειξιν αυτού που ισχυρίζεσαι; — Βεβαιότατα. — Λέγε μου λοιπόν δεν ημπορούμεν να κάμωμεν λόγον περί όλων των πραγμάτων: — Ημπορούμεν. Όπως υπάρχουν, ή όπως δεν υπάρχουν; — Όπως υπάρχουν. — Διότι βέβαια, αν ενθυμείσαι, Κτήσιππε, απεδείξαμεν και προηγουμένως ότι κανείς δεν λέγει ένα πράγμα που δεν υπάρχει· δεν ευρέθηκε ποτέ κανείς να κάμνη λόγον διά το τίποτε. — Και τι έχει να κάμη; είπεν ο Κτήσιππος· μήπως δι' αυτό αντιλέγομεν ολιγώτερον εγώ και συ: — Αλλά θα αντιλέγαμεν αρά γε, αν εκάμναμεν και οι δύο μας λόγον περί του αυτού πράγματος; ή θα ελέγαμεν απεναντίας τα αυτά πράγματα; — Τα αυτά. — Αλλά μήπως θα αντιλέγαμεν, όταν ούτε ο ένας ούτε ο άλλος λέγωμεν το πράγμα όπως είναι; ή μάλλον, εν τοιαύτη περιπτώσει, κανείς από τους δύο μας δεν θα έκαμνε λόγον περί αυτού του πράγματος; — Δεν θα έκαμνε. — Αλλ' αρά γε, όταν εγώ μεν λέγω ένα πράγμα όπως είναι, συ δε ομιλείς περί άλλου πράγματος, μήπως αντιλέγομεν τάχα τότε; ή δεν είναι μάλλον αληθές, ότι εγώ μεν ομιλώ περί εκείνου του πράγματος, συ δε ούτε καν λόγον κάμεις περί αυτού; και εν τοιαύτη περιπτώσει πώς θα ήτο δυνατόν να αντιλέγωμεν;
Και ο μεν Κτήσιππος έμεινεν αναπολόγητος και εσιώπησεν· εγώ δε, με απορίαν μου και θαυμασμόν δι όσα ήκουσα, — Πώς λέγεις, τον ηρώτησα, Διονυσόδωρε; έχω πράγματι ακούση από πολλούς και πολλάκις να κάμνουν χρήσιν αυτού του συλλογισμού και πάντοτε τον εθαύμασα· διότι και η σχολή του Πρωταγόρα και άλλοι ακόμη αρχαιότεροι φιλόσοφοι τον μετεχειρίζοντο συχνά· εμένα πάντα μου εκίνησε τον θαυμασμόν, και μου φαίνεται ότι και όλους τους άλλους ανατρέπει και αυτόν τον ίδιον· ελπίζω όμως να με διδάξης εσύ καλύτερα από κάθε άλλον, ποίον είναι το αληθές περί αυτού. «Δεν ημπορεί κανείς να ειπή ψεύματα», αυτό είναι το νόημα του συλλογισμού· δεν είναι έτσι; αλλ' ή κατ' ανάγκην εκείνος που ομιλεί θα λέγη αλήθειαν, ή δεν θα ομιλή; — Αυτό είναι, απήντησεν ο Διονυσόδωρος. — Θέλουν να ειπούν με αυτό, ότι είναι αδύνατον κανείς να είπη ψεύματα, ημπορεί όμως να έχη ψευδείς δοξασίας; — Όχι, ούτε ψευδείς δοξασίας, μου απήντησεν. — Ώστε δεν υπάρχει καθόλου ούτε ψευδής δοξασία; — Όχι, — Ούτε αμάθεια επομένως, ούτε αμαθείς άνθρωποι· διότι τ' άλλο παρά τούτο, αν υπήρχε, θα ήτο η αμάθεια, να μην έχη κανείς ορθάς ιδέας περί των πραγμάτων; — Βεβαιότατα. — Αλλ' αυτό δεν γίνεται, είπα εγώ. — Όχι βέβαια. — Το λέγεις έτσι αυτό, Διονυσόδωρε, απλώς διά να γίνεται λόγος και να μας εκπλήξης με αυτήν την παραδοξολογίαν, ή πραγματικώς το πιστεύεις πως δεν υπάρχει κανείς αμαθής εις τον κόσμον; — Αλλ' απόδειξέ μας συ το εναντίον. — Αλλά είναι δυνατόν να γίνη αυτό, κατά τον λόγον σου, να αναιρέση κανείς έναν άλλον, αφού κανένας δεν λέγει ψεύματα; — Όχι, δεν είναι δυνατόν, είπεν ο Ευθύδημος — Αλλά μήπως σου εζήτησα εγώ, επανέλαβεν ο Διονυσόδωρος, να αναιρέσης τον ισχυρισμόν μου; διότι ένα πράγμα που δεν υπάρχει, πως είναι δυνατόν κανείς να το ζητήση; — Ω Ευθύδημε, είπα εγώ, δεν εννοώ ακόμη κατά βάθος όλα αυτά ωραία και σοφά πράγματα· κάτι όμως άρχισα αμυδρώς να καταλαμβάνω. Ίσως θα σου κάμω μίαν ερώτησιν κάπως ολίγον ανόητον, και σε παρακαλώ να μου συμπαθήσης· κοίταξε λοιπόν: αφού δεν είναι δυνατόν κανείς να απατάται, ούτε να έχη ψευδείς δοξασίας, ούτε να είναι αμαθής, ούτε επομένως και να διαπράξη κανένα σφάλμα δεν είναι δυνατόν, όταν κάμνη κάτι τι; αυτό δεν ισχυρίζεσθε; — Αυτό ακριβώς, μου απήντησε. — Ιδού λοιπόν τώρα η ανόητος η ερώτησις, που ήθελα να σας κάμω: αφού δεν είναι δυνατόν να σφάλλωμεν, ούτε εις τας πράξεις μας, ούτε εις τους λόγους μας, ούτε εις τας σκέψεις μας. εσείς, νάχετε καλό! αφού είναι έτσι, τι ήλθετε τότε να διδάξετε εδώ; ή δεν μας εβεβαιώσετε προ ολίγου ότι είσθε εις θέσιν καλύτερα από τον καθένα να διδάξετε την αρετήν εις όλους εκείνους που ήθελαν να την μάθουν;
— Και τόσον λοιπόν κρονόληρος κατήντησες, Σωκράτη, είπεν ο Διονυσόδωρος, ώστε να έρχεσαι να μας επαναλαμβάνης τώρα εκείνα που είπαμεν εις την αρχήν; και αν είπα τίποτα πέρυσι θα το ενθυμηθής τώρα, με αυτά όμως που σου λέγω αυτήν την στιγμήν δεν ηξεύρεις τι να κάμης; — Διότι, είπα εγώ, είναι πολύ δύσκολα· και φυσικά, αφού τα λέγουν άνθρωποι τόσον σοφοί· και αυτό που είπες τώρα τελευταία είναι όχι ολιγώτερον δύσκολον, και πράγματι δεν ηξεύρω τι να κάμω· διότι τι θέλεις να είπης με αυτό το: &δεν ηξεύρεις τι να κάμης&, που μου λέγεις, Διονυσόδωρε; ότι δηλαδή δεν ημπορώ να αναιρέσω τα επιχειρήματά σου; διότι, ειπέ μου, τι άλλο εννοεί αυτή η φράσις σου: &δεν ηξεύρεις τι να κάμης& με τον λόγον μου; — Ακριβώς αυτό που λέγεις, πως είναι πολύ δύσκολον να κάμης τίποτε· διότι, έλα να σ' ερωτήσω. — Πριν να μου απαντήσης εσύ, Διονυσόδωρε; — Πώς, δεν θέλεις να αποκριθής λοιπόν; — Μα είναι δίκαιον αυτό; — Και βέβαια είναι. — Και για ποιο λόγο; ή επειδή ίσως μας ήλθες εδώ πράγματι σοφώτατος εις την τέχνην των λόγων και γνωρίζεις πότε πρέπει να αποκρίνεται κανείς και πότε δεν πρέπει; έτσι και τώρα δεν θα απαντήσης ουδέ λέξιν, επειδή γνωρίζεις ίσως ότι δεν πρέπει; — Εξακολουθείς να φλυαρής, βλέπω, και ξεχνάς να αποκριθής· μα έλα, καλέ μου, κάμε αυτό που σου λέγω, και απάντησέ μου, αφού το ομολογείς πως είμαι σοφός. — Ας υπακούσω λοιπόν, αφού είναι ανάγκη, καθώς φαίνεται· εσύ είσαι ο κύριος, λοιπόν εις τας διαταγάς σου, ερώτα με. — Λέγε μου, εκείνα που εννοούν είναι όσα έχουν ψυχήν, ή εννοούν και τα άψυχα; — Όχι, εκείνα που έχουν ψυχήν μόνον. — Και μήπως ηξεύρεις κανένα λόγον, καμμίαν φράσιν, που να έχη ψυχήν; — Όχι, μα την αλήθειαν. — Πώς λοιπόν με ηρώτησες προ ολίγου: τι εννοεί η φράσις σου; — Τι άλλο, παρά θα έκαμα αυτό το λάθος, καθώς φαίνεται, από βλακείαν μου· ή μήπως δεν έκαμα λάθος, αλλά είναι και αυτό σωστόν, που είπα πως εννούν και οι λόγοι; τι λέγεις και συ, έκαμα λάθος ή όχι; διότι αν δεν έκαμα, ουδέ συ θα με εξελέγξης, με όλην σου την σοφίαν, ούτε θα ημπορέσης να κάμης τίποτε με αυτό που είπα· αν δε έκαμα λάθος, ουδέ τότε πάλιν θα έχης δίκαιον, αφού υπεστήριξες ότι δεν είναι δυνατόν κανείς να απατηθή· και δεν θα ειπής βέβαια τώρα, ότι με αυτά που λέγω, αναφέρομαι εις πράγματα που έλεγες πέρυσι· αλλά μου φαίνεται, Διονυσόδωρε και Ευθύδημε, ότι αυτός ο λόγος μένει πάντοτε εις την θέσιν του, και ότι, όπως και άλλοτε, έτσι και τώρα, ενώ ρίπτει καταγής τους άλλους, πίπτει όμως και ο ίδιος· και αυτή δε η τέχνη σας δεν έχει εύρη ακόμη τρόπον, ώστε να μη συμβαίνη αυτό, αν και είναι τόσον πράγματι θαυμαστή διά την λεπτολογίαν της.
Επάνω εις αυτά λέγει τότε και ο Κτήσιππος: — Αι, φίλοι μας από τους Θουρίους ή από την Χίον, ή και απ' όπου αλλού σας αρέσει να είσθε και να σας λέγουν, θαυμάσια είναι αλήθεια αυτά που λέγετε, και δεν σας μέλλει, βλέπω, να παραμιλήτε ξυπνοί!
Αλλά εγώ φοβούμενος μήπως το πράγμα καταντήση εις πειράγματα και ύβρεις, επροσπάθησα πάλιν να καταπραΰνω τον Κτήσιππον και του είπα: — Σου επαναμβάνω πάλιν, Κτήσιππε, και σένα αυτά που έλεγα πριν και του Κλεινία· ότι δεν γνωρίζεις ακόμη την θαυμαστήν σοφίαν των ξένων μας· δεν θέλουν όμως να μας την επιδείξουν εις τα σοβαρά, αλλά μιμούνται τον Πρωτέα, τον Αιγύπτιον σοφιστήν, και μας απατούν με διαφόρους γοητείας. Ας μιμηθώμεν λοιπόν και ημείς τον Μενέλαον, και ας μη ξεκολλήσωμεν από πάνω των, πριν να μας δείξουν την επιστήμην των υπό την σοβαράν της όψιν· διότι είμαι πεπεισμένος ότι έχουν να μας παρουσιάσουν κάτι τι το εξαιρετικώς ωραίον, όταν άπαξ αποφασίσουν να σπουδαιολογήσουν· αλλά εμπρός! Έλα να τους κάμωμεν παρακλήσεις, εξορκισμούς, δεήσεις, διά να μας εμφανισθούν υπό την αληθινήν των μορφήν. Εγώ μάλιστα θέλω πάλιν προηγουμένως να τους εξηγήσω υπό ποίαν μορφήν τους ικετεύω να μου εμφανισθούν· και προς τούτο θα αναλάβω τον λόγον μου, από εκεί που τον είχα διακόψη πριν, και θα προσπαθήσω όσον ημπορώ καλύτερα να εκθέσω και το υπόλοιπον· ίσως τοιουτοτρόπως κατορθώσω να κλονίσω την απόφασίν των, και να με ελεήσουν και με λυπηθούν που με τόσον έντονον προσπάθειαν ζητώ να σπουδαιολογήσωμεν, και [[να]] σπουδαιολογήσουν επί τέλους και αυτοί.
Έλα λοιπόν τώρα εσύ, Κλεινία, και θύμησέ μου που είχαμεν αφήση τότε τον λόγον μας· αν καλώς εγώ ενθυμούμαι κάπου εκεί νομίζω; είχαμεν μείνη σύμφωνοι εις το τέλος, ότι πρέπει να επιδοθώμεν εις την φιλοσοφίαν· δεν είναι έτσι; — Μάλιστα, απεκρίθη ο Κλεινίας. — Η δε φιλοσοφία δεν είναι η απόκτησις επιστήμης; — Βεβαίως. — Αλλά ποία να είναι, αρά γε η επιστήμη, που αξίζει να αποκτήσωμεν; δεν είναι τάχα εκείνη απλώς, που θα μας ωφελήση; — Αυτή ακριβώς. — Αν λοιπόν εγνωρίζαμεν έξαφνα να ευρίσκωμεν διατρέχοντες την γην, τα μέρη όπου υπάρχει περισσότερος χρυσός κεκρυμμένος, αυτή η γνώσις θα μας ωφελούσε τάχα; — Ίσως, μου απήντησε, — Αλλά είχαμεν αποδείξη πριν, ότι θα μας ήτο όλως διόλου ανωφελές και αν ακόμη, χωρίς κανένα κόπον και χωρίς να σκάπτωμεν την γην, ηθέλαμεν αποκτήση όλον τον χρυσόν του κόσμου· ώστε ούτε αν ηξεύραμεν να μεταβάλλωμεν τους λίθους εις χρυσόν, θα είχε καμμίαν αξίαν δι' ημάς αυτή η γνώσις· διότι αν δεν θα εγνωρίζαμεν να κάμνωμεν και χρήσιν αυτού, απεδείχθη ότι καμμίαν ωφέλειαν δεν θα είχε το πράγμα· ή δεν το ενθυμείσαι; — Πολύ καλά το ενθυμούμαι, — Ούτε λοιπόν, καθώς φαίνεται, καμμία άλλη επιστήμη ημπορεί να μας ωφελήση εις τίποτε, ούτε η οικονομολογική, ούτε η ιατρική, ούτε κάθε άλλη, εάν είναι απλώς ικανή να κάμνη μόνον κάτι, όχι όμως και να διδάσκη την χρήσιν εκείνου που κάμνει· δεν είναι έτσι; — Σύμφωνος. — Και αν ακόμη υπήρχε μία επιστήμη, που να ημπορούσε να κάμνη τους ανθρώπους αθανάτους, χωρίς όμως και να τους διδάσκη συγχρόνως την χρήσιν της αθανασίας, ουδέ από αυτήν θα είχαμεν καμμίαν ωφέλειαν συμφώνως με την αρχήν που παρεδέχθημεν. — Συμμερίζομαι απολύτως την ιδέαν σου.
— Ώστε λοιπόν, ωραίε μου φίλε, έχομεν ανάγκην από μίαν τοιαύτην επιστήμην, η οποία να συνδυάση συγχρόνως και τας δύο αυτάς ιδιότητας: και να γνωρίζη να κάμνη κάτι τι, και να γνωρίζη την χρήσιν εκείνου που κάμνει. — Είναι προφανές. — Δεν μας χρειάζεται λοιπόν διόλου, καθώς φαίνεται, να είμεθα περίφημοι κιθαροποιοί και να γίνωμεν κάτοχοι αυτής της τέχνης· διότι εδώ η τέχνη που κατασκευάζει και η τέχνη που μεταχειρίζεται είναι όλως διόλου χωριστά πράγματα, και ενώ πρόκειται περί του αυτού αντικειμένου, διαφέρουν καθ' ολοκληρίαν· διότι δεν διαφέρουν πράγματι τελείως η κιθαροποιητική τέχνη και η κιθαριστική μεταξύ των; — Βεβαιότατα. — Ούτε και η αυλοποιητική βέβαια μας χρειάζεται περισσότερον, διότι το ίδιον συμβαίνει και με αυτήν. — Σύμφωνος. — Αλλά, προς θεού! μήπως τάχα αν μάθωμεν την λογοποιητικήν τέχνην, να είναι, λέγεις, αυτή που πρέπει ν' αποκτήσωμεν διά να γίνωμεν ευτυχείς; Δεν το πιστεύω εγώ, μου απεκρίθη ο Κλεινίας. — Και που στηρίζεσαι, παρακαλώ, διά να το λέγης αυτό; — Διότι βλέπω αυτούς τους λογοποιούς, που συνθέτουν τους λόγους, πως δεν ημπορούν να μεταχειρισθούν τους λόγους των, που κάμνουν οι ίδιοι, απαράλλακτα όπως και οι κιθαροποιοί τα όργανα που κατασκευάζουν· αλλά και εδώ άλλοι είναι οι άνθρωποι που γνωρίζουν και ημπορούν να μεταχειρίζωνται, όσα κατεσκεύασαν εκείνοι, χωρίς να είναι εις θέσιν οι ίδιοι να συνθέσουν ένα λόγον· είναι λοιπόν φανερόν, ότι και περί λόγων προκειμένου, άλλη είναι η τέχνη που τους κάμνει, και άλλη που τους μεταχειρίζεται. — Αρκετά πειστική μου φαίνεται η απόδειξις που έδωσες, ότι δεν είναι και αυτή η τέχνη των λογοποιών εκείνη, της οποίας η απόκτησις θα ημπορούσε να μας κάμη ευτυχείς· και μολαταύτα εγώ εφανταζόμουν πως κάπου εδώ θα ευρίσκαμεν την επιστήμην, που ζητούμεν τόσην ώραν· διότι, να σου ειπώ την αλήθεια, κάθε φορά που τύχη να ευρεθώ με αυτούς τους λογοποιούς, μου κάμνουν την εντύπωσιν ανθρώπων σοφωτάτων, και αυτή δε η τέχνη των μου φαίνεται θεία και υψηλή· και αυτό δεν με παραξενεύει· διότι αποτελεί πράγματι μέρος της τέχνης των εξορκιστών, και ολίγον μόνον είναι κατωτέρα από αυτήν· και η μεν τέχνη των εξορκιστών γητεύει τα φείδια και τα σφαλάγγια και τους σκορπιούς και άλλα φαρμακερά ζώα και ασθενείας, των δε λογοποιών καταπραΰνει και γητεύει, ούτως ειπείν, τους δικαστάς και τους βουλευτάς και κάθε είδους συναθροίσεις των πολλών· ή μήπως έχεις τίποτε διαφορετικήν ιδέαν εσύ; — Όχι, είμαι τελείως σύμφωνος μαζί σου. — Πού λοιπόν, είπα εγώ, να στραφώμεν πλέον και εις ποίαν τέχνην να απευθυνθώμεν; — Όσον δι' εμένα δεν βλέπω τίποτε, μου απήντησε. — Εγώ όμως νομίζω πως το ευρήκα. — ποια είναι; ηρώτησεν ο Κλεινίας. — Η στρατηγική τέχνη μου φαίνεται ότι είναι παρά κάθε άλλην εκείνη, της οποίας η απόκτησις θα κάμη τον άνθρωπον ευτυχή — Δεν το παραδέχομαι εγώ αυτό. — Και διατί, παρακαλώ; — Μα αυτή είναι απλώς ένα κυνήγι ανθρώπων. — Αι λοιπόν; — Κάθε κυνήγι, μου απεκρίθη, τίποτε περισσότερον δεν κάμνει παρά να κυνηγά και να πιάνη το θήραμα· αφού όμως πιάσουν εκείνο που κυνηγήσουν, δεν είναι εις θέσιν να το κάμουν τίποτε, αλλά οι μεν κυνηγοί και οι ψαράδες το παραδίδουν εις τους μαγείρου ς· οι δε γεωμέτραι πάλιν και οι αστρονόμοι και οι μαθηματικοί διότι και αυτοί επίσης είναι κυνηγοί, αφού δεν κάμνουν αυτοί τα γεωμετρικά σχήματα, αλλά υπάρχουν ήδη αυτά και απλώς μόνον τα ανευρίσκουν — επειδή λοιπόν δεν γνωρίζουν να χρησιμοποιήσουν τας ανακαλύψεις των, τας παραδίδουν, όσοι τουλάχιστον απ' αυτούς δεν είναι τελείως ανόητοι, εις τους διαλεκτικούς, διά να κάμουν εκείνοι την προσήκουσαν χρήσιν. — Έστω, σοφώτατε και ωραιότατε Κλεινία, έτσι λοιπόν λες νάναι; — Βεβαιότατα, μου απεκρίθη· και οι στρατηγοί επίσης, κατά τον ίδιον και απαράλλακτον τρόπον, όταν κυριεύσουν καμμίαν πόλιν ή κανένα στρατόπεδον, το παραδίδουν εις τους πολιτικούς· διότι αυτοί δεν ηξεύρουν πως να κάμουν με αυτά που εκυρίευσαν· ακριβώς όπως οι κυνηγοί που πιάνουν τα ορτύκια τα παραδίδουν εις τους ορτυκοτρόφους. Εάν λοιπόν εμείς χρειαζώμεθα εκείνην την τέχνην, που είναι εις θέσιν και να μεταχειρίζεται όσα κατασκευάζει ή όσα οπωσδήποτε αποκτά, και η τοιαύτη τέχνη μόνον είναι που θα μας κάμη ευτυχείς, άλλην καμμίαν τότε βέβαια πρέπει να ζητήσωμεν αντί της στρατηγικής.
Κρίτων Τι μου λες εκεί, Σωκράτη; αλήθεια τα είπεν αυτά εκείνο το παιδάριον;
Σωκράτης Τι; δεν το πιστεύεις. Κρίτων;
Κρίτων Όχι, μα τον θεόν, δεν το πιστεύω· διότι, αν πραγματικώς τα είπεν αυτά, τότε σου λέγω ότι δεν έχει ανάγκην ούτε τον Ευθύδημον ούτε κανένα άλλον άνθρωπον να πάρη δάσκαλον.
Σωκράτης Τότε, λοιπόν στο θεό σου! μήπως ήτανε τάχα ο Κτήσιππος που τα είπε αυτά και εγώ δεν το ενθυμούμαι;
Κρίτων Ποιος Κτήσιππος;
Σωκράτης Τουλάχιστον, αυτό το γνωρίζω καλά, πως δεν ήτο ούτε ο Ευθύδημος ούτε ο Διονυσόδωρος που τα είπε· αλλά, ευλογημένε μου Κρίτων, μήπως λες να ήτανε παρόν κανένα από τα υπέρτερα όντα και τα είπε εκείνα τα λόγια; διότι, ότι τα ήκουσα, αυτό τουλάχιστον είμαι απολύτως βέβαιος.
Κρίτων Ναι, μα την αλήθεια, Σωκράτη· κάποιο πράγματι υπέρτερον πνεύμα, μου φαίνεται, πως θα ήτανε, και πολύ μάλιστα υπέρτερον. Αλλά λέγε μου τώρα, εζητήσατε καμμίαν άλλην τέχνην κατόπιν; και την ευρήκετε επί τέλους, ή δεν την ευρήκετε εκείνην που εζητούσετε;
Σωκράτης Πού βρήκαμε, φίλε μου! καταντήσαμεν αλήθεια γελοίοι, σαν τα παιδιά που κυνηγούν τους κορυδαλούς· κάθε φορά που επιστεύαμε πως, να! θα την πιάσωμε πλέον την επιστήμην, εκείνη πάντα και μας έφευγε από μέσ' απ' τα χέρια μας. Μα τι να κάθωμαι τώρα να σου τα πολυλογώ και να σου τα αναφέρω όλα; αλλά όταν τέλος εφθάσαμεν εις την τέχνην του βασιλεύειν, και εξετάζαμεν, αν είναι αυτή που παρέχει και εξασφαλίζει την ευδαιμονίαν εις τους ανθρώπους, τότε δα είναι που είδαμεν πως επέσαμεν εις λαβύρινθον και, ενώ ενομίζαμεν πως ευρισκόμεθα εις το τέλος, αναγκασθήκαμε να γυρίσωμεν εις τα βήματά μας και να ευρεθώμεν εις την αρχήν των ερευνών μας, τόσον σοφοί, όσον ήμεθα και ότε επελήφθημεν το πρώτον της συζητήσεως.
Κρίτων Και πώς σας συνέβη αυτό, Σωκράτη;
Σωκράτης Θα σου το ειπώ· κατελήξαμεν εις το συμπέρασμα ότι η πολιτική και η τέχνη του βασιλεύειν είναι το ίδιον πράγμα.
Κρίτων Και λοιπόν;
Σωκράτης Εις αυτήν την τέχνην, εσκέφθημεν, και η στρατηγική και όλαι αι άλλαι παραδίδουν να κυβερνά όσα ήθελον αποκτήση αι ίδιαι, διότι είναι η μόνη που γνωρίζει να κάμνη χρήσιν αυτών. Παρεδέχθημεν λοιπόν ότι αυτή θα είναι προφανώς η επιστήμη που ζητούμεν και η αιτία της αληθούς ευδαιμονίας της πολιτείας και ότι, με μίαν λέξιν, κατά τον στίχον του Αισχύλου, {3} αυτή μόνη κάθηται εις την πρύμνην της πόλεως με το πηδάλιον εις τας χείρας και διευθύνει και κυβερνά το παν προς κοινήν όλων ωφέλειαν.
Κρίτων Και δεν ήτο τάχα ορθή η ιδέα σας, Σωκράτη;
Σωκράτης Θα το κρίνης μόνος σου, Κρίτων, αν έχης την υπομονήν να ακούσης και τι επηκολούθησε κατόπιν· διότι επήραμεν πάλιν να εξετάσωμεν το ζήτημα και κατ' αυτόν τον τρόπον: Έλα να ιδούμεν, είπαμεν, αυτή η τέχνη του βασιλεύειν, εις την οποίαν τα πάντα υπόκεινται, κάμνει κάποιο έργον; ή δεν κάμνει κανένα; Δίχως άλλο θα κάμνη, είπαμεν εμείς μεταξύ μας. Και συ δεν θα έλεγες το ίδιον, Κρίτων;
Κρίτων Βεβαίως.
Σωκράτης Ποίον λοιπόν θα έλεγες πως είναι το έργον της; όπως έξαφνα, εάν σε ερωτούσα, ποίον είναι το έργον, το οποίον παρέχει η ιατρική εξασκούσα την δικαιοδοσίαν της, εκεί όπου την εξασκεί; δεν θα μου απαντούσες την υγιείαν;
Κρίτων Μάλιστα.
Σωκράτης Τι δε; και η ιδική σου τέχνη, η γεωργική, εις την δικαιοδοσίαν της, ποίον έργον κάμνει; δεν θα μου απαντούσες, ότι εξάγει από την γην την τροφήν μας;
Κρίτων Μάλιστα.
Σωκράτης Λοιπόν, η βασιλική τέχνη εξασκούσα την δικαιοδοσίαν της, εκεί όπου την εξασκεί, τι κάμνει; ίσως να εδυσκολεύεσο ολίγον να απαντήσης.
Κρίτων Το ομολογώ πράγματι, Σωκράτη.
Σωκράτης Και ημείς το ίδιον, Κρίτων· αλλ' αυτό τουλάχιστον το γνωρίζεις, ότι, αν είναι η επιστήμη που ζητούμεν, πρέπει κατ' ανάγκην να είναι ωφέλιμος.
Κρίτων
Αναμφιβόλως.
Σωκράτης
Δεν πρέπει λοιπόν να μας παρέχη κάποιο αγαθόν;
Κρίτων
Ανάγκη πάσα.
Σωκράτης Αλλά το αγαθόν, παρεδέχθημεν εγώ και ο Κλεινίας, δεν είναι άλλο παρά μία κάποια επιστήμη.
Κρίτων Ναι, έτσι μου είπες.
Σωκράτης Αλλά είχομεν εύρη, ότι όλα μεν τα άλλα που θα ημπορούσαμεν να θεωρήσωμεν έργα της πολιτικής — και τοιαύτα είναι πολλά, παραδείγματος χάριν να κάμνη πλουσίους τους πολίτας, να τους παρέχη την ελευθερίαν, να τους εξασφαλίζη από τας στάσεις — όλα αυτά δεν είναι ούτε κακά ούτε καλά, αλλ' ότι έπρεπε να τους κάμη σοφούς και κατόχους της επιστήμης, εάν επρόκειτο να είναι εκείνη που θα μας ήτο ωφέλιμος και θα μας έκαμνεν ευτυχείς.
Κρίτων Αυτό είναι· τουλάχιστον μου έλεγες προ ολίγου ότι έτσι το παραδεχθήκατε πως πρέπει να είναι.
Σωκράτης Α! λοιπόν τώρα· η τέχνη η βασιλική κάμνει αρά γε τους ανθρώπους σοφούς και καλούς;
Κρίτων Τι θα την ημπόδιζε, Σωκράτη;
Σωκράτης Αλλά τους κάμνει αρά γε όλους καλούς και εις όλα; και αυτή είναι που τους μανθάνει όλας τας επιστήμας, την υποδηματοποιίαν, την ξυλουργικήν και τας άλλας;
Κρίτων Δεν το πιστεύω, Σωκράτη.
Σωκράτης Ποίαν λοιπόν τότε επιστήμην; και εις τι θα μας χρησιμεύη αύτη; διότι πρέπει να μην κάμνη τίποτε από εκείνα, που δεν είναι ούτε καλά ούτε κακά, να μας κάμνη δε κοινωνούς όχι καμμιάς άλλης επιστήμης, παρά του εαυτού της. Ας είπωμεν λοιπόν τώρα, ποία να είναι αυτή, και τι θα μας χρησιμεύη να κάμνωμεν. Θέλεις να ειπούμεν, Κρίτων, ότι θα είναι μία επιστήμη, με την οποίαν θα κάμνωμεν τους άλλους καλούς ανθρώπους;
Κρίτων Και βέβαια.
Σωκράτης Αλλά εις τι θα είναι καλοί, και εις τι χρήσιμοι; ή θα ειπούμεν πάλιν εις το να κάμνουν άλλους καλούς, και οι άλλοι εκείνοι άλλους και ούτω καθεξής; εις τι όμως θα είναι καλοί πουθενά δεν θα ιδούμεν, αφού δεν δίδομεν καμμίαν σημασίαν εις αυτά που θεωρούνται ως έργα της πολιτικής, και τοιουτοτρόπως κινδυνεύομεν να γυρίζωμεν διαρκώς μέσα εις τον αυτόν φαύλον κύκλον, και, όπως έλεγα πριν, απέχομεν εξ ίσου, ή και μάλιστα ακόμη περισσότερον παρά ποτέ, από το να εύρωμεν την επιστήμην εκείνην που θα μας κάμη ευτυχείς;
Κρίτων Μα τον θεόν, Σωκράτη, περιήλθετε, καθώς φαίνεται, εις μεγάλην απορίαν.
Σωκράτης Πραγματικώς, Κρίτων, επειδή και εγώ το έβλεπα πως επέσαμεν εις αυτό το αδιέξοδον, ήρχισα πάλιν να ικετεύω τους ξένους ως Διοσκούρους και να επικαλούμαι με όλην την δύναμιν της φωνής μου, την βοήθειάν των, διά να μας σώσουν, εμένα και τον νεαρόν φίλον μας, από αυτήν την τρικυμίαν του λόγου, να πάρουν επί τέλους το πράγμα εις τα σοβαρά, και σοβαρά να μας διδάξουν, ποία είναι εκείνη η επιστήμη, που έχομεν ανάγκην διά να διέλθωμεν ευτυχείς το υπόλοιπον της ζωής μας.
Κρίτων Αι λοιπόν; κατεδέχθη τέλος ο Ευθύδημος να ικανοποιήση την επιθυμίαν σας;
Σωκράτης Πώς όχι; και ήρχισε μάλιστα, φίλε μου, με ένα ύφος πολύ υπερήφανον ως εξής:
— Θέλεις, μου είπε, Σωκράτη, να σου διδάξω αυτήν την επιστήμην, που τόσον σας βασανίζει να την ευρήτε, ή θέλεις να σου αποδείξω ότι την κατέχεις ήδη; — Ω μακάριε Ευθύδημε, του είπα, είναι αλήθεια στο χέρι σου να το κάμης αυτό; Απολύτως, μου απεκρίθη. — Μα τον Δία! απόδειξέ μου λοιπόν ότι την κατέχω· διότι αυτό είναι πολύ ευκολώτερον, παρά να κάθομαι τώρα να μαθαίνω εις αυτήν την ηλικίαν που ευρίσκομαι. — Έλα λοιπόν να μου απαντήσης εις αυτό που θα σε ερωτήσω· είναι τίποτε που να το γνωρίζης; Βεβαίως, του απήντησα, και πολλά πράγματα μάλιστα, αλλά ασήμαντα οπωσδήποτε. — Αυτό αρκεί, μου είπε· λοιπόν φρονείς τώρα, ότι μεταξύ των πραγμάτων, που υπάρχουν, ευρίσκεται κανένα, που να μην είναι εκείνο που είναι; — Όχι μα την αλήθειαν, αυτό δεν είναι δυνατόν. — Δεν είπες όμως ότι εσύ γνωρίζεις κάτι τι; — Μάλιστα. — Λοιπόν αφού γνωρίζεις, θα ειπή πως είσαι επιστήμων. — Μάλιστα, αυτού δηλαδή του πράγματος που γνωρίζω.
— Αυτό δεν έχει να κάμη· αφού είσαι επιστήμων, δεν είναι ανάγκη να γνωρίζης τα πάντα; — Όχι, μα τον Δία, αφού αγνοώ τόσα άλλα πράγματα. — Αι λοιπόν, εάν είναι κάτι που να μην το γνωρίζης, θα ειπή πως δεν είσαι επιστήμων. — Εκείνου που δεν γνωρίζω, φίλε μου. — Μήπως τάχα με αυτό θα είσαι ολιγώτερον ανεπιστήμων; και μολαταύτα προ ολίγου μας εβεβαίωσες ότι είσαι επιστήμων, και τοιουτοτρόπως ευρίσκεται, συγχρόνως και υπό την αυτήν έποψιν, ότι είσαι εκείνο που είσαι, και πάλιν ότι δεν είσαι. — Πάει καλά, Ευθύδημε, και χρυσά είναι τα λόγια σου· πως λοιπόν κατέχω εκείνην την επιστήμην, που εζητούσαμεν; επειδή φυσικά, καθώς μας εδίδαξες, είναι αδύνατον το ίδιον πράγμα να είναι συγχρόνως και να μην είναι· ούτως ώστε, εάν γνωρίζω ένα πράγμα, τα γνωρίζω όλα· διότι δεν ημπορεί να είμαι επιστήμων συγχρόνως και ανεπιστήμων αφού δε τα γνωρίζω όλα, κατέχω επομένως και εκείνην την επιστήμην· αυτός είναι ο συλλογισμός που κάνεις, και αυτή είναι η σοφία που ανεκάλυψες;
— Εσύ μόνος σου ανασκευάζεις, Σωκράτη, τον εαυτόν σου.
— Αλλά, ω Ευθύδημε, του είπα, μήπως και συ δεν παθαίνεις αυτό το ίδιον πάθημα; όσο για μένα ποτέ δεν θα ημπορούσα να αγανακτήσω, αν συνέβαινε να πάθω οτιδήποτε από κοινού μαζί σου και μαζί με τον Διονυσόδωρον αυτόν, τον αγαπημένον μου φίλον· λέγε μου λοιπόν, και σεις, δεν υπάρχουν πράγματα που τα γνωρίζετε, και άλλα που δεν τα γνωρίζετε: Κάθε άλλο, μου απεκρίθη ο Διονυσόδωρος. — Πώς λέγετε; είπα εγώ· δεν γνωρίζετε λοιπόν τίποτε; — Απεναντίας, μου απεκρίθη. — Τότε λοιπόν τα γνωρίζετε όλα. αφού γνωρίζετε κάτι. Όλα μάλιστα, επίσης δε και συ, αν γνωρίζης ένα μόνον πράγμα, τα γνωρίζεις όλα. — Ω θεέ μου, ανέκραξα, ποίον θαύμα και ποίος ανεκτίμητος θησαυρός μας απεκαλύφθη! μήπως αρά γε και όλοι οι άλλοι άνθρωποι τα γνωρίζουν όλα, ή δεν ηξεύρουν τίποτε: — Δεν ημπορεί, φυσικά, άλλα μεν να γνωρίζουν, άλλα δε να μη γνωρίζουν και να είναι συγχρόνως σοφοί και άσοφοι. Αλλά τι λοιπόν; τον ηρώτησα. — Όλοι τα γνωρίζουν όλα, εφόσον γνωρίζουν και ένα μόνον πράγμα. — Δόξα νάχη ο θεός! τώρα το βλέπω, Διονυσόδωρε, πως ομιλείτε επί τέλους εις τα σοβαρά, και εισηκούσθησαν τέλος πάντων αι παρακλήσεις μου· αλήθεια λοιπόν τα γνωρίζετε όλα εσείς; την ξυλουργικήν παραδείγματος χάριν, την βυρσοδεψικήν; — Μάλιστα, μου απεκρίθη. Μήπως ηξεύρετε και να ράπτετε υποδήματα; — Ναι, βέβαια και να κόπτωμεν ακόμη και πάτους. Μήπως γνωρίζετε και τα τέτοια, πόσος είναι ο αριθμός των άστρων και των κόκκων της άμμου; Και βεβαίως, μου είπε· ή τάχα πιστεύεις πως θα το αρνηθώμεν:
Επάνω εις αυτά λαμβάνει τον λόγον ο Κτήσιππος και λέγει: — Στο θεό σου, Διονυσόδωρε, δόσετέ μας μίαν απόδειξιν, που να πιστεύσω πως λέγετε την αλήθειαν. Τι απόδειξιν θέλεις; — Γνωρίζεις εσύ πόσα δόντια έχει ο Ευθύδημος, και ο Ευθύδημος πόσα έχεις εσύ; — Δεν σου αρκεί που ήκουσες ότι τα γνωρίζομεν όλα; του απεκρίθη. Άφησέ τα αυτά, και απαντήσατε αυτήν μόνον πλέον την φοράν, διά να μας αποδείξετε πως λέγετε την αλήθειαν· και αν ειπήτε καθένας σας πόσα δόντια έχει ο άλλος και βρεθούν σωστά, αφού τα μετρήσωμεν, τότε πλέον θα σας πιστεύσωμεν και εις όλα τα άλλα.
Εκείνοι, επειδή έβλεπαν πως τους κορόιδευε, δεν απαντούσαν εις το κάθε τι που τους ερωτούσε ο Κτήσιππος. αλλά γενικώς επανελάμβανον ότι όλα τα γνωρίζουν διότι απροκαλύπτως πλέον ο Κτήσιππος δεν άφησε τίποτε που να μην τους ερωτά, και τα πλέον γελοία ακόμη πράγματα, αν τα γνωρίζουν· εκείνοι δε με ακλόνητον γενναιότητα αντιμετώπιζαν όλας τας ερωτήσεις, διαβεβαιούντες ότι τα γνωρίζουν, όπως οι κάπροι που πέφτουν μόνοι των επάνω εις τον σίδηρον που τους πληγώνει· ούτως ώστε και εμένα επί τέλους με ώθησεν η απιστία μου να ερωτήσω τον Ευθύδημον, εάν γνωρίζη και να χορεύη ο Διονυσόδωρος. — Μάλιστα, μου απεκρίθη εκείνος. — Όχι όμως βέβαια και να γέρνη τούμπες μέσα σε στημένα μαχαίρια, και να κάμνη τον τροχόν εις την ηλικίαν που ευρίσκεται· ή και μέχρις αυτού του σημείου φθάνει η ικανότης του; — Τίποτε δεν είναι που να μην το γνωρίζη. — Και τα γνωρίζετε όλα τώρα μόνον, ή από πάντα; — Από πάντα, μου απήντησε. — Και όταν ήσαστε παιδιά, και ευθύς που γεννηθήκετε τα ηξεύρετε όλα; — Όλα απήντησαν και οι δύο μαζί.
Το πράγμα μας εφαίνετο όλως διόλου απίστευτον ο δε Ευθύδημος απευθυνόμενος προς εμέ· — Τι; δεν το πιστεύεις, μου είπε, Σωκράτη; — Δεν πιστεύω παρά ένα πράγμα, του είπα, ότι πράγματι πρέπει να είσθε πολύ σοφοί. — Αλλ' αν θέλης να μου απαντάς, θα σου αποδείξω πως παραδέχεσαι και συ αυτά που σου φαίνονται τόσον θαυμαστά. — Ω! απεκρίθην, αυτός ο έλεγχος θα ήτο πολύ ευχάριστος· διότι, εάν ήμουν ως τώρα σοφός χωρίς να το έχω είδησιν, και μου αποδείξης εσύ ότι όλα τα γνωρίζω και από πάντα, τι πολυτιμότερον εύρημα θα ημπορούσα να εύρω εις όλην μου την ζωήν;
— Απάντα μου λοιπόν. — Ερώτα με και θα σου απαντώ. — Είσαι αρά γε, Σωκράτη, επιστήμων πράγματός τινος, ή δεν είσαι; — Ε, είμαι. — Και με εκείνο το πράγμα που σε κάμνει να είσαι επιστήμων, με αυτό το ίδιον γνωρίζεις ό,τι γνωρίζεις, ή με τίποτε άλλο; — Με εκείνο που με κάμνει να είμαι επιστήμων διότι υποθέτω ότι εννοείς την ψυχήν· ή δεν θέλεις να πης αυτό; — Δεν εντρέπεσαι, Σωκράτη, να ερωτάς ενώ σε ερωτούν; — Πολύ καλά· μα τι θέλεις να κάμω; είμαι έτοιμος, όπως με προστάξεις· όταν με ρωτάς κάτι τι, που δεν καταλαβαίνω, απαιτείς μολαταύτα να αποκρίνωμαι, χωρίς να σου ζητώ επεξηγήσεις· αι; — Φαντάζεσαι όμως βέβαια πως πάντα κάτι θέλει να πη εκείνο που σε ερωτώ. — Μάλιστα. Ε, εις αυτό λοιπόν που φαντάζεσαι, να απαντάς. Ναι, μα αν εσύ έχης άλλο πράγμα εις τον νουν σου, όταν με ερωτάς, κ' εγώ το πάρω αλλιώς και σου αποκριθώ σύμφωνα μ' αυτό που φαντάζομαι, ημπορεί ποτέ εσύ να στέρξης εις μίαν απάντησιν άσχετον με το ερώτημά σου; — Εγώ; με φθάνει και με παραφθάνει αυτό εμένα· όχι όμως και εσένα, καθώς φαίνεται. — Δεν θα αποκριθώ λοιπόν πράγματι, πριν να καταλάβω καλά τι μ' ερωτούν — Δεν θα αποκριθής βέβαια εις ό,τι νομίζεις πως σ' ερωτούν, διότι δεν είσαι δι' άλλο παρά να φλυαρής και να μας κάνης τον πρωτινό, όταν δεν πρέπει.
Είδα λοιπόν εγώ τότε πως εθύμωνε, που εζητούσα να διευκρινίζω τα λεγόμενα, όσω αυτός ήθελε να με τυλίξη μέσα εις τας λέξεις, που μου έστηνε γύρω σαν βρόχια. Και ενθυμήθηκα αμέσως τον μουσικοδιδάσκαλόν μου τον Κόννον, που και εκείνος μου θυμώνει πάντα, όταν δεν τον υπακούω, και έπειτα με παραιτεί ως ανεπίδεκτον μαθήσεως. Αφού λοιπόν ήμουν αποφασισμένος να ακολουθήσω τα μαθήματα του Ευθυδήμου, έκρινα πως έπρεπε να υποχωρήσω, μήπως με χαρακτηρίση ως δύστροπον και ασυμβίβαστον, και δεν με δεχθή μαθητήν του. Του λέγω λοιπόν: — Ε, καλά, Ευθύδημε, αφού το ευρίσκης έτσι σωστόν, ας κάμωμεν κατά την επιθυμίαν σου· γνωρίζεις καλύτερ' από μένα τους νόμους της συζητήσεως, διότι εσύ είσαι διδάσκαλος εις αυτήν την τέχνην, ενώ εγώ είμαι όλως διόλου αρχάριος· ώστε επανάλαβε εξ αρχής τας ερωτήσεις σου. — Λοιπόν, απάντησέ μου πάλιν, όσα γνωρίζεις, τα γνωρίζεις διά μέσου κάποιου πράγματος, ή όχι; — Μάλιστα, του απήντησα, διά μέσου της ψυχής. — Να τον μας πάλιν! αποκρίνεται περισσότερα απ' ό,τι τον ερωτούν· δεν σε ηρώτησα διά μέσου τίνος, αλλ' απλώς, αν γνωρίζης διά μέσου κάποιου πράγματος. — Η απαιδευσία μου φαίνεται πάλιν με έκαμε ν' απαντήσω περισσότερα απ' ό,τι έπρεπε· συγχώρησέ με· εις το εξής θα αποκρίνομαι απλώς εις το ερωτόμενον: ό,τι γνωρίζω, το γνωρίζω [πάντοτε] διά μέσου κάποιου πράγματος. — Και τάχα με αυτό το ίδιον μέσον πάντοτε, ή άλλοτε μεν με το αυτό, άλλοτε δε με άλλο; — Πάντοτε με το αυτό, όταν γνωρίζω κάτι τι. — Δεν θα παύσης λοιπόν επί τέλους να προσθέτης περιττά πράγματα εις τας απαντήσεις σου; — Μα εφοβήθηκα μήπως μας εξαπατήση εκείνο το: &πάντοτε.& — Δεν έχομεν φόβον, όσο δι' αυτό. εμείς· ίσως όμως εσύ· λέγε λοιπόν πάντοτε με το ίδιον μέσον γνωρίζεις; Πάντοτε, του απεκρίθην, αφού είναι ανάγκη να αφαιρέσωμεν εκείνο το: &όταν.& — Λοιπόν πάντοτε με αυτό το μέσον γνωρίζεις, και αφού γνωρίζεις πάντοτε, μήπως άλλα μεν τα γνωρίζεις με αυτό το μέσον που γνωρίζεις, άλλα δε με άλλο; ή με αυτό όλα; Όλα με αυτό, όσα τουλάχιστον γνωρίζω, — Πάλι τα ιδία! ξαναπέσαμε εις την αυτήν περιττολογίαν. — Αποσύρω, αφού είναι έτσι, το: &όσα τουλάχιστον γνωρίζω& — Να μην αποσύρης τίποτε· δεν έχω ανάγκην να σου το ζητήσω αυτό· μόνον λέγε μου, θα ημπορούσες να εγνώριζες όλα, αν δεν εγνώριζες το παν; — Αυτό θα ήτο τερατωδώς ακατανόητον, είπα εγώ. Και εκείνος· — Πρόσθετε τώρα, είπε, ό,τι σου αρέση, αφού μου ωμολόγησες πλέον ότι γνωρίζεις το παν. — Πραγματικώς, αφού δεν έχει καμμίαν σημασίαν το: &όσα γνωρίζω,& φαίνεται ότι γνωρίζω το παν. — ομολόγησες δε ακόμη, ότι και πάντοτε γνωρίζεις με το μέσον που γνωρίζεις, είτε όταν γνωρίζης κάτι τι είτε όπως αλλέως θέλεις να το πάρης· με φθάνει πως ωμολόγησες, ότι πάντοτε γνωρίζεις και συγχρόνως τα πάντα· είναι λοιπόν φανερόν ότι εγνώριζες και όταν ήσουν παιδί, και κατά την στιγμήν της γεννήσεώς σου, και κατά την στιγμήν της συλλήψεώς σου ακόμη, και πριν να γεννηθής ο ίδιος, και πριν να γίνη ο ουρανός και η γη, εγνώριζες τα πάντα, αφού πάντοτε γνωρίζεις, και μα τον Δία, και πάντοτε θα γνωρίζης τα πάντα, εάν το θέλω εγώ.
— Αλλ' άμποτε να το θελήσης, του είπα, ανεκτίμητε Ευθύδημε, εάν πράγματι λέγης την αλήθειαν· τι να σου ειπώ όμως, δεν το παραπιστεύω να έχης αυτήν την δύναμιν, εκτός τουλάχιστον αν έδιδε την συγκατάθεσίν του και ο αδελφός σου αυτός ο Διονυσόδωρος· τότε ίσως μάλιστα· πέτε μου όμως, σας παρακαλώ — διότι κατά τα άλλα δεν βλέπω πως θα ημπορούσα να σας αμφισβητήσω, ανθρώπους τόσον υπερφυσικής σοφίας, ότι εγώ, δεν γνωρίζω τα πάντα, αφού εσείς είσθε που το λέγετε· πως όμως, Ευθύδημε, ημπορώ να ισχυρισθώ αυτό, παραδείγματος χάριν, το πράγμα: ότι οι αγαθοί άνθρωποι είναι άδικοι; έλα λέγε μου, αυτό το γνωρίζω ή δεν το γνωρίζω; — Το γνωρίζεις, μου απεκρίθη. — Τι πράγμα; — Ότι δεν είναι άδικοι οι αγαθοί. — Βεβαίως, του απεκρίθην, αυτό ν' ακούεται, αλλά δεν σε ερωτώ αυτό· αλλά πού έμαθα εγώ ότι οι αγαθοί άνθρωποι είναι άδικοι; — Πουθενά, απήντησεν ο Διονυσόδωρος. — Ώστε επομένως είναι πράγμα που δεν το γνωρίζω εγώ αυτό. — Μας χαλάς την υπόθεσιν, είπεν ο Ευθύδημος προς τον Διονυσόδωρον· τώρα θα φανή πως δεν γνωρίζει και έτσι πως είναι επιστήμων και ανεπιστήμων συγχρόνως.
Ο Διονυσόδωρος τότε εκοκκίνησε. — Αλλά συ, ω Ευθύδημε, δεν σου φαίνεται πως λέγει σωστά ο αδελφός σου, που όλα τα γνωρίζει;
Αλλά έλαβε τον λόγον αμέσως ο Διονυσόδωρος και είπε· — Πώς; εγώ αδελφός του Ευθυδήμου; Και εγώ του είπα· — Άφησέ τα τώρα, καλέ μου, αυτά, έως να με διδάξη ο Ευθύδημος, ότι γνωρίζω πως οι αγαθοί άνθρωποι είναι άδικοι, και μη μου φθονήσης το ωραίον αυτό μάθημα. — Φεύγεις, Σωκράτη, είπεν ο Διονυσόδωρος, και δεν θέλεις να αποκριθής. — Πολύ φυσικά, του απήντησα εγώ· είμαι ασθενέστερος και από τον καθένα σας χωριστά, ώστε, κατά πολύ περισσότερον λόγον, πώς να μη φεύγω εμπρός και εις τους δύο σας μαζί; διότι βέβαια δεν ημπορώ να έχω την δύναμιν του Ηρακλέους, ο οποίος μολαταύτα δεν ημπόρεσε να τα καταφέρη συγχρόνως και με την Ύδραν, που ήτο σοφίστρια και με την σοφίαν της εξεφύτρωνε, κάθε φορά που της έκοπτε μίαν κεφαλήν του λόγου, πολλάς άλλας εις την θέσιν της μιας, και με τον Καρκίνον, άλλον αυτόν πάλιν σοφιστήν, που ήλθε πέρ' από την θάλασσαν και προ μικρού, καθώς μου φαίνεται, απεβιβάσθη, και ο οποίος επειδή παρηνώχλει τον Ηρακλέα έτσι από τα αριστερά με λόγια και με δαγκάματα, τον ηνάγκασε να επικαλεσθή την βοήθειαν του ανεψιού του Ιολάου· και αυτός μεν πράγματι τον εβοήθησεν αρκετά· ο ιδικός μου όμως ο Ιόλαος [ο Πατροκλής {4}] αν ήρχετο εις βοήθειάν μου, περισσότερον κακόν φοβούμαι πως θα έκαμνε. — Έλα λοιπόν τώρα, είπεν ο Διονυσόδωρος, αφού μας εχόρτασες αρκετά με τα παραμύθια σου, απάντησε μου σ' αυτό: ο Ιόλαος ήτο περισσότερον ανεψιός του Ηρακλέους παρά δικός σου; — Το βλέπω, Διονυσόδωρέ μου, πως το καλύτερον που έχω να κάμω είναι να σου αποκριθώ, διότι αλλέως δεν θα θέσης τέλος εις τας ερωτήσεις σου (είμαι πολύ βέβαιος περί τούτου) διά να με εμποδίσης από φθόνον να μάθω από τον Ευθύδημον εκείνην την σοφίαν, που επρόκειτο να με διδάξη. — Απάντησέ μου λοιπόν — Θα σου απαντήσω, του είπα, ότι του Ηρακλέους ήτο ανεψιός ο Ιόλαος, ιδικός μου όμως καθόλου, όπως στοχάζομαι, διότι δεν ήτο πατέρας του ο Πατροκλής, ο αδελφός μου· το βέβαιον είναι πως είχε κάπως όμοιον όνομα, Ιφικλής, ο αδελφός του Ηρακλέους. — Ο Πατροκλής λοιπόν είναι ο αδελφός σου; — Ναι, του απήντησα, από την αυτήν τουλάχιστον μητέρα, όχι όμως και από τον ίδιον πατέρα. — Είναι επομένως και δεν είναι αδελφός σου. — Ομοπάτριος αδελφός μου δεν είναι, διότι ο πατέρας του εκείνου ήτο ο Χαιρέδημος, και εμένα ο Σωφρονίσκος. — Αλλά πατέρας ήτο ο Χαιρέδημος, και ο Σωφρονίσκος επίσης. — Αναμφιβόλως, του απεκρίθην, ο ένας δικός μου και άλλος δικός του, — Ο Χαιρέδημος λοιπόν ήτο άλλο πράγμα, από τον πατέρα; — Άλλο βέβαια πράγμα από τον πατέρα τον δικό μου. — Ήτο λοιπόν πατέρας αφού ήτο άλλο πράγμα από τον πατέρα; ή ημπορεί ποτέ εσύ να είσαι το ίδιον πράγμα με την πέτραν; — Φοβούμαι, μα την αλήθεια, μήπως στο τέλος και αυτό καταντήσωμεν να μας το αποδείξης· οπωσδήποτε δεν στοχάζομαι να είμαι το ίδιον πράγμα με την πέτραν. — Αφού λοιπόν δεν είσαι το ίδιον, θα πη πως είσαι άλλο πράγμα. — Άλλο μάλιστα. — Αν λοιπόν είσαι άλλο πράγμα από την πέτραν, δεν είσαι πέτρα· και αν είσαι άλλο πράγμα από τον χρυσόν, δεν είσαι χρυσός. — Βεβαίως. — Επομένως και ο Χαιρέδημος δεν θα είναι πατέρας, αφού ήτο άλλο πράγμα από τον πατέρα. — Έτσι φαίνεται, πως δεν είναι πατέρας.
— Και αν ο Χαιρέδημος είναι πατέρας, προσέθεσεν ο Ευθύδημος, απεναντίας πάλιν ο Σωφρονίσκος, αφού θα είναι άλλο πράγμα από πατέρας, δεν θα είναι πατέρας, ώστε συ, Σωκράτη, δεν θα έχης πατέρα.
Τότε και ο Κτήσιππος διακόψας· — Αλλά και με τον ιδικόν σας πατέρα, είπε, δεν συμβαίνει το ίδιον; δεν είναι και αυτός άλλο πράγμα από τον πατέρα μου; — Καθόλου, απήντησεν ο Ευθύδημος. — Αλλά τότε λοιπόν είναι ο ίδιος; — Ο ίδιος βεβαία, — Να σου πω, δεν θα το επεθυμούσα καθόλου· αλλά δεν μου λέγεις, Ευθύδημε, εδικός μου μόνον πατέρας είναι, ή και των άλλων ανθρώπων; — Και των άλλων, απεκρίθη· τι θα ήθελες τάχα; να είναι ο αυτός πατέρας και να μην είναι: — Έτσι ενόμιζα εγώ, είπεν ο Κτήσιππος. — Πώς; θέλεις ο χρυσός να μην είναι χρυσός, ή ο άνθρωπος να μην είναι άνθρωπος: — Πρόσεξε, Ευθύδημε, του είπεν ο Κτήσιππος, μήπως δεν συνάπτεις, καθώς λέγει η παροιμία, λινάρι με λινάρι· διότι, αλήθεια, θα ήτο τερατώδες το πράγμα, αν ο πατέρας σου ήτο πατέρας όλων των ανθρώπων. — Μα είναι. — Αλλά, είπε πάλιν ο Κτήσιππος, μόνον των ανθρώπων πατέρας είναι, ή μήπως και των ίππων και όλων των άλλων ζώων; — Όλων, απεκρίθη. — Μήπως και η μητέρα σου το ίδιον; — Βέβαια και η μητέρα μου. — Και όλων των αχινών λοιπόν της θάλασσας θα είναι μητέρα η μητέρα σου. — Και η δική σου. — Και συ επομένως είσαι αδελφός με τους κωβιούς και με τα σκυλάκια και με τα γουρουνάκια. — Όπως και εσύ. — Προσέτι δε έχεις πατέρα και τον σκύλο. — Απαράλλακτα και συ. — Αμέσως ημπορώ, είπε και ο Διονυσόδωρος, να σε κάμω να το ομολογήσης και ο ίδιος, φθάνει να μου αποκριθής· λέγε μου, σε παρακαλώ, έχεις σκύλο; — Ναι, και πολύ κακορρίζικο. — Έχει και κουτάβια; — Σαν τη μάννα τους κι' αυτά.
— Πατέρας λοιπόν αυτών δεν είναι ο σκύλος; — Βέβαια· τον είδα και με τα μάτια μου που ανέβαινε τη σκύλα μου. — Αυτός ο σκύλος δεν είναι δικός σου; — Μάλιστα. — Λοιπόν ο σκύλος αυτός που είναι πατέρας, είναι δικός σου, επομένως πατέρας δικός σου, και συ αδελφός των κουταβιών.
Και αμέσως επήρε τον λόγον ο Διονυσόδωρος, διά να μην τον προλάβη και πη τίποτε ο Κτήσιππος και του λέγει· — Πε μου ακόμη και ένα άλλο· αυτόν τον σκύλο τον κτυπάς; Και ο Κτήσιπος εγέλασε και του είπε· — Ναι, μα τον θεόν· γιατί δεν μπορώ εσένα. — Ώστε κτυπάς τον πατέρα σου; — Αυτές οι ξυλιές που του δίνω, θα ήτανε πιο δίκιο να τις έτρωγε ο πατέρας σας, που δεν ηξεύρω τι του ήλθε και γέννησε έτσι σοφά παιδιά· αλλά δεν αμφιβάλλω βέβαια, Ευθύδημε, πως πολλά αγαθά από την σοφίαν σας αυτήν θα απήλαυσεν ο πατέρας. . . των κουταβιών, — Μα δεν έχει καμμιάν ανάγκην από τα πολλά αγαθά, Κτήσιππε, ούτε εκείνος ούτε συ. — Ούτε συ ο ίδιος, Ευθύδημε; — Ούτ' εγώ ούτε κανείς άλλος άνθρωπος· διότι λέγε μου σε παρακαλώ, Κτήσιππε· νομίζεις ότι είναι καλόν δι' ένα που είναι άρρωστος να πάρη φάρμακον, ή σου φαίνεται πως δεν είναι καλόν να το πάρη, ενώ έχει ανάγκην; ή, όταν πηγαίνη εις τον πόλεμον, να πηγαίνη με όπλα, ή δίχως όπλα; — Με όπλα βέβαια· αν και φοβούμαι, ότι θα βγάλης πάλιν από την απάντησίν μου κανένα από εκείνα τα νόστιμά σου συμπεράσματα. — Θα το κρίνης συ μόνος σου καλύτερα· αλλά απάντησέ μου. Αφού ωμολόγησες ότι είναι καλόν διά τον άρρωστον το φάρμακον, όταν υπάρχη ανάγκη να το πάρη, πρέπει λοιπόν αυτό το καλόν να το πάρη εις όσον το δυνατόν μεγαλυτέραν ποσότητα, και νομίζεις ότι θα τον ωφελούσε περισσότερον, αν έτριβε κανείς και του έδινε να πιη μίαν ολόκληρον άμαξαν ελλεβόρου; — Χωρίς καμμίαν αμφιβολίαν, Ευθύδημε, εάν βέβαια εκείνος που θα το έπινε ήτον τόσο μεγάλος, όσος ο ανδριάς που είναι εις τους Δελφούς. — Και αφού λοιπόν είναι καλόν να πηγαίνη κανείς εις τον πόλεμον με όπλα, θα έπρεπεν αρά γε να φορή και όσον το δυνατόν περισσοτέρας ασπίδας και δόρατα, αφού είναι καλόν; — Και βέβαια έτσι πρέπει, είπεν ο Κτήσιππος· ή μήπως εσύ δεν το παραδέχεσαι, Ευθύδημε, και φρονείς ότι πρέπει να πηγαίνη με ένα μόνον δόρυ και με μίαν ασπίδα; — Ναι έτσι λέγω. — Έτσι λοιπόν θα ώλπιζες εσύ και τον Γηρυόνην και τον Βριάρεων; κρίμα κ' εγώ ενόμιζα πως κάτι περισσότερα νοιώθετε, εσύ και ο φίλος μας απεδώ, αφού μάλιστα είσθε και διδάσκαλοι της οπλομαχητικής..
Και ο μεν Ευθύδημος εσιώπησεν· ο δε Διονυσόδωρος εγύρισε τον λόγον εις την προηγουμένην απάντησιν του Κτησίππου και τον ηρώτησε· — Λοιπόν σου φαίνεται πως είναι καλόν να έχη κανείς και χρυσόν; — Βέβαια, και μάλιστα και πολύν, απήντησεν ο Κτήσιππος. — Και δεν φρονείς ότι τα καλά πράγματα πρέπει να τα έχη κανείς παντού και πάντοτε; — Αναμφιβόλως, είπεν.
— Δεν ωμολόγησες δε ότι και ο χρυσός είναι πράγμα καλόν; — Το ωμολόγησα πράγματι. — Δεν πρέπει λοιπόν να τον έχη κανείς πάντοτε και παντού, και προ πάντων μαζί του; και δεν θα ήτο ευτυχέστατος αν θα είχε τρία μεν τάλαντα χρυσού μέσα εις την κοιλίαν του, ένα τάλαντον εις το κρανίον του, και από ένα στατήρα εις το κάθε του μάτι; — Και πραγματικώς, Ευθύδημε, του είπεν ο Κτήσιππος, λέγουν ότι μεταξύ των Σκυθών εκείνοι θεωρούνται ευτυχέστατοι και άνθρωποι μεγαλυτέρας αξίας, που έχουν πολύ χρυσίον μέσα εις τα κρανία, τα ιδικά των, διά να μιλήσω κ' εγώ όπως εσύ, που έλεγες σκύλον τον πατέρα μου· και εκείνο που είναι ακόμη θαυμαστότερον, και πίνουν μέσα από τα επιχρυσωμένα κρανία των, και τα βλέπουν μέσα τα κρανία των, ενώ τα κρατούν εις τα χέρια των. — Και δεν μου λέγεις; είπεν ο Ευθύδημος· αυτοί οι Σκύθαι σου και οι άλλοι άνθρωποι βλέπουν εκείνα που ημπορούν να βλέπουν, ή που δεν ημπορούν;
— Εκείνα που ημπορούν βέβαια. — Και εσύ το ίδιον; — Κ' εγώ το ίδιον. — Τα ρούχα που φορούμε τα βλέπεις; — Τα βλέπω. — Ώστε τα ρούχα μας ημπορούν να βλέπουν. — Και θαυμάσια μάλιστα, είπεν ο Κτήσιππος. — Και τι βλέπουν; — Τίποτε βλέπουν· εσύ όμως είσαι αρκετά αστείος, που να νομίζης ίσως, πως δεν βλέπουν· αλλά μα την αλήθειαν, Ευθύδημε, μου φαίνεται πως εσύ ξύπνος ονειρεύεσαι, και αν είναι δυνατόν να ομιλή κανείς χωρίς να λέγη τίποτε, εσύ θαρρώ πως το κατορθώνεις αυτό περίφημα.
Επάνω εις αυτό ο Διονυσόδωρος ηρώτησε τον Κτήσιππον· — Και δεν είναι αρά γε δυνατόν διά τους σιωπώντας να ομιλούν; {5} — Όλως διόλου αδύνατον, απήντησεν ο Κτήσιππος. — Και διά τους λαλούντας επίσης να σκοπούν; — Ακόμη ολιγώτερον. — Έτσι λοιπόν όταν ομιλής διά λίθους, ξύλα, σίδερα, δεν ομιλείς διά σιωπώντα πράγματα; — Κάθε άλλο, φίλε μου, αν τύχη μάλιστα να περνώ από γύφτικα· εκεί δα θακούσης τα σιδερικά να φωνάζουν και να σκούζουν, αν τα εγγίξη κανείς· ώστε αυτή τη φορά γελάστηκες, φαίνεται, από υπερβολικήν σοφίαν, και δεν κατάλαβες πως δεν είπες τίποτε· αλλά απόδειξέ μου τώρα και το άλλο, πως είναι δυνατόν διά τους λαλούντας να σιωπούν.
Και ενώ έλεγεν αυτά ο Κτήσιππος, εφαίνετο πως ενέτεινεν όλας του τας δυνάμεις διά να αρέση εις τον ερωμένον του.
— Λοιπόν, τον ηρώτησεν ο Ευθύδημος, όταν σιωπάς δεν σιωπάς όλα τα πράγματα; — Μάλιστα, του απεκρίθη. — Σιωπάς επομένως και τα λαλούντα, αφού βέβαια και τα λαλούντα περιλαμβάνονται μέσα εις το: όλα τα πράγματα. — Και πώς; είπεν ο Κτήσιππος, όλα τα πράγματα δεν σιωπούν; — Όχι βέβαια, απήντησεν ο Ευθύδημος. — Όλα λοιπόν τότε ομιλούν, αγαπητέ μου; — Εκείνα τουλάχιστον που ομιλούν. — Δεν είναι αυτό που σε ερωτώ, είπεν ο Κτήσιππος, αλλά, αν όλα τα πράγματα ομιλούν ή σιωπούν; — Ούτε το ένα ούτε το άλλο, αλλά και τα δύο μαζί, επετάχτηκε και είπεν ο Διονυσόδωρος· και είμαι βέβαιος ότι δεν θα έχης να αντιτάξης τίποτε εις αυτήν την απάντησιν.
Αλλά ο Κτήσιππος, κατά την συνήθειάν του, εξέσπασε στα γέλοια και, — Ευθύδημε, είπεν, ο αδελφός σου επαμφοτέρισεν εις αυτό που τον ηρώτησα, και πάει, χάθηκε, νικήθηκε.
Και ο Κλεινίας ευχαριστήθηκε υπερβολικά και εγέλασε, πράγμα το οποίον έκαμε τον Κτήσιππον να φουσκώση και να γίνη δέκα φορές τόσος από την χαράν του· κατά την ιδέαν μου όμως ο Κτήσιππος, τετραπέρατος καθώς είναι, θα τα κρυφάκουσεν αυτά απ' αυτούς τους ιδίους και έμαθε το μυστικό τους· διότι αληθινά σ' αυτό το είδος της σοφίας κανείς εις τον κόσμον δεν μπορεί να τους παραβγή.
Τότε εγώ εστράφηκα προς τον Κλεινίαν και του είπα· — Διατί, φίλε μου, γελάς διά πράγματα τόσον σοβαρά και ωραία;
Και αμέσως ο Διονυσόδωρος, — Μπα! και είδες ποτέ σου εσύ, μου είπε, Σωκράτη, κανένα πράγμα ωραίον; — Είδα, του απήντησα, και πολλά μάλιστα, Διονυσόδωρε. — Και αυτά αρά γε ήσαν διαφορετικά από το ωραίον, ή το ίδιο πράγμα με αυτό;
Εγώ τα έχασα κυριολεκτικώς, μη γνωρίζοντας τι να απαντήσω εις αυτήν την ερώτησιν και είπα μέσα μου πως καλά να την πάθω που δεν ήξερα κάλλια να βουβαθώ· οπωσδήποτε του απήντησα, πως είναι διαφορετικά από αυτό το ίδιον το ωραίον· ευρίσκεται όμως εις το καθένα από αυτά μια κάποια ωραιότης. — Εάν λοιπόν τύχη και σου ευρεθή και σένα ένα βώδι, θα πη πως είσαι βώδι, και τώρα που έτυχε να ευρίσκωμαι κ' εγώ μαζί σου, θα πη πως είσαι Διονυσόδωρος; — Δάγκασε τη γλώσσα σου και μη βλαστημάς, του είπα εγώ. — Αλλά πώς ημπορεί, όταν ένα πράγμα που είναι διαφορετικόν από άλλο προστεθή εις αυτό, να γίνεται αυτό το διαφορετικόν άλλο απ' ό,τι είναι;
— Αυτό απορείς; του είπα, αποπειρώμενος τώρα και εγώ να μιμηθώ την σοφίαν των, που τόσον επεθυμούσα να αποκτήσω.
— Πώς να μην απορώ, μου είπε, και εγώ και όλοι οι άνθρωποι δι' ένα πράγμα που δεν υπάρχει; — Τι λέγεις, Διονυσόδωρε; το ωραίον δεν είναι ωραίον, και το άσχημον δεν είναι άσχημον;
— Ναι, εάν μου φαίνεται εμένα. — Και δεν σου φαίνεται λοιπόν;
— Πολύ καλά. — Λοιπόν και το ίδιον δεν είναι ίδιον, και το διαφορετικόν δεν είναι διαφορετικόν; διότι βέβαια δεν ημπορεί ποτέ το διαφορετικόν να είναι ίδιον· εγώ τουλάχιστον δεν επίστευα πως και ένα παιδί θα ήτο δυνατόν να αμφιβάλη ότι δεν είναι διαφορετικόν το διαφορετικόν· αλλά καταλαβαίνω, Διονυσόδωρε, πως από σκοπού και εν γνώσει το παρέτρεξες αυτό, διότι κατά τα άλλα αναγνωρίζω, ότι καθώς οι τεχνίται που τους επιβάλλεται να γνωρίζουν εις την εντέλειαν το κάθε τι του επαγγέλματός των, έτσι και σεις εξασκείτε την διαλογικήν τέχνην με όλην την τελειότητα.
— Και ξεύρεις λοιπόν, με ηρώτησε, τι επιβαρύνει έκαστον τεχνίτην να κάμη; εν πρώτοις ποίον επιβαρύνει να χαλκεύη; {6} — Τον χαλκέα. — Ποίον να κεραμεύη; — Τον κεραμέα. Ποίον να σφάζη και να γδέρνη και να κόπτη εις μικρά κομμάτια το κρέας και να τα βράζη ή να τα ψήνη; — Τον μάγειρον. — Καλά λοιπόν θα κάμη, εκείνος που κάμει ό,τι τον επιβαρύνει; — Μάλιστα — Τον μάγειρον δε, καθώς είπες, επιβαρύνει να κόπτη και να γδέρνη· το ωμολόγησες αυτό, ή όχι; — Αλλοίμονο! το ωμολόγησα, αλλά συχώρεσέ με, — Είναι λοιπόν φανερόν ότι, αν κανείς σφάξη τον μάγειρον και τον κόψη κομμάτια και τον βράση ή τον ψήση, θα κάμη ό,τι τον επιβαρύνει να κάμνη· το ίδιο και εκείνος που σφυροκοπήση τον χαλκέα και που κοπανίση τον κεραμέα και τον κάμη πηλόν.
— Μα τον Ποσειδώνα! είπα, εγώ τότε· τώρα πλέον μ' αυτό επέθεσες τον κολοφώνα εις την σοφίαν σας· αρά γε θα την αποκτήσω και εγώ ποτέ, ώστε να γίνη και δική μου; — Και μήπως τάχα, Σωκράτη, θα την γνωρίσης, αν γίνη δική σου; — Εάν τουλάχιστον το θελήσης εσύ, πιστεύω ναι. — Και υποθέτεις λοιπόν, εξηκολούθησε, πως γνωρίζεις τα δικά σου; — Αν δεν λέγης συ τίποτε άλλο· διότι από σένα πρέπει να αρχίζωμεν και εις τον Ευθύδημον να τελειώνωμεν. — Νομίζεις λοιπόν ότι εκείνα τα πράγματα είναι δικά σου, που τα έχεις εις την κατοχήν σου και μπορείς να τα κάμης ό,τι θέλεις; παραδείγματος χάριν, το βώδι και το πρόβατον, που θα μπορούσες να τα πουλήσης και να τα χαρίσης και να τα θυσιάσης σε όποιο θεό θέλεις, νομίζεις πως είναι δικά σου; και εκείνα, που δεν θα μπορούσες να διαθέσης κατ' αυτόν τον τρόπον, δεν θα είναι δικά σου;
Και εγώ, επειδή δεν αμφέβαλλα ότι κάτι ωραίο θα έβγαινε πάλι στη μέση από αυτάς τας ερωτήσεις και ήθελα να το ακούσω μια ώρ' αρχύτερα, έσπευσα να του απαντήσω ότι πραγματικώς εκείνα μόνον νομίζω δικά μου. — Τώρα λοιπόν λέγε μου, ζώα δεν ονομάζεις εκείνα που έχουν ψυχήν; — Ναι, του είπα. — Ομολογείς λοιπόν ότι μόνον εκείνα τα ζώα είναι δικά σου, που μπορείς να τα κάμης ό,τι είπαμε πριν; — Ομολογώ.
Και εδώ εσταμάτησεν ολίγον ο Διονυσόδωρος με κάποια πολύ ειρωνικήν έκφρασιν, σαν να επρόκειτο τάχα να καταιβάση καμμιά μεγάλη σοφία.. — Λέγε μου, είπεν επί τέλους, Σωκράτη, έχεις δικό σου Δία πατρώον;
Εγώ υπώπτευσα που ήθελε να καταλήξη με την ερώτησίν του, εκεί όπου και πράγματι κατέληξε, και εζητούσα κάποιαν απηλπισμένην διέξοδον και καθώς ψάρι πιασμένο στα δίκτυα ήρχισα να τα γυρνώ για να ξεφύγω. — Όχι δεν έχω, του απήντησα λοιπόν, Διονυσόδωρε. — Αλήθεια; φαίνεται λοιπόν πως είσαι πολύ κακομοιριασμένος άνθρωπος και ούτε καν Αθηναίος, αφού δεν έχεις ούτε πατρώους θεούς ούτε δικάς σου θυσίας ούτε κανένα καλόν και ωραίον πράγμα. Δάγκασε τη γλώσσα σου και μη βλαστημάς, Διονυσόδωρε, του είπα· μη με προπαίρνης έτσι άδικα· έχω και βωμούς και θυσίας ιδικάς μου και πατρικάς και απ' όλα αυτά που έχουν και οι άλλοι Αθηναίοι. — Και πώς λοιπόν; οι άλλοι Αθηναίοι δεν έχουν Δία πατρώον; — Δεν το έχουν καθόλου αυτό το επώνυμον οι Ίωνες, ούτε όσοι έχουν αποικήση από αυτήν την πόλιν, ούτε ημείς οι ίδιοι οι Αθηναίοι· έχομεν απλώς Απόλλωνα πατρώον, επειδή αυτός θεωρείται πατήρ του Ίωνος· ο Ζευς όμως δεν καλείται παρ' ημίν πατρώος, αλλά έρκειος και φράτριος, όπως και η Αθηνά φρατρία. — Αυτό αρκεί, είπεν ο Διονυσόδωρος· έχεις λοιπόν, καθώς φαίνεται, Απόλλωνα και Δία και Αθηνάν. — Έχω πράγματι. — Αυτοί λοιπόν δεν είναι θεοί δικοί σου; — Ιδικοί μου πρόγονοι, του απήντησα εγώ, και δεσπόται. — Αλλ' οπωσδήποτε δικοί σου· ή δεν το ωμολόγησες προ ολίγου; — Ναι, το ωμολόγησα· τι να κάμω; — Αυτοί δε οι θεοί δεν είναι και ζώα; διότι ωμολόγησες ότι όσα έχουν ψυχήν είναι ζώα· ή μήπως αυτοί οι θεοί δεν έχουν ψυχήν; — Έχουν, του είπα, — Είναι λοιπόν και ζώα. — Μάλιστα. — Λοιπόν, έλεγες ότι εκείνα είναι ζώα δικά σου, που ημπορείς να τα δώσης, να τα πουλήσης και να τα θυσιάσης σε οποίον θεόν θέλεις. — Ναι, το ωμολόγησα, Ευθύδημε· διότι δεν μου επιτρέπεται πλέον ν' αποσύρω τον λόγον μου. — Έλα τώρα λοιπόν λέγε μου· αφού ισχυρίζεσαι ότι είναι δικός σου ο Ζευς και οι άλλοι θεοί, είναι επομένως εις την εξουσίαν σου να τους πουλήσης, ή να τους δώσης ή ό,τι άλλο θέλεις να τους κάμης, όπως και τα άλλα ζώα;
Εγώ τότε, Κρίτων, ως κεραυνόπληκτος από αυτό το επιχείρημα, έμεινα άναυδος και αναπολόγητος· ο δε Κτήσιππος ηθέλησε να έλθη εις βοήθειάν μου και ανέκραξε· — Πυππάξ, ω Ηράκλεις! {7} τι θαυμασία λογική! — Και ο Διονυσόδωρος. — Τι; είπεν· ο Ηρακλής είναι πύππαξ, ή ο πύππαξ Ηρακλής; — Και ο Κτήσιππος, — Ω θεέ μου, είπε, τι φοβερά σοφία! αποσύρομαι και εγώ· αυτοί οι άνθρωποι είναι ακαταμάχητοι.
Τότε δα, αγαπητέ μου Κρίτων, κανείς δεν έμεινε από τους παρισταμένους που να μην υπερεπαινέση τους ξένους και την σοφίαν των· από τα γέλοια και τα χειροκροτήματα και την χαράν των ολίγον έλειψε να πάθουν· ναι μεν εχειροκρότουν οι θαυμασταί του Ευθυδήμου και πριν, σε κάθε από εκείνα τα νόστιμα που έλεγαν· τότε όμως και οι κίονες αυτοί του Λυκείου λες κ' εχειροκροτούσαν από την μεγάλην των ευχαρίστησιν. Και εγώ ο ίδιος, τόση ήτο η έκπληξίς μου, ώστε ωμολόγησα ότι ποτέ μου δεν συνήντησα τόσον σοφούς ανθρώπους, και τελείως υποδουλωθείς υπό της σοφίας των ησθάνθην την ανάγκην να τους επιδαψιλεύσω επαίνους και εγκώμια. — Ευτυχείς θνητοί, τους είπα, τι θαυμαστή αυτή σας η ικανότης να αποτελειώσετε τόσον σύντομα και εις ολίγην ώραν ένα τόσον δύσκολον έργον! αλήθεια, πολλά και άλλα ωραία πράγματα έχει κανείς να θαυμάση, Ευθύδημε και Διονυσόδωρε, εις τους λόγους σας· εκείνο όμως τα ξεπερνά όλα, που δεν λαμβάνετε καθόλου υπ' όψιν σας τους πολλούς ανθρώπους, τους σοβαρούς προπάντων και εκείνους που τους λογαριάζουν για κάτι, αλλά μόνον τους ομοίους σας· διότι εγώ βέβαια γνωρίζω καλά πως ολίγοι μόνον άνθρωποι θα ευρίσκουν ευχαρίστησιν εις αυτούς σας τους λόγους, ακριβώς εκείνοι που σας ομοιάζουν· ενώ οι άλλοι έχουν τέτοιαν ιδέαν δι' αυτούς, ώστε, είμαι βέβαιος, περισσότερον θα εντρέπωνται, αν επρόκειτο να εξελέγξουν άλλους με τέτοια επιχειρήματα, παρά να εξελέγχονται οι ίδιοι. Και αυτό δε ακόμη δεικνύει μεγάλην εκ μέρους σας καταδεκτικότητα και ευγένειαν· πώς, όταν λέγετε ότι δεν υπάρχει τίποτε ούτε ωραίον, ούτε καλόν, ούτε λευκόν, ούτε τίποτε τέτοιο, και ότι κανένα πράγμα δεν διαφέρει από ένα άλλο, είναι η αλήθεια, και με όλα σας τα δίκαια το καυχάσθε και σεις, πώς ράπτετε τα στόματα των ανθρώπων· αλλά συγχρόνως όχι μόνον των άλλων, αλλά και τα δικά σας τα στόματα φαίνεσθε να ράπτετε· πράγμα το οποίον είναι πολύ λεπτόν εκ μέρους σας, και αφαιρεί από τας συζητήσεις σας κάτι που θα ήτο πολύ φορτικόν διά τους άλλους. Το δε θαυμαστότερον ακόμη, είναι ότι εσείς έχετε κατ' αυτόν τον τρόπον οικονομήση τα πράγματα και τόσον τεχνικά τα παρουσιάζετε, ώστε σε πολύ λίγον καιρό να τα μαθαίνη οποιοσδήποτε άνθρωπος· να, τώρα έξαφνα επρόσεξα τον Κτήσιππον και είδα πόσο γρήγορα ημπόρεσε να σας μιμηθή· είναι μεγάλον βέβαια πλεονέκτημα της τέχνης σας, να ημπορήτε τόσο γρήγορα να την μεταδίδετε, έχει όμως το πράγμα και την κακήν του όψιν, όταν συζητήτε ενώπιον ακροατών· και αν θέλετε να με ακούσετε, σας συμβουλεύω να αποφεύγετε να ομιλήτε εμπρός εις πολλούς ανθρώπους, διότι είναι φόβος να μη μάθουν αμέσως την τέχνην σας, χωρίς και να σας γνωρίζουν χάριν δι' αυτό· το καλύτερον που έχετε να κάμετε, είναι, σας διαβεβαιώ, να συζητήτε μόνον μεταξύ σας οι αδελφοί· ή τέλος πάντων, αν πρόκειται εμπρός εις κανένα άλλον, μόνον εμπρός εις εκείνον που θα πληρώση χρήματα διά να σας ακούση· το ίδιον μάλιστα, εάν ηξεύρετε το συμφέρον σας, θα συμβουλεύσετε και τους μαθητάς σας, ποτέ με κανένα άλλον άνθρωπον να μη συζητούν, παρά μόνον με σας ή μεταξύ των· διότι το σπάνιον, Ευθύδημε, είναι εκείνο που κάμνει πολύτιμον ένα πράγμα· το νερό βλέπεις, είναι πάμφθηνον, αν και είναι το καλύτερον από όλα τα πράγματα, καθώς το λέγει και ο Πίνδαρος. Ελάτε όμως τώρα, δεχθήτε μας, εμένα και τον Κλεινίαν, μαθητάς σας.
Κατόπιν λοιπόν από αυτά, Κρίτων, και κάτι άλλα που είπαμεν, ανεχωρήσαμεν. Σκέψου τώρα και συ αν θέλης να πάρης μαθήματα μαζί μας από τους ανθρώπους· αυτοί υπόσχονται πως ημπορούν να διδάξουν την τέχνην των εις όποιον και αν είναι, φθάνει να τους πληρώση· δεν εξαιρούν καμμίαν ούτε διάνοιαν ούτε ηλικίαν και μάλιστα, πράγμα το οποίον σε ενδιαφέρει προ πάντων εσένα να το ακούσης, διαβεβαιούν πως ούτε αι χρηματιστικαί επιχειρήσεις ημπορούν να εμποδίσουν κανένα διά να παραλάβη ακόπως και εύκολα την σοφίαν.
Κρίτων Είναι η αλήθεια, Σωκράτη, πως εγώ αγαπώ να ακούω και με ευχαρίστησίν μου πάντα να μανθάνω κάτι· φοβούμαι όμως πως δεν είμαι από τους ομοίους με τον Ευθύδημον, αλλά από εκείνους τους άλλους, που έλεγες δα και συ, που καλύτερα θα είχαν να εξελέγχωνται, παρά να εξελέγχουν με τέτοια μέσα. Βέβαια θα ήτο γελοίον εκ μέρους μου να θέλω εγώ να σου δώσω συμβουλάς, μ' όλα ταύτα θα σου διηγηθώ εκείνα που ήκουσα. Αφού τελείωσεν η συζήτησίς σας, με επλησίασεν, εκεί που περιπατούσα, κάποιος από τον κύκλον σας, άνθρωπος με πολύ μεγάλην ιδέαν διά τον εαυτόν του, από εκείνους που έχουν έργον να συγγράφουν λόγους διά τα δικαστήρια, και μου λέγει· — Εσύ, δεν ήκουσες αυτούς τους σοφούς; — Όχι, δυστυχώς, του απήντησα ήτον τόσον πλήθος, που δεν ημπόρεσα να πλησιάσω αρκετά ώστε να ακούω. — Και όμως άξιζε τον κόπον να τους ακούσης, μου είπε. — Διατί; τον ηρώτησα. Θα ήκουες να συζητούν άνθρωποι, που θεωρούνται σήμερον οι πρώτοι εις αυτό το είδος των λόγων. — Και πώς σου εφάνησαν εσένα; τον ηρώτησα. — Εμένα; τι άλλο παρά οι συνηθισμένες φλυαρίες που ακούει κανείς πάντα από αυτούς τους ανθρώπους, που καταγίνονται με όλην τους την σοβαρότητα εις πράγματα όλως διόλου ανάξια λόγου. Αυτή ήτο επάνω κάτω αυτολεξεί η απάντησίς του. — Οπωσδήποτε, του είπα εγώ, δεν ημπορείς να αρνηθής, ότι η φιλοσοφία είναι ένα ωραίον πράγμα.
— Τι ωραίον πράγμα κάθεσαι και μου λες, ευλογημένε μου; εγώ σου λέγω πως τίποτε δεν αξίζει· και αν ήσουν μάλιστα τώρα εκεί να ήκουες, θαρρώ πως θα εντρεπόσουν και ο ίδιος δια λογαριασμόν του φίλου σου· δεν έστεκε καθόλου εις την αξιοπρέπειάν του, να τίθεται εις την διάθεσιν ανθρώπων, που δεν τους μέλει να λέγουν ό,τι λάχη, και που πιάνονται από κάθε λέξιν που τους παρουσιάση η τύχη· και αυτοί, όπως σου έλεγα και προηγουμένως, θεωρούνται από τους καλυτέρους σήμερα εις αυτό το είδος· αλλά, να σου πω την αλήθεια. Κρίτων, και αυτή η φιλοσοφία και εκείνοι που επιδίδονται εις αυτήν είναι άνθρωποι γελοίοι και ούτε αξίζει να τους λαμβάνη κανείς υπ' όψιν. Εγώ μολαταύτα, Σωκράτη, δεν ευρίσκω πως έχει δίκαιον ούτε αυτός ούτε οποιοσδήποτε άλλος να κατηγορή αυτάς τας σπουδάς· αλλά να συζητή κανείς δημοσία με αυτού του είδους τους ανθρώπους, μου φαίνεται πώς έχει δίκαιον να το ψέγη.
Σωκράτης Είναι πολύ περίεργοι, Κρίτων, αυτοί οι άνθρωποι· αν και δεν ηξεύρω καλά καλά ακόμη τι να πω· τι ήτανε αυτός ο άνθρωπος που σε επλησίασε και σου έψαλε τον εξάψαλμον της φιλοσοφίας; ήτο κανένας ρήτωρ, από εκείνους που είναι ικανοί να αγωνίζωνται αυτοπροσώπως εις τα δικαστήρια, ή από εκείνους, που στέλλουν τους τοιούτους εκεί, και συνθέτουν λόγους, που τους μεταχειρίζονται οι ρήτορες;
Κρίτων Όχι, μα την αλήθεια· διόλου δεν είναι ρήτωρ, ούτε πιστεύω να έχη εμφανισθή ποτέ ενώπιον δικαστηρίου· αλλά λέγουν ότι αυτά τα πράγματα είναι ακριβώς η επιστήμη του και είναι έξοχος εις το είδος του και συνθέτει μοναδικούς λόγους.
Σωκράτης Α, τώρα ενόησα· και ακριβώς περί αυτών των ανθρώπων επρόκειτο και εγώ να σου ομιλήσω. Είναι ίσα ίσα εκείνοι, που ο Πρόδικος τους κατέτασσεν εις τα πρόθυρα της φιλοσοφίας και της πολιτικής· αυτοί όχι μόνον πιστεύουν οι ίδιοι πως είναι οι σοφώτατοι μεταξύ των ανθρώπων, αλλά νομίζουν ότι και πολλοί άλλοι τους θεωρούν ως τοιούτους, και ότι κανείς άλλος παρά οι φιλόσοφοι είναι το μόνον πρόσκομμα, ώστε να μην συμμερίζωνται και όλοι γενικώς οι άνθρωποι αυτήν την ιδέαν. Φαντάζονται λοιπόν, πως αν ημπορούσαν να δυσφημήσουν τους φιλοσόφους ως αναξίους πάσης προσοχής και εκτιμήσεως, τότε αναμφισβητήτως και κατά την ιδέαν όλων εις αυτούς θα έμενεν ο στέφανος της σοφίας· και πιστεύουν μεν πράγματι ότι είναι σοφώτατοι, αλλά εις τας ιδιαιτέρας συζητήσεις, αν τύχη και τα φέρουν στενά, ισχυρίζονται ότι τους κόβουν τη φόρα τους άνθρωποι σαν τον Ευθύδημον· σοφοί ότι είναι, έχουν όλα τους τα δίκαια να το πιστεύουν· ολίγη φιλοσοφία, ολίγη πολιτική, το πράγμα έχει τον λόγον του· κατ' αυτόν τον τρόπον μετέχει κανείς και από τα δύο, όσον χρειάζεται, και έξω από τους κινδύνους και τους αγώνας απολαμβάνει τους καρπούς της σοφίας του.
Κρίτων Ε καλά· τι φρονείς εσύ, Σωκράτη, δι' αυτά που λέγουν· διότι οπωσδήποτε ο λόγος των έχει κάποιαν επίφασιν.
Σωκράτης Και πράγματι έχει, Κρίτων, αλλά καθώς λέγεις και συ, επίφασιν μάλλον παρά αλήθειαν· διότι δεν είναι εύκολον να τους πείσης, ότι και οι άνθρωποι και όλα τα άλλα που ευρίσκονται μεταξύ δύο πραγμάτων και μετέχουν και από τα δύο, όσα μεν σύγκεινται από κακόν και από καλόν, γίνονται καλύτερα από το ένα και χειρότερα από το άλλο· όσα δε σύγκεινται από δύο καλά, τα οποία δεν τείνουν προς τον αυτόν σκοπόν, γίνονται χειρότερα και από τα δύο διά τον σκοπόν που χρησιμεύει το καθένα των χωριστά· {8} όσα δε συγκείμενα από δύο κακά, τα οποία δεν τείνουν προς τον αυτόν σκοπόν, ευρίσκονται μεταξύ των δύο, μόνον αυτά θα είναι καλύτερα και από τα δύο στοιχεία χωριστά, από τα οποία μέρος μετέχουν. Κατ' αυτόν τον τρόπον λοιπόν, εάν η φιλοσοφία είναι καλόν πράγμα και η πολιτική επίσης, αλλά η καθεμία των προς άλλον σκοπόν, οι άνθρωποι αυτοί μετέχοντες και από τας δύο και ευρισκόμενοι επομένως εις το μέσον μεταξύ των δύο, τίποτε δεν λέγουν, διότι είναι χειρότεροι και από τους φιλοσόφους και από τους πολιτικούς. Εάν δε η φιλοσοφία είναι καλόν και η πολιτική κακόν, είναι καλύτεροι μεν από τους πολιτικούς, χειρότεροι όμως από τους φιλοσόφους. Εάν δε είναι κακά και τα δύο, και η φιλοσοφία και η πολιτική, τότε μόνον ίσως θα είχον δίκαιον, εις καμμίαν όμως άλλην περίστασιν. Δεν πιστεύω όμως ποτέ να ισχυρισθούν ούτε ότι και τα δύο είναι κακά, ούτε ότι το ένα είναι κακόν και το άλλο καλόν· και αυτοί επομένως, οι οποίοι μετέχουν και από τα δύο, είναι τωόντι κατώτεροι ως προς εκείνο που αποτελεί την αξίαν και της φιλοσοφίας και της πολιτικής, και ενώ πραγματικώς είναι τρίτοι, ζητούν να θεωρούνται ότι είναι πρώτοι. Βεβαίως ημείς πρέπει να τους συγχωρούμεν και να μην αγανακτούμεν εναντίον των δι' αυτήν την αξίωσιν που έχουν, όχι όμως και να τους εκτιμώμεν περισσότερον απ' ό,τι αξίζουν, αλλά να τους δίδωμεν την εμπρέπουσαν θέσιν· διότι πρέπει να είμεθα ευχαριστημένοι με κάθε άνθρωπον, που έχει να μας παρουσιάση κάτι οπωσδήποτε λογικόν και φρόνιμον πράγμα και το οποίον επεξεργάζεται με όλον του τον ζήλον και την δύναμιν.
Κρίτων Αλήθεια και εγώ, Σωκράτη, όπως σου το λέγω πάντοτε, ευρίσκομαι εις μεγάλην απορίαν διά τους υιούς μου, τι να κάμω· και ο μεν νεώτερος είναι ακόμη πολύ μικρός, ο Κριτόβουλός μου όμως έφθασε πλέον εις ώριμον ηλικίαν και έχει ανάγκην ανθρώπου, ο οποίος να αναλάβη την μόρφωσίν του. Εγώ λοιπόν κάθε φορά, που [[θα]] συνδιαλεχθώ μαζί σου, μένω πεπεισμένος ότι είναι τρέλλα να φροντίζη κανείς, χάριν των τέκνων του, διά τόσα άλλα πράγματα, παραδείγματος χάριν, διά τον γάμον, πώς να τους δώση, νυμφευόμενος, μητέρα από καλλίστην οικογένειαν, διά την περιουσίαν, πώς να τους κάμη όσον είναι δυνατόν πλουσιωτέρους — να αμελή δε την εκπαίδευσιν αυτών. Όταν όμως γυρίζω και βλέπω εκείνους που επαγγέλλονται την μόρφωσιν της νεολαίας, με τρομάζουν, και διά να σου είπω την αλήθειαν, ούτε ένα δεν ευρίσκω από αυτούς που να έχη τα απαιτούμενα προσόντα· ώστε δεν βλέπω διά ποίον λόγον να ωθήσω τον νέον εις την σπουδήν της φιλοσοφίας.
Σωκράτης Ε, αγαπητέ μου Κρίτων, δεν γνωρίζεις ότι εις κάθε επάγγελμα οι ανίκανοι και οι ανάξιοι λόγου αποτελούν την πλειονοψηφίαν, ολίγοι δε είναι οι καλοί και οι άξιοι πάσης εκτιμήσεως; λέγε μου, η γυμναστική δεν σου φαίνεται καλόν πράγμα, και η ρητορική επίσης και το εμπόριον και η στρατιωτική τέχνη;
Κρίτων Βεβαίως και κατά πάντα λόγον.
Σωκράτης Τι συμβαίνει όμως; δεν παρατηρείς ότι οι περισσότεροι από εκείνους που καταγίνονται με αυτάς τας τέχνας είναι καταγέλαστοι εις ό,τι κάμνουν;
Κρίτων Ναι, μα τον Δία, αλήθεια είναι αυτό που λες.
Σωκράτης Αλλά μήπως λοιπόν δι' αυτόν τον λόγον και ο ίδιος θα αποκηρύξης όλα τα επαγγέλματα και τον υιόν σου θα αποτρέψης από αυτά;
Κρίτων Δεν θα ήτο καθόλου σωστόν και δίκαιον.
Σωκράτης Μην κάμης λοιπόν, Κρίτων, πράγμα που δεν πρέπει. Άφησε τους να κουρεύωνται εκείνους που επαγγέλλονται τον φιλόσοφον, είτε καλοί είναι είτε κακοί· αλλά εξέτασε αυτό καθ' εαυτό το πράγμα, την φιλοσοφίαν, με όλην σου την προσοχήν· και αν μεν σου φαίνεται το πράγμα ανάξιον λόγου, με όλα σου τα δίκαια να αποτρέπης από αυτήν, όχι μόνον τα παιδιά σου, αλλά και κάθε άνθρωπον εν γένει· εάν όμως την εύρης τοιαύτην, οποίαν την φαντάζομαι εγώ ότι είναι, τότε να επιδοθής με όλην σου την εμπιστοσύνην και με όλας σου τας δυνάμεις εις την καλλιέργειαν αυτής, και ο ίδιος και συν γυναιξί και τέκνοις, που λέγει και η παροιμία.
Η Σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, των Εκδόσεων Φέξη, υπήρξεν ένας σταθμός στα ελληνικά χρονικά. Για πρώτη φορά προσφερόταν συστηματικά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, η αρχαία ελληνική σκέψη (ιστορία, φιλοσοφία, ποίηση, δράμα, δικανικός και πολιτικός λόγος) σε δημιουργικές μεταφορές της, από τους άριστους μεταφραστές του τόπου, στην πιο σύγχρονη μορφή που πήρε, εξελισσόμενο, το γλωσσικό της όργανο. Ο Όμηρος, οι Τραγικοί κι ο Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο Πλάτων, ο Ξενοφών, ο Αριστοτέλης, ο Θεόκριτος, ο Θεόφραστος, ο Επίκτητος, ο Πλούταρχος, ο Λουκιανός κλπ. προσφέρονται και σήμερα, στις κλασικές πια μεταφράσεις των Πολυλά, Ραγκαβή, Μωραϊτίδη, Κονδυλάκη, Ποριώτη, Γρυπάρη, Τανάγρα, Πολέμη, Καμπάνη, Καζαντζάκη, Βάρναλη, Αυγέρη, Βουτιερίδη, Ζερβού, Φιλαδελφέως, Τσοκόπουλου, Σιγούρου, Κ. Χρηστομάνου κλπ. σε μια σύγχρονη σειρά εκδόσεων βιβλίου τσέπης, πράγμα που επίσης γίνεται για πρώτη φορά, συστηματικά, στην Ελλάδα.
ΕΥΘΥΔΗΜΟΣ Ο διάλογος αυτός αποτελεί σφοδρήν επίθεση και επίκριση των αμφιγνωμιών, των σφαλερών συλλογισμών και της κενότητας της σκέψης και των γνώσεων των σοφιστών, όχι τόσο των επιφανών και φιλοσοφούντων, όσο των κοινών και ρητορευόντων. Ωρισμένοι υπαινιγμοί αφορούν στον Αντισθένη και στον Ισοκράτη.
Η «ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ» ΑΝΑΤΥΠΩΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ.
ΑΘΗΝΑΙ, ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ 36 ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΤΣΙΜΙΣΚΗ 61
ΤΙΜΗ ΤΟΜΟΥ ΔΡΑΧΜΕΣ 10
1} Το εξώφυλλο αναφέρει σαν μεταφραστή τον Α. Χαροκόπο, ενώ η δεύτερη σελίδα τον Ν. Γρυπάρη. Ο μεταφραστής θα πρέπει να είναι ο Α. Χαροκόπος, μια και στην έκδοση της Αντιγόνης, όπου αναφέρονται όλα τα κείμενα αρχαίων ελλήνων συγγραφέων που έχει εκδώσει ο Φέξης, το βιβλίο αναφέρεται με μεταφραστή τον Α. Χαροκόπο.
2} Του ενδόξου δηλ. Αλκιβιάδου. Ο παλαιός Αλκιβιάδης είχε δύο υιούς τον Κλεινίαν, πατέρα του μεγάλου Αλκιβιάδου, και τον Αξίοχον, πατέρα του Κλεινίου τούτου περί του οποίου πρόκειται εν τω διαλόγω.
3} Αισχύλ. Επτά επί Θήβας στίχ. 2.
και στην πρύμνα της πολιτείας γυρνάει το δονάκι χωρίς να κλη τα βλέφαρά του ο ύπνος —.
4} Εκ των κατωτέρω λεγομένων μανθάνομεν ότι η μήτηρ του Σωκράτους Φαιναρέτη είχεν εκ του πρώτου συζύγου της Χαιρεδήμου και άλλον υιόν, τον Πατροκλήν τούτον, ομομήτριον αδελφόν επομένως του Σωκράτους.
5} Είναι αδύνατον σχεδόν να αποδοθή το του κειμένου &σιγώντα λέγειν,& ούτως ώστε να διατηρηθή η εν αυτώ αμφιλογία, επί της οποίας ακριβώς στηρίζεται το σόφισμα· τα &σιγώντα& δηλ. είναι και αρσενικόν ενικόν και ουδέτερον πληθυντικόν.
6} Αμετάφραστος πάλιν η αμφιλογία της ελλην. φράσεως, τίνα προσή- κει χαλκεύειν, εν τη οποία το τίνα δύναται να ληφθή και ως υποκείμενον του προσήκει χαλκεύειν αλλά και ως αντικείμενον του χαλκεύειν.
7} Αφήνω αμετάφραστον την θαυμαστικήν επιφώνησιν, &πυππάξ, ω Ηράκλεις·& ο Διονυσόδωρος εκδεχόμενος το πυππάξ ως όνομα, κάμνει το ανούσιον χαριτολόγημα το οποίον θέτει και τον Κτήσιππον εκτός μάχης, υπό αηδίας.
8} Ο οίνος αγαθόν και το έλαιον αγαθόν· το κράμα είναι χείρον εκείνων, ούτε προς πόσιν αγαθόν, ως ο οίνος, ούτε προς φωτισμόν, ως το έλαιον. Σ. Μωραΐτης.
ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ
Ο &Ευθύφρων& είναι από τους γνησίους διαλόγους του Πλάτωνος, συγγραφείς αμέσως μετά τον θάνατον του Σωκράτους· ομοιάζει δε προς πολλούς άλλους, ωραίους ωσαύτως διάλογους του μεγάλου συγγραφέως της αρχαιότητος, οι οποίοι, ως και ο παρών, κυρίαν ενασχόλησιν έχουν την όσον το δυνατόν ακριβεστέραν ανάπτυξιν του ορισμού διαφόρων εννοιών, θέματα θεμελιώδη της λογικής επιστήμης, ήτις δεν είχεν ακόμη έως τότε αναπτυχθή. Διότι προ του Σωκράτους κανείς ακόμη δεν είχεν ασχοληθή εις τους φιλοσοφικούς ορισμούς των πραγμάτων, πρώτος δ' εκείνος ήρχισε να εξετάζη τι πράγμα είναι κάθε τι από τα όντα με ιδιαιτέραν όλως αγάπην και ευχαρίστησιν, περιβάλλων τας ομιλίας του με τόσην θελκτικήν χάριν, ώστε να κάμνη τερπνά και τα ξηρότερα εκ των ζητημάτων, οποία είναι μάλιστα αι τοιαύται φιλοσοφικαί συζητήσεις. Αλλ' αν ακουόμεναι εκείναι αι ομιλίαι του λαλιστάτου Αθηναίου φιλοσόφου τόσην γοητείαν επροξένουν, φαντασθήτε τώρα πόσον ψυχαγωγική είναι η ανάγνωσις των διαλόγων αυτών, όπως ετεχνούργησεν αυτούς ο μάγος της Ελληνικής γλώσσης χειριστής, ο θείος Πλάτων, ο οποίος εις τα έξοχα χαρίσματα, με τα οποία η φύσις είχε πλουσιώτατα προικίσει τον Σωκράτην, προσέθηκεν ως ωραία κεντήματα τα ολόχρυσα στολίσματά του με την χαριτωμένην γραφίδα του αρχαίου αττικού λόγου, ώστε να μη ηξεύρη κανείς πλέον σήμερον ποίον να θαυμάση περισσότερον, τον εύστροφον φιλόσοφον ή τον ηδύμολπον συγγραφέα, του οποίου ο Λουκιανός τόσον εξαίρει «την δεινώς αττικήν καλλιφωνίαν και την θαυμαστήν μεγαλόνοιαν».
Υπόθεσις του &Ευθύφρονος& είναι να ευρεθή ο ορισμός του &οσίου&, ήτοι της ευσεβείας και αγιότητος. Απαρτίζεται δε από μίαν συνομιλίαν, η οποία γίνεται μεταξύ του Σωκράτους και του Ευθύφρονος.
Ο Ευθύφρων ήτο ένας μάντις πασίγνωστος εις τας Αθήνας δια την υπερβολικήν θρησκομανίαν του, καταγόμενος από τα Πρόσπαλτα, δήμον της Αττικής, ο οποίος έκειτο περίπου όπου το σημερινόν χωρίον Κερατιά, όπισθεν του Υμηττού, ανήκε δε ίσως εις ιερατικήν οιωνοσκόπων οικογένειαν. Είχε δε την ιδέαν ότι εγνώριζε τα θρησκευτικά ζητήματα και τους ιερούς νόμους περισσότερον από κάθε άλλον εις τον κόσμον· διό και με υπερηφάνειαν περισσήν εκήρυττεν ότι αι προφητείαι του ουδέποτε διεψεύσθησαν.
Μίαν ημέραν, όταν είχε πλέον επιδοθή υπό του Μελήτου η εναντίον του Σωκράτους κατηγορία επί ασεβεία εις τον άρχοντα βασιλέα, ένα από τους εννέα άρχοντας, ο γηραιός φιλόσοφος, λαβών απροσδοκήτως την δικαστικήν κλήσιν, είχε μεταβή εις την Βασίλειον Στοάν, όπου είχε τα δικαστικά γραφεία του ο άρχων βασιλεύς, εις τον οποίον ήτο ανατεθειμένη η διεξαγωγή των θρησκευτικών δικών, διά να λάβη γνώσιν της εναντίον του υποβληθείσης κατηγορίας και δώση την απαιτουμένην προανάκρισιν. Εκεί, πρωί — πρωί, εις τους μαρμαρίνους δικαστικούς διαδρόμους της Βασιλείου Στοάς, όπου συνήθως μετέβαινον οι ασεβείς και οι άθεοι, οι βλάσφημοι και οι παραβάται των ιερών της πόλεως νόμων, συναντά ο Ευθύφρων τον γέροντα φιλόσοφον, τον οποίον πολύ εσέβετο, τον ολόλευκον όχι μόνον διά την ηλικίαν του αλλά και διά την αγαθότητά του και πραότητα, τον ειρηνικώτατον και μόνον ευσεβέστατον αληθώς από τους Αθηναίους, και απομένει έκπληκτος.
Με αυτήν την ωραίαν δραματικήν εικόνα, την οποίαν θα εζήλευε και ο Σοφοκλής, ανασύρει την αυλαίαν του χαριτωμένου διαλόγου του ο Πλάτων. Ο Ευθύφρων ερωτών μανθάνει ότι ο Σωκράτης κατηγορηθείς επί ασεβεία από κάποιον άγνωστόν του Μέλητον καλούμενον, ότι διαφθείρει την νεολαίαν με νέας ψευδείς περί θεών διδασκαλίας προσήλθεν εκεί, ζητηθείς από την ανάκρισιν. Τότε και ο Σωκράτης υπείκων εις την έμφυτον αυτού ειρωνικήν περιέργειαν, από την οποίαν ήντλει, ως από ακένωτον πηγήν, άλας τας υποθέσεις των φιλοσοφικών και κοινωνικών συζητήσεών του, μανθάνει ότι και ο Ευθύφρων διά μίαν σοβαρωτάτην δικαστικήν υπόθεσιν ευρίσκεται ομοίως εκεί, την οποίαν με ακόμη μεγαλειτέραν έκπληξιν ακούει ο Σωκράτης.
Αυτός δηλαδή ο προφητομάντις Ευθύφρων είχε καταγγείλει επί φόνω τον ίδιον τον πατέρα του, διότι είχε κακοποιήσει ένα από τους δούλους του, οπού επάνω εις την μέθην του εφόνευσεν άλλον σύνδουλόν του, και έγεινεν ούτως αίτιος να αποθάνη ο φονεύς εις τα δεσμά, μέσα εις ένα λάκκον, όπου νηστικόν και δαρμένον τον είχε ρίψει. Από την μεγάλην του λοιπόν ευσέβειαν και από την ευλάβειαν προς τους θείους νόμους, ο Ευθύφρων — διηγείται προς τον Σωκράτην, — οι οποίοι διατάσσουν την αμείλικτον καταδίωξιν των φονέων, ή μάλλον υπείκων εις δεισιδαίμονα πλάνην περί &αφοσιώσεως& ήτοι περί καθάρσεως των κοινωνικών μιασμάτων, ως γίνεται γνωστόν τούτο εν τη εξελίξει του διαλόγου, κατήγγειλεν αυτόν τον πατέρα του ως φονέα, ίνα καθαρθή από το μίασμα και αυτός και εκείνος. Προβάς δε εις αυτό το διάβημα, ενόμιζεν ότι έπραξεν ευσεβή πράξιν και ήτο ενδομύχως όλως διόλου ατάραχος.
Ο Σωκράτης εμβρόντητος απομείνας προς την ομολογίαν αυτήν του Ευθύφρονος ότι κατήγγειλεν ως φονέα τον πατέρα του, αρχίζει αμέσως την συζήτησιν με τον δεισιδαίμονα αυτόν θεομάντιν, και τον παρακαλεί, αφού μάλιστα είναι τόσον σοφός εις τα θρησκευτικά, να τον διδάξη τι πράγμα κατ' ουσίαν είναι το ευσεβές και η ευσέβεια, διά να κατορθώση με τα φώτα αυτά του διδασκάλου του να σωθή και αυτός από τον κίνδυνον, τον οποίον διατρέχει εκ της εναντίον του κατηγορίας του Μελήτου, όστις τον κατηγόρησεν ίσα — ίσα ως ασεβή.
Με αυτόν τον τρόπον αρχίζει η συζήτησις, κατά την οποίαν ο μεν Ευθύφρων αντιπροσωπεύει, κατά τινα σοφόν κριτικόν, «τους μικρόνοας εκείνους ευσεβείς της αρχαιότητος, οι οποίοι διά την λέξιν &όσιον& είχον έννοιαν όλως διόλου εξωτερικήν και επιπόλαιον και διά να αποδείξουν εαυτούς ευσεβείς και αρεστούς εις τους θεούς, δεν υπεχώρουν πολλάκις ουδέ ενώπιον πράξεων, αι οποίαι απόβλητοι εθεωρούντο ηθικώς. Ο δε Σωκράτης. αντιπρόσωπος των νέων θρησκευτικών ιδεών, υποστηρίζει τουναντίον, ότι μεταξύ αγαθού και θείου δεν ημπορεί ποτε να υπάρξη καμμία διαφορά, θεωρών ότι η &οσιότης& ή η &ευσέβεια& συνίσταται μόνον εις την τελείαν του ανθρώπου ηθικότητα».
Ο διάλογος προβαίνει μετά μεγίστης μεν συντομίας αλλά με άφθονον πλούτον γνώσεων και επιχειρημάτων, τα οποία ανακύπτουν το έν μετά το άλλο απροόπτως ως εν μαγικώ λειμώνι πρωτοφανή άνθη, θαμβώνοντα τον αναγνώστην με την φαεινήν ακτινοβολίαν των.
Τόση δε είναι η δύναμις της λογικής και η δεξιότης του αρχισυζητητού αυτού γέροντος των αρχαίων Αθηνών, ώστε εξαναγκάζεται ο αλαζών μάντις πέντε φοράς ν' αλλάξη τον περί της ευσεβείας ορισμόν του.
Και τον μεν πρώτον αυτού ορισμόν, ότι ευσεβές πράγμα είναι αυτό, οπού έπραττεν εκείνος, καταγγείλας τον πατέρα του εις το δικαστήριον ως φονέα, καθώς έπραξε και ο άριστος και δικαιότατος από τους θεούς Ζευς, οπού έδεσε τον πατέρα του Κρόνον διότι έτρωγε τα παιδιά του, απορρίπτει ο Σωκράτης ως κοινόν όλως διόλου, διότι με έν μόνον παράδειγμα και με μίαν μόνην πράξιν δεν δύναται να ορισθή ο χαρακτήρ της ευσεβείας.
Έπειτα δε πάλιν τον δεύτερον ορισμόν του Ευθύφρονος ότι ευσεβές πράγμα είναι παν ό,τι είναι προσφιλές εις τους θεούς, ασεβές δε παν ό,τι είναι μισητόν εις αυτούς, επαινεί ο Σωκράτης ως γενικώτερον από τον πρώτον και τελειότερον, αλλ' αποδεικνύει εις τον Ευθύφρονα με τας φιλονεικίας και μάχας, οπού υπάρχουν μεταξύ των θεών, τα οποία εκείνος πιστεύει, ότι είναι δυσκολώτατον και αδύνατον να αρέσκη το αυτό πράγμα εις όλους τους θεούς· αλλά εκείνο οπού εις μερικούς θεούς αρέσκει, εις μερικούς άλλους είναι μισητόν, ώστε θα συμβή το αυτό ευσεβές πράγμα να είναι συγχρόνως και αγαπητόν και μισητόν.
Τότε ο Ευθύφρων καταρτίζει τελειότερον ορισμόν, τον τρίτον, λέγων ότι ευσεβές είναι παν ό,τι αρέσκει εις όλους εν γένει τους θεούς, ασεβές δε παν ό,τι είναι μισητόν εις όλους επίσης.
Αλλά και τούτον τον ορισμόν απορρίπτει ο Σωκράτης, διότι κατ’ ουσίαν δεν είναι διάφορος από τον δεύτερον, επειδή και κατ' αυτόν ευσεβές και αγαπητόν εις τους θεούς πράγμα είναι έν και το αυτό. Αλλά το αγαπητόν εις τους θεούς ή αγαπώμενον υπ' αυτών, λέγει ο Σωκράτης και παραδέχεται και ο Ευθύφρων, λέγεται ούτω, διότι αγαπάται υπό των θεών, και όχι διότι είναι αγαπητόν εις τους θεούς διά τούτο αγαπάται υπό των θεών, το δε ευσεβές διότι είναι ευσεβές αγαπάται υπό των θεών και όχι διότι αγαπάται υπ' αυτών διά τούτο είναι ευσεβές. Εάν λοιπόν ευσεβές και θεοφιλές πράγμα είναι έν και το αυτό, κατά τον τρίτον ορισμόν, έπρεπε και το θεοφιλές να φιλήται υπό των θεών διότι είναι θεοφιλές και όχι το εναντίον, κατ' ακολουθίαν και το ευσεβές διά τούτο να είναι ευσεβές διότι ηγαπάτο από τους θεούς και όχι διότι είναι ευσεβές διά τούτο να αγαπάται, ως είχον προηγουμένως παραδεχθή. Είναι λοιπόν αντιφατικός ο τρίτος ορισμός, και προς τούτοις δεν φανερώνει την ουσίαν του ευσεβούς, αλλά πάθος τι οπού συμβαίνει εις αυτό.
Ήδη ο Ευθύφρων παραδέχεται μεν ταύτα, ότι οι ορισμοί, όσους έως τώρα κατήρτισεν, είναι συγκεχυμένοι και ανεπαρκείς και ασαφείς, ομολογεί την αδυναμίαν του να προχωρήση εις τον καταρτισμόν άλλου, και συγχρόνως παραπονείται εις τον Σωκράτην ότι αυτός του κρημνίζει και χαλά όλους τους ορισμούς. Ο Σωκράτης αποκρούει την μομφήν αυτήν, φαίνεται δε πρόθυμος να τον βοηθήση, όπως μαζί κατορθώσουν να σχηματίσουν ένα τέλειον ορισμόν του ευσεβούς.
Και πρώτον ευρίσκουσιν ότι το &δίκαιον& είναι ευρυτέρα έννοια από το ευσεβές, όπερ είναι μέρος τι του δικαίου. Ο Σωκράτης, ίνα διευκολύνη τον Ευθύφρονα εις το να εννοήση καλώς τούτο, του φέρει πολλά άλλα παραδείγματα ευρυτέρων και στενοτέρων εννοιών, ότε ο Ευθύφρων ερωτώμενος τι μέρος του δικαίου είναι το ευσεβές, απαντά ότι είναι το περί την θεραπείαν ήτοι λατρείαν των θεών αφιερωμένον, το δε επίλοιπον μέρος αυτού αποβλέπει εις την περί των ανθρώπων θεραπείαν και μέριμναν.
Αλλ' εις τον Σωκράτην δεν αρέσκει η λέξις θεραπεία, διότι κάθε θεραπεία, λέγει, γίνεται προς ωφέλειαν ή προς βλάβην του θεραπευομένου πράγματος, αλλ' οι θεοί ποίαν ωφέλειαν ημπορούν να έχουν από την εκ μέρους των ανθρώπων γινομένην προς αυτούς θεραπείαν ή λατρείαν; Ο Ευθύφρων λέγει τότε ότι εννοεί θεραπείαν εξυπηρετικήν, όπως οι δούλοι θεραπεύουν και περιποιούνται τους κυρίους αυτών. Αλλ' ο Σωκράτης του εξηγεί ότι η υπηρετική αυτή θεραπεία αποβλέπει εις την εκτέλεσιν έργου τινός πάντοτε, ως η ιατρική τέχνη π. χ. χρησιμεύει εις τους ιατρούς, διά να κατεργάζωνται την υγείαν, η ναυπηγική εις τους ναυπηγούς, διά να κατασκευάζουν τα πλοία κλπ. Τι λοιπόν εκτελούσιν οι θεοί διά της υπηρεσίας αυτής των ανθρώπων; Ο Ευθύφρων απαντά ότι πολλά καλά πράγματα κατορθώνουν οι θεοί διά της θεραπείας αυτής. Αλλά πολλά καλά πράγματα παράγουν και οι στρατηγοί π. χ. και οι γεωργοί, παρατηρεί ο Σωκράτης, και όμως ημπορούμεν να προσδιορίσωμεν το είδος και την ποιότητα αυτών των καλών. Ποίου είδους λοιπόν είναι αυτά τα πολλά καλά, τα οποία εκτελούν οι θεοί; ερωτά ο Σωκράτης. Τότε ο Ευθύφρων δοκιμάζει να σχηματίση τον πέμπτον ορισμόν του ευσεβούς λέγων: Εάν μεν κανείς γνωρίζη να λέγη και να πράττη ευχάριστα εις τους θεούς και όταν προσεύχεται και όταν θυσιάζη, αυτά είναι τα ευσεβή, τα οποία διαφυλάττουν και τους ιδιωτικούς οίκους των ανθρώπων και τας κοινάς των πόλεων υποθέσεις, τα δε εναντία αυτών είναι τα ασεβή, τα οποία καταστρέφουν και εξαφανίζουν τα πάντα.
Αλλά και τον μακροσκελή αυτόν ορισμόν ο Σωκράτης απορρίπτει ως εσφαλμένον, διότι συνοψίζων αυτόν λέγει ότι το ευσεβές λοιπόν είναι κάποια επιστήμη του να εύχεται κανείς και να θυσιάζη και ότι το μεν να θυσιάζη σημαίνει να χαρίζη κανείς εις τους θεούς, το δε να εύχεται σημαίνει να ζητή από αυτούς, ώστε το ευσεβές θα ήτο τότε επιστήμη ζητήσεως και δόσεως, ζητεί δε κανείς ό,τι χρειάζεται και χαρίζει ό,τι χρειάζονται οι άλλοι, άρα η ευσέβεια είναι κάποια εμπορική τέχνη μεταξύ θεών και ανθρώπων. Αλλ' αυτό προϋποθέτει αμοιβαίον κέρδος· εάν δε οι θεοί λαμβάνουν ευάρεστα εις αυτούς από τους ανθρώπους, τότε και ο ορισμός αυτός ουδόλως διαφέρει από τους προηγουμένους, κατά τους οποίους το ευσεβές και ευάρεστον εις τους θεούς είναι έν και το αυτό πράγμα, και οίτινες απεδείχθησαν ήδη εσφαλμένοι.
Παρακαλεί λοιπόν ο Σωκράτης τον Ευθύφρονα εξ αρχής να δοκιμάση να εύρη κανένα άλλον ορισμόν ορθότερον και ακριβέστερον. Αλλ' αυτός τόσον εστενοχωρήθη από τας αντιφάσεις, εις τας οποίας περιέπιπτε, περιπλεχθείς μέσα εις το δίκτυον της ακαταμαχήτου λογικής του Σωκράτους, ώστε ζαλισμένος πλέον υπεκφεύγει την εξακολούθησιν του διαλόγου, προφασισθείς ότι έχει κάποιαν κατεπείγουσαν υπόθεσιν, και απέρχεται εγκαταλείπων ατελείωτον την συζήτησιν και τον περί του ευσεβούς ορισμόν και την σοβαρωτάτην δε υπόθεσίν του ακόμη, χάριν της οποίας είχε μεταβή εις την Βασίλειον Στοάν.
»Και όμως υποσημειοί εις την αξιόλογον έκδοσιν του &Ευθύφρονος& ο κ. Γ. Κωνσταντινίδης, είς εκ των ημετέρων ερμηνευτών του Πλάτωνος, εν αρχή του διαλόγου ωμολόγησεν ο Ευθύφρων ότι είχε μεταβή εις την Βασίλειον Στοάν, διά να φροντίση περί της κατά του πατρός του δίκης. Πώς λοιπόν τώρα απέρχεται χωρίς καν να εισέλθη παρά τω βασιλεί; Είναι τάχα τούτο απλή πρόφασις, όπως διακόψη συζήτησιν, ην αδυνατεί να διεξαγάγη κατά βούλησιν, ή θέλει ο Πλάτων να υποδείξη διά τούτου ότι ο Ευθύφρων εσαλεύθη εις τας περί οσίου δοξασίας του και εγκατέλιπε την κατά του πατρός του κατηγορίαν χάρις εις τον ένεκα ασεβείας κατηγορηθέντα Σωκράτην; Ημείς σήμερον ουδέτερον τούτων δυνάμεθα ασφαλώς να συμπεράνωμεν, οι σύγχρονοι όμως του Πλάτωνος ενόουν ίσως την ορθήν του χωρίου έννοιαν και του διαλόγου το αποτέλεσμα, διότι πιθανόν να ήτο πασίγνωστος η σπανία όντως του Ευθύφρονος υπόθεσις».
Εις τον ζωηρότατον αυτόν διάλογον, όστις κατά τους κριτικούς είναι τελειότερος του Κρίτωνος κατά την εν γένει δημιουργικήν εξεργασίαν και φιλοσοφικήν ακρίβειαν, εξαιρετικήν εντύπωσιν μας αφίνουν τα περί ερίδων και μαχών των θεών μυθολογούμενα και τα περί Δαιδάλου και κινουμένων αγαλμάτων αυτού, με τα οποία ευφυέστατα παραβάλλει η αεικίνητος του Σωκράτους γλώσσα τους μετακινουμένους και σαλευομένους ορισμούς του Ευθύφρονος, υπέρ πάντα δε ταύτα η παροιμιώδης σωκρατική ειρωνεία η τερπνότατα διαχεομένη μ' επαγωγόν και χαριέστατον τρόπον ως τις ευώδης φαληρική αύρα τόσον λεπτή, ώστε να μη την αισθάνεται σχεδόν ο με ιδρώτας και κόπους περιρρεόμενος κατά την συζήτησιν Ευθύφρων. Η συνάντησις δε αύτη δύο άκρως αντιθέτων προσώπων, εξ ενός μεν του θρησκομανούς μάντεως, προβαίνοντος μέχρι πράξεων ηθικώς αποτροπαίων από ευσέβειαν δήθεν, και εξ άλλου του ηρέμα και γαληνιαίως εκφράζοντος της αληθούς θεοσεβείας τον χαρακτήρα Σωκράτους, μας αφίνει δραματικωτάτην την εντύπωσιν, δίδουσα εις ημάς ζωηράν εικόνα τελείου σατυρικού έργου της αρχαιότητος, συνάμα δε ολόφωτον καθιστά τον σκοπόν του διαλόγου, όστις ήτο, κατά την παράδοσιν, να φανή πόσον ευσεβής και δίκαιος ήτο ο Σωκράτης, όστις είχε καταδικασθή εις θάνατον κατηγορηθείς επί ασεβεία, διότι εις τον διάλογον αυτόν ο ως ασεβής κατηγορηθείς Σωκράτης ή ως έχων επιληψίμους ιδέας περί ευσεβείας, καθά ωραιότατα εκφράζεται ημέτερος κριτικός, «γίνεται διδάσκαλος της αληθούς ευσεβείας και προς αυτούς τους περί τα τοιαύτα ειδικωτάτους και σοφωτάτους θεωρουμένους».
Τοιούτος μεν ο ωραίος αυτός διάλογος. Αλλ' επειδή δικαίως εξεγείρεται η περιέργεια των αναγνωστών εν τέλει, αναζητούντων ν' ανακαλύψωσι ποίος τάχα να είναι ο ορισμός του &οσίου& ήτοι του ευσεβούς, οίος ήτο εσχηματισμένος εν τη διανοία του Σωκράτους, ο κ. Γ. Κωνσταντινίδης, την δικαίαν περιέργειαν αυτήν πληρών μας αποκαλύπτει τούτον επαρκώς, δι' όσων λέγει εν τη Εισαγωγή της εκδόσεώς του: «Δεν είναι όμως δύσκολον, παρατηρεί, εκ πάντων τούτων να εξαχθή ορθός τις και ακριβής ορισμός του οσίου και της οσιότητος ότι είναι η επιστήμη των περί θεούς νομίμων», ως δικαιοσύνη είναι «η επιστήμη των περί ανθρώπους νομίμων», σκοπός δε και αποτέλεσμα της οσιότητος και δικαιοσύνης ότι είναι το σώζειν τούς τε ιδίους οίκους και τα κοινά των πόλεων. Ο ορισμός ούτος εξάγεται μεν ασφαλώς και εκ των εν τω &Ευθύφρονι& λεγομένων, ότι όμως τοιούτος τις θα διετυπούτο υπό του Πλάτωνος εξάγεται και εκ του &Λάχητος& (σελ, 199, Δ). «Είναι δε η οσιότης και η ευσέβεια εκ των κυριωτάτων μερών της καθόλου αρετής, περί την έρευναν της οποίας αποκλειστικώς κατεγίνετο ο Σωκράτης».
ΠΛΑΤΩΝΟΣ
ΕΥΘΥΦΡΩΝ (ή περί ευσεβείας)
ΤΑ ΤΟΥ ΔΙΑΛΟΓΟΥ ΠΡΟΣΩΠΑ ΕΥΘΥΦΡΩΝ, ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Ευθύφρων.
I. Τι συμβαίνει, ω Σώκρατες, και δεν φαίνεσαι πλέον διόλου εις το
Λύκειον {1}, αλλά συχνάζεις εδώ τώρα, εις την Βασίλειον Στοάν; {2} Δεν
πιστεύω να έχης βέβαια και συ καμμίαν δίκην ενώπιον του άρχοντος
βασιλέως, καθώς έχω εγώ.
Σωκράτης.
Δεν έχω δίκην, διά κοινόν έγκλημα, ω Ευθύφρον, αλλά πολύ χειρότερον,
έχω γραφήν {3}, καθώς αυτοί δα οι Αθηναίοι ονομάζουν αυτήν, έχω δηλαδή
δίκην διά δημόσιον έγκλημα.
Ευθύφρων.
Τι μου λέγεις. Διά δημόσιον έγκλημα λοιπόν, καθώς φαίνεται, κάποιος σε
κατήγγειλε; Διότι δεν πιστεύω ποτέ ότι συ κατήγγειλες κανένα άλλον.
Σωκράτης.
Βεβαίως όχι.
Ευθύφρων.
Αλλά σε κατήγγειλε λοιπόν κανείς άλλος;
Σωκράτης.
Μάλιστα.
Ευθύφρων.
Και ποίος είναι αυτός;
Σωκράτης.
Και εγώ ο ίδιος δεν τον γνωρίζω καλά — καλά τον άνθρωπον αυτόν, ω
Ευθύφρον. Μου φαίνεται να είναι αυτός ένας νέος, τον οποίον προσωπικώς
δεν εγνώρισα. Όμως τον λέγουν, καθώς νομίζω, Μέλητον {4}. Είναι δε από
τον δήμον Πιτθόν {5}, αν έρχεται εις την ενθύμησίν σου κανένας Μέλητος
Πιτθεύς, ένας νέος με μακράν και λείαν κόμην, με ολίγα γενάκια και με
μύτην γερακωτήν.
Ευθύφρων.
Δεν ενθυμούμαι τέτοιον νέον, ω Σώκρατες, αλλ' ειπέ μου ακριβώς ποία
είναι η καταγγελία, οπού σου έκαμε;
Σωκράτης. Ποία είναι; Είναι μία κατηγορία, ω Ευθύφρον, παρά πολύ γενναία, η οποία κατά την ιδικήν μου τουλάχιστον γνώμην τον φανερώνει αυτόν τον νέον ένα άνθρωπον όχι κοινόν. Διότι τόσον νέος αυτός όπου είναι, δεν είναι μικρόν και ασήμαντον πράγμα να έχη γνώσεις διά τόσον σπουδαίας υποθέσεις. Διότι καθώς εκείνος λέγει, ηξεύρει με ποίον τρόπον καταστρέφονται οι νέοι την σήμερον και ποίοι είναι οι καταστροφείς αυτών. Φαίνεται λοιπόν ότι αυτός ο άνθρωπος είναι παρά πολύ σοφός. Και αφού εκατάλαβε την ιδικήν μου αμάθειαν, ήλθεν εδώ και με κατήγγειλεν ενώπιον της πόλεως όλης, απαράλλακτα καθώς ενώπιον μιας κοινής όλων μας μητρός, ότι δήθεν εγώ καταστρέφω τους συνηλικιώτας του. Και ομολογώ ότι αυτός μου φαίνεται ότι είναι ο μόνος άνθρωπος, οπού αρχίζει να ανακατώνεται εις τα πολιτικά, καθώς πρέπει. Διότι ο καθαυτό πολιτικός άνθρωπος, είναι ορθόν και πρέπον να αρχίζη το πολιτικόν του στάδιον μανθάνων πρώτον διά την εκπαίδευσιν της νεολαίας, με ποίον τρόπον να γείνουν οι νέοι όσον το δυνατόν χρηστότατοι. Καθώς κάμνει και ο έμπειρος γεωργός, όστις είναι φυσικόν πρώτον να φροντίζη διά τα νέα φυτά, όπου είναι βλασταράκια ακόμη, έπειτα δε και διά τα μεγαλείτερα και τα πλέον ανεπτυγμένα. Αναμφιβόλως λοιπόν και ο Μέλητος πρώτα — πρώτα αποκόπτει ως βλαβερούς ημάς, οπού καταστρέφομεν τους νέους, καθώς λέγει. Έπειτα δε είναι φανερόν ότι με την φροντίδα, όπου θα λάβη διά τους μεγάλους, θα γείνη αίτιος μεγίστων καλών εις την πόλιν μας, καθώς βέβαια είναι φυσικόν να συμβή εις ένα άνθρωπον, όστις γνωρίζει τόσον καλά να αρχίζη το έργον του.
Ευθύφρων.
II Θα επεθύμουν να γείνη αυτό, οπού λέγεις, ω Σώκρατες, φοβούμαι όμως
μήπως συμβή το εναντίον. Διότι αυτός ο άνθρωπος με το να επιχειρή να
βλάψη εσέ, θέλει όλως διόλου σύρριζα να καταστρέψη την πόλιν {6}. Αλλ'
ειπέ μου, σε παρακαλώ, σαν τι τάχα τέλος πάντων λέγει ότι συ κάμνεις
και καταστρέφεις
τους νέους;
Σωκράτης.
Παράλογα πράγματα, ω θαυμάσιε, καθώς εγώ τουλάχιστον ακούω. Διότι
αυτός λέγει ότι εγώ είμαι κατασκευαστής θεών και με καταγγέλλει, χάριν
αυτής της νεολαίας, καθώς λέγει, ότι κατασκευάζω καινούργιους θεούς,
τους δε παλαιούς θεούς μας δεν πιστεύω.
Ευθύφρων.
Εκατάλαβα, ω Σώκρατες. Αυτός λέγει ότι κατασκευάζεις καινούργιους
θεούς, διότι διακηρύττεις δημοσία ότι συνήθως εμφανίζεται εντός σου το
γνωστόν δαιμόνιον {7}. Δι' αυτό λοιπόν σε κατήγγειλεν ότι δήθεν
νεωτερίζεις εις τα θρησκευτικά δόγματα της πόλεως και ακριβώς δι' αυτό
έρχεται να σε συκοφαντήση εις το δικαστήριον, επειδή γνωρίζει καλά ότι
ο λαός πολύ εύκολα πιστεύει τας συκοφαντίας αυτού του είδους. Διότι
και εμένα απαράλλακτα με περιγελούν ως τρελλόν, οσάκις εις την
συνέλευσιν του λαού αυθορμήτως αναφέρω τίποτε θρησκευτικά ζητήματα και
προφητεύω δι' όσα μέλλουν να γείνουν {8}· αν και ποτέ δεν έλειψε να μη
επαληθεύση κανέν από όσα εγώ επροφήτευσα. Αλλ' όμως ημάς τους
θεοπνεύστους όλους μας φθονούν. Δεν πρέπει όμως να φροντίζωμεν διόλου
δι' αυτά, αλλά να εξακολουθώμεν ίσα τον δρόμον μας αδιαφορούντες εις
τας συκοφαντίας.
Σωκράτης.
Αγαπητέ μου Ευθύφρον, το να περιγελασθώμεν βέβαια καμμιά φορά δεν
είναι και πολύ σπουδαίον πράγμα. Διότι, καθώς εγώ φρονώ, τους
Αθηναίους δεν τους μέλει, αν πιστεύουν ότι είναι μεν κανείς πολύ
επιτήδειος άνθρωπος, αλλ' όμως δεν έχει την ικανότητα και να διδάξη
άλλους την σοφίαν του, θυμώνουν όμως υπερβολικά εναντίον εκείνου, τον
οποίον θεωρούν ικανόν να κάμη και άλλους τοιούτους, οποίος είναι
αυτός, είτε από φθόνον, καθώς συ ομολογείς, είτε και από καμμίαν άλλην
αιτίαν.
Ευθύφρων.
Δι' αυτό βέβαια, ποια δηλαδή αισθήματα έχουν δι' εμέ, δεν επιθυμώ πολύ
να δοκιμάσω, διότι αυτό το ηξεύρω καλά.
Σωκράτης.
Διότι αναμφιβόλως συ μεν φρονείς ότι πρέπει να δεικνύης μεγάλην
επιφύλαξιν και να μη δημοσιεύης εις τους άλλους θεληματικώς την σοφίαν
σου. Εγώ όμως φοβούμαι μήπως από την φιλανθρωπίαν μου φαίνωμαι εις
αυτούς ότι διδάσκω αδιακρίτως κάθε άνθρωπον ό,τι ηξεύρω, όχι μόνον
χωρίς κανένα μισθόν, αλλ' αν είχον χρήματα, και θα επλήρωνα ακόμη με
ευχαρίστησίν μου εκείνον, όστις ήθελε να ακούη τας ομιλίας μου. Εάν
μεν λοιπόν, καθώς προ ολίγου τώρα είπον, περιωρίζοντο εις το να με
περιγελούν μόνον, καθώς λέγεις ότι περιγελούν εσένα, τούτο δεν θα μου
ήτο διόλου δυσάρεστον, να περάσωμεν ολίγας ώρας εις το δικαστήριον με
αστεϊσμούς και περιγελάσματα· αν όμως λάβουν το πράγμα υπό σπουδαίαν
έποψιν, τούτο πλέον ποίον τέλος θα έχη είναι άδηλον εις τον κάθε ένα
εκτός από σας τους μάντεις.
Ευθύφρων.
Ίσως, ω Σώκρατες, να μη σου συμβή κανέν κακόν πράγμα, αλλά και διά σε
θα αποβή η δίκη όπως επιθυμείς, φρονώ δε ότι έτσι θα αποβή και δι' εμέ
η ιδική μου δίκη.
Σωκράτης.
Αλλά, ω Ευθύφρον, τι είδους λοιπόν είναι η ιδική σου δίκη; Είσαι
κατηγορούμενος, ή κατηγορείς κανένα άλλον;
Ευθύφρων.
Κατηγορώ κάποιον άλλον.
Σωκράτης.
Ποίον;
Ευθύφρων.
Αν σου είπω ποίον καταδιώκω, θα με θεωρήσης τρελλόν.
Σωκράτης.
Μπα! Και πώς; Μήπως καταδιώκεις κανένα που πετά;
Ευθύφρων.
Διόλου δεν πετά αυτός, τον οποίον εγώ καταδιώκω, διότι αυτός αντί να
έχη πτερά, είναι τόσον γέρων, ώστε μόλις μπορεί να περιπατή.
Σωκράτης.
Ποίος λοιπόν είναι αυτός;
Ευθύφρων.
Είναι ο πατέρας μου !
Σωκράτης.
Τι μου λέγεις; Ο πατέρας σου είναι;
Ευθύφρων.
Μάλιστα, ο πατέρας μου !
Σωκράτης.
Και ποίον είναι το έγκλημά του, και διά ποίαν πράξιν τον κατηγορείς;
Ευθύφρων.
Διά φόνον, ω Σώκρατες !
Σωκράτης.
Διά φόνον! Ώ Ηράκλεις ! Βεβαίως, ω Ευθύφρον, ο πολύς κόσμος κατ' εμέ
δεν γνωρίζει ότι αυτά τα πράγματα είναι σωστά και δίκαια και πρέπει,
νομίζω, να είναι κανείς παρά πολύ προχωρημένος εις την σοφίαν και όχι
ο τυχών άνθρωπος, διά να ενεργήση ένα τέτοιο πράγμα, το οποίον να
θεωρηθή από όλους σωστόν και δίκαιον.
Ευθύφρων.
Βέβαια, μα τον Δία, ω Σώκρατες, αυτός ο άνθρωπος πρέπει να είναι πολύ
προχωρημένος εις την σοφίαν.
Σωκράτης.
Και είναι λοιπόν κανένας από τους συγγενείς σας αυτός που εφονεύθη από
τον πατέρα σου; Ή εννοείται βέβαια αυτό; Διότι δι' ένα ξένον άνθρωπον,
καθώς φρονώ, ποτέ δεν θα κατεμήνυες τον πατέρα σου ως φονέα.
Ευθύφρων.
Ποίος παραλογισμός, ώ Σώκρατες, να φρονής ότι υπάρχει καμμία διαφορά,
είτε ξένος είτε συγγενής είναι ο φονευθείς. Εις την πράξιν μόνον
πρέπει κανείς να προσέχη καλά και αυτήν μόνον να εξετάζη, αν δικαίως ο
φονεύς διέπραξε τον φόνον ή αδίκως. Και, αν μεν δικαίως, πρέπει να τον
αφίνωμεν ήσυχον και να μη τον ενοχλώμεν, αν όμως όχι, τότε έχομεν
χρέος να τον καταγγέλλωμεν εις την δικαιοσύνην, έστω και αν ακόμη ο
φονεύς έχη καμμίαν φιλίαν ή συγγένειαν μαζί μας. Διότι το μίασμα είναι
το ίδιον, εάν εν γνώσει συναλλάττεσαι με τον τοιούτον άνθρωπον και δεν
τον καταγγέλλης εις την δικαιοσύνην, διά να επιδιώξης την τιμωρίαν
του, η οποία μόνη, ω Σώκρατες, ημπορεί να απαλλάξη από τον μολυσμόν
και σε και εκείνον {9}. Ιδού πώς είναι η υπόθεσις αυτή, διά να
εννοήσης.
Αυτός όπου εφονεύθη ήτο ένας από τους μισθωτούς μας ανθρώπους, και όταν εκαλλιεργούσαμεν τα κτήματά μας εις την Νάξον, τον είχαμεν εκεί μεταξύ των άλλων δούλων μας και ειργάζετο με το ημερομίσθιον. Μίαν ημέραν λοιπόν, αφού έπιε πολύ και εμέθυσεν, επιάσθη με έναν από τους δούλους μας και επάνω εις την μανιώδη οργήν του τον έσφαξεν. Ο πατέρας μου λοιπόν αμέσως τον έβαλεν εις τα σίδηρα χειροπόδαρα και τον έρριψε μέσα εις ένα βαθύτατον λάκκον, έστειλε δε ευθύς εδώ εις τας Αθήνας ένα άνθρωπόν του, διά να πληροφορηθή από τον εξηγητήν {10} των θρησκευτικών νόμων τι έπρεπε να κάμη. Εις το μεσολαβήσαν αυτό χρονικόν διάστημα, έως ου επανέλθη από τας Αθήνας ο απεσταλμένος μας, ο πατέρας μου δεν έλαβε καμμίαν φροντίδα διά τον σιδηροδέσμιον εκείνον δούλον και τον παρημέλησεν όλως διόλου, διά τον λόγον ότι ήτο φονεύς και δεν τον έμελε διόλου, και αν ήθελεν αποθάνει εκεί μέσα. Αυτό δε ίσα — ίσα και συνέβη, ω Σώκρατες. Διότι από την πείναν και από το ψύχος και το βάρος των δεσμών απέθανεν ο δυστυχισμένος, πριν προφθάση να γυρίση πίσω ο απεσταλμένος από τον πατέρα μου και να φέρη την απάντησιν του εξηγητού. Δι' αυτό δα λοιπόν που έκαμα εξηγέρθη με αγανάκτησιν μεγάλην εναντίον μου όλη η οικογένεια, ο πατέρας και οι επίλοιποι συγγενείς μας, διατί τάχα εγώ χάριν του ανθρωποκτόνου εκείνου δούλου μας να καταγγείλω τον πατέρα μου εις την δικαιοσύνην διά φόνον, και να επιζητώ την καταδίκην του, αφού ούτε τον εφόνευσε, καθώς λέγουν εκείνοι, ούτε και αν ακόμη τον εφόνευσεν, αφού μάλιστα ο αποθανών είναι ένας κακούργος, ένας φονεύς, δεν πρέπει να φροντίζη κανείς δι' ένα τέτοιον εγκληματίαν. Διότι είναι ασεβές πράγμα, λέγουν, ο υιός να καταγγέλλη τον πατέρα του επί φόνω. Αυτάς τας ιδέας έχουν ούτοι, ω Σώκρατες, διότι κακώς εννοούν το θείον δίκαιον και είναι ανίκανοι να διακρίνουν ποία πράξις είναι ευσεβής και ποία ασεβής.
Σωκράτης.
Αλλά δι' όνομα του Διός, συ λοιπόν, ω Ευθύφρον, φαντάζεσαι ότι με
τόσην ακρίβειαν γνωρίζεις περί της θείας δικαιοσύνης και διακρίνεις
σαφώς ποία πράγματα είναι ευσεβή και ποία ασεβή, ώστε, αφού αυτά
συνέβησαν, καθώς συ μου τα διηγήθης, δεν φοβείσαι μήπως,
κρισολογούμενος με τον πατέρα σου, τυχαίνει ίσα — ίσα να κάμνης κανέν
ασεβές πράγμα;
Ευθύφρων.
Σε βεβαιώ, ω Σώκρατες, ότι διά τίποτε δεν θα ήμουν χρήσιμος, ούτε θα
διέφερε διόλου από τους άλλους ανθρώπους ο Ευθύφρων, αν δεν εγνώριζα
όλα αυτά τα πράγματα εις την εντέλειαν.
Σωκράτης.
Λοιπόν, ω λαμπρέ μου Ευθύφρον, σπουδαιότατον πράγμα θα ήτο δι' εμέ να
γείνω μαθητής σου, και προ της δίκης μου, η οποία εκινήθη εναντίον μου
εκ μέρους του Μελήτου, να προκαλέσω αυτόν ενώπιον του αρμοδίου
άρχοντος εις εξέτασιν της διαφοράς μας και να του είπω αυτά τα ίδια,
τα οποία ήθελον μάθει από σε, ότι εγώ βεβαίως και πρωτύτερα εθεώρουν
ως πάρα πολύ σπουδαίον πράγμα να γνωρίζω καλώς τα θρησκευτικά και
τώρα, αφού εκείνος με κατηγορεί ότι κατήντησα εις πλάνην, διότι
αστόχαστα παρουσιάζω εις τον κόσμον νέας δοξασίας περί θεών, τότε δα
βεβαίως έγεινα μαθητής ιδικός σου. Και αν μεν, ω Μέλητε, θα του έλεγα,
ομολογής ότι ο Ευθύφρων είναι σοφός εις τα τοιαύτα ζητήματα, να
πιστεύης ότι και εγώ σωστά φρονώ, καθώς και εκείνος, και να μη
κρισολογήσαι μαζί μου· εν εναντία δε περιπτώσει να καταγγείλης εις το
δικαστήριον πρωτύτερα εκείνον, τον διδάσκαλόν μου, παρά εμέ, διότι
καταστρέφει τους γέροντας, και εμέ και τον πατέρα του, εμένα μεν με
την θρησκευτικήν διδασκαλίαν του την πεπλανημένην, εκείνον δε με την
καταδίωξιν την δικαστικήν που του κάμνει κατά τας νέας αυτάς
θρησκευτικάς αρχάς του. Και αν μεν δεν πεισθή εις εμέ και δεν
παραιτήται από την δίκην, ή αν καταγγείλη εσένα αντ' εμού, λαμπρότατον
πράγμα θα ήτο, αυτά τα ίδια λόγια να είπης ενώπιον του δικαστηρίου,
όσα θα του έλεγα εγώ προ της δίκης προς συμβιβασμόν.
Ευθύφρων.
Ναι, μα τον Δία, ω Σώκρατες, αν ίσως ηθελεν έχει τόσην απερισκεψίαν,
ώστε να με καταγγείλη, ήθελα προσπαθήσει ν' ανακαλύψω ευθύς, καθώς
φρονώ, το τρωτόν του μέρος, και έτσι πολύ περισσότερον θα διέτρεχε
κίνδυνον εκείνος εις το δικαστήριον παρά εγώ.
Σωκράτης.
Επειδή και εγώ βεβαίως, καλέ μου φίλε, τα γνωρίζω αυτά, διά τούτο ίσα
— ίσα επιθυμώ να γείνω μαθητής σου, διότι είμαι βέβαιος ότι σέ μεν,
επειδή είσαι τόσον βαθιά σοφός άνθρωπος, και κάθε άλλος, καθώς φρονώ,
και ο Μίλητος αυτός, ούτε ότι σε βλέπουν φαίνονται, εμένα όμως με
τόσην οξυδέρκειαν και τόσην ευκολίαν διέκρινεν, ώστε με κατεμήνυσεν
εις το δικαστήριον επί ασεβεία. Τώρα λοιπόν, εν ονόματι του Διός, ειπέ
μου εκείνο, που τώρα δα εβεβαίωνες, ότι πολύ καλά γνωρίζεις. Ποίον
περίπου πράγμα ομολογείς ότι είναι το ευσεβές και ποίον το ασεβές,
όσον αφορά παραδείγματος χάριν τον φόνον και τα λοιπά συνήθη
εγκλήματα, που δύνανται να συμβούν; Ή δεν είναι όμοιον πάντοτε αυτό με
τον εαυτόν του εις κάθε πράξιν το ευσεβές, και το ασεβές πάλιν
διαφορετικόν μεν από κάθε ευσεβές, αυτό όμως όμοιον πάντοτε με τον
εαυτόν του και έχον ως προς την ευσέβειαν τον ίδιον απαραλλάκτως
χαρακτήρα της ασεβείας κάθε τι, όπου μέλλει να είναι ασεβές;
Ευθύφρων.
Βεβαίως, καθώς φρονώ, ω Σώκρατες, έτσι είναι.
Σωκράτης.
Λέγε μου λοιπόν ποίον πράγμα ονομάζεις ευσεβές και ποίον ασεβές;
Ευθύφρων.
Ονομάζω ευσεβές μεν παραδείγματος χάριν αυτό, που κάμνω τώρα εγώ και
καταγγέλλω εις την δικαιοσύνην κάθε άνθρωπον, ο οποίος είναι
εγκληματίας, διότι διαπράττει φόνους ή κλοπάς ιερών πραγμάτων ή κανέν
άλλο όμοιον έγκλημα, είτε πατέρας μου τυχαίνει να είναι αυτός ο
άνθρωπος είτε μητέρα μου είτε κανένας άλλος οποιοσδήποτε συγγενής μου,
ασεβές δε είναι το να μη καταγγείλω αυτόν τον κακούργον και να μη
επιδιώξω την τιμωρίαν του. Διά να εννοήσης δε, ω Σώκρατες, κύτταξε, σε
παρακαλώ, θα σου φέρω μίαν πολύ μεγάλην απόδειξιν ότι η επικρατούσα
κοινή συνήθεια έτσι είναι, διά το οποίον και εις άλλους πολλούς
ανθρώπους έως τώρα ωμίλησα, ότι δηλαδή αυτά, εάν γίνωνται έτσι, καθώς
εγώ τώρα κάμνω, ήθελον είναι ευσεβείς πράξεις, δηλαδή να μη δεικνύωμεν
καμμίαν επιείκειαν εις κάθε άνθρωπον πού είναι ασεβής, οποιοσδήποτε
και αν τύχη αυτός να είναι. Όλοι βέβαια οι άνθρωποι πιστεύουν ότι ο
Ζευς είναι ο πλέον καλώτατος και πλέον δικαιότατος από όλους τους
θεούς και όλοι ομολογούν ότι έβαλεν εις τα σίδηρα τον πατέρα του τον
Κρόνον {11}, διότι κατέπινε τα παιδιά του, χωρίς να έχη κανέν δίκαιον,
και ότι εκείνος πάλιν ο Κρόνος ευνούχισε τον πατέρα του, τον Ουρανόν,
εξ αιτίας άλλων τοιούτων εγκλημάτων, τα οποία είχε διαπράξει. Εναντίον
μου όμως οργίζονται οι άνθρωποι, διότι κατήγγειλα τον πατέρα μου, πού
διέπραξεν ένα πολύ σκληρόν έγκλημα, και επιζητώ την τιμωρίαν του, και
έτσι αυτοί καταντούν εις αντίφασιν με τον εαυτόν τους, επειδή τόσον
διαφορετικά κρίνουν τας πράξεις αυτάς των θεών και την ιδικήν μου.
Σωκράτης.
Αρά γε, ω Ευθύφρον, αυτό είναι το έγκλημά μου, εξ αιτίας του οποίου
κατηγγέλθην εις το δικαστήριον, διότι, οσάκις μου αναφέρει κανείς
τοιαύτα διά τους θεούς διηγήματα, εγώ με κάποιαν δυσκολίαν τα
παραδέχομαι; Αυτό χωρίς άλλο είναι το έγκλημα, εις το οποίον, καθώς
φαίνεται, ημπορεί να διισχυρισθή κανείς ότι είμαι ένοχος. Τώρα λοιπόν,
εάν εις αυτά τα ζητήματα είσαι σύμφωνος με τον κοινόν λαόν και
πιστεύης εις τα διηγήματα αυτά και συ, που έχεις τόσον καλάς γνώσεις
διά τα θρησκευτικά, είναι ανάγκη βέβαια, καθώς φαίνεται, και εις εμέ
να δείξουν επιείκειαν και να με συγχωρήσουν. Διότι τι επί τέλους θα
είπω, διά τον εαυτόν μου, όστις βέβαια ομολογώ τόσον απλοϊκά, ότι δι'
αυτά τα πράγματα δεν έχω καμμίαν γνώσιν; Αλλά, σε παρακαλώ, δι' όνομα
του Διός, πού είναι προστάτης της φιλίας {12}, ειπέ μου, ως φίλος, συ
πιστεύεις αληθώς ότι αυτά τα πράγματα συνέβησαν αληθώς έτσι μεταξύ των
θεών;
Ευθύφρων.
Όχι αυτά μόνον συνέβησαν, αλλά και ακόμη πλέον παράξενα βεβαίως από
αυτά, ω Σώκρατες, τα οποία ο λαός δεν γνωρίζει.
Σωκράτης.
Όθεν πιστεύεις συ ότι μεταξύ των θεών τωόντι συμβαίνουν και πόλεμοι
και εχθροπάθειαι μάλιστα πολύ φοβεραί και συμπλοκαί και άλλαι πολλαί
όμοιαι κακίαι, και πάθη τόσον παράδοξα, όπως μάλιστα περιγράφονται από
τους ποιητάς εις τα ποιήματά των και από τους περιφήμους ζωγράφους
{13}, παριστάνονται εις τας εικόνας των, με τας οποίας είναι
στολισμένοι λαμπρώς οι ναοί μας και πολλά άλλα ιερά της πόλεως μέρη
{14}, και εξόχως μάλιστα ο πέπλος ο μυστηριώδης της Αθηνάς, ο οποίος
γεμάτος από τοιαύτας ζωγραφίας και παραστάσεις φέρεται με μεγάλην
πομπήν επάνω εις την Ακρόπολιν κατά την εορτήν των μεγάλων Παναθηναίων
{15}. Αυτά, ω Ευθύφρον, θα τα παραδεχθώμεν ότι είναι αληθινά;
Ευθύφρων.
Όχι μόνον αυτά βεβαίως, ω Σώκρατες, αλλά, καθώς προ ολίγου σου είπα,
θα σου διηγηθώ εγώ τώρα, αν θέλης, και άλλα πολλά ακόμη διά τα
θρησκευτικά μας πράγματα, τα οποία συ, όταν ακούσης, χωρίς άλλο θα
εκπλαγής.
Σωκράτης.
Δεν ήθελα διόλου εκπλαγή. Αλλά αυτά μεν τα διηγήματα να μου ειπής
άλλοτε, όταν τύχη ευκαιρία, τώρα δε ακριβώς προσπάθησον να μου είπης
πλέον σαφέστερον δι' εκείνο, διά το οποίον προ ολίγου σε ηρώτησα.
Διότι, φίλε μου, πρωτύτερα όταν σε ηρώτησα τι πράγμα επί τέλους είναι
το ευσεβές, δεν μου έκαμες τελείαν εξήγησιν να εννοήσω καλά, αλλά μου
είπες σύντομα-σύντομα ότι αυτό το πράγμα είναι ευσεβές, το οποίον συ
τώρα κάμνεις, που καταγγέλλεις εις το δικαστήριον τον πατέρα σου επί
φόνω.
Ευθύφρων.
Σου είπα μάλιστα την αλήθειαν, ω Σώκρατες.
Σωκράτης.
Ίσως. Ως τόσον, ω Ευθύφρον, θα παραδέχεσαι ότι υπάρχουν και άλλα πολλά
πράγματα ευσεβή.
Ευθύφρων.
Βεβαιότατα υπάρχουν.
Σωκράτης.
Ενθυμείσαι λοιπόν, σε παρακαλώ, ότι δεν σου εζήτησα αυτό, να μου
εξηγήσης ένα ή δύο από τα πολλά ευσεβή, αλλ' ακριβώς σε παρεκάλεσα να
μου παραστήσης καθαρά και ωρισμένως ποία είναι η φύσις αυτή του
ευσεβούς πράγματος, την οποίαν, όταν έχουν όλα τα ευσεβή, είναι
ευσεβή. Διότι διισχυρίσθης, φρονώ, ότι κατά ένα μόνον χαρακτήρα και τα
ασεβή είναι ασεβή και τα ευσεβή είναι ευσεβή· ή δεν ενθυμείσαι;
Ευθύφρων.
Μάλιστα, ενθυμούμαι.
Σωκράτης.
Αυτόν λοιπόν τον χαρακτήρα εξήγησέ μου ποίος επί τέλους είναι, διά να
τον έχω πάντοτε ενώπιον των οφθαλμών μου, να τον μεταχειρίζωμαι ως
υπόδειγμα, και ό,τι μεν από εκείνα, που συ ή κανείς άλλος κάμνει,
είναι όμοια με το υπόδειγμα, να παραδέχωμαι ότι είναι ευσεβές, ό,τι δε
δεν ομοιάζει, να μη το παραδέχωμαι.
Ευθύφρων.
Πολύ καλά· αν θέλης έτσι, ω Σώκρατες, και έτσι θα σου το αναπτύξω το
ζήτημα.
Σωκράτης.
Μάλιστα θέλω βέβαια.
Ευθύφρων.
Λοιπόν παραδέχομαι ότι, ό,τι πράγμα είναι ευάρεστον εις τους θεούς,
είναι ευσεβές, ό,τι δε δεν είναι ευάρεστον εις αυτούς, είναι ασεβές.
Σωκράτης.
Πολύ ωραία τώρα έτσι απαντάς, ω Ευθύφρον, και απαράλλακτα, καθώς εγώ
ακριβώς σου εζήτησα, αν όμως αυτό πού λέγεις τώρα είναι προσέτι και
αληθές, δεν το γνωρίζω ακόμη· είναι όμως φανερόν ότι συ θα μου
αναπτύξης καλλίτερα ακόμη την γνώμην σου και θα μου διασαφήσης ότι
είναι αληθινά όσα είπες.
Ευθύφρων.
Βεβαιότατα, θα σου αναπτύξω όσα είπα τώρα.
Σωκράτης.
Έλα λοιπόν ας εξετάσωμεν τι είπαμεν έως τώρα. Ένα μεν πράγμα ευάρεστον
εις τους θεούς και ένας άνθρωπος ευάρεστος εις τους θεούς είναι
ευσεβής, ένα δε πράγμα μισητόν εις τους θεούς και ένας άνθρωπος
μισητός εις τους θεούς είναι ασεβής. Το ευσεβές δε δεν είναι το ίδιον
με το ασεβές, αλλ' όλως διόλου είναι εναντιώτατον το έν προς το άλλο.
Δεν είναι έτσι;
Ευθύφρων.
Αναντιρρήτως έτσι είναι. Διότι έτσι έχομεν ειπεί.
Σωκράτης.
Σου φαίνεται ότι πολύ καλά το είπαμεν αυτό;
Ευθύφρων.
Μου φαίνεται, ω Σώκρατες.
Σωκράτης.
Λοιπόν, και ότι οι θεοί στασιάζουν αναμεταξύ των, ω Ευθύφρον, και
φιλονικούν ο ένας με τον άλλον, και ότι εχθροπάθειαι συμβαίνουν μεταξύ
των, και αυτό το είπαμεν;
Ευθύφρων.
Βεβαίας το είπαμεν.
Σωκράτης.
Αλλά τας εχθροπαθείας, αγαπητέ μου, και τα μίση διά ποία πράγματα αι
φιλονικίαι προξενούν; Ας εξετάσωμεν δε με αυτόν τον τρόπον το πράγμα.
Αρά γε, εάν εγώ και συ φιλονικώμεν διά δύο αριθμούς και θέλωμεν να
μάθωμεν ποίος από τους δύο είναι μεγαλύτερος, η φιλονικία μας δι'
αυτούς τους αριθμούς ημπορεί να μας κάμη εχθρούς και να μισήσωμεν ο
ένας τον άλλον, ή, αφού έλθωμεν εις τον λογαριασμόν δι' αυτούς τους
αριθμούς, βεβαίως, τότε αμέσως ημπορεί να συμφιλιωθώμεν;
Ευθύφρων.
Αυτό είναι βεβαιότατον.
Σωκράτης.
Λοιπόν, και εάν φιλονικώμεν διά το μέγεθος δύο σωμάτων, ποίον είναι
μεγαλείτερον ή μικρότερον από τα δύο, όταν φθάσωμεν εις την
καταμέτρησιν αυτών, αμέσως ηθέλομεν παύσει από την φιλονικίαν;
Ευθύφρων.
Βεβαίως.
Σωκράτης.
Και αν έλθωμεν εις συζήτησιν και φιλονικίαν διά το βάρος δύο
πραγμάτων, ποίον είναι βαρύτερον ή ελαφρότερον από τα δύο, δεν ήθελε
παύσει αμέσως η διαφορά μας, εάν, καθώς εγώ νομίζω, καταλήξωμεν εις το
ζύγισμα αυτών των πραγμάτων;
Ευθύφρων.
Πώς όχι;
Σωκράτης.
Λοιπόν διά ποίον πράγμα εάν φιλονικήσωμεν και εις ποίον συμβιβασμόν
εάν δεν ημπορέσωμεν να καταλήξωμεν, ηθέλομεν βεβαίως γείνει εχθροί
αναμεταξύ μας και ηθέλομεν έχει μίσος ο ένας κατά του άλλου; Ίσως δεν
έχεις εις τον νουν σου πρόχειρον κανέν από αυτά τα πράγματα, αλλά, ενώ
εγώ θα σου απαριθμήσω τώρα μερικά από αυτά, συ έχε τον νουν σου, αν τα
λέγω σωστά. Αυτά τα πράγματα είναι το δίκαιον και το άδικον, το
έντιμον και το άτιμον, το καλόν και το κακόν, Αρά γε αυτά δεν είναι
εκείνα τα ίδια, διά τα οποία, αφού εφιλονικήσαμεν, και αφού δεν
κατωρθώσαμεν να έλθωμεν εις ικανοποιητικόν συμβιβασμόν, γινόμεθα
πάντοτε εχθροί αναμεταξύ μας, όταν γινώμεθα, και εγώ και συ και όλοι
οι άλλοι άνθρωποι;
Ευθύφρων.
Μάλιστα, ω Σώκρατες, αυτή είναι η πραγματική αιτία της φιλονικίας μας
και δι' αυτά τα πράγματα.
Σωκράτης.
Αλλ' εάν λοιπόν είναι αληθές, ω Ευθύφρον, ότι και οι θεοί φιλονικούν
διά μερικά πράγματα, αναγκαίως δεν θα φιλονικούν δι' αυτά, τα οποία
τώρα είπαμεν;
Ευθύφρων.
Είναι μάλιστα αναγκαιότατον.
Σωκράτης.
Λοιπόν κατά τους λόγους σου, ω εξοχώτατε Ευθύφρον, και από τους θεούς
άλλοι άλλα πράγματα, θεωρούν δίκαια και άδικα και έντιμα και άνομα και
καλά και κακά. Διότι δεν θα έφθαναν, φρονώ, εις στάσεις και μάχας
αναμεταξύ των, εάν δεν εφιλονικούσαν δι' αυτά. Δεν είναι έτσι βέβαια;
Ευθύφρων.
Πολύ σωστά ομιλείς.
Σωκράτης.
Λοιπόν κάθε άνθρωπος ό,τι θεωρεί έντιμον και καλόν και δίκαιον, αυτό
ακριβώς και αγαπά, τα δε εναντία αυτών μισεί;
Ευθύφρων.
Αναμφιβόλως.
Σωκράτης.
Τα ίδια δε πράγματα βεβαίως, καθώς συ ομολογείς, μερικοί μεν από τους
θεούς θεωρούν δίκαια, μερικοί δε άδικα. Δι' αυτά δε ίσα — ίσα
φιλονικούντες καταντούν εις στάσεις εναντίων αλλήλων και πολέμους. Αρά
γε δεν είναι έτσι;
Ευθύφρων.
Βεβαιότατα. Έτσι είναι.
Σωκράτης.
Τα ίδια λοιπόν πράγματα, καθώς φαίνεται, μισούνται από τους θεούς και
αγαπώνται, και τα ίδια πράγματα ήθελον είναι μισητά συνάμα και αγαπητά
εις τους θεούς.
Ευθύφρων. Φαίνεται ότι έτσι είναι.
Σωκράτης.
Τότε λοιπόν, ω Ευθύφρον, σύμφωνα με αυτό όπου λέγεις τώρα τα ίδια
πράγματα ήθελον είναι και ευσεβή και ασεβή.
Ευθύφρων.
Μου φαίνεται.
Σωκράτης.
Λοιπόν, ω αξιοθαύμαστε, δεν απήντησες ακόμη, εις εκείνο που σε
ηρώτησα. Διότι βεβαίως εγώ δεν σε ηρώτησα ποίον είναι αυτό το οποίον
τυχαίνει να είναι συγχρόνως ευσεβές και ασεβές, ουδέ ποίον είναι
συγχρόνως αγαπητόν και μισητόν εις τους θεούς, καθώς παρεδέχθημεν.
Ώστε, ω Ευθύφρον, αυτό που κάμνεις σήμερον συ και ζητείς να τιμωρήσης
τον πατέρα σου ως φονέα διόλου δεν είναι παράξενον, εάν, ενώ
προσπαθείς να το κατορθώσης, διά μεν τον Δία κάμνης πράξιν ευάρεστον,
διά τον Κρόνον όμως και τον Ουρανόν κάμνης πράξιν εχθρικήν, και διά
μεν τον Ήφαιστον {16}, αγαπητήν πράξιν κάμνης, διά δε την Ήραν μισητήν
απαράλλακτα δε και δι' οποιονδήποτε άλλον από τους θεούς, οι οποίοι,
με το να έχουν διαφορετικά αισθήματα δι' έν πράγμα ο ένας με τον
άλλον, φιλονικούν δι' αυτό μεταξύ των, και δι' εκείνους, δι' άλλον μεν
φαίνεσαι ότι κάμνεις πράξιν αγαπητήν, δι' άλλον δε μισητήν.
Ευθύφρων.
Αλλά φρονώ, ω Σώκρατες, ότι δι' αυτήν την πράξιν μου κανείς από τους
θεούς δεν φιλονικεί ο ένας με τον άλλον, ότι δεν πρέπει δηλαδή να
τιμωρήται εκείνος ο άνθρωπος, που ήθελε φονεύσει κανένα άλλον αδίκως.
Σωκράτης.
Τι δε φρονείς; Από τους ανθρώπους, ω Ευθύφρον, ήκουσες ποτέ κανένα,
που τολμά να ισχυρίζεται ότι δεν πρέπει να τιμωρήται εκείνος, που
αδίκως φονεύση άλλον, ή εν γένει πράξη κανέν άλλο οποιονδήποτε
έγκλημα;
Ευθύφρων.
Είναι βεβαιότατον αυτό, ω Σώκρατες. Οι άνθρωποι δεν παύουν ποτέ να
φιλονικούν διά τα πράγματα αυτά παντού, ακόμη και εις τα δικαστήρια.
Διότι, αφού διαπράξουν πάρα πολλά εγκλήματα και αδικήματα,
μεταχειρίζονται κατόπιν κάθε μέσον με έργον και με λόγον, διά να
ημπορέσουν να αποφύγουν την καταδίκην.
Σωκράτης.
Ε, και ομολογούν λοιπόν αυτοί, ω Ευθύφρον, ότι αληθώς διέπραξαν
έγκλημα και έπειτα και με όλην την ομολογίαν των ισχυρίζονται ότι δεν
πρέπει να τιμωρηθούν;
Ευθύφρων.
Αυτό βεβαίως δεν το ομολογούν διόλου.
Σωκράτης.
Τότε λοιπόν δεν κάμνουν βέβαια και δεν λέγουν παν ό,τι ημπορούν, διά
να αποφύγουν την καταδίκην. Διότι αυτό, καθώς φρονώ, δεν τολμούν να το
ειπούν ούτε να το αμφισβητήσουν, εάν τωόντι διέπραξαν κανέν έγκλημα,
ότι δεν πρέπει να τιμωρηθούν. Αλλά φρονώ ότι αυτοί αρνούνται όλως
διόλου ότι διέπραξαν έγκλημα. Δεν είναι έτσι, ω Ευθύφρον;
Ευθύφρων.
Μάλιστα· πολύ σωστά ομιλείς.
Σωκράτης.
Αυτοί λοιπόν δεν διαφιλονικούν το ότι δεν πρέπει να τιμωρήται εκείνος,
που διέπραξεν έγκλημα, αλλά διαφιλονικούν τούτο βεβαίως, το ποίος
είναι αυτός που έκαμε το έγκλημα και τι είδους έγκλημα έκαμε και πότε.
Ευθύφρων.
Αληθινά είναι αυτά που λέγεις.
Σωκράτης.
Λοιπόν αυτά τα ίδια περιστατικά βεβαίως συμβαίνουν και εις τους θεούς,
εάν απαράλλακτα διχογνωμούν και αυτοί διά τα δίκαια και τα άδικα,
καθώς συ ωμολόγησες προ μικρού, και άλλοι μεν από αυτούς διατείνωνται
ότι διαπράττουν εγκλήματα ο ένας κατά του άλλου, άλλοι δε αρνούνται
αυτό; Διότι, φίλτατέ μου, κανένας βέβαια ούτε από τους θεούς ούτε από
τους ανθρώπους δεν τολμά να ισχυρισθή, κατά την γνώμην μου, ότι δεν
πρέπει να τιμωρήται εκείνος, που βέβαια ήθελε διαπράξει κανέν έγκλημα.
Ευθύφρων.
Ναι, αυτό βεβαίως που λέγεις, ω Σώκρατες, είναι αληθές, γενικώς όμως.
Σωκράτης.
Αλλά, ω Ευθύφρον, φρονώ ότι όσοι φιλονικούν, φιλονικούν χωριστά διά
κάθε έν από εκείνα που επράχθησαν, είτε άνθρωποι είναι αυτοί, είτε
θεοί — αν βέβαια φιλονικούν και οι θεοί — επειδή φιλονικούν δηλαδή διά
καμμίαν πράξιν, άλλοι μεν από αυτούς λέγουν ότι δικαίως αυτή έγεινεν,
άλλοι δε ότι αδίκως. Ε, δεν είναι έτσι;
Ευθύφρων.
Μάλιστα.
Σωκράτης
Έλα λοιπόν, φίλε μου Ευθύφρον, εξήγησον αυτό και εις εμένα και δίδαξόν
με, διά να γείνω πλέον σοφός από ό,τι είμαι, ποία είναι η απόδειξίς
σου ότι όλοι οι θεοί πιστεύουν ότι αδίκως εφονεύθη εκείνος ο δούλος
σας, ο οποίος, ενώ εδούλευε με το ημερομίσθιον εις τα κτήματά σας,
διέπραξε φόνον και έπειτα ερρίφθη σιδηροδέσμιος εις τον λάκκον από τον
αυθέντην του φονευθέντος, τον πατέρα σου, και απέθανε, πριν προφθάση
εκείνος που τον έβαλεν εις τα σίδερα, ο πατέρας σου, να λάβη από τας
Αθήνας την περιμενομένην απάντησιν από τους εξηγητάς τι έπρεπε να
πράξη διά τον φονέα. Απόδειξέ μου ότι είναι ορθόν και δίκαιον εις την
περίστασιν αυτήν να επιρρίψης την αιτίαν του φόνου εις τον πατέρα σου
συ ο υιός του και να επιδιώξης την τιμωρίαν του δι' ένα τοιούτον
εγκληματίαν. Έλα λοιπόν προσπάθησε δι' αυτάς τας περιπτώσεις να μου
αποδείξης καθαρά και ξάστερα ότι όλοι οι θεοί επιδοκιμάζουν αυτήν την
πράξιν του υιού αυτού περισσότερον από κάθε άλλο. Και, αν κατορθώσης
αρκετά να μου αποδείξης τούτο, ποτέ δεν θα παύσω να σε εγκωμιάζω διά
την σοφίαν σου.
Ευθύφρων.
Αλλά βεβαίως αυτό είναι αρκετά δύσκολον, ω Σώκρατες, μολονότι εγώ
είμαι ικανός να σου το αποδείξω λαμπρότατα.
Σωκράτης.
Καταλαμβάνω ότι εγώ σου φαίνομαι ότι είμαι πολύ περισσότερον
χονδροκέφαλος από τους δικαστάς. Διότι και εις εκείνους, είναι
βέβαιον, θα αποδείξης χωρίς δυσκολίαν, ότι ο δούλος σας αδίκως
εφονεύθη και ότι όλοι οι θεοί μισούν και αποδοκιμάζουν την πράξιν
αυτήν του πατρός σου.
Ευθύφρων.
Βεβαίως με μεγάλην σαφήνειαν θα τους το αποδείξω αυτό, αρκεί μόνον να
θέλουν να ακούσουν τους λόγους μου.
Σωκράτης.
Α, δεν υπάρχει αμφιβολία, ω Ευθύφρον· θα σε ακούσουν βεβαιότατα, αρκεί
μόνον να τους φανής ότι ομιλείς ωραία. Αλλά, τώρα που σε ακούω, μου
ήλθεν αυτή η ιδέα και σκέπτομαι μέσα μου. Όταν ο Ευθύφρων παρά πολύ
καλά μου εξηγήση ότι όλοι οι θεοί θεωρούν άδικον τον τοιούτον θάνατον
του δούλου, τότε κατά τι περισσότερον έχω μάθει εγώ από τον Ευθύφρονα
παρά το τι πράγμα επί τέλους είναι το ευσεβές και το ασεβές; Διότι
αυτή η πράξις, ο θάνατος του δούλου σας, ήθελεν είναι μισητή εις τους
θεούς, καθώς ομολογείς. Αλλ' όμως έως τώρα δεν εφάνη επαρκής ο ορισμός
του ευσεβούς και ασεβούς. Επειδή εκείνο οπού είναι μισητόν εις τους
θεούς, απεδείχθη ότι είναι συνάμα και αγαπητόν. Ώστε από αυτό μεν το
ζήτημα σε απαλλάττω, ω Ευθύφρον, και το αφίνομεν κατά μέρος. Αν θέλης,
όλοι οι θεοί ας νομίζουν την πράξιν του πατρός σου άδικον και όλοι ας
μισούν αυτήν. Αλλ' αράγε θέλεις να διορθώσωμεν τώρα ολίγον τον
ορισμόν, οπού εκάμαμεν και να είπωμεν ότι ασεβές μεν είναι ό,τι όλοι
οι θεοί μισούν, ευσεβές δε ό,τι όλοι αγαπούν; Και ό,τι άλλοι μεν
αγαπούν, άλλοι δε μισούν, δεν είναι ούτε ευσεβές ούτε ασεβές ή είναι
και ευσεβές συνάμα και ασεβές; Αράγε έτσι θέλεις να διατυπώσωμεν τον
ορισμόν του ευσεβούς και του ασεβούς;
Ευθύφρων.
Βεβαίως· τι μας εμποδίζει, ω Σώκρατες;
Σωκράτης.
Εμένα τουλάχιστον, ω Ευθύφρον, τίποτε δεν με εμποδίζει· αλλά συ
ακριβώς όσον από μέρους σου κύτταξε αν είναι σύμφωνον αυτό με όσα
είπες, και αν με αυτήν την βάσιν θα ημπορέσης να μου εξηγήσης
ευκολώτατα όσα μου υπεσχέθης.
Ευθύφρων.
Αλλ' εγώ παραδέχομαι ότι τούτο είναι ευσεβές, ό,τι όλοι οι θεοί
αγαπούν, και το εναντίον αυτού, ό,τι οι θεοί μισούν, είναι ασεβές.
Σωκράτης.
Λοιπόν να εξετάσωμεν πάλιν, ω Ευθύφρον, αυτόν τον ορισμόν, αν είναι
τέλειος, ή να τον αφήσωμεν χωρίς άλλην λεπτολογίαν και έτσι
αβασανίστως να παραδεχώμεθα αυτόν, και να ομολογούμεν ότι έτσι είναι
ό,τι απλώς μόνον ήθελε διατυπώσει κανείς από ημάς τους ιδίους ή από
τους άλλους; ή πρέπει να εξετάζωμεν με ακρίβειαν εκείνα τα οποία λέγει
κανείς;
Ευθύφρων.
Πρέπει να τα εξετάζωμεν βεβαίως με ακρίβειαν. Όμως πιστεύω εγώ
τουλάχιστον ότι αυτό, που τώρα δα είπαμεν, είναι σωστόν.
Σωκράτης.
Ογλήγορα, καλέ μου φίλε, θα το μάθωμεν αυτό καλύτερα. Διότι σκέψου
αυτό, που θα σου ειπώ τώρα. Αράγε το ευσεβές αγαπάται από τους θεούς,
διότι είναι ευσεβές, ή διότι αγαπάται από τους θεούς, δι' αυτό είναι
ευσεβές;
Ευθύφρων.
Δεν εννοώ τι θέλεις να ειπής, ω Σώκρατες.
Σωκράτης.
Έννοια σου. Εγώ θα προσπαθήσω πολύ καθαρώτερα ακόμη να σου το εξηγήσω
αυτό. Δεν λέγομεν εις την ομιλίαν μας ότι ένα πράγμα βαστάζεται από
κάποιο άλλο, και ένα πράγμα ότι βαστάζει κάποιο άλλο, και ένα πράγμα
ότι κομίζεται από άλλο και ένα πράγμα ότι κομίζει άλλο, και ένα πράγμα
ότι βλέπεται από άλλο και ένα πράγμα ότι βλέπει άλλο, και όλα τα
τοιαύτα απαράλλακτα; Εννοείς ότι όλα αυτά τα πράγματα είναι
διαφορετικά το ένα από το άλλο και κατά τι είναι διαφορετικά;
Ευθύφρων.
Αυτό βέβαια μου φαίνεται ότι το εννοώ.
Σωκράτης.
Τότε λοιπόν υπάρχει ομοίως και ένα πράγμα, το οποίον αγαπάται από
κάποιο άλλο, και από αυτό είναι διαφορετικόν εκείνο, που το αγαπά;
Ευθύφρων.
Βεβαιότατα.
Σωκράτης.
Πες μου λοιπόν τώρα, σε παρακαλώ, τι από τα δύο, εκείνο το πράγμα που
βαστάζεται από ένα άλλο, επειδή βαστάζεται, λέγεται βασταζόμενον, ή
διά καμμίαν άλλην αφορμήν;
Ευθύφρων.
Επειδή βαστάζεται αναμφιβόλως, όχι δι' άλλην αφορμήν.
Σωκράτης.
Και εκείνο λοιπόν το πράγμα, που κομίζεται από ένα άλλο, λέγεται
κομιζόμενον, επειδή κομίζεται, και εκείνο που βλέπεται λέγεται
βλεπόμενον, επειδή βλέπεται;
Ευθύφρων.
Βεβαιότατα.
Σωκράτης.
Όθεν δεν βλέπεται βεβαίως αυτό το πράγμα, επειδή είναι βλεπόμενον,
αλλά το εναντίον επειδή βλέπεται, διά τούτο είναι βλεπόμενον. Ούτε
διότι είναι κομιζόμενον το άλλο πράγμα, διά τούτο κομίζεται, αλλά
διότι κομίζεται, διά τούτο είναι κομιζόμενον, ούτε διότι είναι
βασταζόμενον το άλλο, διά τούτο βαστάζεται, αλλά διότι βαστάζεται, διά
τούτο είναι βασταζόμενον. Αράγε εννοείς καλά, ω Ευθύφρον, αυτό που
θέλω να είπω; θέλω δε να είπω το εξής: ότι είτε γίνεται κανέν πράγμα,
είτε πάσχει, δεν γίνεται διά τούτο, διότι είναι γινόμενον, αλλά διότι
γίνεται, διά τούτο είναι γινόμενον. Ούτε διότι είναι πάσχον ένα
πράγμα, διά τούτο πάσχει, αλλά διότι πάσχει, διά τούτο είναι πάσχον. Ή
δεν τα παραδέχεσαι έτσι αυτά;
Ευθύφρων.
Μάλιστα, έτσι είναι.
Σωκράτης.
Λοιπόν και το αγαπώμενον πράγμα ή είναι ένα πράγμα που γίνεται, ή ένα
πράγμα που πάσχει υπό τίνος άλλου;
Ευθύφρων.
Βεβαίως.
Σωκράτης.
Τότε λοιπόν και αυτό είναι έτσι καθώς και όλα τα προηγούμενα. Δηλαδή
δεν αγαπάται από εκείνους, από τους οποίους αγαπάται, διότι είναι
αγαπώμενον, αλλά διότι αγαπάται, διά τούτο είναι αγαπώμενον;
Ευθύφρων.
Αναγκαίως έτσι είναι.
Σωκράτης.
Λοιπόν, αγαπητέ μου, τι θα είπωμεν τώρα διά το ευσεβές; Δεν είναι
αλήθεια ότι αυτό αγαπάται από όλους τους θεούς, καθώς είπες τώρα;
Ευθύφρων.
Ναι.
Σωκράτης.
Αράγε διά τούτο αγαπάται, διότι είναι ευσεβές, ή διά καμμίαν άλλην
αιτίαν;
Ευθύφρων.
Όχι, αλλ' ακριβώς, διότι είναι ευσεβές, αγαπάται.
Σωκράτης.
Όθεν, ω Ευθύφρον, αγαπάται το ευσεβές, διότι είναι ευσεβές, και όχι
διότι αγαπάται, διά τούτο είναι ευσεβές;
Ευθύφρων.
Έτσι μου φαίνεται.
Σωκράτης.
Αλλ' εν τοσούτω, διότι βέβαια αγαπάται από τους θεούς, είναι δι' αυτό
αγαπώμενον και θεοφιλές.
Ευθύφρων.
Πώς όχι;
Σωκράτης.
Ώστε το αγαπητόν εις τους θεούς δεν είναι το ίδιον πράγμα με το
ευσεβές, ω Ευθύφρον, ούτε το ευσεβές είναι το ίδιον με το αγαπητόν εις
τους θεούς, καθώς συ είπες, αλλά το ένα είναι διαφορετικόν από το
άλλο.
Ευθύφρων.
Πώς δα γίνεται αυτό, ω Σώκρατες;
Σωκράτης.
Διότι ωμολογήσαμεν, ότι το μεν ευσεβές διά τούτο αγαπάται, διότι είναι
ευσεβές, και όχι ότι είναι ευσεβές, διότι αγαπάται. Αλήθεια βέβαια, το
είπαμεν αυτό;
Ευθύφρων.
Ναι.
Σωκράτης.
Το δε αγαπητόν εις τους θεούς βέβαια, διότι αγαπάται από τους θεούς,
ακριβώς δι’ αυτό τούτο, διότι αγαπάται, ωμολογήσαμεν ότι είναι
αγαπητόν εις τους θεούς· όχι όμως ότι δι' αυτό αγαπάται, διότι είναι
αγαπητόν εις τους θεούς.
Ευθύφρων.
Αυτό είναι αληθές.
Σωκράτης.
Αλλά, Ευθύφρον αγαπητέ μου, εάν ήτο το ίδιον πράγμα το θεοφιλές και το
ευσεβές, εάν μεν το ευσεβές ηγαπάτο από τους θεούς, διότι είναι
ευσεβές, τότε και το θεοφιλές θα ηγαπάτο, διότι είναι θεοφιλές. Εάν
όμως το θεοφιλές είναι θεοφιλές, διότι αγαπάται από τους θεούς, τότε
και το ευσεβές θα ήτο ευσεβές, διότι αγαπάται από τους θεούς. Τώρα
όμως βλέπεις ότι αυτά τα δύο ευρίσκονται εις αντίθεσιν, διότι το ένα
είναι όλως διόλου διαφορετικόν από το άλλο. Διότι το μεν ένα, διότι
αγαπάται από τους θεούς, είναι πρέπον να αγαπάται, το δε άλλο, διότι
είναι πρέπον να αγαπάται, δι' αυτό αγαπάται. Έτσι λοιπόν μου φαίνεται,
ω Ευθύφρον, ότι εις την ερώτησίν μου, τι πράγμα επί τέλους είναι το
ευσεβές, απαντάς, χωρίς να θέλης να μου εξηγήσης αυτήν την φύσιν του,
αναφέρεις δε μόνον μίαν ιδιότητα αυτού, την οποίαν έχει αυτό το
ευσεβές, ότι δηλαδή αγαπάται από όλους τους θεούς. Τι δε ακριβώς
πράγμα είναι αυτό κατά την ουσίαν του δεν είπες ακόμη. Εάν λοιπόν
ευαρεστήσαι, μη μου αποκρύψης την ιδέαν σου, αλλά πάλιν επανάλαβέ μου
καθαρά εξ αρχής, τι επί τέλους πράγμα είναι το ευσεβές, είτε αγαπάται
από τους θεούς, είτε άλλην οποιανδήποτε ιδιότητα έχει. Διότι περί
αυτού, να είσαι βέβαιος, δεν θα διαφωνήσωμεν. Εμπρός λοιπόν, ειπέ μου
με προθυμίαν, τι πράγμα κατ' ουσίαν είναι το ευσεβές και το ασεβές.
Ευθύφρων.
Αλλά, ω Σώκρατες, εγώ τουλάχιστον δεν ηξεύρω πώς να σου εξηγήσω αυτό
που έχω εις τον νουν μου. Διότι, ό,τι και αν θέσωμεν ως βάσιν της
συζητήσεώς μας, πάντοτε με κάποιον τρόπον μετακινείται και μας
διαφεύγει και δεν θέλει να παραμείνη σταθερόν εκεί, όπου και αν το
θέσωμεν.
Σωκράτης.
Να σου ειπώ, ω Ευθύφρον καθώς φαίνεται, οι ορισμοί τους οποίους
κατασκευάζεις, ομοιάζουν πολύ με τα έργα του προγόνου μας Δαιδάλου
{17}. Και εάν μεν εγώ έκαμνα αυτούς, βεβαίως θα με περιέπαιζες και θα
έλεγες ότι, επειδή είμαι συγγενής με εκείνον, φυσικά διαφεύγουν και
εξαφανίζονται όσα έργα με τον λόγον κατασκευάζω, και δεν θέλουν να
παραμείνουν σταθερώς όπου κανείς αυτά θέση. Τώρα όμως — διότι ιδικοί
σου είναι οι ορισμοί αυτοί — είναι ανάγκη βεβαίως κανενός άλλου πλέον
καταλλήλου αστεϊσμού. Διότι ίσα — ίσα οι ιδικοί σου ορισμοί σου
διαφεύγουν και χάνονται, καθώς και συ καλά το παρετήρησες.
Ευθύφρων.
Εγώ όμως νομίζω, ω Σώκρατες, ότι εις τους ορισμούς μας αυτούς
απαράλλακτα σχεδόν ο ίδιος αστεϊσμός αρμόζει, διότι δεν είμαι εγώ που
εμπνέω εις αυτούς αυτήν την ακαταστασίαν και τους εμποδίζω να
παραμένουν εις την ιδίαν θέσιν, αλλά συ, που μου φαίνεσαι ως ένας
πραγματικός Δαίδαλος. Διότι, καθόσον εξαρτάται από εμέ, οι ορισμοί μου
θα έμεναν εις την θέσιν των ασάλευτοι.
Σωκράτης.
Ως φαίνεται λοιπόν, φίλε μου, εγώ είμαι πολύ επιτηδειότερος από τον
Δαίδαλον κατά την τέχνην αυτήν, τόσον περισσότερον, καθ' όσον εκείνος
μεν μόνον τα ιδικά του έργα κατεσκεύαζε να κινούνται, εγώ δε, καθώς
φαίνεται, εκτός των ιδικών μου κάμνω να κινούνται και τα ξένα έργα.
Και ακριβώς αυτό το μέρος ίσα — ίσα της τέχνης μου είναι το
μεγαλοφυέστατον, ότι, χωρίς να θέλω, είμαι σοφός. Διότι θα επροτιμούσα
ασυγκρίτως να παραμένουν οι συλλογισμοί μου και να είναι θεμελιωμένοι
αμετακίνητοι, παρά κοντά εις την σοφίαν του Δαιδάλου να αποκτήσω και
τους θησαυρούς του Ταντάλου {18}. Αλλά είναι αρκετοί πλέον αυτοί οι
αστεϊσμοί. Επειδή όμως, καθώς μου φαίνεται, συ βαρύνεσαι φοβούμενος
τον κόπον, εγώ ο ίδιος θα γίνω οδηγός σου και θα σε βοηθήσω με
προθυμίαν να δέσης τους ορισμούς σου, ώστε να μη φεύγουν, διά να μου
εξηγήσης εις την εντέλειαν τι πράγμα είναι το ευσεβές, χωρίς να
σταματήσης εις το μέσον του δρόμου, πριν φθάσης εις το συμπέρασμα
{19}. Παρατήρησε λοιπόν αν δεν σου φαίνεται ότι είναι απόλυτος ανάγκη
κάθε πράγμα ευσεβές εν γένει να είναι συνάμα και δίκαιον.
Ευθύφρων.
Μάλιστα. Παν ευσεβές πρέπει συνάμα να είναι και δίκαιον.
Σωκράτης.
Αράγε και κάθε δίκαιον γενικώς είναι ευσεβές, η κάθε μεν ευσεβές είναι
γενικώς δίκαιον, κάθε δε δίκαιον δεν είναι γενικώς ευσεβές, αλλά
μερικά μεν πράγματα δίκαια είναι ευσεβή, μερικά δε άλλα δεν είναι;
Ευθύφρων.
Δεν ημπορώ, ω Σώκρατες, να παρακολουθήσω τους λόγους σου.
Σωκράτης.
Και όμως εγώ βλέπω ότι συ είσαι νεώτερός μου βέβαια όχι ολιγώτερον από
όσον είσαι και σοφώτερός μου. Αλλά, καθώς σου είπα, βαρύνεσαι, διότι
έγεινες τρυφηλός πλέον από τους τόσους θησαυρούς της σοφίας σου. Αλλ',
ω καλότυχε, άφες, σε παρακαλώ, την μαλθακότητα και τόνωσον τας
δυνάμεις σου· διότι σε βεβαιώ, δεν είναι διόλου μάλιστα δύσκολον να
εννοήσης τον λόγον μου. Διότι ό,τι θα είπω είναι ακριβώς το εναντίον
από ό,τι είπεν ο ποιητής εκείνος οπού λέγει: {20}
«Τον Δία, οπού εδημιούργησε και παρήγαγεν όλα αυτά, δεν θέλεις να
εξυμνήσης, διότι όπου υπάρχει φόβος, εκεί υπάρχει και εντροπή».
Εγώ λοιπόν, ως προς αυτό, διαφωνώ με τον ποιητήν αυτόν.
— Να σου είπω που διαφωνώ;
Ευθύφρων.
Πολύ θα με υποχρεώσης να μου το είπης, ω Σώκρατες.
Σωκράτης.
Αυτό που λέγει ο ποιητής εδώ, ότι εκεί υπάρχει και εντροπή όπου
υπάρχει φόβος, δεν μου φαίνεται ότι είναι αληθινόν. Διότι πολλοί
άνθρωποι που φοβούνται την ασθένειαν και την πτωχείαν και άλλας πολλάς
τοιαύτας θλιβεράς περιπέτειας, μου φαίνεται ότι φοβούνται μεν αληθινά,
όμως διόλου δεν εντρέπονται αυτά οπού φοβούνται. Δεν το πιστεύεις και
συ αυτό;
Ευθύφρων.
Είμαι συμφωνότατος μαζί σου.
Σωκράτης
Αλλά το εναντίον μου φαίνεται, ο φόβος υπάρχει εκεί ίσα — ίσα, όπου
υπάρχει και η εντροπή. Διότι είναι κανένας άνθρωπος ο οποίος, ενώ
εντρέπεται μίαν κακήν πράξιν και αισχύνεται αυτήν, να μη φοβήται όμως
συνάμα και να μη τρομάζη την κακήν φήμην, η οποία επακολουθεί κατόπιν;
Ευθύφρων.
Βεβαιότατα την φοβείται.
Σωκράτης.
Ώστε δεν είναι σωστόν να λέγωμεν, όπου βέβαια υπάρχει φόβος, εκεί
υπάρχει και εντροπή συνάμα. Αλλά πρέπει να λέγωμεν έτσι: όπου υπάρχει
εντροπή, εκεί βεβαίως υπάρχει συνάμα και φόβος, όχι όμως όπου υπάρχει
βεβαίως φόβος, εκεί παντού εν γένει υπάρχει και εντροπή. Διότι φρονώ,
ότι ο φόβος έχει πολύ μεγαλυτέραν έκτασιν από την εντροπήν. Επειδή η
εντροπή είναι ένα μέρος μόνον του φόβου, καθώς και ο μονός αριθμός
είναι ένα μέρος μόνον ενός αριθμού, ώστε όπου υπάρχει ένας αριθμός,
βέβαια εκεί δεν υπάρχει αναγκαίως και μονός αριθμός, αλλά παντού όπου
υπάρχει ο μονός αριθμός, εκεί αναγκαίως υπάρχει και ένας αριθμός.
Τώρα, θαρρώ, με καταλαμβάνεις βέβαια;
Ευθύφρων.
Πολύ ωραία μάλιστα.
Σωκράτης.
Αυτό το ίδιον λοιπόν ακριβώς και προηγουμένως σε ηρώτησα· αρά γε
παντού όπου υπάρχει το δίκαιον, εκεί ομοίως υπάρχει και το ευσεβές, ή
όπου μεν ακριβώς υπάρχει το ευσεβές, εκεί παντού υπάρχει ομοίως και το
δίκαιον, όπου δε υπάρχει το δίκαιον, δεν υπάρχει παντού γενικώς και το
ευσεβές. Διότι το ευσεβές είναι ένα μέρος μόνον του δικαίου. Αυτό θα
παραδεχθώμεν ως βάσιν του ορισμού μας, ή έχεις καμμίαν άλλην γνώμην;
Ευθύφρων.
Αυτή η βάσις, την οποίαν θέτεις, μου φαίνεται ότι είναι ορθή.
Σωκράτης.
Πρόσεξε τώρα εις το εξής. Εάν βέβαια το ευσεβές είναι ένα μέρος μόνον
του δικαίου, πρέπει τώρα ημείς, καθώς νομίζω, να εξετάσωμεν ποίον
ακριβώς μέρος του δικαίου ημπορεί να είναι το ευσεβές. Εάν βεβαίως συ
με ερωτούσες διά κανέν από όσα τώρα δα είπαμεν, παραδείγματος χάριν,
ποίον μέρος ενός αριθμού είναι ο άρτιος αριθμός, και ποίος ακριβώς
είναι ο αριθμός αυτός, θα σου απαντούσα ότι άρτιος είναι ο αριθμός
εκείνος οπού διαιρείται εις δύο ίσα μέρη και όχι εκείνος που
διαιρείται εις δύο άνισα. Δεν έχεις την γνώμην αυτήν οπού έχω και εγώ;
Ευθύφρων.
Μάλιστα.
Σωκράτης.
Προσπάθησε λοιπόν τώρα και συ έτσι να μου αναπτύξης το ζήτημά μας,
ποίον ακριβώς μέρος του δικαίου είναι το ευσεβές, διά να είπω και εις
τον Μέλητον να μη θέλη πλέον να με θεωρή ένοχον εγκλήματος δημοσίου,
μήτε να με καταγγέλλη εις το δικαστήριον επί ασεβεία, διότι, αρκετά
καλώς πλέον έχω μάθει από σε ποία είναι ευσεβή και άγια και ποία όχι.
Ευθύφρων.
Λοιπόν εις εμέ τουλάχιστον, ω Σώκρατες, φαίνεται ότι το ευσεβές και το
άγιον αποτελεί αυτό το μέρος του δικαίου, το οποίον αφορά εις την
θεραπείαν και λατρείαν των θεών, το δε επίλοιπον μέρος αυτού αφορά εις
την περιποίησιν και φροντίδα, η οποία είναι πρέπον να υπάρχη μεταξύ
των ανθρώπων.
Σωκράτης.
Πολύ ωραία εις εμέ τουλάχιστον φαίνεσαι ότι εκφράζεσαι, ω Ευθύφρον.
Αλλ' όμως μου λείπει κάτι τι παρά μικρόν ακόμη από τον ορισμόν. Διότι
δεν καταλαμβάνω καλά — καλά τι εννοείς με την λέξιν θεραπεία ή
λατρεία. Βεβαίως, καθώς φρονώ, δεν εννοείς ότι η λατρεία, την οποίαν
έχουν οι άνθρωποι διά τους θεούς, είναι τοιούτου είδους, οποίαι
ακριβώς είναι αι φροντίδες και αι περιποιήσεις τας οποίας έχουν δι'
όλα τα λοιπά πράγματα. Διότι λέγομεν βέβαια, παραδείγματος χάριν, ότι
τους ίππους δεν γνωρίζει ο καθένας να τους περιποιήται παρά μόνον ο
ιπποκόμος. Έτσι είναι;
Ευθύφρων.
Μάλιστα.
Σωκράτης.
Η ιππική λοιπόν τέχνη αποβλέπει κυρίως εις την περιποίησιν των ίππων.
Ευθύφρων.
Μάλιστα.
Σωκράτης.
Και τους κυνηγετικούς κύνας βέβαια δεν γνωρίζει ο καθένας να
περιποιήται και ανατρέφη, αλλά μόνον ο κυνηγός.
Ευθύφρων.
Έτσι είναι.
Σωκράτης.
Ώστε η κυνηγετική τέχνη βέβαια, νομίζω, αποβλέπει εις την περιποίησιν
και ανατροφήν των κυνών.
Ευθύφρων.
Ναι.
Σωκράτης.
Και η βοηλατική τέχνη τότε αποβλέπει εις την περιποίησιν των βοών.
Ευθύφρων.
Μάλιστα.
Σωκράτης.
Η αγιότης λοιπόν και η ευσέβεια αποβλέπει εις την περιποίησιν των
θεών, ω Ευθύφρον; Αυτό εννοείς;
Ευθύφρων.
Μάλιστα.
Σωκράτης.
Λοιπόν κάθε Φρίντας και περιποίησης βεβαίως τον ίδιον σκοπόν έχει; ένα
τέτοιον, δηλαδή αποβλέπει εις το καλόν και την ωφέλειαν του πράγματος,
διά το οποίον φροντίζει κανείς, καθώς βλέπεις δα ότι οι ίπποι, όταν
υπό της ιππικής τέχνης περιποιούνται, τότε ωφελούνται και γίνονται
καλύτεροι. Ή δεν είναι έτσι;
Ευθύφρων.
Μάλιστα, έτσι είναι.
Σωκράτης.
Και οι κύνες βέβαια, φρονώ, όταν υπό της κυνηγετικής τέχνης
περιποιούνται, και τα βόδια υπό της βουλητικής, και τα λοιπά όλα
πράγματα ομοίως, ωφελούνται και γίνονται καλύτερα. Ή νομίζεις ότι η
περιποίησης και η φροντίς, οπού λαμβάνεται δι' αυτά συντελεί εις
βλάβην των;
Ευθύφρων.
Μα τον Δία, όχι αναμφιβόλως.
Σωκράτης.
Αλλά συντελεί εις την ωφέλειάν των;
Ευθύφρων.
Βεβαίως.
Σωκράτης.
Ε λοιπόν, και η ευσέβεια, αφού είναι φροντίς και περιποίησις, την
οποίαν έχουν οι άνθρωποι διά τους θεούς, συντελεί εις ωφέλειαν των
θεών και τους κάμνει καλυτέρους; Και συ ήθελες τολμήσει ποτέ να
βεβαιώσης, ότι οσάκις εκτελής καμμίαν ευσεβή πράξιν, κάμνεις καλύτερον
κανένα από τους θεούς;
Ευθύφρων.
Ποτέ, ποτέ, μα τον Δία.
Σωκράτης.
Ούτε εγώ βέβαια, ω Ευθύφρον, δεν πιστεύω ποτέ ότι συ εννοείς αυτό.
Ουδαμώς. Αλλά δι' αυτό μάλιστα σε ηρώτησα πολλές φορές τι επί τέλους
εννοείς με την λέξιν λατρεία διά τους θεούς, διότι ήμουν πεπεισμένος
ότι δεν δίδεις εις την λέξιν αυτήν την τοιαύτην σημασίαν.
Ευθύφρων.
Και πολύ σωστά, ω Σώκρατες, εγώ βέβαια δεν δίδω τοιαύτην έννοιαν εις
την λέξιν.
Σωκράτης.
Ας είναι. Αλλά ειπέ μου τώρα, τι είδους ακριβώς περιποίησις και
φροντίς διά τους θεούς ημπορεί να είναι η ευσέβεια;
Ευθύφρων.
Είναι, ω Σώκρατες, εκείνη η φροντίς και η περιποίησις, με την οποίαν
περιποιούνται οι δούλοι τους αυθέντας των.
Σωκράτης.
Καταλαμβάνω. Εννοείς ότι η φροντίς αυτή είναι ωσάν κάποια υπηρετική
τέχνη, χρησιμεύουσα εις την υπηρεσίαν των θεών.
Ευθύφρων. Βεβαιότατα. Αυτό εννοώ.
Σωκράτης.
Ημπορείς λοιπόν να μου είπης, η τέχνη οπού εξυπηρετεί τους ιατρούς,
εις ποίου έργου την εκτέλεσιν τους εξυπηρετεί; Δεν φρονείς ότι τους
εξυπηρετεί εις την αποκατάστασιν της υγείας δι' ένα άρρωστον;
Ευθύφρων.
Μάλιστα. Αυτό εννοώ.
Σωκράτης.
Αλλά η τέχνη, ω Ευθύφρον, η οποία εξυπηρετεί τους ναυπηγούς, εις ποίου
έργου την εκτέλεσιν τους εξυπηρετεί;
Ευθύφρων.
Είναι φανερόν, ω Σώκρατες, ότι τους εξυπηρετεί εις το να κατασκευάζουν
πλοία.
Σωκράτης.
Και η τέχνη, φρονώ, των οικοδόμων εξυπηρετεί αυτούς εις το να
κατασκευάζουν οικίας;
Ευθύφρων.
Ναι.
Σωκράτης.
Ειπέ μου χώρα, φίλτατε· η ευσέβεια, η οποία εξυπηρετεί τους θεούς, εις
ποίου έργου την εκτέλεσιν ημπορεί να τους εξυπηρετή; Είναι φανερόν ότι
συ το γνωρίζεις αυτό, επειδή ίσα — ίσα ωμολόγησες ότι γνωρίζεις τα
θρησκευτικά ζητήματα εξόχως άριστα, όσον κανείς από τους ανθρώπους
όλους.
Ευθύφρων.
Και είπα βέβαια την αλήθειαν, ω Σώκρατες.
Σωκράτης.
Είπε μου τώρα, εν ονόματι του Διός, τι επί τέλους είναι εκείνο το κατ'
εξοχήν ευμορφότατον έργον, το οποίον οι θεοί κάμνουν με την υπηρεσίαν
και βοήθειαν της ιδικής μας ευσεβείας και αγιότητος;
Ευθύφρων.
Πολλά ωραία πράγματα, ω Σώκρατες, κάμνουν.
Σωκράτης.
Βεβαίως και οι στρατηγοί, φίλε μου, πολλά ωραία πράγματα κατορθώνουν.
Αλλ' όμως το κυριώτατον από αυτά εύκολα ημπορείς να μου είπης, ότι
δηλαδή κατορθώνουν την νίκην εις τους πολέμους. Είναι έτσι;
Ευθύφρων.
Βεβαιότατα.
Σωκράτης.
Πιστεύω δε ότι και οι γεωργοί κατορθώνουν βεβαίως πολλά ωραία
πράγματα. Αλ' όμως το κυριώτατον από τα έργα των, είναι το να χορηγούν
τροφήν εις τους ανθρώπους από τα προϊόντα της γης.
Ευθύφρων.
Είμαι πολύ σύμφωνος.
Σωκράτης.
Ειπέ μου λοιπόν τώρα. Από τα πολλά ωραία πράγματα, τα οποία οι θεοί
κάμνουν με την υπηρεσίαν της ευσεβείας μας, ποίον είνε το κυριώτατον;
Ευθύφρων.
Και ολίγον πρωτύτερα σου είπα, ω Σώκρατες, ότι όλα αυτά τα ζητήματα
είνε παρά πολύ δύσκολον να τα αναπτύξη κανείς με ακρίβειαν. Απλώς όμως
σου λέγω το εξής: ότι εάν κανείς άνθρωπος ηξεύρη και να λέγη και να
πράττη ευάρεστα εις τους θεούς και όταν προσεύχεται και όταν θυσιάζη,
αυτά είνε οπού λέγω εγώ ευσεβή έργα· όλα δε αυτού του είδους τα έργα
σώζουν, και τους ιδιαιτέρους οίκους των ανθρώπων και τας κοινάς
υποθέσεις των πόλεων. Όσα δε έργα είνε εναντία από τα ευάρεστα, είνε
ασεβή, τα οποία ίσα — ίσα καταστρέφουν εκ θεμελίων και εξαφανίζουν τα
πάντα.
Σωκράτης.
Α, πολύ συντομώτερα, ω Ευθύφρον, εάν ήθελες, ημπορούσες να μου είπης
το κυριώτατον από εκείνα, που σε ηρώτησα. Αλλά βεβαίως βλέπω ότι δεν
έχεις την προθυμίαν να με διδάξης. Είνε πολύ φανερόν αυτό. Διότι τώρα
δα, οπού έφθασες ακριβώς επάνω εις την ουσίαν του ζητήματος,
παρεξέκλινες έξαφνα και απεμακρύνθης από αυτό. Μίαν λέξιν εάν μου
έλεγες ακόμη, αρκετά ήθελα καταλάβη πλέον από σε τι πράγμα είνε η
ευσέβεια κατ' ουσίαν. Αλλ' όμως θα σε παρακολουθήσω — επειδή είνε
ανάγκη να σε ακολουθώ, ως ο εραστής την ερωμένην του, όπου και αν
υπάγης — Τι πράγμα εννοείς τώρα ότι είνε το ευσεβές και η ευσέβεια;
Δεν εννοείς ότι είνε κάποια τέχνη να θυσιάζη κανείς εις τους θεούς και
να προσεύχεται εις αυτούς;
Ευθύφρων.
Μάλιστα.
Σωκράτης.
Λοιπόν το να θυσιάζη κανείς σημαίνει ότι χαρίζει κάτι εις τους θεούς,
το δε να προσεύχεται σημαίνει ότι ζητεί κάτι τι από τους θεούς;
Ευθύφρων.
Βεβαιότατα, ω Σώκρατες.
Σωκράτης.
Λοιπόν το μεν να θυσιάζη κανείς εις τους θεούς σημαίνει ότι χαρίζει
εις αυτούς, το δε να προσεύχεται σημαίνει ότι ζητεί κανείς από τους
θεούς;
Ευθύφρων.
Μάλιστα, ω Σώκρατες.
Σωκράτης.
Ώστε η ευσέβεια σύμφωνα με τον ορισμόν σου αυτόν είνε επιστήμη
ζητήσεως και δόσεως, ήγουν να ζητή κανείς να λάβη από τους θεούς και
να χαρίζη εις αυτούς.
Ευθύφρων.
Πολύ ωραία εννόησες, ω Σώκρατες, ό,τι είπα.
Σωκράτης.
Βεβαιότατα, ω φίλε μου, διότι είμαι εραστής της σοφίας σου και έχω
αφιερώση όλην την προσοχήν μου εις αυτήν, ώστε ό,τι και αν είπης, δεν
θα είνε χαμένον. {21} Αλλά σε παρακαλώ, ειπέ μου, ποία είνε αυτή η
υπηρεσία, την οποίαν οι άνθρωποι προσφέρουν εις τους θεούς;
Παραδέχεσαι ότι αυτή είνε η τέχνη να ζητή κανείς να λάβη από αυτούς
και να δίδη εις εκείνους;
Ευθύφρων.
Βεβαίως.
Σωκράτης.
Αρά γε λοιπόν το να ζητώμεν από τους θεούς ορθώς, δεν σημαίνει ότι
πρέπει να ζητώμεν από αυτούς εκείνα, των οποίων έχομεν ανάγκην;
Ευθύφρων.
Βεβαίως τι άλλο ημπορεί να σημαίνη παρά τούτο;
Σωκράτης.
Και πάλιν το να δίδωμεν δώρα εις τους θεούς ορθώς δεν σημαίνει ότι
πρέπει και ημείς να δίδωμεν εις αυτούς εκείνα, των οποίων έχουσιν
ανάγκην από ημάς; Διότι δεν είναι, θαρρώ, τακτικόν βέβαια, να προσφέρη
κανείς δώρα εις ένα άνθρωπον πράγματα, τα οποία δεν χρειάζεται.
Ευθύφρων.
Πολύ αληθινά λέγεις, ω Σώκρατες.
Σωκράτης.
Ώστε η ευσέβεια, ω Ευθύφρον, είνε κάποια τέχνη εμπορική και
κερδοσκοπική εκμετάλλευσις αναμεταξύ θεών και ανθρώπων.
Ευθύφρων.
Μάλιστα· ένα είδος εμπορικής τέχνης είνε η ευσέβεια, αν σου αρέση
καλύτερα έτσι να την ονομάζωμεν.
Σωκράτης.
Αλλ' όχι, ω Ευθύφρον. Εις εμέ τουλάχιστον τίποτε δεν αρέσει καλύτερα,
αν δεν τύχη να είνε πράγματι αληθές. Αλλ' ειπέ μου, σε παρακαλώ, ποίαν
ωφέλειαν έχουν οι θεοί από τα δώρα μας; Διότι όσα μεν καλά μας δίδουν
οι θεοί, εις κάθε άνθρωπον αυτά είνε φανερά. Διότι ημείς πραγματικώς
κανέν καλόν δεν έχομεν, το οποίον να μη μας έδωκαν οι θεοί, από όσα δε
από ημάς εκείνοι λαμβάνουν, τι ωφέλειαν έχουν από αυτά; Ή τόσον πολύ
περισσότερον πλεονέκται και δόλιοι είμεθα από τους θεούς εις το
εμπόριον, ώστε όλα τα καλά και ωφέλιμα λαμβάνομεν από αυτούς, εκείνοι
δε τίποτε καλόν από ημάς δεν λαμβάνουν;
Ευθύφρων.
Αλλά πιστεύεις, ω Σώκρατες, ότι οι θεοί ωφελούνται από αυτά, τα οποία
λαμβάνουν από ημάς;
Σωκράτης.
Αλλά τότε τι, τέλος πάντων, ημπορεί να είναι, ω Ευθύφρον, τα δώρα, τα
οποία εκ μέρους μας προσφέρονται εις τους Θεούς;
Ευθύφρων.
Τι άλλο, θαρρείς, να είνε, παρά τιμή και σέβας και δοξολογία και ό,τι
εγώ ακριβώς ανωτέρω είπα, πράγμα θεάρεστον, με το οποίον επιζητούμεν
να αποκτήσωμεν την εύνοιαν αυτών;
Σωκράτης.
Ώστε, ω Ευθύφρον, το ευσεβές είνε εν πράγμα θεάρεστον, με το οποίον
αποκτά κανείς την εύνοιαν των θεών, δεν είνε δε ωφέλιμον εις τους
θεούς ούτε προσφιλές εις αυτούς;
Ευθύφρων.
Εγώ όμως πιστεύω ότι το ευσεβές, ω Σώκρατες, είνε έν πράγμα εξόχως
προσφιλέστατον εις τους θεούς από όλα.
Σωκράτης.
Ώστε, καθώς ομολογείς, το ευσεβές πράγμα είνε προσέτι και αγαπητόν εις
τους θεούς.
Ευθύφρων.
Βεβαιότατα, μάλιστα.
Σωκράτης.
Θα εκπλαγής λοιπόν, ενώ μου λέγης αυτά, διότι οι ορισμοί σου δεν
φαίνονται σταθεροί, αλλά μετακινούνται και περιπατούν, και θα
κατηγορήσης πάλιν εμέ, τον Δαίδαλον, οπού κάμνω αυτούς να περιπατούν,
ενώ συ είσαι, βλέπω, παρά πολύ επιτηδειότερος από τον Δαίδαλον και
κάμνεις αυτούς να φέρουν γύρω; Ή δεν εννοείς ότι ο ορισμός μας, αφού
έκαμεν ένα κύκλον, κατήντησε πάλιν εις το ίδιον σημείον; Ενθυμείσαι
βεβαίως, θαρρώ, ότι προηγουμένως το ευσεβές και το αγαπητόν εις τους
θεούς δεν μας εφάνη ότι είνε το ίδιον, αλλ' ότι είνε διαφορετικόν το
έν από το άλλο, ή δεν το ενθυμείσαι;
Ευθύφρων.
Μάλιστα· το ενθυμούμαι.
Σωκράτης.
Δεν καταλαμβάνεις λοιπόν ότι τώρα ομολογείς ότι εκείνο οπού αρέσει εις
τους θεούς είνε ευσεβές; Τούτο δε οπού αρέσει εις αυτούς δεν είναι
αλήθεια ότι είνε θεάρεστον; ή όχι;
Ευθύφρων.
Βεβαίως είνε θεάρεστον και αγαπητόν.
Σωκράτης.
Λοιπόν ή προ ολίγου δεν ωρίσαμεν αυτό καλά, ή αν τότε καλά το
ωρίσαμεν, τώρα δεν συζητούμεν ορθώς και φθάνομεν εις εσφαλμένον
ορισμόν.
Ευθύφρων.
Φαίνεται ότι έτσι είναι.
Σωκράτης.
Ώστε από την αρχήν πρέπει να σκεφθώμεν πάλιν και να εξετάσωμεν ποίον
πράγμα είνε ακριβώς το ευσεβές. Διότι εγώ, όσον εξαρτάται από την
θέλησίν μου, δεν θα αποδειλιάσω, έως ότου να το μάθω. Όμως μη με
περιφρονήσης, αλλά με κάθε τρόπον, έχων όσον το δυνατόν προσεκτικόν
τον νουν σου, τώρα πες μου την αλήθειαν. Διότι ηξεύρεις όσον κανείς
άλλος άνθρωπος, ότι δεν πρέπει να σε αφήσω, καθώς ο Πρωτεύς {22}, έως
ότου με διδάξης αυτό. Διότι αν δεν ήξευρες καθαρά ποίον πράγμα είνε
όσιον και ποίον ανόσιον, ποτέ δεν θα επεχείρεις να καταγγείλης εις το
δικαστήριον επί φόνω τον πατέρα σου, ένα γηραλέον άνθρωπον, διά να
υπερασπίσης ένα μισθωτόν δούλον, ένα ημεροκαματιάρην. Αλλά προσέτι και
τους θεούς θα εφοβείσο, να ριψοκινδυνεύσης με τόσην τόλμην μήπως
ήθελες διαπράξη καμμίαν ασέβειαν δι' αυτής της πράξεως και τους
ανθρώπους θα εντρέπεσο. Τώρα όμως, πολύ καλά το ηξεύρω, πιστεύεις ότι
με σαφήνειαν γνωρίζεις ποίον πράγμα είνε ευσεβές και ποίον όχι. Ειπέ
μου λοιπόν, ω αγαθώτατε Ευθύφρον, και μη μου αποκρύψης τι πράγμα
θεωρείς ότι είνε αυτό το ευσεβές.
Ευθύφρων.
Πολύ ευχαρίστως, αλλά, σε παρακαλώ, άλλην φοράν, ω Σώκρατες, διότι
τώρα βιάζομαι να υπάγω κάπου, και είνε καιρός να πηγαίνω.
Σωκράτης.
Τι παράξενα κάμνεις, φίλε μου. Μου φεύγεις τώρα και μου αφαιρείς τόσον
μεγάλας ελπίδας οπού είχα, κ' εφανταζόμην ότι, αφού εμάνθανον από σε
ποία πράγματα είνε ευσεβή και ποία όχι, ήθελον απαλλαχθή από την εκ
μέρους του Μελήτου εναντίον μου δίκην, διότι θα του απεδείκνυον ότι
εγώ πλέον έγεινα σοφός, όσον αφορά εις τα θρησκευτικά ζητήματα,
διδαχθείς από τον Ευθύφρονα, και ότι δεν νεωτερίζω πλέον εισάγων νέας
δοξασίας και καινοτομίας εις αυτά από άγνοιαν, και ιδίως μάλιστα ήθελα
ζήση πλέον όσον το δυνατόν ευσεβέστατα και ως προς τας μετά των
νεωτέρων σχέσεις μου.
1} Το Λύκειον ήτο ιερόν του Απόλλωνος, προς τα ανατολικά της πόλεως, εις το μεταξύ Λυκαβηττού και Ιλισσού μέρος, όπου σήμερον η Ριζάρειος Σχολή, και ακριβώς όπισθεν του Βασιλικού Κήπου προς το μέρος του Ιλισσού. Είχε δε πολλούς σκιερούς περιπάτους και δενδροφυτείας πυκνάς και ήτο πολυσύχναστον μέρος. Βραδύτερον εδίδασκεν εν αυτώ ο Αριστοτέλης και οι οπαδοί του, οι οποίοι και Περιπατητικοί φιλόσοφοι ωνομάσθησαν.
2} Η Στοά αύτη έκειτο εις την αγοράν κατά το Κεραμεικόν. Εντός αυτής είχε τα γραφεία του ο άρχων βασιλεύς, είς των 9 αρχόντων, όστις είχε την διεύθυνσιν των θρησκευτικών εν γένει δικών.
3} Δίκην ωνόμαζον οι αρχαίοι την διά τα ιδιωτικά αδικήματα κρίσιν, γραφήν δε την διά τα δημόσια.
4} Ο Μέλητος ήτο ποιητής και άσημος ρήτωρ, όστις πριν κατηγορήση τον Σωκράτην είχε κατηγορήσει τον Περικλέα· τούτον βραδύτερον οι Αθηναίοι κατήγγειλαν ως συκοφάντην. Κυρίως οι κατήγοροι του Σωκράτους ήσαν τρεις, ο Μέλητος, ο Άνυτος και ο Λύκων. Αλλ' ενταύθα ο Σωκράτης αναφέρει μόνον τον Μέλητον ως πρωτουργόν της κατηγορίας.
5} Ο δήμος Πίθος ή Πιτθός ανήκεν εις την Κεκροπίδα φυλήν. Έκειτο δε περίπου οπού σήμερον το χωρίον Κερατιά.
6} Τούτο είναι αρχαία ελληνική παροιμία: «αφ' εστίας άρχεσθαι» λεγομένη επ' εκείνων, οι οποίοι επιχειρούν την καταστροφήν πράγματός τινος αφ' εστίας, ήτοι από του πλέον ιερού και αγίου μέρους, καθώς ήτο η εστία των αρχαίων οίκων, το ενδότερον τούτων, όπου εφυλάσσοντο οι εφέστιοι θεοί, οι της οικίας προστάται. Ιδού λαμπρός έπαινος του Σωκράτους, ο οποίος εθεωρείτο διά την πόλιν ό,τι οι εφέστιοι θεοί διά τον οίκον.
7} Περί του δαιμονίου του Σωκράτους ίδε εν τη Απολογία, εις τα προλεγόμενά μου και εις το κείμενον. «Βιβλιοθήκη Αρχ. Ελλ. Συγγραφέων Γ. Φέξη».
8} Ο Ευθύφρων ήτο μάντις γνωστός εις όλους ως θεόπνευστος, ίσως δε είχε το έργον τούτο κληρονομικώς καθώς συνηθίζετο τότε.
9} Δεν απηλλάσσετο ο μεμολυσμένος ανδροκτόνος και οι περί αυτόν από το μίασμα, ειμή διά δίκης και εξορίας ή φόνου. Τούτο δε ελέγετο αφοσίωσις. Από δεισιδαιμονίαν λοιπόν προέβη ο Ευθύφρων εις την καταγγελίαν του πατρός του.
10} Εξηγητάς ωνόμαζαν οι παλαιοί Αθηναίοι εκείνους, οι οποίοι είχον ως έργον να εξηγούν και ερμηνεύουν τους νόμους, και μάλιστα τους αφορώντας τα πατροπαράδοτα θρησκευτικά έθιμα. Τους εξηγητάς αυτούς πάντοτε συνεβουλεύοντο και οι δικασταί εις τας θρησκευτικάς δίκας. Οι εξηγηταί ούτοι εις τας Αθήνας ήσαν πιθανώς τρεις εκλεγόμενοι από τα μαντείον των Δελφών εκ των ευπατριδών.
11} Ο Κρόνος εξεθρόνισε τον πατέρα του Ουρανόν και εβασίλευσεν αυτός αντ' εκείνου εις τον ουρανόν. Αλλά κατόπιν εξεθρονίσθη και αυτός από τον υιόν του τον Δία, όστις διεμοίρασεν έπειτα τον κόσμον με τους δύο αδελφούς του, τον Ποσειδώνα και τον Πλούτωνα και έλαβεν ο μεν Ζεύς την εξουσίαν επί του αιθέρος και της γης, ο δε Ποσειδών επί της θαλάσσης και ο Πλούτων επί του Άδου.
12} Ο Ζευς εθεωρείτο υπό των αρχαίων ο κατ' εξοχήν προστάτης της φιλίας, διό και ωνομάζετο «Ζευς φίλιος».
13} Μέχρι των χρόνων τούτων του Πλάτωνος είχον ακμάσει εν Αθήναις οι διάσημοι ζωγράφοι Πολύγνωτος ο Θάσιος, Μήκων και Ονάτας οι Αιγινήται, Αγάθαρχος ο Σάμιος, ο Απολλόδωρος και άλλοι.
14} Προ πάντων μία των εν Αθήναις Στοών ήτο γεμάτη από τοιαύτας λαμπράς εικόνας, η οποία δι' αυτό ωνομάζετο Ποικίλη Στοά.
15} Μεγάλα Παναθήναια εκαλούντο η μεγίστη και αρχαιοτάτη αθηναϊκή εορτή, η οποία από τους χρόνους του Θησέως ωνομάσθη ούτως. Ετελούντο δε τα μεγάλα Παναθήναια κατά πενταετίαν, το τρίτον έτος εκάστης Ολυμπιάδος, μεγαλοπρεπέστατα και διήρκουν επί 5 ημέρας, από της 25 μέχρι της 29 του Εκατομβαιώνος μηνός (του καθ' ημάς Αυγούστου). Κατ' αυτά ετελούντο αγώνες γυμνικοί δρόμου και λοιπών και ιππικοί και μουσικοί και ναυτικοί ακόμη. Την δε τελευταίαν ημέραν της εορτής εγίνετο την νύκτα λαμπαδηφορία μετά την πομπήν του πέπλου. Ο δε πέπλος ούτος ήτο μάλλινος, έν λευκόν τετράγωνον ύφασμα, είδος επανωφορίου άνευ χειρίδων, γεμάτο από κεντήματα, τα οποία παρίστανον κατορθώματα της Αθηνάς και άλλων θεών, με τον οποίον αναβαίνοντες εις την Ακρόπολιν εσκέπαζαν το ξόανον της Πολιάδος Αθηνάς, ήτοι το πανάρχαιον ξύλινον άγαλμα της θεάς αυτής, της προστάτιδος των Αθηνών. Προηγείτο δε της αναβάσεως εις την Ακρόπολιν μεγάλη πομπή του πέπλου από τας Αθήνας εις την Ελευσίνα και από εκεί πάλιν εις το Κεραμεικόν (την σημερινήν Αγίαν Τριάδα). Από εκεί η πομπή διήρχετο όλας τας συνοικίας της πόλεως και τέλος ανέβαινεν εις την Ακρόπολιν. Καθ' όλον το διάστημα της μακράς πομπής αυτής ο πέπλος ήτο ηπλωμένος ως ιστίον επί μικρού πλοιαρίου, το οποίον είχε τροχούς, διά να κινήται διά μέσου των οδών της πόλεως.
16} Περί του Ηφαίστου λέγει η Μυθολογία ότι ευρίσκετο εις εχθρικάς σχέσεις με την μητέρα του την Ήραν, διότι τον έρριψεν από τον ουρανόν εις την γην, επειδή είχε γεννηθή χωλός.
17} Ο Δαίδαλος ήτο περιφημότατος γλύπτης και αρχιτέκτων. Κατεσκεύαζε. δε αγάλματα κινούμενα. Την παράδοσιν ταύτην επεξηγών ο αρχαίος Σχολιαστής παρατηρεί ότι πρώτος ο Δαίδαλος εποίησεν άγαλμα περισκελές, ήτοι με χωρισμένα τα σκέλη ως εν κινήσει — εν ώ οι προ αυτού τεχνίται κατεσκεύαζον τα βρέτη — τα αγάλματα — με τα σκέλη συγκεκολλημένα. Διό και διεδόθη η φήμη ότι εκινούντο τα αγάλματά του. Αποκαλεί δε ο Σωκράτης πρόγονόν του τον Δαίδαλον, όχι διότι όντως κατήγετο εξ αυτού, αλλά διότι και ο Σωκράτης και ο πατήρ του Σωφρονίσκος ήσαν γλύπται. (Παράβαλε και προλεγόμενα της Απολογίας «Βιβλ. Φέξη: Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων»).
18} Ο Τάνταλος ήτο βασιλεύς της Φρυγίας τόσον πλούσιος, ώστε ως παροιμίαν έλεγον οι αρχαίοι «Ταντάλου χρήματα», διά να φανερώσουν ανυπολογίστους θησαυρούς.
19} Όλα ταύτα λέγει ο Σωκράτης με ειρωνείαν.
20} Είναι ταύτα στίχοι από τα «Κύπρια έπη» του Στασίνου, ενός εκ των Κυκλικών λεγομένων ποιητών, των μετά τον Όμηρον. Άλλοι όμως τους στίχους αυτούς αποδίδουν εις τον ποιητήν Επίχαρμον. Του γνωμικού όμως τούτου εγίνετο συχνή χρήσις από τους αρχαίους.
21} Η αρχαία φράσις είναι «ου χαμαί πεσείται». Παροιμία δι' εκείνους, οι οποίοι τίποτε δεν λέγουν εις μάτην και εις τον αέρα, αλλά ό,τι και αν είπουν, έχει τον σκοπόν του και τον τόπον του.
22} Ενταύθα εννοείται το εν τη Οδυσσεία (Δ. σ. 38} επεισόδιον μεταξύ Μενελάου και Πρωτέως. Ήτο δε ο Πρωτεύς γέρων θαλάσσιος θεός, υπηρετών τον Ποσειδώνα, μέγας δε προφήτης· αλλά πολύ δύσκολος εις τας απαντήσεις του. Διέτριβε συνήθως εις την παρά την Αίγυπτον θάλασσαν, διά να υπεκφεύγη δε τους ερωτώντας αυτόν, είχε την δύναμιν να μεταμορφώνεται εις ό,τι πράγμα ήθελεν, εις κάθε είδος από τα ερπετά και θηρία της γης και εις ύδωρ ακόμη και εις πυρ. Το μόνον μυστικόν του να δυνηθή τις να του αποσπάση απάντησιν, ήτο να κατορθώση να τον συλλάβη και τον δέση, να τον κρατή δε, έως ου ήθελεν επανέλθη εις την πρώτην μορφήν του τότε προέλεγε θετικάς και αληθινάς προφητείας. Ούτω κατώρθωσε με δόλον να τον συλλάβη και ο Μενέλαος, διά συμβουλής της θυγατρός του θεού αυτού Ειδοθέας, παρά την ακτήν, καθώς χαριέστατα διηγείται ο Όμηρος, ως άνω εσημειώσαμεν, ότε μετεμορφώθη εις λέοντα, έπειτα εις δράκοντα και πάρδαλιν και φοβερόν αγριόχοιρον, ύστερον δε έγεινεν ύδωρ και δένδρον πανύψηλον.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου