Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2012

ΠΛΑΤΩΝΟΣ: ΜΕΝΕΞΕΝΟΣ

ΠΛΑΤΩΝΟΣ: ΜΕΝΕΞΕΝΟΣ
ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟFREE photo hosting by Fih.gr
Εις την σειράν των Πλατωνικών διαλόγων ο Μενέξενος έχει θέσιν μοναδικήν. Και αν, ακολουθούντες την σχολαστικήν κατάταξιν, ηθέλαμεν να τον χαρακτηρίσωμεν, δεν θα ηδυνάμεθα ούτε σωκρατικόν, ούτε μεταφυσικόν, ούτε αισθητικόν, ούτε πολιτικόν να τον ονομάσωμεν. Πολύ ολιγώτερον δεν θα ηδυνάμεθα να τον είπωμεν ηθικόν, όπως τον σημειώνει η αρχαία γραμματική παράδοσις. Διότι απλώς και μόνον είναι ο Μενέξενος θαυμάσιον σατυρικόν κομψοτέχνημα του Πλάτωνος — μία ειρωνική σάτυρα και σατυρική ειρωνεία κατά των ρητόρων εκείνης της εποχής και γενικώτερα κατά της ρητορείας μέσα εις την οποίαν εκολυμβούσαν τότε οι Αθηναίοι όλοι, μορφωμένοι και αμόρφωτοι, πολιτικοί και λαός. Η γραφομένη αττική διάλεκτος, μάλλον κατασκεύασμα των τότε ανεπτυγμένων παρά αυθόρμητη γλώσσα του λαού, σοφά ζωντανευμένη όμως με τους ιδιωτισμούς και τας ποικιλίας της εκφράσεως του Αθηναϊκού λαού, έγινε θαυμαστόν και ίσως μοναδικόν όργανον φιλοσοφικής και περιεκτικής και λογικευτικής εκφράσεως. Ο τρόπος του συνδυασμού των λέξεων και της συναρτήσεως των φράσεων, ιδίως των μετοχικών και απαρεμφατικών, καθώς και η επιτηδεία χρήσις επιρρηματικών μορίων και αφηρημένων επιθετικών προσδιορισμών, έδιδαν όλ' αυτά μαζί κάποιαν ενάργειαν εις τον ορισμόν κάθε σκέψεως και κάθε πράγματος και συνάμα κάποιαν γενικότητα χαρακτηρισμών. Ώστε από ένα βαθύγνωμον Θουκυδίδην ή από ένα σοφώτατον Πλάτωνα ή από ένα καλλιτέχνην Ξενοφώντα να διατάσσεται η Αττική έκφρασις με αρτιότητα καταπληκτικήν, άφθαστον, τελείως δε αρμονίζουσαν την έννοιαν με τον ήχον.
(Ολόκληρο το βιβλίο σε απλό κείμενο).
ΠΛΑΤΩΝ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Εις την σειράν των Πλατωνικών διαλόγων ο Μενέξενος έχει θέσιν μοναδικήν. Και αν, ακολουθούντες την σχολαστικήν κατάταξιν, ηθέλαμεν να τον χαρακτηρίσωμεν, δεν θα ηδυνάμεθα ούτε σωκρατικόν, ούτε μεταφυσικόν, ούτε αισθητικόν, ούτε πολιτικόν να τον ονομάσωμεν. Πολύ ολιγώτερον δεν θα ηδυνάμεθα να τον είπωμεν ηθικόν, όπως τον σημειώνει η αρχαία γραμματική παράδοσις. Διότι απλώς και μόνον είναι ο Μενέξενος θαυμάσιον σατυρικόν κομψοτέχνημα του Πλάτωνος — μία ειρωνική σάτυρα και σατυρική ειρωνεία κατά των ρητόρων εκείνης της εποχής και γενικώτερα κατά της ρητορείας μέσα εις την οποίαν εκολυμβούσαν τότε οι Αθηναίοι όλοι, μορφωμένοι και αμόρφωτοι, πολιτικοί και λαός. Η γραφομένη αττική διάλεκτος, μάλλον κατασκεύασμα των τότε ανεπτυγμένων παρά αυθόρμητη γλώσσα του λαού, σοφά ζωντανευμένη όμως με τους ιδιωτισμούς και τας ποικιλίας της εκφράσεως του Αθηναϊκού λαού, έγινε θαυμαστόν και ίσως μοναδικόν όργανον φιλοσοφικής και περιεκτικής και λογικευτικής εκφράσεως. Ο τρόπος του συνδυασμού των λέξεων και της συναρτήσεως των φράσεων, ιδίως των μετοχικών και απαρεμφατικών, καθώς και η επιτηδεία χρήσις επιρρηματικών μορίων και αφηρημένων επιθετικών προσδιορισμών, έδιδαν όλ' αυτά μαζί κάποιαν ενάργειαν εις τον ορισμόν κάθε σκέψεως και κάθε πράγματος και συνάμα κάποιαν γενικότητα χαρακτηρισμών. Ώστε από ένα βαθύγνωμον Θουκυδίδην ή από ένα σοφώτατον Πλάτωνα ή από ένα καλλιτέχνην Ξενοφώντα να διατάσσεται η Αττική έκφρασις με αρτιότητα καταπληκτικήν, άφθαστον, τελείως δε αρμονίζουσαν την έννοιαν με τον ήχον.
Ακριβώς όμως η τελειότης της Αττικής γλώσσης και η θαυμαστή φανέρωσις της τελειότητός της εις τα έργα των μεγάλων συγγραφέων και εις τους λόγους των υπερόχων πολιτικών και σοφιστών παρέσυραν τους πολλούς και τους συνήθεις εις γλωσσικήν παρεκτροπήν, ήτοι εις παιγνιώδη χρήσιν της γλώσσης δι' αντιθέσεων και διαστολών ασυνηθίστων, διά συνδυασμών και συναρτήσεων απροσδοκήτων, διά φορτικής παρεμβολής μορίων και δι' άλλων ποικίλων τρόπων φρασεολογικών. Εις τόσον δε πολύ έφθασεν η παρεκτροπή, ώστε, ως δύναται κανείς εύκολα να συμπεράνη από τας λεπτομερείας της ιστορίας των Αθηναίων εκατάντησε να πείθουν οι ρήτορες και να παρασύρουν όχι με νοήματα εμβριθή αλλά με φρασεολογίας στομφώδεις. Κ' εκατάντησεν ακόμα να εκλαμβάνεται υπό του λαού η γραμματισμένη φλυαρία αντί σοφίας και η σπουδή της ρητορικής ως ανωτέρα μόρφωσις. Το δε χειρότερον έγινεν η γλωσσομανία αίτιον, από τα κυριώτερα μάλιστα, της ελαφρογνωμίας και της απραγμοσύνης των ανθρώπων, σύγκαιρα δε της επιπολαιότητος και της ανοησίας εις την διαχείρισιν των πολιτικών πραγμάτων.
Εκείνον τον καιρόν υπήρξαν ρήτορες (αυτού του είδους), επαγγελματίαι συζητηταί των κυβερνητικών ζητημάτων και άλλοι ρήτορες φλύαροι των δικαστηρίων και άλλοι ακόμη διδάσκαλοι ρήτορες διά να πληθύνεται έτσι η ρητορευτική γενεά, παράλληλα με την άλλην εκείνην γενεάν των επαγγελματιών σοφιστών, η οποία βαθμηδόν διέστρεψε την φυσικήν αίσθησιν και την λογικήν.
Εις την ακμήν της εποχής αυτής των λόγων είχεν επιστρέψει το 389 ο Πλάτων εις τας Αθήνας, ξενιτεμμένος πριν δέκα χρόνους, αφ' όταν δηλαδή έφυγεν από τας Αθήνας αγανακτημένος και θλιμμένος διά τον τραγικόν θάνατον του Σωκράτη. Και βλέποντας τώρα ταθηναϊκά πράγματα με την ώριμον, ποικίλην δε σοφίαν του και με την γενικήν, πολύτροπον δε πείραν του αισθάνθη αγανάκτησιν και παρωξύνθη εις επίκρισιν. Έπειτα — και τούτο είναι πάντοτε ιδιάζουσα ροπή των υπερόχων — η αγανάκτησις εξετυλίχθη εις ειρωνείαν καλλιτεχνικήν και λεπτοτάτην. Αργότερα η μεγάλη και υψηλή δημιουργικότης του εφανερώθηκεν ακέραια εις την φιλοσοφίαν και εις την καθολικήν σκέψιν με τον αυτόν διαλογικόν τύπον, αλλά ποιητικώτερα και με ολιγώτερον συζητητικόν τρόπον.
Εις την πρώτην περίοδον της συγγραφικής φανερώσεως του Πλάτωνος, πριν ίσως γραφούν οι διάλογοι που απέβλεπαν εις διαιώνισιν της μνήμης του Σωκράτη και της Σωκρατικής διδασκαλίας, εγράφη πιθανώς ο Μενέξενος — διάλογος που δεν έχει τίποτε το φιλοσοφικόν, είναι δε μόνον λεπτή σάτυρα της πολιτικής ρητορείας και των τότε ρητόρων, ιδίως του Λυσία και του Ισοκράτη. Έχοντας εις τον νουν τους πολιτικούς λόγους αυτών και άλλων ρητόρων της εποχής και ανακατεύοντας σκέψεις των συνηθισμένας και φράσεις των στερεοτύπους και μιμήσεις των από την ρητορικήν του Περικλέους, χρησιμευόμενος δε υπερβολικά ως ακριβώς εκείνοι τα πολλά της Αττικής διαλέκτου μόρια (δη, τοι, μέντοι, γαρ, ουν κ. τ. λ.) όχι όπου εχρειάζετο εις το νόημα, αλλ' όπου εσυμπλήρωναν τον ήχον και τέλος σοφιστικά, όπως εκείνοι λογικευόμενος διά να συμβιβάση τασυμβίβαστα και να δικαιολογήση ταδικαιολόγητα, έγραψεν ένα λόγον επιτάφιον, εγκωμιαστικόν διά πεσόντας εις τον πόλεμον Αθηναίους. Και ως αφετηρίαν λαμβάνων τον περίφημον επιτάφιον του Περικλή, που μας τον διέσωσεν ο Θουκυδίδης εις την ιστορίαν του και που είχε χρησιμεύσει, φαίνεται, ως πρότυπον αδεξίων έπειτα μιμήσεων, κατεσκεύασε τον παραδοξότερον ίσως ρητορικόν λόγον εξ όσων ποτέ εγράφησαν, εκπληκτικόν μίγμα κρίσεως και ακρισίας, αληθείας και ψεύδους, ευθύτητος και σοφιστείας — «Pastiche curieux de l' éloquence des rheteurs du temps», ως ωραία τον χαρακτηρίζει σοφός φιλόλογος.
Φαίνεται δε ότι έγινεν αισθητή εις όλους η ειρωνεία και ότι άρεσεν η καλλιτεχνική διατύπωσις αυτής, διότι έγινε γνωστότατος από τότε ο Μενέξενος.
Η ονομασία του διαλόγου — όπως συνήθως έγινε διά τους περισσοτέρους Πλατωνικούς διαλόγους — εδόθη από τον συνομιλητήν του Σωκράτους Μενεξένου, που υπήρξεν ένας των νεωτέρων μαθητών του Σωκράτη, νέος από ευγενικήν οικογένειαν και ωραίος, εξάδελφος του Κτησίππου του Παιονέως. Ο λαμπρός και ωραίος επίσης Κτήσιππος φαίνεται να επρωτοδίδαξε τον Μενέξενον την σοφιστικήν τέχνην, εις την οποίαν και διεκρίθη.
Παλαιότερα μερικοί φιλόλογοι αμφισβήτησαν την γνησιότητα του διαλόγου, κάπως αυθαίρετα, διότι και η επιδεξιότης της εκφράσεως και η λεπτότης της σκέψεως και ο ειρωνικός τρόπος και η χάρις του ύφους εις τον Μενέξενον είναι όλα πλατωνικά και αμίμητα. Σήμερον όμως διά τούτους και δι' άλλους ειδικούς λόγους η κριτική αναγνωρίζει τον Μενέξενον ως αυθεντικόν του Πλάτωνος έργον.
Εις την μετάφρασιν επροσπάθησα ν' ακολουθήσω τας παραλαγάς και μεταπτώσεις και διαφοράς ύφους, που υπάρχουν εις το πρωτότυπον, επίτηδες διά να φανή η ειρωνική μίμησις του ενός ή του άλλου ρήτορος, ο στόμφος ή ο όγκος ή το ακαλαίσθητον, περίτεχνον ή σκολιόν της φράσεως. Δεν παρέλειψα δε και το φόρτωμα της φράσεως με μόρια, επιρρήματα δηλαδή και συνδέσμους, διά να αποδοθή όσο το δυνατόν ο σκοπός τού διαλόγου η πλατωνική δηλαδή ειρωνεία της ρητορείας.
Αι λέξεις όσαι είναι εις αγκύλας είναι πρόσθετοι, βαλμέναι διά να σαφηνίζεται το νόημα και να διευκολύνεται η αντίληψις εις πρόχειρον ανάγνωσιν.
I. ΖΕΡΒΟΣ
ΠΛΑΤΩΝΟΣ
ΜΕΝΕΞΕΝΟΣ
(ή επιτάφιος· ηθικός).
Σωκράτης
Από την αγοράν έρχεσαι, Μενέξενε, ή από πού αλλού;
Μενέξενος
Από την αγοράν, Σωκράτη, και μάλιστα από το βουλευτήριον.
Σωκράτης
Και τι σχέσιν εσύ έχεις με το βουλευτήριον; ή μήπως κρίνεις ότι ετελειοποιήθης πλέον εις την μόρφωσιν και εις την φιλοσοφίαν και ωσάν ικανός πλέον σκέπτεσαι να ασχοληθής με μεγαλύτερα και να γίνης άρχων, ω θαυμαστέ μου, ημών των γεροντοτέρων, εις τοιαύτην ηλικίαν ευρισκόμενος συ, διά να μη παύση δίνοντάς μας η οικογένειά σου πάντοτε κανένα κυβερνήτην;
Μενέξενος
Αν συ μου το επιτρέπης, Σωκράτη, και αν είναι της γνώμης σου να γίνω άρχων, θα επιδιώξω πρόθυμα τούτο· ειδ' αλλέως όχι. Και όσο για τώρα επήγα εις το βουλευτήριον μαθόντας πως η βουλή πρόκειται να εκλέξη ποιος θα κάμη λόγον εις τους αποθανόντας· διότι το γνωρίζεις βέβαια ότι πρόκειται να τους κάμουν επίσημον ενταφιασμόν.
Σωκράτης
Βεβαιότατα [το ξέρω]· αλλά ποιον εξέλεξαν;
Μενέξενος
Κανένα· αλλ' έκαμαν αναβολήν δι' αύριον· θαρρώ όμως πως τον Αρχίνον ή τον Δίωνα θα εκλέξουν.
Σωκράτης
Ώστε που καταντά, Μενέξενε, να είναι διά πολλούς λόγους ωραίον πράγμα το να πεθαίνη κανείς στον πόλεμο. Διότι και κηδείαν ωραίαν μεγαλοπρεπή έτσι πετυχαίνει, ακόμη κι' όταν πεθάνη όντας πτωχός, και στον ίδιο καιρό ακόμη, κι' αν ήτο τιποτένιος, λαβαίνει έπαινο από άνδρας που είναι σοφοί και που δεν επαινούν έτσι πρόχειρα, αλλά με λόγους συνταγμένους με χρονοτριβήν και που τόσον ώμορφα διατυπώνουν τους επαίνους αυτοί, ώστε και τα υπάρχοντα και τα μη υπάρχοντα (καλά) λέγοντες για τον καθένα και κάπως με ωραιότατες λέξεις στολίζοντάς τα μας γοητεύουν τας ψυχάς, και για την πόλιν κάνοντας εγκώμια με όλους τους τρόπους κ' εκείνους που έχουν πέσει στον πόλεμο επαινούντες και τους προγόνους μας όλους όσοι προϋπήρξαν κ' ακόμα εμάς τους ιδίους τους ζωντανούς. Ώστε εγώ τουλάχιστον, ω Μενέξενε, λαβαίνω μεγάλην ιδέαν για τον εαυτό μου σαν επαινούμαι απ' αυτούς και κάθε φορά [που μιλούν] στέκομ' έτσι ακούοντάς τους κ' ευχαριστούμενος, θαρρώντας πως μονομιάς έχω γίνει μεγαλύτερος και γενναιότερος και ωμορφότερος. Και σαν που της περσότερες φορές πάντα βρίσκονται να μ' ακολουθούν μερικοί ξένοι κι' ακούουν μαζί μου, σ' αυτούς δα πιο αξιόπρεπος έτσι πρόχειρα φανερώνομαι· γιατί κι' όλα παθαίνουν μου φαίνεται κ' εκείνοι τα ίδια και σχετικώς μ' εμέ και σχετικώς με όλη την άλλη πόλιν, νομίζοντάς την πλέον αξιοθαύμαστη παρ' ό,τι πριν την ενόμιζαν, αποκτώντας την τέτοια γνώμη από εκείνον που ομιλεί. Και σε μένα η αξιοπρέπεια αυτή βαστά κάτι παραπάνω από τρεις μέρες. Έτσι ζωντανά και τα λόγια και η απαγγελία απ' αυτόν που τα λέγει μπαίνει μέσα στ' αυτιά μου, ώστε μόλις στην τετάρτην ή την πέμπτη ημέρα ξαναθυμάμαι τον εαυτόν μου και ανανοιόνω σε ποιον τόπο της γης βρίσκομαι, γιατί ως την ώρα εκείνη μόνο που εις τα νησιά των μακάρων δεν λέω να βρίσκωμαι· τόσον άξιοι μάς είναι οι ρήτορές μας.
Μενέξενος
Πάντα εσύ, Σωκράτη, περιγελάς τους ρήτορας. Όσο για τώρα όμως εγώ θαρρώ πως εκείνος που θα εκλεχθή δεν θα καλοπεράση και πολύ· γιατί όλως διόλου πρόχειρα θα έχη γίνει η εκλογή, ώστε ίσως βρεθή στην ανάγκη όποιος θα κάμη το λόγο να μιλήση αυτοσχεδιάζοντας σχεδόν [την ώρα που μιλεί).
Σωκράτης
Από πού [το συμπέρασμα], λαμπρέ μου άνθρωπε; Είναι τους για καθέν απ' αυτά τα πράγματα λόγοι έτοιμοι πρωτύτερα· και συνάμα ουδ' είναι δύσκολο να μιλά κανείς πρόχειρα για τα τέτοια τουλάχιστον πράγματα, Γιατί, αν ήταν ανάγκη να επαινεθούν οι Αθηναίοι μπροστά σε Πελοποννησίους ή μπροστά στους Αθηναίους (να επαινεθούν) οι Πελοποννήσιοι, θα εχρειαζότουν να είναι καλός ρήτορας ένας για να τους πείση και να κάμη καλήν εντύπωσιν. Αλλ' όταν κανείς αγωνίζεται (ομιλή) ανάμεσα σ' εκείνους που ακριβώς αυτούς τους ίδιους επαινεί, τότε δεν είναι, θαρρώ, μεγάλο κατόρθωμα το να μιλήση καλά.
Μενέξενος
Δεν το θαρρείς [μεγάλο], Σωκράτη;
Σωκράτης
Όχι δα, μα τον Δία.
Μενέξενος
Θαρρείς λοιπόν πως θα ήσουν και συ άξιος να κάμης τον λόγο, αν ήτον ανάγκη, και σε είχε τυχόν εκλέξει η βουλή.
Σωκράτης
Και ως προς εμέ λοιπόν, Μενέξενε, δεν θα ήτον αξιοθαύμαστον αν θα ήμουν ικανός να μιλήσω, που έτυχε να είναι διδάσκαλός μου εις την ρητορικήν όχι καμμία ανίκανη, αλλά η γυναίκα εκείνη που και άλλους έχει φτιάσει πολλούς και καλούς ρήτορας, ένα δε μάλιστα υπέροχον μεταξύ των Ελλήνων, τον Περικλέα, τον υιόν του Ξανθίππου.
Ποιά είν' αυτή; Μήπως, βέβαια, για την Ασπασία θέλεις να πης;
Σωκράτης
Γι' αυτήν βέβαια θέλω να πω και μαζί μ' αυτήν για τον Κόνον, τον υιόν του Μητροβίου, διότι οι δύο τους είναι διδάσκαλοί μου, αυτός μεν της μουσικής, εκείνη δε της ρητορικής· λοιπόν ο έτσι μορφωμένος δεν είναι άξιον απορίας αν έχει ικανότητα εις την ρητορείαν. Αλλά και όποιος τυχόν εσπούδασε χειρότερά μου, την μουσικήν έχοντας διδαχθή από τον Λάμπρον, την δε ρητορικήν από τον Αντιφώντα τον Ραμνούσιον, κι' αυτός ακόμη θα ήτον ικανός τους Αθηναίους επαινώντας μπρος στους Αθηναίους να κάμη καλήν εντύπωσιν.
Μενέξενος
Και τι λοιπόν θα μπορούσες να πης, αν τυχόν ήτον ανάγκη να κάμης εσύ τον λόγον;
Σωκράτης
Εγώ μεν ο ίδιος από δικά μου ίσως τίποτε, την Ασπασίαν όμως και χθες ακόμη την ήκουσα που έκαμνε το τέλος ενός επιταφίου λόγου γι' αυτά ακριβώς τα [σημερνά] πράγματα. Διότι έμαθε αυτά που λες και συ, ότι επρόκειτο οι Αθηναίοι να εκλέξουν ένα για ν' απαγγείλη επιτάφιον· έπειτα άλλα μεν μέρη [του λόγου) απροπαρασκεύαστα μου απήγγειλε, τι δηλαδή θα εχρειάζετο να ειπωθούν, άλλα δε έχοντάς τα ετοιμάσει από πρώτα, όταν, όπως θαρρώ, εσύνθετε τον επιτάφιον λόγον, τον οποίον είπεν ο Περικλής, συγκολλώντας [αυτή τώρα] απομεινάρια από τον λόγον εκείνον.
Μενέξενος
Και θα μπορούσες να διατηρήσης εις την μνήμην σου αυτά που έλεγεν η Ασπασία;
Σωκράτης
Θα μου ήταν άδικο να μη τα ενθυμούμαι· διότι τα εμάνθανα δα απ' αυτήν και λίγο έλειψε να τιμωρηθώ με ξύλο, διότι ελησμονούσα.
Μενέξενος
Γιατί λοιπόν δεν μου τα απήγγειλες;
Σωκράτης
Αλλά διά να μη τυχόν δυσαρεστηθή η διδασκάλισσά μου, εάν εγώ απαγγείλω τον λόγον της.
Μενέξενος
Αυτό δα ολότελα δεν θα συνέβαινεν. Αλλά συ απάγγειλέ μου και θα μου κάμης μεγάλην ευχαρίστησιν, είτε της Ασπασίας θέλεις ν' απαγγείλης τον λόγον είτε οποιουδήποτε άλλου. Φθάνει μόνον ν' απαγγείλης.
Σωκράτης
Ίσως όμως με περιπαίξης όταν σου φανώ να παίζω έτσι ακόμη ενώ είμαι γέρος.
Μενέξενος
Καθόλου, Σωκράτη. Αλλ' απάγγειλέ τα με οποιονδήποτε τρόπον.
Σωκράτης
Ας είναι λοιπόν. Πρέπει να σου γίνεται χάρις εσένα· έτσι που λίγο λείπει, αν με παρακαλούσες να γυμνωθώ και να χορέψω, θα σου έκανα κι' αυτό το χατήρι σαν που μάλιστα είμεθα μόνοι. Άκουε τώρα όμως. Απήγγελλε λοιπόν, όπως θαρρώ, αρχίζοντας να μιλή πρώτα για τους ίδιους τους πεθαμμένους αυτά περίπου.
Δι' έργου (εμπράκτως) μεν έχουν αυτοί εδώ τα πρέποντα εις αυτούς, που λαβόντας τα τραβάν τον πεπρωμένο δρόμο, αφού κατευωδόθησαν γενικώς από την πόλιν, ιδιαιτέρως δε από τους συγγενείς των. Διά λόγου δε απομένει να συμπληρωθή η τελετή προς τιμήν αυτών, που και ο νόμος προστάζει το (να γίνεται) και πρέπον είναι (να γίνεται). Διά των έργων, που καλώς επράχθησαν, διατηρείται η ενθύμησίς των εις τους ακούσαντας και στολισμός όμως εκείνων που τα έργα έπραξαν γίνεται από λόγον καλά ειπωμένον. Αλλά χρειάζεται ένας τέτοιος λόγος οπού τους μεν αποθαμμένους πρεπούμενα να επαινέση, τους δε ζωντανούς καλόγνωμα να παραινέση, παρακινώντας μεν τους απογόνους και τους αδελφούς των αποθαμμένων να μιμηθούν την ανδρείαν αυτών, παρηγορώντας δε τους πατέρας και τας μητέρας και τους άλλους τυχόν προγόνους των, αυτούς που ακόμη ζουν. Ποιoς λοιπόν λόγος θα ηδύνατο να μας φανή τέτοιος; Ή από πού θ' αρχίζαμε σωστά να επαινούμε άνδρας αγαθούς, οι οποίοι και ζώντες επροξενούσαν χαράν εις τους δικούς των εξ αιτίας της αρετής των και τον θάνατον εδέχθησαν να υποστούν προτιμώντες αυτόν παρά την σωτηρίαν της ζωής των. Κρίνω εγώ πως σύμφωνα με την φύσιν πρέπει όπως πρώτα υπήρξαν αγαθοί, έτσι με την σειράν και να κάμωμεν τον έπαινό τους. Υπήρξαν δε αγαθοί, διότι εγεννήθηκαν από αγαθούς. Πρώτα λοιπόν την καλή γενιά των πρέπει να εγκωμιάζωμεν και δεύτερον την ανατροφήν και την εκπαίδευσίν των. Ύστερα δε σ' αυτά επάνω πρέπει να επιδείξωμεν διά τα έργα των πως τα έπραξαν ωραία και άξια με [τα προσόντα των] εκείνα.
Και πρώτ' απ' όλα η ευγένεια εις αυτούς υπήρξεν απ' αυτήν την γένεσιν των προγόνων των, οι οποίοι δεν είχαν ξένην καταγωγήν, από ανθρώπους δηλαδή που οι απόγονοί των να είχαν έλθει απ' αλλού και εγκατασταθή εις την χώραν, αλλ' από ανθρώπους που ήσαν αυτόχθονες και πραγματικά εκατοίκησαν και έζησαν εις την πατρίδα των και που τους ανάστησεν όχι μητρυιά όπως άλλους, αλλά μητέρα χώρα, αυτή [εδώ] δηλαδή που εκατοικούσαν και τώρα [όντας έτσι ευγενείς] αναπαύονται αποθαμμένοι σε τόπους δικούς των της χώρας αυτής που τους ανέθρεψε και τους εγέννησε και τους εδέχθη. Γι' αυτό κ' είναι δικαιότατον να στολίσωμε πρώτα μ' επαίνους αυτήν την μητέρα τους γην διότι έτσι κι' όλα στολίζεται σύγκαιρα με επαίνους και η ευγένεια τούτων εδώ.
Και το αξίζει η χώρα να επαινήται απ' όλους τους ανθρώπους, όχι μόνον από μας, για πολλούς μεν και άλλους λόγους, κυρίως δε και μάλιστα, διότι έχει την αγάπην των θεών. Κ' είναι του λόγου μας αυτού απόδειξις η φιλονικία και η κρίσις των θεών που ευρέθηκαν εις διαφοράς αναμεταξύ των χάριν αυτής. Εκείνη δε η χώρα, που οι θεοί την επαίνεσαν, πώς δεν θα είχε δικαίωμα να έχη έπαινον απ' όλους πέρα-πέρα τους ανθρώπους; Δεύτερος δε δικός της έπαινος δίκαιος θα ήτον το ότι εκείνο τον καιρό που όλ' η γη έβγανε κ' εγεννούσε κάθε λογής άγρια ζώα είτε θεριά είτε βοσκούμενα, τον ίδιο καιρό τότε η δική μας χώρα εφανερώθη μη γεννώντας μηδ' έχοντας άγρια θηρία, ενώ απ' εναντίας εδιάλεξεν από τα ζώα κ' εγέννησε τον άνθρωπον, που αυτός και στο νουν υπερέχει και μόνος έχει γνώσιν του δικαίου και των θεών. Μεγάλη δε απόδειξις αυτού μου του λόγου, ότι δηλαδή αυτή εδώ η γη εγέννησε τους προγόνους τούτων και τους ιδικούς μας [είναι το εξής]: Κάθε ον που γεννά έχει μέσα του την τροφήν, την κατάλληλον να θρέψη τη γέννα του· κατ' αυτόν τον τρόπον γίνεται φανερή μία γυναίκα αν εγέννησε αληθινά ή όχι και εξελέγχεται, εάν δεν έχη εις τον εαυτόν της πηγές (μαστούς) τροφής διά το νεογέννητον. Από τούτο λοιπόν ακριβώς και η δική μας γη και μητέρα παρέχει αρκετήν απόδειξιν του ότι εγέννησεν ανθρώπους· διότι μόνη αυτή τον καιρό εκείνο και πρώτη έβγαλε τροφήν δι' ανθρώπους, καρπόν δηλαδή του σταριού και του κριθαριού, με τον οποίον ωραιότατα και τελειότατα τρέφεται το ανθρώπινον γένος, που έχει να 'πή ότι πράγματι τούτο το ζώον αυτή το εγέννησε. Πιο πολύ δε διά την γην παρά διά την γυναίκα είναι σωστό να δεχώμεθα τοιαύτας αποδείξεις· διότι η γη δεν έχει μιμηθή την γυναίκα στην εγκυμοσύνη και στην γέννα, αλλά η γυναίκα έχει μιμηθή την γην. Αυτόν δε τον καρπόν [του σταριού και του κριθαριού] δεν τον εκράτησε ζηλότυπα διά τον εαυτόν της, αλλά εμοίρασε και εις τους άλλους. Και ύστερα δε απ' αυτό την παραγωγήν του λαδιού, για ανακούφισι των κόπων, την έδωκεν εις τους απογόνους [των πρώτων ανθρώπων]· σαν δε τους έθρεψε και τους εμεγάλωσε ως την εφηβικήν ηλικία, άρχοντας και διδασκάλους γι' αυτούς έφερε θεούς, των οποίων τα ονόματα σωστό είναι εδώ δα να τα παραλείψωμε, γιατί τα ξέρουμε· οι οποίοι όμως ετακτοποίησαν έτσι τη ζωή μας, ώστε να είναι επιδεξία για την καθημερινή συντήρησί μας, με το να διδάξουν πρώτους εμάς της τέχνες, μαθαίνοντές μας σύγκαιρα πώς ν' αποκτήσωμε και πώς να μεταχειριζώμεθα όπλα, διά να φυλάττωμε την χώραν μας.
Έτσι γεννημένοι και αναθρεμμένοι οι πρόγονοι τούτων εδώ (των αποθαμμένων) εκατοικούσαν την χώραν, συστήσαντες ένα πολίτευμα που πρέπει να ειπώ και γι' αυτό ολίγας λέξεις· διότι το πολίτευμα είναι όπως η ανατροφή, που γίνονται οι άνθρωποι καλοί μ' αυτήν αν είναι καλή και κακοί αντίθετα. Πρέπει λοιπόν να δείξω το πως οι πατέρες μας έζησαν μέσα εις εξαίρετον πολίτευμα, το οποίον τους έκαμε καλούς· όπως και τους σημερινούς ανθρώπους, που μέσα εις αυτούς συγκαταλέγονται και αυτοί εδώ οι πεθαμμένοι.
Το πολίτευμα λοιπόν αυτό δεν άλλαξε· ήτον τότε ό,τι είναι και σήμερα, η αριστοκρατία που μ' αυτήν κυβερνώμεθα και τώρα και πρωτύτερα σχεδόν πάντοτε. Και άλλος μεν την ονομάζει δημοκρατίαν, άλλος δε αλλέως, όπως του αρέσει· είναι δε αληθινά επάνω εις την καλήν γνώμην του πλήθους στηριγμένη αριστοκρατία. Διότι βασιλείς μεν έχουμε πάντοτε· αλλ' αυτοί τον παλαιόν καιρόν εγίνοντο από καταγωγήν, κατόπιν δε ως τώρα εκλέγονται. Για τα πιο πολλά δε πράγματα της πόλεως έχει την εξουσίαν το πλήθος (ο λαός) και αυτό δίδει την κυβέρνησι και την δύναμι σ' εκείνους πάντα που ήθελε του φανούν πως είναι οι καλύτεροι κι' ούτε κανείς αποκλείεται απ' αυτό το δικαίωμα [της εκλογής] εξ αιτίας αδυναμίας ή πτωχείας ή αφανείας των πατέρων του καθώς και ούτε κανείς εξ αιτίας των αντιθέτων [δυνάμεως δηλαδή και πλούτου και επισημότητος] έχει αποκτήσει τιμητικά αξιώματα, όπως [συμβαίνει] εις άλλας πόλεις. Αλλά ένας είναι ο όρος μας: εκείνος που φαίνεται πως είναι σοφός ή ενάρετος αυτός παίρνει εξουσίαν και διοίκησιν.
Αιτία δε που έχομεν ημείς αυτό το πολίτευμα είνε το ότι ως προς την γένεσιν είμεθα όλοι μας ίσοι. Διότι αι μεν άλλαι πόλεις έχουν σχηματισθή από κάθε καταγωγής ανθρώπους και ως προς την υπόστασίν των ανωμάλους, ώστε ανώμαλα είναι και τα πολιτεύματά των, είτε τυραννικά είτε ολιγαρχικά· κ' έτσι κατοικούν μαζί, ποιοι δούλους και ποιοι αυθέντας νομίζοντες ο ένας τον άλλον· ημείς δε και οι δικοί μας, όλοι γεννημένοι αδελφοί από μια μητέρα, δεν έχομεν την αξίωσιν να είμεθα δούλοι ή αυθέντες ο ένας του άλλου· απ' εναντίας η ομοία καταγωγή μας, ήγουν η ισονομία μας η φυσική μας αναγκάζει να ζητούμεν να επιτύχωμεν το κάθε τι σύμφωνα με τον νόμον και σε κανένα άλλον αναμεταξύ μας να μην υπακούωμεν παρά εξ αιτίας της αρετής του και της φρονήσεως.
Και δι' αυτό αναθρεμμένοι μέσα εις όλην την ελευθερίαν οι πατέρες τούτων και οι δικοί μας και αυτοί εδώ [οι πεθαμμένοι], αφού και καλογεννημένοι ήσαν, έκαμαν πολλά, ως είναι γνωστόν, και καλά έργα εις όλους τους ανθρώπους και ιδιωτικώς και δημοσίως, λογίζοντες πως διά την υπεράσπισιν της ελευθερίας είχαν χρέος να πολεμούν και με Έλληνας υπέρ Ελλήνων και με βαρβάρους υπέρ όλων των Ελλήνων. Έτσι και το πώς εναντίον του Ευμόλπου και των Αμαζόνων που είχαν εισβάλη εις την χώραν, και εναντίον άλλων ακόμη παλαιότερα, υπερασπίσθηκαν με πόλεμον και το πώς υπερασπίσθηκαν με πόλεμον τους Αργείους εναντίον των Καδμείων και τους Ηρακλείδας εναντίον των Αργείων θα είχα λίγο διάστημα χρόνου, να διηγηθώ εγώ όπως αξίζει· αλλέως και ποιηταί έχοντες ως τώρα υμνήσει αρκετά την ανδρείαν αυτών με μουσικόν τρόπον την διεφήμισαν έτσι εις όλους, εάν δε ημείς επιχειρήσωμεν τα αυτά [κατορθώματα] με λόγον γυμνόν [από ποιητικάς εκφράσεις] να τα επαινέσωμεν, χωρίς άλλο θα εφαινόμεθα κατώτεροι. Ώστε λοιπόν αυτά δι' αυτούς τους λόγους νομίζω πως πρέπει να τα παραλείψωμεν, αφού και βρίσκονται όπως πρέπει επαινεμένα. Δι' εκείνα όμως που κανείς έως τώρα ποιητής δοξάζοντάς τα δεν εδοξάσθη και που απόμειναν αμνημόνευτα, νομίζω πως πρέπει εγώ να κάμω λόγον δι' αυτά επαινώντας τα και παρακινώντας έτσι άλλους να τα περιλάβουν εις ωδάς και εις κάθε άλλου είδους ποιήματα, όπως ταιριάζει σ' εκείνους οι οποίοι τα έπραξαν.
Απ' αυτά δε που λέγω είναι πρώτα τα εξής: Τους Πέρσας που ήσαν άρχοντες της Ασίας και ήθελαν να υποδουλώσουν την Ευρώπην τους εσταμάτησαν αυτής εδώ της χώρας οι γόνοι οι δικοί μας πατέρες, που και δίκαιον είναι και πρέπει πρώτα- πρώτα αναφέροντάς τους να επαινέσω την ανδρείαν των. Όμως, διά να την εννοήση κανείς, προκειμένου να την επαινέση καλά, πρέπει να ανατρέξη με την σκέψιν του εις εκείνον τον καιρό, που ολάκαιρη μεν η Ασία ήτον δούλη του τρίτου ήδη βασιλέως· από αυτούς [τους τρεις] ο πρώτος, ο Κύρος, ελευθερώσας τους πατριώτας τους Πέρσας με την πολεμικήν του φρόνησιν σύγκαιρα υποδούλωσε και τους εξουσιαστάς των τους Μήδους κ' έγινε κύριος όλης της άλλης Ασίας έως εις την Αίγυπτον, ο δε υιός του έγινε κύριος και της Αιγύπτου και της Λιβύης, όσον του ήτο δυνατόν να προχωρήση με στρατόν· τρίτος δε [βασιλεύς] ο Δαρείος έως εις τους Σκύθας μεν κατά ξηράν εξάπλωσε την ηγεμονίαν του, την θάλασσαν δε και τας νήσους είχεν εις την εξουσίαν του με τα πλοία, ώστε μηδέ καν να λογιάζη πως ήτο δυνατόν να υπάρξη κανείς αντίπαλος αυτού. Τόσον πολλούς και μεγάλους και πολεμικούς λαούς είχεν υποδουλώσει το κράτος των Περσών.
Κατηγορώντας δε ο Δαρείος ημάς και τους Ερετριείς με την πρόφασιν ότι είχομεν τάχα επιβουλευθή τας Σάρδεις και στέλλοντας πεντακόσιες μεν χιλιάδες στρατό με πλοία φορτηγά και πολεμικά, τριακόσια δε πολεμικά πλοία και επί κεφαλής τον Δάτιν, είπε του πως πρέπει να γυρίση φέροντας μαζί του (δούλους) τους Αθηναίους και τους Ερετριείς, αν ήθελε να μη χάση την κεφαλή του· εκείνος δε φθάσας με τα πλοία εις την Ερέτριαν εναντίον ανδρών, που μεταξύ των τότε Ελλήνων ελογίζοντο από τους πιο ικανούς στον πόλεμο και που δεν ήσαν και λίγοι, τους ενίκησε μεν αυτούς εις τρεις ημέρας, διά να μη ξεφύγη δε κανένας τους ερεύνησε καλά όλην την χώραν των με τον ακόλουθον τρόπον: Εις τα σύνορα της χώρας των Ερετριέων ελθόντες οι στρατιώται του απλώθηκαν από τη μια θάλασσα ως την άλλη και ενώνοντας τα χέρια των ο ένας με τον άλλον επέρασαν έτσι όλην την χώραν, ώστε να μπορούν να ειπούν στον βασιλέα πως ουδ' ένας δεν τους είχε ξεφύγει (2).
Και κατά νουν έχοντες τα αυτά να κάμουν εκατέβησαν από της Ερετρίας εις τον Μαραθώνα, ωσάν να τους ήτον όμοια πρόχειρον να ζέψουν και τους Αθηναίους με το αυτόν τρόπον αναγκαστικώς μαζί με τους Ερετριείς και να τους φέρουν [εις την Ασίαν]. Ενώ δε αυτά άλλα μεν είχαν πραγματοποιηθή, άλλα δε επιχειρούντο, ούτε τους Ερετριείς εβοήθησε κανένας εκ των Ελλήνων ούτε τους Αθηναίους, εκτός μόνον οι Λακεδαιμόνιοι· και αυτοί δε έφθασαν την επομένην της μάχης ημέραν· όλοι δε οι άλλοι έχοντες πάθει κατάπληξιν έμεναν ήσυχοι, θέλοντας να σωθούν κατά το παρόν τουλάχιστον. Εις αυτά λοιπόν τα συμβάντα φθάνοντας δύναται καθένας να εννοήση τι μεγάλην ανδρείαν είχαν εκείνοι που επήγαν εις τον Μαραθώνα διά ν' αντικρούσουν την δύναμιν των βαρβάρων και που ετιμώρησαν την αλαζονείαν όλης της Ασίας και που πρώτοι στήσαντες τρόπαια [από νίκην κατά] των βαρβάρων έγιναν αρχηγοί και διδάσκαλοι εις τους άλλους ως προς το ότι δεν ήτον απολέμητη η δύναμις των Περσών, αλλ' ότι κάθε πλήθος και κάθε πλούτος υποτάσσεται εις την ενάρετον ανδρείαν.
Εγώ μεν λοιπόν λέγω πως είναι οι άνδρες εκείνοι όχι μόνον των σωμάτων των ιδικών μας πατέρες, αλλά και της ελευθερίας, και της ιδικής μας, ακόμη δε και [της ελευθερίας) όλων που κατοικούν αυτήν εδώ την ήπειρον διότι έχοντες εις τον νουν εκείνο το κατόρθωμα έλαβαν την τόλμην οι Ελληνες να ριψοκινδυνεύσουν εις τας μάχας που κατόπιν έγιναν υπέρ της σωτηρίας, γενόμενοι [έτσι] μαθηταί των πολεμιστών του Μαραθώνος.
Τα μεν πρωτεία λοιπόν κατά τον λόγον [αυτόν εδώ] πρέπει να δώσωμεν εις εκείνους, τα δευτερεία δε εις αυτούς που κατά θάλασσαν επολέμησαν και ενίκησαν κοντά εις την Σαλαμίνα και απ' έξω από το Αρτεμίσιον. Σαν που και διά τους άνδρας αυτούς πολλά θα ηδύνατο κανένας να εξιστορήση, πόσον μεγάλας δηλαδή δυνάμεις, που είχαν επέλθει [εναντίον μας], αντέκρουσαν και κατά γην και κατά θάλασσαν και με ποίον [καλόν] τρόπον έκαμαν τον αμυντικόν εναντίον εκείνων πόλεμον· όμως εκείνο που μου φαίνεται ότι είναι το καλύτερό τους [ανδραγάθημα], αυτό θα το αναφέρω, ότι δηλαδή την συνέχειαν του έργου των πολεμιστών του Μαραθώνος αυτοί την έκαμαν. Διότι οι μεν πολεμήσαντες εις τον Μαραθώνα τούτο μόνον έκαμαν φανερόν εις τους Έλληνας, ότι ολίγοι τους μπορούν να υπερασπισθούν εναντίον των βαρβάρων έστω πολλών, ως προς τον ναυτικόν όμως πόλεμον τούτο ήτο άδηλον και οι Πέρσαι μάλιστα είχαν φήμην πως ήσαν ακαταπολέμητοι κατά θάλασσαν και διά το πλήθος [των πλοίων] και διά τον πλούτον και διά την τέχνην και διά την δύναμιν· αυτό λοιπόν είναι εις έπαινον των ανδρών που επολέμησαν τότε κατά θάλασσαν, ότι τον φόβον που εκρατούσε τους Έλληνας τον διέλυσαν και τους έκαμαν να παύσουν να φοβούνται το πλήθος των πλοίων και των ανδρών. Ώστε συμπίπτει και υπό των δύο, ήτοι και εκείνων που επολέμησαν εις τον Μαραθώνα και εκείνων που εναυμάχησαν εις την Σαλαμίνα, να έχουν διδαχθή οι άλλοι Έλληνες μαθόντες από μεν τους πρώτους διά τον κατά ξηράν πόλεμον, από δε τους δευτέρους διά τον κατά θάλασσαν και συνηθίσαντες να μη φοβούνται τους βαρβάρους.
Εις τρίτην δε σειράν, λέγω, έρχεται το κατόρθωμα των Πλαταιών, και λόγω του αριθμού και λόγω της ανδρείας συντελεστικόν της σωτηρίας των Ελλήνων — κατόρθωμα που έγινεν από κοινού πλέον υπό των Αθηναίων και υπό των Λακεδαιμονίων. Και το πλέον μέγα λοιπόν και πλέον δύσκολον κατορθωμα έκαμαν αυτοί όλοι [τότε εις την περίστασιν εκείνην] πολεμούντες προς άμυναν και διά την ανδρείαν των αυτήν και τώρα από ημάς εγκωμιάζονται και εις το μέλλον [θα εγκωμιασθούν] υπό των κατόπιν ανθρώπων· ύστερα δε απ' αυτά πολλαί μεν πόλεις των Ελλήνων ήσαν ακόμη με το μέρος του βαρβάρου, διεδίδετο δε είδησις ότι αυτός ο ίδιος βασιλεύς [της Περσίας] ελογάριαζεν αυτοπροσώπως να επιχειρήση πάλιν εκστρατείαν κατά των Ελλήνων· ώστε δίκαιον επί του προκειμένου είναι να κάμωμεν ημείς λόγον [τιμητικόν] τώρα και δι' αυτούς, οι οποίοι έφεραν εις τέλος την σωτηρίαν [των Ελλήνων] καθορίσαντες τελειωτικά και αποδιώξαντες κάθε βαρβαρικήν δύναμιν από την θάλασσαν· αυτοί δε ήσαν και οι ναυμαχήσαντες απ' έξω από τον Ευρυμέδοντα και οι εκστρατεύσαντες εις την Κύπρον και οι πλεύσαντες εις την Αίγυπτον και εις πολλά άλλα μέρη, που πρέπει να κάμωμεν λόγον δι' αυτούς και να τους χρεωστούμεν χάριν, διότι έκαμαν τον βασιλέα φοβισμένον να σκεφθή διά την ιδικήν του σωτηρίαν και όχι να βάνη επίβουλα εις τον νουν του, την καταστροφήν των Ελλήνων.
Και αυτός μεν, ως γνωστόν, ο πόλεμος έγινε με όλας τας δυνάμεις της πόλεως προς υπεράσπισιν και ιδικήν μας και των άλλων ομοφύλων εναντίον των βαρβάρων. Όταν δε έγινεν ειρήνη και η πόλις μας ετιμάτο (απ' όλους) έπεσεν εναντίον αυτής, εκείνο δα που έχει συνήθεια να αναπτύσσεται (εις την ψυχήν) των ανθρώπων εναντίον των ευτυχισμένων, στην αρχή μεν ζηλοτυπία, κατόπιν δε από ζηλοτυπίαν φθόνος· και αυτό έφερε αυτήν εδώ την πόλιν να ευρεθή μη θέλοντας εις πόλεμον εναντίον των Ελλήνων· και όταν έτσι συνέβη πόλεμος εβοήθησαν μεν (οι Αθηναίοι) προς υπεράσπισιν της ελευθερίας των Βοιωτών πολεμώντας εις την Τανάγραν εναντίον των Λακεδαιμονίων, σαν που έμεινε δε αμφισβητήσιμον το αποτέλεσμα της μάχης, εφανερώθηκεν η υπεροχή (εις ποίον ανήκεν) από ό,τι έγινε κατόπιν· διότι εκείνοι μεν που είχαν έλθει βοηθοί των Βοιωτών αφήνοντάς τους έφυγαν, οι δε ιδικοί μας (πολεμισταί) στην τρίτην ημέρα νικήσαντες εις τους Οινοφύτους όλους εκείνους που άδικα έφευγαν, τους εξανάγκασαν δίκαια να επιστρέψουν. Αυτοί λοιπόν έτσι πρώτοι ύστερ' από τον Περσικό πόλεμο ερχόμενοι την φοράν αυτήν βοηθοί Ελλήνων υπέρ της ελευθερίας εναντίον άλλων Ελλήνων, γενόμενοι άνδρες ενάρετοι και αποδώσαντες την ελευθερίαν εις εκείνους που επήγαν να βοηθήσουν εβάλθησαν από την πολιτείαν τιμητικά πρώτοι εις τούτο εδώ το μνήμα. Κατόπιν δε απ' αυτά όταν άναψεν ο πόλεμος και όλοι οι Έλληνες έκαμαν εκστρατείαν εναντίον μας και ερήμαζαν την χώραν μας και ανάξια έτσι επλήρωναν την χάριν [που εχρεωστούσαν] εις την πόλιν, νικήσαντες όλους αυτούς εις ναυμαχίαν οι δικοί μας και συλλαβόντες τους αρχηγούς των τους Λακεδαιμονίους εις την Σφαγίαν, ενώ τους ήτον βέβαια δυνατόν να τους σκοτώσουν, όμως δεν τους επείραξαν και τους έδωκαν πίσω [εις την πατρίδα τους] και έκαμαν ειρήνην, έχοντες την γνώμην ότι με τους ομοφύλους μεν πρέπει να γίνεται ο πόλεμος μέχρι νίκης και να μη εξολοθρευθή το σύνολον των Ελλήνων από τον θυμόν μιας ιδιαιτέρως πόλεως, προς δε τους βαρβάρους [πρέπει να γίνεται ο πόλεμος] μέχρις εξολοθρευμού. Ώστε τούτους εδώ τους άνδρας αξίζει να επαινέσωμεν, οι οποίοι αυτόν τον πόλεμον πολεμήσαντες είναι εδώ θαμμένοι, διότι απέδειξαν, αν κανείς ευρίσκετο που να το αμφισβητούσε, ότι εκείνος που θα έλεγε τυχόν ότι εις τον πρωτυτερινόν πόλεμον τον εναντίον των βαρβάρων υπήρξαν άλλοι καλύτεροι των Αθηναίων δεν θα ισχυρίζετο κάτι αληθινόν· διότι αυτοί εδώ απέδειξαν τούτο, όταν η Ελλάς ευρέθη εις εμφύλιον πόλεμον, υπερισχύσαντες εις τον πόλεμον και κάμνοντες υποχειρίους των τους προϊσταμένους των άλλων Ελλήνων, που μαζί τους άλλοτε ενικούσαν τους βαρβάρους, νικώντας αυτούς τώρα ιδιαιτέρως.
Τρίτος δε πόλεμος ύστερ' απ' αυτήν την ειρήνην συνέβηκεν ανέλπιστος και φοβερός, που εις αυτόν αποθανόντες πολλοί και αγαθοί ευρίσκονται εδώ θαμμένοι, πολλοί μεν απ' αυτούς εις την Σικελίαν στήσαντες πλείστα τρόπαια πολέμου υπέρ της ελευθερίας των Λεοντίνων, που βοηθώντας τους διά να είναι πιστοί εις τους όρκους εταξίδεψαν εις εκείνους τους τόπους· ότε δε εξ αιτίας της μεγάλης αποστάσεως ευρέθη εις αμηχανίαν η πόλις και δεν ημπόρεσε να τους στείλη βοήθειαν, εξαντληθέντες αυτοί έπεσαν εις δυστυχίαν. Όμως και από τους εχθρούς των και από εκείνους που επολέμησαν με αυτούς έλαβαν έπαινον σωφροσύνης και ανδρείας περισσότερον παρ' ό,τι λαβαίνουν άλλοι [έπαινον] από τους φίλους των· πολλοί δε άλλοι υπήρξαν νικηταί εις τας ναυμαχίας που έγιναν εις τον Ελλήσποντον εις μίαν μόνην ημέραν αιχμαλωτίσαντες όλα τα πλοία των εχθρών, πολλάς δε και άλλας νικήσαντες νίκας. Εκείνο δε που προηγουμένως είπα, ότι δηλαδή ο πόλεμος υπήρξε φοβερός και ανέλπιστος, το είπα, διότι εις τόσην έχθριτα διά την πόλιν μας έφθασαν οι άλλοι Έλληνες, ώστε ν' αποτολμήσουν να στείλουν κήρυκας φιλίας εις τον βασιλέα [των Περσών], εκείνον, που μαζί μας είχαν διώξει, αυτόν τον ίδιον μόνοι τους να καλέσουν να έλθη, ένα βάρβαρον εναντίον των Ελλήνων και να συμμαζέψουν έτσι εναντίον της πόλεως όλους και τους Έλληνας και τους βαρβάρους. Απ' αυτό δα όμως έγινε καταφάνερη και η δύναμις και η ανδρεία της πόλεως. Διότι εκεί που ενόμιζαν [οι εχθροί] ότι χωρίς άλλο η πόλις μας θα κατανικηθή και ενώ είχαν απομείνει τα πλοία μας εις την Μυτιλήνην, αυτοί εδώ, αναλαβόντες την υπεράσπισιν με εξήντα πλοία και επιβιβασθέντες εις τα πλοία αυτοί οι ίδιοι και δειχθέντες πολεμισταί άριστοι, όπως γενικώς ωμολογήθη, νικήσαντες μεν τους εχθρούς, γλυτώσαντες δε τους φίλους, επειδή τους ήλθε τύχη που δεν τους άξιζε, διότι δεν διεσώθησαν όταν ευρέθησαν εις την θάλασσαν ναυαγοί, αποθανόντες, ευρίσκονται εδώ θαμμένοι. Αυτούς ημείς πρέπει πάντοτε να τους φέρωμεν εις την ενθύμησίν μας και να τους επαινούμεν διότι χάρις εις την ανδρείαν εκείνων ενικήσαμεν όχι μόνον εις την ναυμαχίαν τότε, αλλά και εις όλον γενικώς τον πόλεμον διότι απέκτησεν η πόλις εξ αιτίας αυτών την υπόληψιν ότι δεν θα είναι δυνατόν ποτέ να νικηθή η πόλις μηδέ από όλους τους ανθρώπους μαζί. Και αληθινή είναι η υπόληψις αυτή. Από την αναμεταξύ μας διάστασιν δε ενικήθημεν και όχι από άλλους· διότι ανίκητοι είμεθα ακόμη και τώρα από εκείνους τουλάχιστον, ημείς δε μόνοι μας και τον εαυτόν μας ενικήσαμεν και από τον εαυτόν μας ενικηθήκαμεν.
Ύστερα δε απ' αυτά όταν έγινεν ησυχία και ειρήνη προς τους άλλους, ο δικός μας ανάμεσό μας πόλεμος τοιουτοτρόπως διεξήχθη, ώστε, αν πεπρωμένον είναι εις ανθρώπους ποτέ να ευρεθούν εις στάσιν (1) , θα έπρεπε καθένας τους να εύχεται η δική του πατρίδα να μη πάθη αυτήν την αρρώστια διαφορετικά [από ημάς]. Διότι και από τον Πειραιά και από την πόλιν με πόσην προθυμίαν και οικειότητα συνενώθησαν πάλιν οι πολίται κατά τρόπον απροσδόκητον διά τους άλλους Έλληνας και με πόσην μετριοπάθειαν δεν έκαμαν τον πόλεμον της Ελευσίνος! και όλων αυτών αιτία τίποτ' άλλο δεν είναι παρά η πραγματική συγγένεια, που προκύπτει απ' αυτήν σταθερά και αδελφική φιλία, φανερωνομένη όχι με λόγους αλλά με έργα. Πρέπει λοιπόν να κάμωμε μνείαν και εκείνων που απέθαναν εις τον πόλεμον αυτόν, [φονευόμενοι] αναμεταξύ τους και με όποιον τρόπο μας είναι δυνατόν να τους συμφιλιώσωμεν, με προσευχάς δηλαδή και με θυσίας εις την περίστασιν αυτήν, προσευχόμενοι διά τούτο εις τους εξουσιαστάς των [τους θεούς δηλ. του Άδου] αφού και ημείς εσυμφιλιώθημεν. Διότι ούτε από κακίαν ούτε από έχθραν ευρέθηκαν αντιμέτωποι, αλλ' από κακήν τύχην. Μάρτυρες δε αυτών είμεθα ημείς οι ίδιοι οι ζώντες. Διότι την ιδίαν καταγωγήν με αυτούς έχοντες εδώκαμεν ο ένας εις τον άλλον συγχώρησιν και δι' όσα [κακά] εκάμαμεν και δι' όσα επάθαμεν.
Κατόπιν δε τούτου, όταν αποκατεστάθη ανάμεσό μας τελεία ειρήνη, έμενεν η πόλις μας ήσυχη συγχωρώντας μεν τους βαρβάρους, διότι παθόντες απ' αυτήν σημαντικά εξεδικήθησαν όχι ολίγον, έχουσα όμως αγανάκτησιν εναντίον των Ελλήνων, διότι ενθυμείτο πώς ευεργετημένοι απ' αυτήν της επλήρωσαν έτσι [αχάριστα] την ευεργεσίαν ελθόντες εις σύμπραξιν με τους βαρβάρους, και αφαιρέσαντές της τα πλοία, που μια φορά τους είχαν σώσει αυτούς τους ίδιους, και κατεδαφίσαντες τα τείχη της σε καιρό που είχαμ' εμποδίσει ημείς πρωτύτερα να κατεδαφισθούν τα δικά τους. Κ' έχοντες την απόφασιν η πόλις να μην έλθη πλέον εις βοήθειαν των Ελλήνων μήτε εις περίστασιν που Έλληνες αναμεταξύ των επιχειρούν να υποδουλώνη ο ένας τον άλλον μήτε εις περίστασιν που βάρβαροι επιχειρούν τούτο, εκυβερνάτο έτσι [ήσυχα]. Όμως, ενώ ημείς τοιουτοτρόπως εσκεπτόμεθα, οι Λακεδαιμόνιοι νομίσαντες, ότι ημείς μεν οι υπερασπισταί της ελευθερίας έχομεν ξεπέσει, ότι δε ιδικόν τους πλέον έργον είναι να υποδουλώσουν τους άλλους, εβάλθηκαν εις ενέργειαν.
Όμως τις η ανάγκη να μακραίνω τον λόγον; αφού όχι παλαιά ουδ' εις άλλην ανθρώπων εποχήν γενόμενα συμβάντα θα έλεγα, ιστορώντας όσα κατόπιν συνέβησαν· διότι ημείς [από ιδίαν μας αντίληψιν] γνωρίζομεν πως έχοντες κυριευθή από κατάπληξιν ήλθαν εις την ανάγκην [να ζητήσουν την βοήθειαν] της πόλεως και οι πρώτοι ανάμεσα στους Έλληνας οι Αργείοι, οι Βοιωτοί, οι Κορίνθιοι και ακόμα τούτο δε είναι το θαυμασιώτερον όλων — ο βασιλεύς [των Περσών] έχοντες περιπέσει εις τόσην αμηχανίαν, ώστε να παρσυσιασθή εις αυτόν απαραίτητα η ανάγκη από πούπετα αλλούθε να κατορθώση την σωτηρίαν του παρά απ' αυτήν εδώ την πόλιν, που τόσον επιθυμούσε να την εξολοθρεύση. Και αληθινά αν κανείς ήθελε να κατηγορήση την πόλιν μας δίκαια, μόνον τούτο λέγοντας σωστά θα την κατηγορούσε, το ότι είναι πάντα της πολύ φιλεύσπλαχνος και πρόθυμη να βοηθή τους πλέον αδυνάτους (3) . Έτσι και τότε δεν μπόρεσε να συγκρατήση τον εαυτό της και να τηρήση αυτά που είχεν αποφασισμένα, δηλαδή να μη έλθη εις βοήθειαν κανενός απ' αυτούς που την αδίκησαν, αν εκινδύνευεν αυτός να υποδουλωθή, αλλά εμαλάκωσε και ήλθεν εις βοήθειαν και τους μεν Έλληνας αυτή μόνη της βοηθήσασα τους έλυσεν από την δουλείαν, ως που πάλιν αυτοί μόνοι τους οι ίδιοι υπεδούλωσαν τον εαυτόν τους, εις δε τον βασιλέα αυτή μεν [επισήμως] δεν έλαβε την τόλμην να έλθη εις βοήθειάν του, μη θέλοντας να ντροπιάση έτσι τα τρόπαια του Μαραθώνος, της Σαλαμίνος και των Πλαταιών, όμως με το ν' αφήση μόνον φυγάδες και εθελοντάς να γίνουν βοηθοί, έτσι κατά την κοινήν ομολογίαν τον έσωσε. Κτίσασα δε πάλιν τα τείχη της και κατασκευάσασα στόλον, όταν ευρέθη πάλιν εις την ανάγκην να πολεμήση, δεχθείσα άφοβα τον πόλεμον [όταν τον εκίνησαν εναντίον της] επολεμούσεν υπέρ των Αργείων εναντίον των Λακεδαιμονίων.
Φοβηθείς τότε την πόλιν ο βασιλεύς [της Περσίας], όταν έβλεπε τους Λακεδαιμονίους να είναι υποδεέστεροι εις τον πόλεμον κατά θάλασσαν, θέλοντας να έλθη εις διάστασιν [με ημάς] απαιτούσε να του δοθούν [ως υπήκοοι] οι Έλληνες της Ασίας, που πρωτύτερα τους είχαν παραχωρήσει εις αυτόν οι Λακεδαιμόνιοι, θέτων τούτο ως όρον αν ηθέλαμεν να γίνη σύμμαχος εις ημάς και εις τους άλλους συμμάχους, νομίζων πως δεν θα το εστέργαμεν και έτσι θα είχε πρόφασιν ν' αποτραβηχθή. Και διά μεν τους άλλους συμμάχους ευρέθη απατημένος, διότι έδειξαν την θέλησιν να του παραχωρήσουν και συνεφώνησαν μεταξύ τους και ωρκίσθησαν οι Κορίνθιοι και οι Αργείοι και οι Βοιωτοί και οι άλλοι σύμμαχοι, αν πραγματικώς έδιδεν [ο βασιλεύς] χρήματα, να του παραχωρήσουν τους εις την Ασίαν Έλληνας· μόνοι δε ημείς δεν είχαμεν αυτήν την τόλμην ούτε να προβούμεν εις την παραχώρησιν ούτε να ορκισθώμεν διά τούτο. Τόσον είναι πράγματι σταθερόν και εύρωστον το αίσθημα γενναιότητος και ελευθερίας και μισοβαρβαρισμού, το οποίον έχει η πόλις μας διά τον λόγον ότι γνήσιοι είμεθα Έλληνες και με βαρβάρους δεν ήλθαμεν εις επιμιξίαν. Διότι ούτε διάφοροι Πέλοπες, ούτε διάφοροι Κάδμοι, ούτε Αιγύπτιοι και Δαναοί, ούτε διάφοροι άλλοι πολλοί βάρβαροι κατά το γένος των και μόνον κατά νόμον Έλληνες έχουν κατοικήσει μαζί μας, αλλ' ημείς Έλληνες και όχι με βαρβάρους ανάκατοι είμεθα της χώρας ημών κάτοικοι, δι' αυτό δε υπάρχει εσωτερικόν εις την πόλιν μας και αμετάβλητον το μίσος εναντίον ξένων φυλών. Έτσι όμως και δι' αυτό απομονώθημεν πάλιν, διότι δεν εστέρξαμεν να διαπράξωμεν έργον αισχρόν και ανόσιον, Έλληνας παραχωρούντες εις βαρβάρους. Ελθόντες λοιπόν εις την αυτήν κατάστασιν, εις την οποίαν και πρωτύτερα ευρισκόμενοι είχαμεν καταβληθή εις τον πόλεμον, τώρα εκάμαμεν με την βοήθειαν του θεού καλύτερα τον πόλεμον παρά τότε· διότι εβγήκαμεν από τον πόλεμον έχοντες και πλοία και τείχη και τας αποικίας τας ιδικάς μας· τόσον πρόθυμοι ήσαν να βγουν από τον πόλεμον και οι αντίπαλοί μας· όμως και εις τον πόλεμον αυτόν εχάσαμεν άνδρας εναρέτους και εκείνους που εφονεύθησαν εις την Κόρινθον ένεκα της κακής τοποθεσίας και εκείνους που εφονεύθησαν εις το Λέχαιον από προδοσίαν· ανδρείοι δε υπήρξαν και εκείνοι που ελευθέρωσαν τον βασιλέα και έδιωξαν από την θάλασσαν τους Λακεδαιμονίους, εκείνους δε εγώ μεν σας τους υπενθυμίζω, σεις δε πρέπει να επαινήτε όμοια και να εγκωμιάζετε τοιούτους άνδρας.
Και τα μεν έργα λοιπόν την ανδρών που είναι εδώ θαμμένοι και των άλλον όσοι χάριν της πατρίδος απέθαναν είναι αυτά, πολλά μεν και ωραία όσα ειπώθηκαν, πολύ δε περισσότερα ακόμη και καλύτερα είναι τα υπόλοιπα· διότι πολλά ημερόνυχτα δεν θα έφθαναν εις εκείνον που θα επρόκειτο όλα τελειωτικώς να ειπή. Ώστε ημείς ενθυμίζοντας αυτούς εις τους απογόνους των πρέπει να συμβουλεύωμεν κάθε άνδρα, όπως διά τον πόλεμον (γίνεται τούτο), να μη εγκαταλίπη την τάξιν των προγόνων μηδέ να επιστρέφη εις τα οπίσω αθλίως οπισθοχωρών. Εγώ μεν λοιπόν, ω παιδιά γενναίων ανδρών, και τώρα σας προτρέπω και εις το μέλλον όπου τυχαίνει να σας συναντώ θα σας υπενθυμίζω και θα σας προτρέπω να προσπαθήτε πρόθυμα να είσθε άριστοι. Κατά το παρόν δε σωστό είναι να σας επαναλάβω όσα οι πατέρες σας όταν επέσκηπταν οι κίνδυνοι, μας εσυνιστούσαν, αν τους συνέβαινε να πάθουν, διά να τα ειπούμεν ημείς εις τους επιζώντας [συγγενείς των]: και όσα θα σας έλεγαν μ' ευχαρίστησίν των αυτοί οι ίδιοι, αν μπορούσαν [να μιλήσουν], συμπεραίνοντές τα εγώ απ' όσα έλεγαν εκείνοι τότε· πρέπει όμως ακούοντας όσα θ' απαγγέλλω να νομίζετε ότι απ' αυτούς τους ίδιους τακούετε· έλεγαν δε τα εξής:
Ω παίδες, το ότι μεν είσθε από πατέρας ανδρείους, τούτο αποδεικνύεται από το ήδη παρόν (4) . Ημείς δε, ενώ μας ήτο δυνατόν να ζώμεν καλώς, επροτιμήσαμεν ν' αποθάνωμεν καλύτερα πριχού σας και τους ύστερ' από σας αφήσωμεν ντροπιασμένους και πριχού τους πατέρας μας και όλους τους προγόνους μας εντροπιάσωμε· έχοντες την γνώμην ότι εκείνος που ντροπιάζει το γένος του δεν αξίζει να ζη και ότι ένας τέτοιος ούτε εις τους ανθρώπους, ούτε εις τους θεούς δύναται να είναι αγαπητός, ούτε επάνω εις την γην, ούτε αποκάτω από την γην όταν αποθάνη. Πρέπει λοιπόν έχοντες εις την μνήμην σας τους ιδικούς μας λόγους, εάν και άλλην [εκτός της πολεμικής) καμμίαν ασχολίαν έχετε, να την εξασκήτε με αρετήν, γνωρίζοντες καλά ότι όλα, όταν αυτό τους λείπει, και τα κτήματα και τα επαγγέλματα είναι άσχημα και κακά· διότι ούτε ο πλούτος φέρνει λαμπρότητα εις εκείνον που τον έχει όντας άνανδρος, διότι δι' άλλους ο τοιούτος είναι πλούσιος και όχι διά τον εαυτόν του· ούτε η ωραιότης του σώματος και η δύναμις, υπάρχοντα εις δειλόν και άνανδρον, φαίνονται ταιριασμένα επάνω του, αλλ' ανάρμοστα και κάνουν μάλιστα περισσότερον να παρουσιάζεται εκείνος που τα έχει [τι είδους άνθρωπος είναι] και φανερώτερην κάνουν την δειλίαν του· και κάθε σοφή γνώσις χωρίς να συνοδεύεται από την δικαιοσύνην και από την άλλην αρετήν φαίνεται πονηρία και όχι σοφία. Δι' αυτούς λοιπόν τους λόγους η πρώτη και η τελευταία και η παντοτινή φροντίδα σας να είναι πώς να προσπαθήτε πάντοτε κατά ποίον τρόπον να υπερβήτε και ημείς ακόμη τους προγόνους σας εις την δόξαν. Ει δ' αλλέως, ξέρετέ το, εάν μεν σας νικώμεν ως προς την αρετήν, η νίκη μας αυτή μας φέρει εντροπήν, εάν δε νικώμεθα από σας [εις την αρετήν], η ήττα μας φέρει ευδαιμονίαν. Και χωρίς άλλο ημείς ήθελε νικηθώμεν και σεις ηθέλετε νικήσει, εάν παρασκευάσετε τον εαυτόν σας τοιουτοτρόπως, ώστε να μη κάμετε κατάχρησιν της δόξης των προγόνων μηδέ να καταδαπανήσετε αυτήν, γνωρίζοντες ότι εις άνδρα που θαρρεί ότι είναι κάτι δεν γίνεται πιο μεγάλη εντροπή από το να παρουσιάζη τον εαυτόν του να τον τιμούν όχι διά την αξίαν του εαυτού του, αλλά διά την δόξαν των προγόνων· διότι είναι μεν η τιμή των γονέων ωραίος θησαυρός και μεγαλοπεπής εις τους απογόνους· το να μεταχειρίζεται όμως ένας θησαυρόν χρημάτων και τιμών και να μη αφήνη αυτόν εις τους απογόνους του είναι κακόν και άνανδρον, διότι φανερώνει την αναξιότητά του εις το να κάμη ο ίδιος μόνος του αποκτήματα και τιμάς. Και αν μεν αυτά [όσα σας λέγομεν] εφαρμόσετε εις την ζωήν σας θα έλθετε φίλοι να μας εύρετε φίλους, όταν της μοίρας σας η τάξις σας φέρη [εις τον Άδην]· αν δε τα αμελήσετε και ξεπέσετε εις κακίαν, κανείς δεν θα σας υποδεχθή φιλικά. Εις τα παιδιά μεν αυτά ας είναι ειπωμένα.
Τους πατέρας μας δε, όσοι τυχόν ζουν, και τας μητέρας μας πρέπει πάντα να τους παρακινούμεν παρήγορα πώς να υποφέρουν ελαφρότερα την συμφορών, όταν τύχη αυτή να συμβή, και να μη προσπαθούν ν' αυξάνουν την θλίψιν των — διότι δεν θα υπάρχη έλλειψις θλιβερού πράγματος, διότι αρκετά η τύχη θα πορίζη εις αυτούς τούτο [το θλιβερόν] — αλλά να προσπαθώμεν ν' ανακουφίζωμεν αυτούς και να τους ησυχάζωμεν ενθυμίζοντάς τους ότι εκείνα τα μεγαλύτερα που ηύχοντο τα εισήκουσαν οι θεοί και τα επραγματοποίησαν· διότι δεν έκαναν ευχάς τα παιδιά τους να γίνουν αθάνατα, αλλά ανδρεία και δοξασμένα· και αυτά δα, που είναι τα μεγαλύτερα αγαθά, τα έλαβαν. Αλλέως και δεν είναι εύκολον εις άνδρα θνητόν όλα να του βγαίνουν εις το διάστημα της ζωής, όπως τα σκέπτεται. Και υποφέροντες γενναία τας συμφοράς θα φανούν ότι πραγματικά όντας ανδρείων παιδιών πατέρες είναι και αυτοί τοιούτοι [ανδρείοι]· ενώ, αν καταβάλλωνται από την λύπην, θα γεννήσουν την υποψίαν ή ότι δεν είναι δικοί μας πατέρες ή ότι εκείνοι που μας επαινούν λέγουν ψέμματα. Κανένα δε από τα δύο αυτά δεν ταιριάζει, αλλ' απεναντίας εκείνοι μάλιστα πρέπει να γίνωνται δι' έργων επαινέται μας, φανερώνοντας τον εαυτόν τους έτσι ώστε να δείχνεται ότι πράγματι είναι άνδρες πατέρες ανδρών. Όμως και εις την περίστασιν αυτήν το παλαιόν λόγιον «μηδέν άγαν» λεγόμενον παρουσιάζεται καλώς λεγόμενον διότι αληθινά επιτυχώς τώρα λέγεται. Διότι όποιος δεν εξαρτά παρά από τον εαυτόν του τα μέσα διά να φθάση εις την ευδαιμονίαν ή να την πλησιάση και δεν κρεμιέται απ' άλλους ανθρώπους, ώστε από το αν ευτυχήσουν ή δυστυχήσουν αυτοί αναγκαστικά να λαμβάνη ομοίως περιπετείας και η ζωή του, αυτός είναι ο αληθινά συνετός και αυτός είναι ο ανδρείος και ο φρόνιμος. Αυτός, και όταν αποκτήση χρήματα και παιδιά και τα χάση, όμοια θα συμμορφωθή με την παροιμίαν. Ούτε χαιρόμενος υπερβολικά ούτε λυπούμενος [υπερβολικά] θα φανή, διότι εις τον εαυτόν του μόνον δίδει βάσιν. Τέτοιοι δε έχομεν ημείς τουλάχιστον την αξίωσιν να είναι οι ιδικοί μας και τέτοιους τους θέλομεν και υποστηρίζομεν ότι είναι και τέτοιο παρουσιάζομεν τον εαυτό μας, χωρίς δηλαδή υπερβολικήν αγανάκτησιν ουδέ φόβον, αν τυχόν είναι χρεία τώρα ν' αποθάνωμεν· παρακαλούμεν λοιπόν και τους πατέρας και τας μητέρας αυτών, έχοντας τον όμοιον τρόπον σκέψεως, να περάσουν την επίλοιπη ζωή τους και να ξέρουν καλά πως όχι θρηνώντας και μυρολογώντας μας θα μας είναι πολύ ευχάριστοι, αλλ' αν οι πεθαμμένοι διατηρούν κάποιαν αίσθησιν των ζώντων τόσο πιο πολύ θα μας δυσαρεστούσαν, όσο έκαναν τυχόν τον εαυτόν τους να υποφέρη και ελυπούντο βαριά διά τας συμφοράς· ελαφρά δε και μέτρια λυπούμενοι παραπολύ θα μας ήσαν ευχάριστοι. Διότι η δική μας ζωή θα έχη πλέον το καλύτερον τέλος απ' όσα μπορεί να συμβούν εις τους ανθρώπους, ώστε αρμόζει να εγκωμιάζουν μάλλον αυτό παρά να θρηνολογούν, λαμβάνοντες δε φροντίδα για της γυναίκες μας και τα παιδιά μας και ανατρέφοντές τα και εις τούτο αφιερώνοντες την προσοχήν των, έτσι και την δυστυχίαν περισσότερον όσο το δυνατόν θα ελησμονούσαν και ωραιότερα θα εζούσαν και ορθότερα και αγαπητότερα εις ημάς. Αυτά δα λοιπόν είναι αρκετά να ειπωθούν από μέρους μας εις τους ιδικούς μας· προς την πόλιν δε ηθέλαμεν κάμει την δέησιν να λάβη προς χάριν μας φροντίδα των πατέρων μας και των παιδιών μας, αυτά μεν μορφώνοντας καλά, εκείνους δε γηροκομώντας όπως αξίζει· αν και καλά γνωρίζομεν ότι, και αν ημείς δεν παρακαλέσωμεν, πάντοτε αρκετά θα φροντίση δι' αυτό [η πόλις] μόνη της.
Αυτά λοιπόν, ω παίδες και γονείς των αποθαμμένων, και εκείνοι μας ανέθεσαν να σας απαγγείλωμεν και εγώ όσον μπορώ προθυμότατα σας απαγγέλλω. Και αφ' εαυτού μου υπέρ εκείνων παρακαλώ, τους μεν [παίδας] να μιμούνται τους γονείς των [τους αποθαμμένους), τους δε [πατέρας] να έχουν θάρρος χάριν των ιδικών των [παιδιών], διότι ημείς και ιδιωτικώς και από του δημοσίου ταμείου θα σας γηροκομήσωμεν και θα σας επιμεληθώμεν, όπου και όπως καθένας μας τύχη να συναντήση καθένα από τους συγγενείς εκείνων. Την φροντίδα δε της πόλεως ως προς τούτο την γνωρίζετε κάπως και σεις οι ίδιοι, ότι δηλαδή έχοντας βάλει νόμους ως προς τα παιδιά και τους γονείς εκείνων που πεθαίνουν εις τον πόλεμον αναλαμβάνει να φροντίζη δι' αυτούς και έχει προστάξει να επιβλέπη η ανωτάτη της πολιτείας αρχή, παραπάνω παρά διά τους άλλους πολίτας, ώστε οι πατέρες και οι μητέρες [των αποθαμμένων εις τον πόλεμον] να μη αδικούνται· τα παιδιά τους δε από κοινού τα ανατρέφει φροντίζουσα πώς προ πάντων να μένη αφανέρωτη εις αυτούς η ορφανία, παρουσιαζομένη ωσάν πατέρας τους αυτή αφ' όταν είναι ακόμη παιδιά· και όταν φθάσουν να γίνουν άνδρες τους εξαποστέλλει εις τα σπίτια των, στολίζοντάς τους με πανοπλίαν, θέλοντας να υποδείξη έτσι και να τους ενθυμίση τον τρόπον της ζωής του πατέρα των, δίνοντάς τους όργανα [όπλα] προς εξάσκησιν της πατρικής ανδρείας και συνάμα προς καλόν οιωνόν, ώστε να πρωταρχίσουν να παν εις το πατρικό τους σπίτι να το διοικήσουν διά της δυνάμεώς των στολισμένοι με όπλα. Αυτούς δε τους πεθαμμένους ποτέ δεν παύει να τιμά [η πόλις] κάθε χρόνον κάμνουσα από κοινού εις όλους τα πρέποντα (5) [μνημόσυνα], τα οποία και ιδιαιτέρως εις καθένα γίνονται, προς τούτοις δε έχουσι συστήσει προς τιμήν τους αγώνας γυμναστικούς και ιππικούς και κάθε καλής ασκήσεως πνευματικής και χωρίς επιτήδευσιν (6) έτσι παρουσιαζομένη διά μεν τους αποθαμμένους ωσάν πατέρας, διά δε τους γονείς των και τους άλλους συγγενείς των ωσάν επίτροπος, λαμβάνοντας τοιουτοτρόπως φροντίδα δι' όλα, δι' όλον τον καιρόν. Και αυτά έχοντες εις την ενθύμησίν μας πρέπει μαλακώτερα να υποφέρετε την συμφοράν. Διότι και εις τους αποθανόντας και εις τους ζωντανούς τοιουτοτρόπως θα είσθε πλέον αγαπητοί και πλέον πρόσφοροι εις το να φροντίζετε διά τους άλλους και να φροντίζεσθε απ' αυτούς. Τώρα δε πλέον και σεις και όλοι οι άλλοι από κοινού έχοντες μυρολογήσει σύμφωνα με τον νόμον τους αποθαμμένους απέλθετε.
Αυτός, αν αγαπάς, ο λόγος, ω Μενέξενε, είναι της Ασπασίας της Μιλησίας.
Μενέξενος
Μα τον Δία, ω Σωκράτη, αξιομακάριστη είναι η Ασπασία σου, αν γυναίκα όντας έχει την ικανότητα να συνθέτη τέτοιους λόγους (7) .
Σωκράτης
Αλλ' αν δεν πίστευες ακολούθει μαζί μου και θα την ακούσης την ίδια να μιλή [έτσι|.
Μενέξενος
Πολλάκις, Σωκράτη, εγώ έτυχε να συναναστραφώ την Ασπασίαν και γνωρίζω ποία είναι.
Σωκράτης
Τι λοιπόν; Δεν την θαυμάζεις και δεν της χρεωστάς χάρι για τον λόγο αυτό;
Μενέξενος
Και μεγάλη μάλιστα χάρι χρωστώ εγώ, Σωκράτη, για τον λόγο αυτό σ' εκείνην ή σ' εκείνον πού σου είπε τυχόν αυτόν και σύγκαιρα άλλη μεγάλη χάρι χρωστώ σ' αυτόν που μου τον είπε.
Σωκράτης
Πάει καλά. Όμως να μη το μαρτυρήσης [ότι σου απήγγειλα τον λόγον], για να σου απαγγείλω κι' άλλους ακόμη πολλούς και καλούς πολιτικούς λόγους δικούς της.
Μενέξενος
Να είσαι ήσυχος· δεν θα το μαρτυρήσω· μονάχα εσύ απάγγελλε [λόγους].
Σωκράτης
Αυτό δα θα γίνεται (ολοένα).
1) Ο Πλάτων επίτηδες εδώ και εις πολλά άλλα μηδαμινολογεί, αναφέρων ανεκδοτικάς λεπτομερείας, όπως έκαμναν οι φλύαροι ρήτορες.
2) Ο Πλάτων επίτηδες εδώ με σοφίσματα παραδοξολογεί όπως οι σοφισταί ρήτορες.
3) Ειρωνία της πολυπραγμοσύνης των Αθηνών.
4) Εις το κείμενον η φράσις είναι: «αυτό μηνύει το νυν παρόν.» Εξηγείται δε από άλλους μεταφραστάς «τούτο αποδεικνύεται (φανερώνεται από την παρούσαν περίστασιν (ή τελετήν). Αλλά σύμφωνα με την αισθητικήν της Αττικής διαλέκτου η φράσις είναι πλέον αόριστη και πλέον γενική.
5) Εις τας Αθήνας εγίνοντο κάθε χρόνον εορταστικά μνημόσυνα, των πεσόντων εις τους πολέμους, τα οποία όμως εκατάντησαν εις την εποχήν της παρακμής να είναι επίδειξις των ρητόρων και άδοξη του πλήθους μεγαλαυχία μάλλον παρά τιμή των ηρώων και φρονηματισμός του λαού. Διά τούτο περιλαμβάνει και τας εορτάς αυτάς εις την σατυρικήν ειρωνείαν του ο Πλάτων.
6) Η λέξις του κειμένου είναι: «ατεχνώς» της οποίας το διφορούμενον νόημα δεν μπορεί να αποδοθή.
7) Ο Πλάτων απέδωκε τον παράξενον αυτόν επιτάφιον εις την Ασπασίαν, ειρωνευόμενος το φημολογούμενον ότι η Ασπασία εβοήθει τον Περικλέα εις τα πολιτικά ζητήματα και σατυρίζων τούτο είτε ως γεγονός είτε ως φήμην. Ίσως όμως και η πρόθεσίς του να δείξη ότι αι ρητορικαί απεραντολογίαι αρμόζουν μάλλον εις γυναικείον νουν τον παρεκίνησαν εις τούτο.
<a href="http://fih.gr/view.php?filename=16b130410.jpg" target="_blank"><img src="http://fih.gr/images/16b130410.jpg" alt="FREE photo hosting by Fih.gr"></a>
ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΜΕΝΩΝ
ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΜΕΝΩΝ
ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Πώς μπορεί να γίνει κάποιος ενάρετος πολίτης; Τι είναι η αρετή; Η αρχαία κοινωνία -με κέντρο την Αθήνα- αγωνίζεται να βρει την απάντηση σε αυτό το ερώτημα που καθορίζει σημαντικά την ανθρώπινη συμπεριφορά. Οι πολίτες και οι πολιτικοί, ο καθένας από τη μεριά του, θεωρούν ότι η επιτυχής εκτέλεση των καθηκόντων υποδεικνύει και τον ενάρετο πολίτη της αρχαιότητας. Όμως ο Πλάτων, ο οποίος ερευνά τη φιλοσοφική αλήθεια για την αρετή, δεν αρκείται στις αντιλήψεις και τα πορίσματα της συμβατικής κοινωνίας. Ο δάσκαλός του ο Σωκράτης δηλώνει με παρρησία ότι δεν γνωρίζει τίποτα για την ουσία της. Πώς είναι, λοιπόν, δυνατόν εμείς οι υπόλοιποι να είμαστε βέβαιοι για τα επιτυχή αποτελέσματα των ενεργειών μας, για την καθημερινή μας αρετή;
Στον "Μένωνα" ο Πλάτων επιχειρεί για πρώτη φορά να υποδείξει και να περιγράψει τα όρια της έννοιας της αρετής. Ένα απαίδευτο παιδί -ένας ακόλουθος του αρχοντόπουλου από τη Θεσσαλία, του Μένωνα- δείχνει ότι είναι ικανό να εντοπίσει πώς κατασκευάζεται ένα τετράγωνο με διπλάσια επιφάνεια, κοντολογίς υπολογίζει με σχεδιαγράμματα έναν άρρητο αριθμό. Το γεγονός είναι εντυπωσιακό, διότι με τον τρόπο αυτό ο Πλάτων υποδεικνύει ότι η γνώση μας για το καθετί δεν είναι τίποτε άλλο παρά ανάμνηση, κάτι προσιτό σε όλους, αρκεί να υπάρξει και εκείνος ο δάσκαλος ο οποίος θα θέσει τις κατάλληλες ερωτήσεις για το ζήτημα, χωρίς να διδάξει από καθέδρας. Η αρετή όμως είναι γνώση; Είναι δυνατή η πρόσληψή της; Η υποθετική μέθοδος, ένα ακόμη θέμα του διαλόγου, που δεν είναι τίποτε άλλο παρά ο συνεχής έλεγχος των υπολογισμών και των κρίσεών μας, ανοίγει την προοπτική θετικής απάντησης, παρά την απουσία -από την κοινωνία- των ειδικών, των δασκάλων της αρετής.
(Ολόκληρο το βιβλίο σε απλό κείμενο)
ΠΛΑΤΩΝ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ Χ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ
ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΜΕΝΩΝ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ Χ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ
ΠΛΑΤΩΝΟΣ
ΜΕΝΩΝ Ή ΠΕΡΙ ΑΡΕΤΗΣ
ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΔΙΑΛΟΓΟΥ
ΜΕΝΩΝ ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΓΑΪΣ ΜΕΝΩΝΟΣ ΑΝΥΤΟΣ
Η κυρία υπόθεσις είναι αν η αρετή είναι διδακτή ή ασκητή ή δεν είναι τοιούτον, αλλά φύσει ενυπάρχει εις τους ανθρώπους. — Κατά τον A s t το κύριον ζήτημα δεν λύεται αλλά μόνον ενδείξεις παρέχονται, ότι η αρετή δεν δύναται να είναι διδακτή, διότι ουδείς διδάσκαλος αυτής δύναται να ευρεθή και μόνον εκ θείας μοίρας είναι δυνατόν να δοθή εις έν άτομον. Εν τούτοις με την εξήγησιν αυτήν θα εχαρακτηρίζετο ως άλογος και τυφλή ενέργεια, — όπερ είναι εντελώς αντίθετον προς την Πλατωτικήν Φιλοσοφίαν. — Ο διάλογος ούτος συνάπτεται προς τον Γοργίαν και Πρωταγόραν, συνεγράφη δε πάντως μετά το 395 π. Χ.
Μένων
Ειμπορείς να μου ειπής, ω Σωκράτη, εάν την αρετήν δυνάμεθα να την
αποκτήσωμεν δια της διδασκαλίας ή αρκεί μόνον η τριβή και η πείρα; ή
τέλος πάντων, αν δεν εξαρτάται διόλου ούτε από την άσκησιν ούτε από
την μάθησιν, αλλ' υπάρχει και φανερώνεται εις τους ανθρώπους κατά
φυσικόν χάρισμα (1) ή προέρχεται από οιανδήποτε άλλην αιτίαν εκτός
των ανωτέρω;
Σωκράτης Ω Μένων, μέχρι σήμερον οι Θεσσαλοί ήσαν περίφημοι μεταξύ των Ελλήνων και εθαυμάζοντο δια την επιδεξιότητά των εις την ιππικήν και δια τα πλούτη των· άλλα τόρα, καθώς μου φαίνεται, εξέχουν και δια την σοφίαν των ακόμη· και προ πάντων οι συμπολίται του φίλου σου Αριστίππου του Λαρισαίου· και αίτιος τούτου είναι ο Γοργίας. Διότι ελθών εις την πόλιν προσελήφθη δια την σοφίαν του και από τους πρώτους των Αλευαδών, εκ των οποίων είς είναι και ο φίλος σου Αρίστιππος, και από τους μάλλον διακεκριμένους μεταξύ των άλλων Θεσσαλών· και αυτός σας έχει συνηθίσει ν' απαντάτε οριστικά (μετά βεβαιότητος) και επιβλητικώς (μεγαλοπρεπώς), εάν κανείς ερωτήση τίποτε, όπως φυσικά είναι επόμενον ν' απαντά ένας που γνωρίζει, αφού και αυτός, άλλως τε, προσφέρει τον εαυτόν του, δι' οιανδήποτε ερώτησιν, εις όλους τους Έλληνας, εάν κανείς μεταξύ αυτών θέλει να ερωτήση· δεν υπάρχει δε κανείς εις τον οποίον να μην απαντά επί οιουδήποτε ζητήματος, που ειξεύρει. Αλλ' εδώ, αγαπητέ Μένων, τα πράγματα συμβαίνουν εντελώς το εναντίον σαν κάπποια ξηρασία σοφίας έχει γίνει (2) και υπάρχει κίνδυνος να φύγη η σοφία από τους τόπους αυτούς ναλθή κοντά σας. Και αν ήθελες από περιέργεια να ερωτήσης κανένα από τους εδώ με τέτοιον τρόπον, δεν υπάρχει κανείς να μη γελάση και να ειπή· ω ξένε, αναμφιβόλως, με παίρνεις δια κανένα πολύ ευτυχή θνητόν, διά να πιστεύης, ότι γνωρίζω, εάν η αρετή ειμπορή να διδαχθή ή να αποκτηθή με οιονδήποτε άλλον τρόπον. Εγώ δε, ό,τι αναμφιβόλως, χωρίς φόβον Γνωρίζω, είναι ότι όχι μόνον δεν ειξεύρω, αν η αρετή δύναται να διδαχθή ή όχι, αλλά και τούτο ακόμη αγνοώ, εάν πράγματι υπάρχη καθόλου αρετή. Και εγώ δε δυστυχώς, ω Μένων, ευρίσκομαι εις την ιδίαν κατάστασιν. Είμαι εις την ίδιαν φτώχεια από το πράγμα αυτό, όπως και οι άλλοι συμπολίται μου, και κατηγορώ τον εαυτόν μου, ότι δεν ειξεύρω τίποτε περί της αρετής. Και πώς θα ειμπορώ να γνωρίζω τας ιδιότητας ενός πράγματος, του οποίου αγνοώ και αυτήν την φύσιν; Ή σου φαίνεται δυνατόν, εάν κανείς δεν γνωρίζη διόλου τον Μένωνα ποιός είναι, να ειμπορή να ξεύρη, εάν είναι καλός (ωραίος!) ή πλούσιος ή ευγενής ή όλως διόλου το εναντίον; το πιστεύεις ότι είναι δυνατόν τέτοιο πράγμα;
Μένων
Βεβαίως όχι, δεν το πιστεύω. Μα αλήθεια, Σωκράτη, ότι και συ δεν
Γνωρίζεις τι είναι αρετή; Έτσι να κοινοποιήσωμεν διά σε στους ιδικούς
μας, όταν ξαναγυρίσωμεν;
Σωκράτης
Όχι μόνον τούτο, φίλε μου, αλλά ότι δεν εύρον κανένα ακόμη έως τόρα
να γνωρίζη, όπως τουλάχιστον μου φαίνεται.
Μένων
Πώς λοιπόν δεν απήντησες καθόλου τον Γοργίαν, όταν ήτο εδώ;
Σωκράτης
Μάλιστα, τον είδα.
Μένων
Και σου εφάνηκε, ότι δεν είξευρε;
Σωκράτης
Δεν ενθυμούμαι και καλά, Μένων, ώστε δεν ξεύρω τίποτε, ως προς το
παρόν, πώς τότε μου εφάνη. Ίσως όμως και εκείνος να γνωρίζη και συ
πάλιν εκείνα που εκείνος έλεγεν. Ενθύμησέ με λοιπόν τι είπεν ή αν δεν
θέλης τα ιδικά του λόγια, ειπέ μου συ ο ίδιος.
Μένων
Πολύ καλά.
Σωκράτης
Λοιπόν ας αφήσωμεν τον Γοργίαν, αφού είναι και απών. Αλλά συ, Μένων,
μα τους θεούς τι λέγεις, ότι είναι αρετή;
Μάθε μου και μη φθονήσης, και έτσι θα φανώ ψεύστης διά το ευτυχέστατον ψέμα, αν αποδείξης ότι και συ και ο Γοργίας γνωρίζετε το πράγμα, το οποίον εγώ είπον, ότι ποτέ δεν μου έτυχε ν' απαντήσω κανένα που να το ειξεύρη.
Μένων
Μα δεν είναι δύσκολον, Σωκράτη, να σου ειπώ (εξηγήσω). Και πρώτον, αν
θέλης να σου ειπώ από τι συνίσταται (τι είναι δηλονότι) αρετή του
ανδρός, είναι ευκολώτατον· εκείνη λέγεται αρετή του ανδρός, όταν
αυτός έχει την ικανότητα να πολιτεύεται εις την πατρίδα του με
τοιούτον τρόπον, ώστε τους μεν φίλους να ευεργετή, τους δε εχθρούς να
βλάπτη, αυτός δε ο ίδιος να προσέχη να μη πάθη τοιούτον εκ μέρους
των· αν δε πάλιν θέλης να μάθης αρετήν γυναικός, δεν είναι δύσκολον
να σου αναπτύξω, ότι αυτή πρέπει να διοική καλά το σπίτι της
διασώζουσα τα εντός του οίκου (3) και να υπακούη εις τον άνδρα της·
υπάρχει ακόμη και άλλη αρετή του παιδιού και εκ των δύο φύλων και της
κόρης και του αγοριού και του γέροντος, εάν μεν θέλης εκείνας που
ταιριάζουν εις τον ελεύθερον, εάν δε θέλης, εις τον δούλον και πλήθος
άλλων αρετών υπάρχουν, ώστε δεν υπάρχει διόλου δυσκολία να ομιλήση
κανείς περί της αρετής τι είναι· διότι η αρετή ποικίλλει μόνον κατά
ηλικίαν ή κατά επάγγελμα· υπάρχει δε μία αρετή διά πάσαν πράξιν ημών.
Το ίδιο σκέπτομαι, Σωκράτη, και διά την κακίαν.
Σωκράτης
Μου φαίνεται, Μένων, ότι ευρίσκομαι εις μίαν στιγμήν μοναδικής
ευτυχίας· διότι δεν εζητούσα παρά μίαν μόνον αρετήν και ήδη έχω εύρει
πλήθος αρετών να ευρίσκωνται κοντά σου. Αλλά, Μένων, κάμε μου την
χάριν να μου εξηγήσης κατά ταύτην την εικόνα όσον αφορά τα σμήνη, εάν
εγώ σ' ερωτούσα περί της μελίσσης, ποία είναι η φύσις αυτής, και συ
μου απαντούσες, ότι υπάρχουν πολλαί και ποικίλαι μέλισσαι πολλών
ειδών, και αν εξηκολούθουν να σ' ερωτώ, θα έλεγες άραγε ότι ακριβώς
δι' αυτό (ένεκα της ουσίας των μελισσών) είναι πολλαί και ποικίλαι
και πολλών ειδών μεταξύ των, διότι είναι μέλισσαι, ή κατά τούτο
ουδόλως διαφέρουν, αλλά εις άλλο τι, παραδείγματος χάριν κατά την
ωραιότητα, το μέγεθος, ή εις άλλο τι εκ των τοιούτων; ειπέ μου τι θα
απαντούσες, εάν σ' ηρώτουν έτσι;
Μένων
Θα έλεγα, ότι αι μέλισσας ως μέλισσαι ουδόλως διαφέρουν η μία από την
άλλην.
Σωκράτης
Και αν επρόσθετα κατόπιν, Μένων, ειπέ μου, λοιπόν αυτό· από τι
συνίσταται (τι είναι η φύσις) εκείνο διά το οποίον δεν διαφέρουν
ουδόλως μεταξύ των αι μέλισσαι, αλλ' όλαι είναι το ίδιον, είχες
τίποτε τότε να μου ειπής;
Μένων
Αναμφιβόλως.
Σωκράτης
Έτσι λοιπόν και περί των αρετών αν και είναι πολλαί και ποικίλαι,
ουχ' ήττον όμως όλαι έχουν μίαν μόνον ουσίαν κοινήν (ένα είδος
κοινόν), διά την οποίαν είναι αρεταί· και ακριβώς επάνω εις αυτήν
πρέπει ν' αποβλέψη εκείνος που πρέπει ν' απαντήση, εις εκείνον που
ερωτά και αυτό να φανερώση· ή μήπως δεν μ' εννοείς τι λέγω;
Μένων
Νομίζω, ότι εννοώ. Και όμως δεν έχω ακόμη ακριβή ιδέαν, όπως εγώ
θέλω, του ζητήματος.
Σωκράτης
Και ποίον εκ των δύο, σου φαίνεται, Μένων, ότι μόνον περί αρετής
ισχύει, ότι άλλη είναι διά τον άνδρα, άλλη διά την γυναίκα και ούτω
καθεξής; ή σκέπτεσαι, ομοίως, και περί της υγείας και περί του
μεγαλείου και περί της δυνάμεως; και άλλη μεν σου φαίνεται η υγεία
του ανδρός και άλλη της γυναικός; ή παντού υπάρχει η ίδια ουσία,
οπουδήποτε και αν ευρίσκεται, εάν υπάρχη βεβαίως υγεία, είτε εις τον
άνδρα είτε εις άλλον τινά οιονδήποτε;
Μένων
Μου φαίνεται, ότι η αυτή υγεία υπάρχει και διά τον άνδρα και διά την
γυναίκα.
Σωκράτης
Αναμφιβόλως και το μεγαλείον και η δύναμις; εάν βεβαίως είναι δυνατή
γυναίκα, κατά την αυτήν ουσίαν και κατά την αυτήν δύναμιν θα είναι
ισχυρά, όπως εις τον άνδρα; διότι εγώ λέγω το ίδιον και διά την
δύναμιν· ουδόλως διαφέρει η ισχύς να είναι ισχύς εάν είναι εις τον
άνδρα ή εις την γυναίκα· ή σου φαίνεται, ότι διαφέρουν;
Μένων
Ουδόλως βεβαίως.
Σωκράτης
Και η αρετή διαφέρει καθόλου κατ' ουσίαν, εάν είναι είτε εις το παιδί
είτε εις τον γέροντα είτε εις την γυναίκα είτε εις τον άνδρα;
Μένων
Εις εμέ, Σωκράτη, φαίνεται, ότι αυτή δεν ομοιάζει τ' άλλα που
ανέφερες.
Σωκράτης
Μα πώς; δεν έλεγες αρετήν του ανδρός το να καλοδιοική την πόλιν και
της γυναικός το σπίτι;
Μένων
Βέβαια.
Σωκράτης
Πώς λοιπόν είναι δυνατόν να διοικήση καλώς ή πόλιν ή οικίαν ή
οτιδήποτε άλλο, εάν δεν γνωρίζη καλώς τους κανόνας της σωφροσύνης και
της δικαιοσύνης;
Μένων
Όχι βέβαια.
Σωκράτης
Λοιπόν, αν διοικούν σωφρόνως και δικαίως, αναμφιβόλως διά της
δικαιοσύνης και σωφροσύνης θα διοικήσουν;
Μένων
Κατ' ανάγκην.
Σωκράτης
Και οι δύο λοιπόν έχουν ανάγκην των αυτών πραγμάτων διά να είναι
ενάρετοι (αγαθοί), της δικαιοσύνης και της σωφροσύνης;
Μένων
Είναι προφανές.
Σωκράτης
Αλλ' ακόμη και το παιδί και ο γέρων, εάν είναι ακόλαστοι και άδικοι,
είναι δυνατόν ποτε να είναι δίκαιοι;
Μένων
Όχι βέβαια.
Σωκράτης
Αλλά σώφρονες και δίκαιοι;
Μένων
Ναι.
Σωκράτης
Λοιπόν όλοι οι άνθρωποι είναι ενάρετοι κατά τον ίδιον τρόπον, αφού
είναι τοιούτοι μόνον διά της προσκτήσεως των αυτών πραγμάτων.
Μένων
Είναι προφανές.
Σωκράτης
Αλλά δεν θα είναι ενάρετοι κατά τον ίδιον τρόπον, εάν δεν είχον και
την ίδιαν αρετήν;
Μένων
Όχι αναμφιβόλως.
Σωκράτης
Επειδή λοιπόν όλων η αρετή είναι η αυτή (η αυτή αρετή είναι δι'
όλους) προσπάθησε να μου ειπής και να ενθυμυθής τι είναι αυτό που την
συνιστά (αποτελεί) κατά τον Γοργίαν και κατά ιδικήν σου γνώμην
συμφώνως μ' εκείνον.
Μένων
Αν ζητής ένα γενικόν ορισμόν δι' αυτήν, τι άλλο είναι παρά μία
ικανότης να άρχη των ανθρώπων;
Σωκράτης
Αλλ' αυτό είναι αποτέλεσμα εκείνου που ζητώ· και ειπέ μου, Μένων,
αυτή είνε η αρετή ενός παιδιού και του δούλου, δηλονότι, να είναι
ικανός ν' άρχη (έχη επιρροήν) επί του κυρίου του, σου φαίνεται δε
ακόμη και αν είναι δούλος ο άρχων;
Μένων
Δεν μου φαίνεται, Σωκράτη.
Σωκράτης
Βεβαίως αυτό θα ήτο παράλογον, αγαθέ μου φίλε· για σκέψου και το
εξής· η αρετή λέγεις είναι η ικανότης του άρχειν· αλλά δεν θα
προσθέσωμεν ενταύθα και το δικαίως, και θα αποκλείσωμεν το αδίκως;
Μένων
Έτσι νομίζω, διότι η δικαιοσύνη, Σωκράτη, είναι αρετή.
Σωκράτης
Ποίον εκ των δύο, ω Μένων, αρετή ή κάποια αρετή;
Μένων
Τι θέλεις να ειπής;
Σωκράτης
Όπως θα ειπώ περί οιουδήποτε άλλου πράγματος, παραδείγματος χάριν,
εάν θέλης (να ομιλήσω) περί στρογγυλότητος, θα ειπώ βεβαίως ότι είναι
κάποιο σχήμα και όχι μόνον έτσι απλώς, ότι είναι σχήμα· αυτός δεν
είναι ο λόγος, διότι θα ομιλήσω έτσι, επειδή υπάρχουν και άλλα
σχήματα.
Μένων
Ομιλείς σωστά· αλλά και εγώ, βεβαίως, υποστηρίζων επίσης, ότι η
δικαιοσύνη δεν είναι μοναδική αρετή αλλ' υπάρχουν και άλλαι αρεταί.
Σωκράτης
Ποίαι είναι αύται; ειπέ τας, όπως και εγώ θα σου ειπώ τα άλλα
σχήματα, εάν με προστάξης· κάμε και συ το ίδιον· ονόμασέ μου και
άλλας αρετάς.
Μένων
Μου φαίνεται, ότι η ανδρεία είναι αρετή και η σωφροσύνη, και η σοφία
και η μεγαλοπρέπεια και πλήθος άλλων.
Σωκράτης
Έχομεν πάθει πάλιν το ίδιον, ω Μένων (εξαναπέσαμεν πάλιν εις το ίδιον
ασυμβίβαστον). Ημείς δεν ζητούμεν παρά μίαν μόνον αρετήν και έχομεν
εύρει πολλάς κατ' άλλον τρόπον ή τόρα δα· την μοναδικήν δε εκείνην
αρετήν, η οποία υπάρχει μέσα εις όλας τας άλλας, δεν δυνάμεθα ν'
ανακαλύψωμεν.
Μένων
Δεν ειμπορώ, Σωκράτη, τέτοιαν που συ ζητείς, η οποία να ευρίσκεται
μέσα εις όλας τας άλλας αρετάς, όπως διά τα άλλα πράγματα.
Σωκράτης
Δικαίως. Δεν εκπλήττομαι. Αλλ' εγώ θα προσπαθήσω, όσον ειμπορώ, διά
να προχωρήσωμεν παραπάνω εις την ανακάλυψιν αυτής, εάν δυνηθώ.
Εννοείς, αναμφιβόλως, ότι έτσι συμβαίνει και με όλα τάλλα· εάν τις σ'
ηρώτα περί εκείνου, περί του οποίου τόρα δα έλεγον, τι είναι σχήμα, ω
Μένων, εάν του έλεγες, ότι είναι στρογγυλότης, και σου απαντούσε,
όπως εγώ ηρώτησα, ποιον εκ των δύο συμβαίνει, εάν η στρογγυλότης
είναι το σχήμα ή κάποιον σχήμα, θα έλεγες, ότι είναι κάποιο σχήμα;
Μένων
Βεβαιότατα.
Σωκράτης
Και κυρίως, διότι υπάρχουν και άλλα σχήματα;
Μένων
Ναι.
Σωκράτης
Και αν πάλιν σε ηρώτα· ποία; θα του έλεγες;
Μένων
Βέβαια.
Σωκράτης
Και αν πάλιν σε ηρώτα περί χρώματος, τι είναι, συ δε αφού του
απαντούσες, ότι είναι το λευκόν, και μετά ταύτα πάλιν ηρώτα, ποίον εκ
των δύο, το λευκόν είναι το χρώμα ή είναι κάποιο χρώμα, θα του
έλεγες, ότι είναι κάποιο χρώμα, διότι υπάρχουν και άλλα;
Μένων
Βέβαια.
Σωκράτης
Και αν επέμενε να του ειπής και άλλα χρώματα, θα του έλεγες και άλλα,
τα όποια δεν έτυχε να είναι λευκά;
Μένων
Ναι.
Σωκράτης
Και αν, λοιπόν, έπαιρνε τον λόγον, καθώς εγώ, και έλεγεν ότι φθάνομεν
πάντοτε εις πολλά, αλλ' όχι έτσι, όπως εμένα, αλλ' (έλεγεν), ότι τα
πολλά αυτά, επειδή ονομάζεις μ' ένα και το αυτό όνομα και ομολογείς,
ότι κανένα απ' αυτά δεν είνε και σχήμα, και αυτά και τ' αντίθετα
αυτών, τι είνε τότε εκείνο, το οποίον είναι μέσα και εις το
στρογγυλόν και το ευθύ, και το οποίον ονομάζεις σχήμα, και ουχ' ήττον
δεν θα βεβαιώνεις πάλιν, ότι το ευθύ ή το στρογγυλόν είνε σχήμα; ή
μήπως δεν νομίζεις έτσι;
Μένων
Βέβαια.
Σωκράτης
Λοιπόν, όταν ομιλής τοιουτοτρόπως, τότε δεν λέγεις τίποτε άλλο παρ'
ότι το στρογγύλον είνε στρογγύλον ή ευθύ (ίσιο), και το ευθύ ευθύ ή
στρογγύλον;
Μένων
Όχι βέβαια, Σωκράτη.
Σωκράτης
Αλλά βεβαίως ουδόλως θα ειπής ότι σχήμα του ευθέος είναι το
στρογγύλον ή αντιθέτως ότι το ένα είνε σχήμα του άλλου.
Μένων
Αληθινά ομιλείς.
Σωκράτης
Τι λοιπόν είναι εκείνο του όποιου το όνομα είνε σχήμα; προσπάθησε να
ειπής· εάν λοιπόν, εις τον ερωτώντα τοιουτοτρόπως περί του χρώματος ή
του σχήματος έλεγες, ότι δεν σ' εννοώ, ω άνθρωπε, ουδέ γνωρίζω τι
θέλεις να ειπής, ίσως απορούσε και θα έλεγεν δεν εννοείς, ότι ζητώ
εκείνο που είνε μέσα εις όλα το ίδιον; ή ουδέ εις αυτά, ω Μένων,
ειμπορούσες ν' απαντήσης, εάν κανείς σ' ερωτούσε· τι είναι και διά το
στρογγύλον και το ευθύ και τα άλλα, που ονομάζεις σχήματα, το ίδιον
δι' όλα; προσπάθησε να ειπής, διά να σκεφθής να δώσης απάντησιν και
περί της αρετής.
Μένων
Όχι, Σωκράτη, συ ειπέ.
Σωκράτης
Θέλεις να σου κάμω την χάριν;
Μένων
Βεβαιότατα.
Σωκράτης
Θα θελήσης και συ ύστερα να μου ειπής περί της αρετής;
Μένων
Ναι.
Σωκράτης
Ας προθυμοποιηθώμεν λοιπόν, διότι αξίζει.
Μένων
Και πολύ μάλιστα.
Σωκράτης
Και ας προσπαθήσωμεν να ειπούμεν, τι είναι σχήμα· και σκέψου, αν
παραδέχεσαι, ότι είναι αυτό· σχήμα δε ας είναι δι' ημάς εκείνο, το
οποίον μόνον εξ όλων των όντων τυγχάνει πάντοτε ν' ακολουθή το χρώμα·
σου είναι αρκετόν, νομίζω, ή ζητείς τίποτε άλλο; εγώ τουλάχιστον θα
ευχαριστηθώ, εάν μου καθώριζες έτσι την αρετήν.
Μένων
Αλλ' αυτό είναι απλοϊκό, Σωκράτη.
Σωκράτης
Γιατί; τι εννοείς;
Μένων
Σχήμα κατά τον ορισμόν σου δεν είναι, παρ' εκείνο που τ' ακολουθή το
χρώμα. Έστω. Αλλ' αν κανένας δεν ήθελε να ειπή, ότι γνωρίζει το
χρώμα, αλλ' απορεί, όπως και διά το σχήμα, πώς σου φαίνεται θ'
απαντούσες;
Σωκράτης
Αλήθεια· και αν ο ερωτών ήθελεν είσθαι κανείς από τους σοφούς
(συζητητικούς και εριστικούς (διαλεκτικούς) και αγωνιστικούς), θα του
έλεγον, ότι και εις εμέ έχει λεχθή· εάν δε δεν λέγω ορθώς, είναι
ιδική σου δουλειά τόρα να λάβης τον λόγον και να ελέγχης
(αποδεικνύων). Εάν όμως, φίλοι, όπως εγώ και συ, θα ήθελον να
συνδιαλέγωνται, τότε πρέπει, κάπως πλέον ήρεμα και διαλεκτικά, ν'
απαντήσω. Είναι δε, ίσως, μάλλον διαλεκτικόν, όχι μόνον το ν'
αποκριθώ εγώ ταληθή αλλά και εκείνα τα οποία ο ερωτώμενος ομολογεί
ότι γνωρίζει. Θα προσπαθήσω δε και εγώ έτσι να σου ομιλήσω· τι
ονομάζεις τέλος (τέρμα); εγώ λέγω, εκείνο το οποίον έχει πέρας και
έσχατον (τελευταίον), όλα δε αυτά εγώ τα λέγω τα ίδια· μόνον ο
Πρόδικος ίσως θα είχεν αντιλογίας· αλλά και συ, βέβαια, ονομάζεις,
εκείνο το οποίον έχει τελειώσει και έχει λήξει· αυτό περίπου θέλω να
ειπώ, ουδόλως ποικίλον (περιέργως πολύπλοκον).
Μένων
Έτσι τ' ονομάζω· και νομίζω, ότι εννοώ τι λέγεις.
Σωκράτης
Επίσης και επίπεδον και στερεόν ονομάζεις κάτι, όπως αυτά τα οποία
καθορίζονται εις τας γεωμετρίας;
Μένων
Βέβαια έτσι το καλώ.
Σωκράτης
Τώρα λοιπόν ειμπορείς να εννοήσης εκ τούτων εκείνο, το οποίον ονομάζω
σχήμα. Διότι, διά παν σχήμα λέγω αυτό, ότι εκείνο που τελειώνει το
στερεόν, αυτό είναι σχήμα· το οποίον αφού ήθελον αντιληφθή ήθελον
είπει, ότι το πέρας του στερεού είναι σχήμα.
Μένων
Το δε χρώμα πώς ονομάζεις, Σωκράτη;
Σωκράτης
Είσαι θρασύς (απαιτητικός), Μένων, αφού προστάζεις γέρων άνθρωπον ν'
αποκριθή σκοτούρες (δύσκολα), συ δε δεν θέλεις να ενθυμηθής, όπως μου
ειπής· τι λέγει ο Γοργίας, ότι είναι αρετή.
Μένων
Άμα μου ειπής και τούτο, Σωκράτη, θα σου ειπώ.
Σωκράτης
Και ο αδαής, ακόμη, Μένων, ήθελε σ' εννοήση, όταν συ διαλέγεσαι, ότι
είσαι καλός και ότι σ' αγαπούν (έχεις εραστάς).
Μένων
Διατί;
Σωκράτης
Διότι δεν κάνεις τίποτε άλλο παρά να διατάσσης εις τας διαλέξεις,
όπως κάνουν, όσοι τρυφούν (διασκεδάζουν), διότι είναι τύραννοι,
μέχρις ότου έλθη η κατάλληλος ώρα· συγχρόνως δε αντελήφθης, ότι είμαι
κατώτερος προς τους καλούς (4)· θα σου χαρισθώ λοιπόν και θ'
αποκριθώ.
Μένων
Μα κάμε μου την χάριν.
Σωκράτης
Θέλεις να σου απαντήσω κατά τον τρόπον του Γοργία, τον οποίον συ
ευκολώτατα ειμπορείς να παρακολουθήσης;
Μένων
Ναι θέλω· γιατί όχι:
Σωκράτης
Δεν ομολογείς μετά του Εμπεδοκλέους, ότι υπάρχουν απορροαί(6) τινες
μέσα εις τα σώματα;
Μένων
Βεβαιότατα.
Σωκράτης
Και πόροι, εις τους οποίους και διά των οποίων περνούν αι απορροαί
αύται;
Μένων
Είναι αληθές.
Σωκράτης
Και ότι εκ των απορροών αυτών μερικαί αναλογούν (ταιριάζουν) είς
τινας των πόρων, και ότι άλλαι είναι μικρότεραι ή μεγαλύτεραι;
Μένων
Βέβαια.
Σωκράτης
Γνωρίζεις, βέβαια, και τι καλείται όψις;
Μένων
Ναι.
Σωκράτης
Εκ τούτων λοιπόν εννόησε, εκείνο που λέγω, όπως λέγει ο Πίνδαρος. Το
χρώμα δεν είναι παρά μία απορροή σχημάτων σύμμετρος και αισθητή εις
την όψιν.
Μένων
Άριστα, μου φαίνεται, ότι έδωκες αυτήν την απόκρισιν.
Σωκράτης
Αυτό φαίνεται προφανώς, ότι ελέχθη σύμφωνα με τας ιδέας σου·
συγχρόνως δε εννοείς νομίζω, ότι σου είναι εύκολον εκ της απαντήσεως
ταύτης να εξηγήσης τι είναι ήχος (φωνή) και οσμή και άλλα πολλά
παρόμοια.
Μένων
Αναμφιβόλως.
Σωκράτης
Έχει τι το τραγικόν η απόκρισις, Μένων, και δι' αυτό σου αρέσκει
περισσότερον παρά η απάντησις περί του σχήματος.
Μένων
Τ' ομολογώ.
Σωκράτης
Και όμως, δεν μου φαίνεται, ω παιδί του Αλεξιδήμου, τόσον καλή, όπως
εγώ τουλάχιστον πεισθώ, η δε άλλη είναι καλυτέρα. Νομίζω δε, ότι και
εις σε έτσι θα φανή, εάν μη, όπως έλεγες χθες, ήσο απολύτως
υποχρεωμένος να αναχωρήσης προ των μυστηρίων, αλλ' επερίμενες εδώ διά
να μυηθής.
Μένων
Αλλ' ειμπορώ να μένω, Σωκράτη, εάν συγκατατίθεσαι να μου λέγης πολλά
παρόμοια.
Σωκράτης
Όσον εξαρτάται εκ της αγαθής θελήσεως, ουδόλως θα παραμελήσω και διά
σε και δι' εμέ· αλλά, νομίζω, δεν θα είμαι ικανός να ειπώ πολλά
τοιαύτα· έλα τόρα όμως, προσπάθησε και συ να μου πληρώσης την
υπόσχεσίν σου και να μου ειπής τελείως τι είναι αρετή· παύσε δε να
κάνης πολλά εκ του ενός, όπως λέγουν συνήθως σκώπτοντες, εκείνοι οι
οποίοι τσακίζουν (σπάζουν), αλλ' αφού αφήσης την αρετήν μέσα εις την
ολότητα και ακεραιότητα (αρτιότητά) της, ειπέ μου, τι είναι αρετή· τα
δε παραδείγματα τα έχεις ήδη πάρει από εμέ.
Μένων
Μου φαίνεται λοιπόν, Σωκράτη, ότι αρετή είναι, όπως λέγει ο ποιητής,
εκείνη η οποία χαίρει διά τα καλά, και η οποία δύναται να παρέχη
αυτά. Έτσι και εγώ ονομάζω την αρετήν, την διάθεσιν δηλονότι του
ανθρώπου, ο οποίος επιθυμεί τα καλά και ταυτοχρόνως δύναται να τα
προμηθεύεται (απολαμβάνη).
Σωκράτης
Άρα λέγεις, ότι εκείνος ο οποίος επιθυμεί τα καλά, είναι και
επιθυμητής των αγαθών;
Μένων
Βεβαίως.
Σωκράτης
Υπάρχουν λοιπόν άνθρωποι, οι οποίοι επιθυμούν τα κακά και άλλοι τα
αγαθά; Και δεν σου φαίνεται, αγαπητέ, ότι όλοι επιθυμούν τ' αγαθά;
Μένων
Όχι, δεν φαίνεται εις εμένα τουλάχιστον.
Σωκράτης
Αλλ' ότι είναι μερικοί, που επιθυμούν τα κακά;
Μένων
Ναι.
Σωκράτης
Θέλεις να ειπής ότι, νομίζοντες τα κακά ότι είναι αγαθά, επιθυμούσιν
αυτά, ή ότι, ενώ γινώσκουν ότι είναι κακά, όμως τα επιθυμούν;
Μένων
Και τα δυο, μου φαίνεται.
Σωκράτης
Μα πώς σου φαίνεται, Μένων, ότι ένας άνθρωπος γνωρίζων τα κακά ότι
είναι κακά, όμως τα επιθυμεί;
Μένων
Μάλιστα.
Σωκράτης
Τι καλείς επιθυμίαν; Είναι εκείνο που του γίνεται (συμβαίνει);
Μένων
Εκείνο που του συμβαίνει· τι άλλο ειμπορεί να είναι;
Σωκράτης
Ποίον εκ των δύο φαντάζεται, ότι τα κακά ωφελούν, εκείνον που του
γίνονται, ή γνωρίζει, ότι βλάπτουν, εκείνον που θα του συμβούν;
Μένων
Υπάρχουν οι νομίζοντες ότι τα κακά ωφελούν, υπάρχουν δε και εκείνοι
που γνωρίζουν ότι βλάπτουν.
Σωκράτης
Αλλά πιστεύεις, ότι εκείνοι, οι οποίοι νομίζουν ότι τα κακά είναι
επωφελή, έχουν οιανδήποτε ιδέαν του κακού;(5)
Μένων
Βεβαίως, δεν το πολυπιστεύω.
Σωκράτης
Είναι προφανές λοιπόν, ότι δεν επιθυμούσι τα κακά όσοι αγνοούν αυτά,
αλλ' εκείνα, τα οποία νομίζουν ότι είναι αγαθά, και τα οποία πράγματι
είναι κακά. Ώστε, οι μη γνωρίζοντες αυτά και νομίζοντες ότι είναι
αγαθά, φανερόν είναι, ότι επιθυμούν τ' αγαθά· ή δεν είν' έτσι;
Μένων
Είναι φανερόν αυτό.
Σωκράτης
Προς τούτοις· οι άλλοι, οι οποίοι επιθυμούν τα κακά, όπως συ λέγεις,
και πιστεύουν ότι αυτά βλάπτουν εκείνον που του συμβαίνουν,
γνωρίζουν, βεβαίως, ότι θα βλαφθούν υπ' αυτών;
Μένων
Αναγκαίως.
Σωκράτης
Αλλ' όσους βλάπτονται δεν τους θεωρούν αυτοί αθλίους (δυστυχείς) καθ'
όσον βλάπτονται;
Μένων
Και αναγκαίως και τούτο.
Σωκράτης
Οι δε άθλιοι δεν είναι δυστυχείς;
Μένων
Έτσι νομίζω.
Σωκράτης
Και υπάρχει κανείς, ο οποίος θέλει να είναι άθλιος και δυστυχής;
Μένων
Δεν μου φαίνεται, Σωκράτη.
Σωκράτης
Λοιπόν κανένας δεν θέλει τα κακά, Μένων, αν βεβαίως δεν θέλη να είναι
τοιούτος· διότι τι είναι άθλιον παρά το να επιθυμή κανείς και ν'
αποκτά τα κακά;
Μένων
Μου φαίνεται, Σωκράτη, ότι λέγεις αλήθεια· ότι ουδείς θέλει τα κακά.
Σωκράτης
Και όμως έλεγες, ότι αρετή είναι το θέλειν τ' αγαθά και το δύνασθαι
να τ' αποκτά κανείς;
Μένων
Έτσι είπον.
Σωκράτης
Δεν είναι αληθές, ότι το θέλειν, κατά τον ορισμόν σου, είναι κοινόν
εις όλους, και κατά τούτο ουδείς διαφέρει (είναι καλύτερος) από τον
άλλον;
Μένων
Φαίνεται.
Σωκράτης
Είναι λοιπόν φανερόν, ότι αν ο ένας είναι καλύτερος από τον άλλον,
πιθανόν να είναι καλύτερος μόνον κατά το δύνασθαι (διότι δύναται).
Μένων
Αναμφιβόλως.
Σωκράτης
Λοιπόν κατά τον ορισμόν σου, όπως φαίνεται, αρετή είναι η δύναμις, η
όποια πορίζεται τ' αγαθά.
Μένων
Εντελώς έτσι νομίζω, Σωκράτη, όπως συ τόρα νομίζεις.
Σωκράτης
Ας ίδωμεν, αν και αυτό που λέγεις είναι αληθές· διότι πιθανόν να έχης
δίκαιον. Εκείνο λοιπόν, που είναι ικανόν να πορίζεται ταγαθά, συ το
λέγεις αρετήν;
Μένων
Ναι.
Σωκράτης
Αγαθά δε δεν ονομάζεις την υγείαν και τον πλούτον και τον χρυσόν και
το αργύριον και τας τιμάς και τάλλα αξιώματα μέσα εις την πόλιν;
μήπως λέγης και άλλα τινά αγαθά εκτός αυτών;
Μένων
Όχι, αλλ' όλα αυτά και τα τοιαύτα.
Σωκράτης
Καλά· το να πορίζεται λοιπόν κανείς αργύριον και χρυσόν είναι αρετή,
όπως λέγει ο Μένων ο πατρικός ξεναγός του μεγάλου Βασιλέως. Μήπως
προσθέτης τίποτε εις την παραδοχήν αυτήν, Μένων, π. χ. το δικαίως και
οσίως, ή δεν σε μέλλει, αλλά και αν αδίκως κανείς τα πορίζεται, πάλιν
συ, ομοίως, θα καλέσης τούτο αρετήν;
Μένων
Όχι βέβαια, Σωκράτη, αλλά κακίαν.
Σωκράτης
Φαίνεται λοιπόν απολύτως αναγκαίον εις τον ορισμόν της αρετής να
προστεθή η δικαιοσύνη, η αγιότης, ή οιονδήποτε άλλο μέρος της αρετής,
άλλως δεν είναι αρετή, αν και μας προμηθεύη τ' αγαθά.
Μένων
Πώς είναι δυνατόν άνευ αυτών να είναι αρετή;
Σωκράτης
Το δε να μη πορίζεται κανείς χρυσίον ούτε αργύριον, παρά μόνον όταν
είναι δίκαιον, μήτε εις τον εαυτόν του μήτε εις άλλον, δεν είναι και
αυτή η έλλειψις αρετή;
Μένων
Φαίνεται.
Σωκράτης
Επομένως η προμήθεια όλων τούτων των αγαθών δεν είναι διόλου αρετή,
μάλλον δε η στέρησίς των ήθελεν είσθαι αρετή, αλλά, καθώς φαίνεται,
εκείνο που γίνεται μετά δικαιοσύνης είναι αρετή, ό,τι δε συμβαίνει
άνευ όλων αυτών είναι κακία.
Μένων
Μου φαίνεται, ότι τα πράγματα είναι έτσι καθώς τα λέγεις συ.
Σωκράτης
Μα δεν είπομεν ολίγον πρωτήτερα, ότι εκάστη εκ των ιδιοτήτων αυτών, η
δικαιοσύνη και η σωφροσύνη και τα άλλα τα τοιαύτα, είναι μόρια (μέρη)
της αρετής;
Μένων
Ναι.
Σωκράτης
Λοιπόν ύστερα απ' αυτά παίζεις μαζί μου, Μένων;
Μένων
Αλλά πού αστεΐζομαι (παίζω), Σωκράτη;
Σωκράτης
Εις το ότι, ενώ εγώ προ ολίγου σε παρεκάλεσα να μη σπάζης και
κομματιάζης την αρετήν, και ενώ σου έδωκα παραδείγματα πώς πρέπει ν'
απαντάς, συ παρημέλησες αυτά εντελώς και μου είπες, αφ' ενός, ότι
αρετή είναι η δύναμις του πορίζεσθαι αγαθά μετά δικαιοσύνης, και αφ'
ετέρου, ότι η δικαιοσύνη είναι ένα μέρος της αρετής.
Μένων
Ομολογώ.
Σωκράτης
Λοιπόν συμβαίνει, εξ όσων συ ομολογείς, ότι αρετή είναι εκείνο που
γίνεται μ' ένα μέρος της αρετής, οτιδήποτε και αν γίνεται, αφού
αναγνωρίζεις, ότι η δικαιοσύνη και άλλα όμοια είναι τμήματα (μόρια)
της αρετής.
Μένων
Πώς έτσι;
Σωκράτης
Αυτό λέγω, ότι ενώ εγώ σε παρεκάλεσα να μου ειπής τι είναι
ολοκληρωτικώς αρετή, δεν μου λέγεις καθόλου, μου είπες δε, ότι πάσα
πράξις είναι αρετή εάν γίνεται μ' ένα μέρος αρετή, ωσάν να μου έχης
ειπή τι είναι εν γένει αρετή, και ότι εγώ ήδη θα την γνωρίσω, και αν
την κατακόψης εις κομμάτια. Πρέπει λοιπόν, καθώς μου φαίνεται, να σ'
ερωτήσω εκ νέου, αγαπητέ Μένων, τι είναι αρετή και εάν είναι αληθές
ότι πάσα πράξις μετά μορίου αρετής ήθελεν είσθαι αρετή, διότι είναι
το ίδιον ως να λέγης, όπως ένας λέγη, ότι πάσα πράξις μετά
δικαιοσύνης είναι αρετή· ή δεν σου φαίνεται πάλιν, ότι έχεις ανάγκην
της αυτής ερωτήσεως; μα νομίζεις ότι είναι κανείς που ηξεύρει μόριον
της αρετής τι είναι, χωρίς να γνωρίζη καθόλου αυτήν την αρετήν;
Μένων
Δεν μου φαίνεται.
Σωκράτης
Εάν ενεθυμείσο τι σου είπον εγώ περί του σχήματος, θα κατεδικάζαμεν
(παραιτούσαμεν) τον τρόπον αυτόν της απαντήσεως, η οποία επιχειρεί ν'
αποκριθή διά των συζητουμένων και ακόμη δι' εκείνων, τα οποία ουδόλως
ωμολογήθησαν.
Μένων
Και δικαίως θα την απερρίπταμεν, Σωκράτη.
Σωκράτης
Δι' αυτό και συ, φίλτατε, εν όσω ζητούμεν την όλην αρετήν τι είναι,
μη νομίζης ότι απαντάς οπωσδήποτε αποκρινόμενος ότι διά των μερών
αυτής θα φανερώσης αυτήν ή με οιονδήποτε άλλον όμοιον τρόπον, διότι
πάλιν θα χρειασθή η αυτή ερώτησις· περί τίνος αρετής ομιλείς εκείνα
τα οποία ομιλείς; ή νομίζεις, ότι δεν σου λέγω τίποτε;
Μένων
Τουναντίον, μου φαίνεται, ότι ομιλείς ορθώς.
Σωκράτης
Αποκρίσου λοιπόν εξ αρχής· τι λέγεις ότι είναι αρετή, και συ και ο
φίλος σου;
Μένων
Ω Σωκράτη, και πρωτήτερα έχω ακούσει, πριν διαλεχθώ μαζί σου, ότι συ
δεν γνωρίζεις τίποτε άλλο, παρά και συ ο ίδιος αμφιβάλλεις και τους
άλλους να κάνης ν' αμφιβάλλουν τόρα δε, καθώς μου φαίνεσαι, με μαγεύεις
(γοητεύεις) και με φαρμακώνεις και τελείως με καταθέλγεις, ώστε να
γεμίσω από αμφιβολίας· και αν επιτρέπεται να κοροϊδέψη κανείς, μου
φαίνεται ότι εντελώς ομοιάζεις κατά την μορφήν και καθ' όλα τάλλα με
πλατείαν θαλασσίαν νάρκην (μουδιάστρα), η οποία ναρκώνει διαρκώς τον
πλησιάζοντα και εκείνον που θα την εγγίση· έτσι, μου φαίνεται, και συ μ'
έχεις κάνει· διότι πράγματι και εις την ψυχήν (πνεύμα) και εις την
γλώσσαν είμαι ναρκωμένος και δεν γνωρίζω τι ν' αποκριθώ, καίτοι πολλάκις
εγώ περί της αρετής έχω ομιλήσει και ενώπιον πολλών και πολύ καλά, όπως
μου εφαίνετο· τόρα δε δεν ειμπορώ καθόλου ούτε τι είναι να ειπώ. Καλώς
δε σκέπτεσαι, Σωκράτη, σε βεβαιώ, να μην αναχωρής ούτε να ταξειδεύης απ'
εδώ· διότι, αν τα έκανες αυτά ξένος εις άλλην τινά πόλιν, πολύ γρήγορα
θα σ' εφυλάκιζαν ως γόην.
Σωκράτης
Είσαι πονηρός, Μένων, και ολίγον έλειψε να μ' απατήσης (τσακώσης).
Μένων
Εις τι λοιπόν, Σωκράτη;
Σωκράτης
Εννοώ ένεκα τίνος λόγου με παρέβαλες.
Μένων
Διά ποίον λόγον νομίζεις;
Σωκράτης
Διά να σ' αντιπαραβάλω και εγώ. Εγώ όμως τούτο γνωρίζω περί των
καλών, ότι χαίρουν (αγαπούν) να παραβάλλωνται· τούτο τους ωφελεί,
διότι αι εικόνες των καλών είναι, νομίζω, καλαί αλλ' εγώ δεν θα σ'
αντισυγκρίνω· ως προς εμέ δε, εάν η νάρκη ναρκωνομένη αυτή η ίδια και
τους άλλους ναρκώνη, τότε της ομοιάζω· εάν όχι, δεν της ομοιάζω.
Επειδή, εάν καθιστώ τους άλλους γεμάτους απορίας, δεν έπεται ότι εγώ
γνωρίζω περισσότερά των· αλλά περισσότερον παντός άλλου αμφιβάλλω
εγώ, και δι' αυτό κάνω και τους άλλους ν' αμφιβάλλουν· όπως και τόρα
περί της αρετής δεν γνωρίζω απολύτως τι είναι αρετή· όσον διά σε
πιθανόν προτήτερα, πριν με πλησιάσης, να ήξευρες, τόρα όμως φαίνεσαι
ωσάν να μη γνωρίζης. Και όμως εγώ θέλω να εξετάσω και να σκεφθώ
συζητών μαζί σου τι πιθανόν να είναι αυτή.
Μένων
Και πώς θα συζητήσης, Σωκράτη, δι' εκείνο το οποίον δεν γνωρίζεις
καθόλου τι είναι; ποίαν αρχήν έχεις διά να ζητήσης πράγματα που
αγνοείς; και πώς θα την αναγνωρίσης την αρετήν, εάν πιθανόν την
επιτύχης, αφού διόλου δεν την ειξεύρεις;
Σωκράτης
Εννοώ τι θέλεις να ειπής, Μένων. Βλέπεις πόσον αυτή η αρχή σου είναι
ζήτημα (υποκείμενον) συζητήσεως, αφού δηλονότι δεν είναι δυνατόν ο
άνθρωπος να ζητή ούτε εκείνο που γνωρίζει ούτε εκείνο που δεν
ειξεύρει; Διότι ουδόλως θα ζητήση, ό,τι γνωρίζει, αφού το γνωρίζει
και δεν έχει ανάγκην ερεύνης, ούτε δε πάλιν εκείνο το οποίον δεν
γινώσκει, διά τον λόγον, ότι δεν ειξεύρει εκείνο που θα ζητήση.
Μένων
Δεν σου φαίνεται, λοιπόν, ούτ' αυτή η ομιλία ορθή, Σωκράτη;
Σωκράτης
Ουδόλως.
Μένων
Μου λέγεις, διατί;
Σωκράτης
Βεβαίως· διότι έχω ακούσει άνδρας και γυναίκας σοφούς διά τα θεία.
Μένων
Και τι λέγουν;
Σωκράτης
Ωραία και αληθινά πράγματα, υποθέτω.
Μένων
Ποία λοιπόν είναι αυτά και ποίοι είναι οι λέγοντες;
Σωκράτης
Τα πρόσωπα (οι λέγοντες) είναι οι ιερείς και αι ιέρειαι, οι οποίοι
είναι διωρισμένοι να εξηγούν τον λόγον, δι' εκείνα τα οποία
μεταχειρίζονται ή (τους είναι φροντίς να δύνανται να ερμηνεύουν όσα
αποβλέπουν εις το επάγγελμά των)· λέγει δε και ο Πίνδαρος και πολλοί
άλλοι εκ των ποιητών, όσοι είναι θείοι — όσα δε λέγουν είναι αυτά — ·
αλλά πρόσεχε, εάν οι λόγοι των σου φαίνωνται αληθινοί· λέγουν, ότι η
ψυχή του ανθρώπου είναι αθάνατος· και άλλοτε μεν τελειώνει την ζωήν
της και αυτό το καλούσι θάνατον, άλλοτε δε πάλιν ξαναγεννάται,
ουδέποτε δε χάνεται· δι' αυτό και πρέπει να ζήσωμεν, όσον το δυνατόν
αγιώτατα· διότι:
Η Περσεφόνη ύστερα, από τον γύρο των εννηά χρονών, εκείνους από την αμαρτία τους την παλαιή που ευχάριστα θα τους δεχτή, τους ξαναδίνει την ψυχή στο ηλιοφώς. Απ' τούτες τες ψυχές γεννιώνται βασιλιάδες δυνατοί και δοξασμένοι, κι' οι πιο σοφοί μεγάλοι άνδρες, που ήρωες αγνούς η στερνές γενεές τους λένε.
Έτσι λοιπόν και η ψυχή, αφού είναι αθάνατος και πολλάκις ξαναγεννάται και έχει ίδη και τα εδώ και όσα είναι εις τον Άδην και εν γένει όλα, δεν υπάρχει τίποτε που δεν γνωρίζει. Ώστε δεν είναι καθόλου παράδοξον και περί της αρετής και περί των λοιπών να ενθυμηθή, όσα πρότερον εγνώριζε, διότι, όπως όλα είνε μέσα στη φύσι συγγενή και η ψυχή όλα τάχει μάθει, τίποτε δεν εμποδίζει να ενθυμηθή ένα μόνο πράγμα, εκείνο το οποίον οι άνθρωποι ονομάζουν μάθησιν (γνώσιν), και αυτή να εύρη όλα τα άλλα· φθάνει μόνον κανείς να έχη θάρρος και να μη κουράζεται να ερευνά· διότι όλη η ανάμνησις ευρίσκεται μέσα εις ό,τι καλούμεν ζήτησιν (έρευναν) και μάθησιν (γνώσιν). Δεν πρέπει λοιπόν να πεισθής (δώσης πίστιν) εις την συζητητικήν εκείνην αρχήν που είπες· διότι αυτή θα μας έκανε οκνηρούς, είναι δε πολύ ευχάριστος αρχή να την ακούουν οι μαλθακοί. Εκείνο δε που είπον εγώ, τουναντίον, μας καθιστά εργατικούς και ερευνητικούς· εις τούτο δε εγώ, ακραδάντως πιστεύων, Θέλω μαζί σου να ζητήσω τι είναι αρετή.
Μένων
Μάλιστα, Σωκράτη· αλλά πώς το λέγεις, ότι τίποτε δεν μανθάνομεν, αλλ'
ό,τι καλούμεν μάθησιν είναι απλώς ανάμνησις; ειμπορείς να μου το
μάθης πώς συμβαίνει έτσι;
Σωκράτης
Και προ ολίγου σου είπα, Μένων, ότι είσαι πονηρός· και τόρα πάλιν μ'
ερωτάς, εάν ειμπορώ να σε μάθω, εγώ, ο οποίος υποστηρίζω ότι δεν
υπάρχει διδαχή αλλ' ανάμνησις, διά να φαίνωμαι αντιφάσκων προς τον
εαυτόν μου.
Μένων
Μα τον Δία, Σωκράτη, δεν ωμίλησα υπό τοιούτον πνεύμα, αλλ' απλώς από
συνήθειαν. Δι' αυτό, αν ειμπορής να μου αποδείξης ότι έτσι είναι,
όπως λέγεις, απόδειξέ το.
Σωκράτης
Αυτό δεν είναι καθόλου εύκολον· όμως θα προσπαθήσω προς χάριν σου.
Αλλά προσκάλεσέ μου ένα από το πλήθος αυτό των δούλων της ακολουθίας
σου, εκείνον που θέλεις συ, διά να σου αποδείξω επ' αυτού (εκείνο που
ζητείς).
Μένων
Προθυμότατα. — Έλα εδώ.
Σωκράτης
Είν' Έλλην και ομιλεί Ελληνικά;
Μένων
Πολύ καλά· εγεννήθη μέσα εις το σπίτι μας.
Σωκράτης
Πρόσεχε λοιπόν καλά, ποίον εκ των δύο σου φαίνεται, ότι
αναμιμνήσκεται (ξαναενθυμείται), ή ότι μανθάνει από μένα.
Μένων
Θα προσέξω.
Σωκράτης
Ειπέ μου λοιπόν, παιδί, γνωρίζεις ότι τούτο είναι ένα σχήμα (χώρος)
τετράγωνον;
Παις
Ναι.
Σωκράτης
Τετράγωνον δεν είναι εκείνο που έχει τεσσάρας γραμμάς, αι οποίαι
είναι ίσαι;
Παις
Βεβαιότατα.
Σωκράτης
Δεν έχει επίσης και αυτάς τας άλλας γραμμάς που σύρομεν εις το μέσον
ίσας;
Παις
Ναι.
Σωκράτης
Δεν ειμπορεί λοιπόν ο χώρος αυτός να είναι και μεγαλύτερος και
μικρότερος;
Παις
Βεβαίως.
Σωκράτης
Λοιπόν αν αυτή η πλευρά ήθελεν είσθαι δύο ποδών και η άλλη επίσης
δύο, πόσων ποδών θα ήτο το όλον; Σκέψου δε κατ' αυτόν τον τρόπον αν
αυτή εδώ η πλευρά ήτο δύο ποδών και εκείνη εκεί μόνον ενός ποδός, δεν
είναι αληθές, ότι ο χώρος θα είναι άπαξ δύο ποδών;
Παις
Ναι.
Σωκράτης
Αλλ' επειδή και αυτή η γωνία είναι επίσης δύο ποδών, δεν κάνει δι'
αυτό δύο φοράς δύο;
Παις
Ναι.
Σωκράτης
Πόσοι λοιπόν είναι δύο φορές δύο πόδες; Αφού λογαριάσης, ειπέ μου.
Παις
Τέσσαρες, ω Σώκρατες.
Σωκράτης
Δεν θα γίνη λοιπόν ένας άλλος χώρος εκτός αυτού διπλάσιός του και
ομοιότατος έχων όλας τας γραμμάς ίσας, όπως αυτός;
Παις
Ναι.
Σωκράτης
Πόσων λοιπόν ποδών θα είνε;
Παις
Οκτώ.
Σωκράτης
Έλα τόρα· προσπάθησε να μου ειπής πόσον μεγάλη θα είναι εκάστη γραμμή
του άλλου χώρου· τούτου εδώ είναι δύο ποδών του δε άλλου χώρου του
διπλασίου πόση θα είναι;
Παις
Φανερόν είνε ότι θα είναι διπλασία.
Σωκράτης
Βλέπεις, Μένων, ότι εγώ δεν τον διδάσκω τίποτε και δεν κάνω άλλο παρά
να τον ερωτώ· και αυτός τόρα φαντάζεται, ότι γνωρίζει ποία είναι η
γραμμή από της οποίας σχηματίζεται ο χώρος των οκτώ ποδών. Ή δεν σου
φαίνεται έτσι;
Μένων
Βεβαίως.
Σωκράτης
Το γνωρίζει λοιπόν;
Μένων
Όχι βέβαια.
Σωκράτης
Δεν πιστεύεις ότι γίνεται εκ διπλασίας γραμμής;
Μένων
Ναι.
Σωκράτης
Παρατήρησέ τον δε αναμιμνησκόμενον διαδοχικώς, όπως πρέπει να
ξαναενθυμείται. Και συ, ειπέ μου· δεν λέγεις, ότι ο διπλάσιος χώρος
σχηματίζεται εκ γραμμής διπλασίας; δεν λέγω δε καθόλου δι' αυτού περί
ενός χώρου μακρού κατά την μίαν εδώ πλευράν πατά δε την άλλην κοντού·
αλλά να είναι ίσον καθ' ολοκληρίαν παντού, όπως τούτο εδώ, και το
οποίον να είνε διπλάσιον τούτου, δηλαδή οκτώ ποδών. Κύτταξε, εάν
νομίζης προσέτι ότι σχηματίζεται εκ μιας γραμμής διπλασίας.
Παις
Έτσι μου φαίνεται.
Σωκράτης
Εάν λοιπόν προσθέσωμεν εις ταύτην την γραμμήν μίαν άλλην γραμμήν
επίσης τόσον μακράν, η νέα αύτη δεν θα είναι διπλασία της πρώτης;
Παις
Αναμφιβόλως.
Σωκράτης
Από ταύτης λοιπόν της γραμμής λέγεις, ότι σχηματίζεται χώρος
διπλάσιος, εάν σύρωμεν τέσσαρας ομοίας;
Παις
Ναι.
Σωκράτης
Ας τραβήξωμεν λοιπόν τέσσαρας ομοίας προς αυτήν δεν είναι τούτο ο
χώρος που καλείς οκτάπουν;
Παις
Βεβαίως.
Σωκράτης
Μέσα δε εις αυτόν τον χώρον δεν ευρίσκεις τέσσαρας ίσας, εκάστην δε
ίσην προς ταύτην εδώ η οποία είναι τεσσάρων ποδών;
Παις
Ναι.
Σωκράτης
Πόσον μεγάλη λοιπόν γίνεται; Δεν είναι τέσσαρας φοράς τόσον μεγάλη;
Παις
Πώς όχι;
Σωκράτης
Αλλ' εκείνο που είναι τέσσαρες φορές τόσο μέγα είναι διπλάσιον;
Παις
Όχι, μα τον Δία.
Σωκράτης
Πόσον λοιπόν είναι;
Παις
Τετραπλάσιον.
Σωκράτης
Λοιπόν, παιδί, από της διπλασίας γραμμής δεν σχηματίζεται χώρος
διπλάσιος αλλά τετραπλάσιος.
Παις
Αληθινά ομιλείς.
Σωκράτης
Διότι τέσσαρες φορές τέσσαρα γίνονται δεκαέξη. Δεν είναι έτσι;
Παις
Ναι.
Σωκράτης
Από ποίας λοιπόν γραμμής γίνεται χώρος οκτώ ποδών: Δεν σχηματίζεται
από το τετραπλάσιον;
Παις
Ομολογώ.
Σωκράτης
Ο δε χώρος αυτός, ο οποίος, δεν είναι παρά το τέταρτον της ετέρας δεν
σχηματίζεται τελείως εκ της γραμμής ταύτης, η οποία είναι το ήμισυ
της ετέρας;
Παις
Ναι.
Σωκράτης
Καλά (ας είναι). Χώρος οκτώ ποδών δεν είναι διπλάσιος αυτού εδώ και
το ήμισυ τούτου;
Παις
Βεβαιότατα.
Σωκράτης
Καλά. Απάντησέ μου δε τόρα ό,τι, σου φαίνεται και είπε μου· η γραμμή
αύτη δεν είναι δύο ποδών και η άλλη τεσσάρων;
Παις
Ναι.
Σωκράτης
Επομένως και η γραμμή χώρου οκτώ ποδών πρέπει να είναι μεγαλυτέρα από
την γραμμήν χώρου δύο ποδών και μικροτέρα χώρου τεσσάρων.
Παις
Πρέπει.
Σωκράτης
Προσπάθησε τόρα να μου ειπής πόσον μεγάλη πρέπει να είναι.
Παις
Τριών ποδών.
Σωκράτης
Αλλ' εάν είναι τριών ποδών, δεν έχομεν παρά να προσθέσωμεν εις αυτήν
την γραμμήν το ήμισυ αυτής και θα είναι τριών ποδών; Διότι ιδού αυτός
είναι δύο ποδών, ο δε ενός, και απ' εδώ πάλιν δύο και εις και
σχηματίζεται ο χώρος που λέγεις.
Παις
Ναι.
Σωκράτης
Αλλ' αν ο χώρος έχει τρεις πόδας από αυτήν την πλευράν και τρεις εκ
της ετέρας, δεν γίνεται τρεις φορές τριών ποδών;
Παις
Ναι.
Σωκράτης
Πόσα δε κάνουν τρία επί τρία;
Παις
Εννέα πόδες.
Σωκράτης
Χώρος δε διπλάσιος από πόσους πόδας πρέπει να είναι;
Παις
Από οκτώ.
Σωκράτης
Λοιπόν δεν σχηματίζεται πλέον ο χώρος οκτώ ποδών από γραμμής τριών
ποδών.
Παις
Όχι βέβαια
Σωκράτης
Από ποίας λοιπόν γραμμής γίνεται; προσπάθησε να μου ειπής ακριβώς·
και αν δεν θέλης ν' αριθμήσης (υπολογίσης) το μέγεθός του, δείξε το.
Παις
Μα τον Δία, ω Σώκρατες, δεν γνωρίζω.
Σωκράτης
Εννοείς πάλιν, Μένων, ποίον δρόμον έχει κάμει μέσα στην ανάμνησίν
του. Εις την αρχήν δεν εγνώριζε καθόλου ποία είναι η γραμμή που
σχηματίζει τον χώρον οκτώ ποδών, όπως και τόρα δεν γνωρίζει· αλλά
κατόπιν ενόμισεν ότι ειξεύρει, και απήντησε μετά πεποιθήσεως ωσάν να
εγνώριζε και δεν επίστευεν ότι δεν εγνώριζε (ούτε καν απορούσε). Τόρα
πάλιν απορεί (αναγνωρίζει την σύγχυσίν του) ωσάν να μη γνωρίζη
καθόλου. Και νομίζει ότι ειξεύρει.
Μένων
Αληθινά ομιλείς.
Σωκράτης
Δεν είναι λοιπόν πράγματι εις καλυτέραν θέσιν τόρα διά το πράγμα που
δεν εγνώριζε;
Μένων
Και αυτό μου φαίνεται.
Σωκράτης
Καταστήσαντες λοιπόν αυτόν γεμάτον αμφιβολίαν και σαν νάρκην
ναρκώσαντες αυτόν τον εβλάψαμεν;
Μένων
Δεν μου φαίνεται.
Σωκράτης
Τουναντίον τον κατεστήσαμεν, όπως φαίνεται, ικανώτερον να ανακαλύπτη
την αλήθειαν (ό,τι έχει). Διότι τόρα οτιδήποτε αγνοεί θα το εκζητήση
μετ' ευχαριστήσεως και ευκόλως τότε, πιστεύων ότι καλώς ομιλεί, και
προς πολλούς πολλάκις θα ομιλήση (φανερά) ότι διπλάσιος χώρος πρέπει
να έχη γραμμήν διπλασίαν κατά το μήκος.
Μένων
Είναι προφανές.
Σωκράτης
Νομίζεις λοιπόν ότι ούτος θα επιχειρούσε να ζητήση ή να μάθη τούτο,
που ενόμιζε ότι γνωρίζει χωρίς να γνωρίζη, πριν ή η πεποίθησις της
αγνοίας του δεν τον έκανε ν' αμφιβάλλη και τον έκανε να ποθήση να
μάθη;
Μένων
Δεν μου φαίνεται, Σωκράτη.
Σωκράτης
Ωφελήθη λοιπόν ναρκωθείς;
Μένων
Μου φαίνεται.
Σωκράτης
Σκέψου τόρα πώς εκ ταύτης της απορίας (αμφιβολίας) θ' ανακαλύψης το
πράγμα ζητών μετ' εμού, καίτοι εγώ δεν θα κάμω άλλο τι παρά να ερωτώ
και όχι να διδάσκω. Και πρόσεξε να με τσακώσης αν πουθενά πράγματι
τον διδάσκω ή διεξέρχωμαι (εξηγών) εκείνα τα οποία γνωρίζεις, και εν
γένει αν κάνω τίποτε άλλο από του να τον ερωτώ τι φρονεί. — Συ
λοιπόν, παιδί, ειπέ μου· αυτός ο χώρος δεν είναι τεσσάρων ποδών; Μ'
εννοείς;
Παις
Βεβαίως.
Σωκράτης
Δεν δυνάμεθα να του προσθέσωμεν και αυτόν τον άλλον χώρον, ο οποίος
είναι ίσος μ' αυτόν;
Παις
Ναι.
Σωκράτης
Και τον τρίτον αυτόν ίσον με τους άλλους δύο;
Παις
Ναι.
Σωκράτης
Δεν δυνάμεθα τέλος να θέσωμεν αυτόν τον άλλον μέσα εις αυτήν την
γωνίαν;
Παις
Αναμφιβόλως.
Σωκράτης
Αλλά τότε δεν γίνονται τέσσαρες χώροι ίσοι αναμεταξύ των;
Παις
Βεβαιότατα.
Σωκράτης
Λοιπόν πόσος γίνεται ο χώρος αυτός το όλον από τούτον εδώ;
Παις
Τετραπλάσιος.
Σωκράτης
Έπρεπε όμως να γίνη διπλάσιος· ή δεν ενθυμείσαι;
Παις
Πολύ καλά.
Σωκράτης
Αυτή δε η γραμμή η εκτεινομένη από μιας γωνίας μέχρι της ετέρας δεν
χωρίζει έκαστον εκ των δύο τούτων χώρων εις δύο;
Παις
Ναι.
Σωκράτης
Δεν γίνονται αύται τέσσαρες γραμμαί ίσαι περιέχουσαι αυτόν εδώ τον
χώρον;
Παις
Ναι· γίνονται.
Σωκράτης
Σκέψου· ποίον είναι το μήκος αυτού του χώρου;
Παις
Δεν γνωρίζω.
Σωκράτης
Από τους τέσσαρας αυτούς χώρους εκάστη γραμμή δεν έχει αποχωρίση
εντός το ήμισυ εκάστου εκ τούτων; Δεν είναι αληθές;
Παις
Ναι.
Σωκράτης
Πόσοι λοιπόν χώροι είναι όμοιοι μέσα εις αυτόν;
Παις
Τέσσαρες.
Σωκράτης
Και μέσα εις αυτόν εδώ, πόσοι;
Παις
Δύο.
Σωκράτης
Τέσσαρες δε φορές δύο, τι κάνουν;
Παις
Διπλάσια.
Σωκράτης
Πόσους λοιπόν πόδας έχει αυτός ο χώρος;
Παις
Οκτώ.
Σωκράτης
Και από ποίας γραμμής εσχηματίσθη;
Παις
Από ταύτης.
Σωκράτης
Εκ της γραμμής της εκτεινομένης από της μιας γωνίας εις την ετέραν
και εκ χώρου τεσσάρων ποδών;
Παις
Ναι.
Σωκράτης
Οι σοφισταί καλούσι την γραμμήν αυτήν διάμετρον· ώστε, εάν πράγματι
αυτής τ' όνομα είναι διάμετρος, χώρος διπλάσιος, παιδί (δούλε) του
Μένωνος, θα σχηματισθή, όπως συ λέγεις, εκ της διαμέτρου.
Παις
Βέβαια, ω Σώκρατες.
Σωκράτης
Πώς σου φαίνεται, Μένων; Απήντησε πουθενά άλλο τι παρά την γνώμην του
(έκαμε καμμίαν απάντησιν που δεν ήτο ιδική του);
Μένων
Όχι. Πάντοτε απήντησε την ιδικήν του.
Σωκράτης
Και όμως, όπως είχομεν είπει προ ολίγου, δεν εγνώριζεν.
Μένων
Αληθινά ομιλείς.
Σωκράτης
Δεν ήσαν δε αι γνώμαι του αύται έμφυτοι εις αυτόν; ή όχι;
Μένων
Ναι.
Σωκράτης
Εκείνος λοιπόν που αγνοεί τας αληθείς δοξασίας (ιδέας) περί όσων
υπάρχουν, έχει μέσα του εμφύτους αληθείς ιδέας δι' εκείνα τα οποία
αγνοεί; — (άλλως δεν θα ήγγιζε ούτε καν θα τον απησχόλουν ποτέ όσα
δεν είξευρε).
Μένων
Φαίνεται.
Σωκράτης
Τόρα δε ξυπνούν (ανακινούνται) αι ιδέαι αύται εις αυτόν ωσάν όνειρον·
εάν δε τις ήθελεν ερωτήση αυτόν πολλάκις τα αυτά πράγματα (ζητήματα)
και με διαφόρους τρόπους, γνωρίζεις καλά, ότι εις το τέλος δεν θα έχη
επίσης ακριβή γνώσιν τι είναι αυτά.
Μένων
Φαίνεται.
Σωκράτης
Λοιπόν χωρίς κανείς να τον διδάξη αλλ' απλώς μ' ερωτήσεις ανέλαβε
μόνος του από τον εαυτόν του την επιστήμην;
Μένων
Βέβαια.
Σωκράτης
Το δε να παίρνη κανείς την επιστήμην από τον εαυτόν του δεν είναι
μόνον απλή ανάμνησις;
Μένων
Αναμφιβόλως.
Σωκράτης
Δεν είναι άρα αληθές, ότι την επιστήμην (γνώσιν), την οποίαν σήμερον
ο δούλος σου έχει, ή την έλαβέ ποτε άλλοθεν ή πάντοτε την είχεν;
Μένων
Ναι.
Σωκράτης
Αλλ' αν την είχε πάντοτε, θα ήτο πάντοτε σοφός, εάν δε την έλαβέ ποτε
άλλοθεν, βεβαίως δεν θα την έλαβεν εις την παρούσαν ζωήν ή κάποιος θα
τον εδίδαξε την γεωμετρίαν. Διότι αυτός θα κάμη το ίδιον και διά τα
λοιπά μέρη της γεωμετρίας και πάσαν άλλην επιστήμην. Μήπως υπάρχη
κανείς που να τον εδίδαξεν όλα αυτά; Συ άλλως οφείλεις να γνωρίζης,
αφού εγεννήθη και ανετράφη μέσα εις το σπίτι σου.
Μένων
Μα ειξεύρω εγώ τουλάχιστον ότι κανένας ποτέ δεν τον εδίδαξεν.
Σωκράτης
Έχει όμως τας ιδέας αυτάς ή όχι;
Μένων
Φαίνεται, Σωκράτη, ότι κατ' ανάγκην πρέπει να τας έχη.
Σωκράτης
Εάν δε δεν έλαβε τας γνώσεις αυτάς κατά την παρούσαν ζωήν, δεν είναι
προφανές, ότι τας είχε και τας έμαθεν εις άλλον χρόνον;
Μένων
Είναι προφανές.
Σωκράτης
Ό χρόνος δε ούτος δεν είναι εκείνος, καθ' ον δεν ήτο άνθρωπος;
Μένων
Ναι.
Σωκράτης
Επομένως, εάν κατά τους χρόνους, όπου είναι άνθρωπος και κατ'
εκείνους που δεν είναι, θα υπάρχουν έμφυτοι αι ιδέαι αύται εις αυτόν,
αι οποίαι καθίστανται επιστήμαι αν ξυπνήσουν διά των ερωτήσεων, δεν
είναι αληθές ότι καθ' όλον αυτόν τον χρόνον η ψυχή του θα τας είχε
γνωρίσει; διότι είναι φανερόν, ότι καθ' όλους τους χρόνους υπάρχει ή
δεν υπάρχει άνθρωπος.
Μένων
Έτσι φαίνεται.
Σωκράτης
Αφού λοιπόν η αλήθεια είναι πάντοτε μέσα εις την ψυχήν μας, η ψυχή
αύτη είναι αθάνατος. Δι' αυτό πρέπει μετά θάρρους να ζητώμεν και να
εξυπνώμεν (αφυπνίζωμεν) εκείνο το οποίον δεν γνωρίζομεν προς στιγμήν,
δηλαδή εκείνο το οποίον δεν ενθυμούμεθα.
Μένων
Δεν ξεύρω πώς μου φαίνεται, αλλά νομίζω ότι έχεις δίκαιον, Σωκράτη.
Σωκράτης
Έτσι μου φαίνεται και μένα επίσης, Μένων. Η αλήθεια όμως είναι, ότι
δεν θα ήθελα να πολυβεβαιώσω θετικά (οριστικά) ότι και όλα τα λοιπά
που είπα θα είναι αληθή· αλλ' είμαι έτοιμος να υποστηρίξω και διά
λόγου και δι' έργου, εάν δυνηθώ, ότι η πίστις, ότι πρέπει να ζητή
κανείς εκείνο το οποίον δεν γνωρίζει, θα μας καταστήση ασυγκρίτως
καλυτέρους και ανδρικωτέρους (θαρραλεωτέρους) και ολιγώτερον μαλακούς
(οκνηρούς, αργούς και υποχωρητικούς), παρά εάν νομίζωμεν, ότι είναι
αδύνατον ν' ανακαλύψωμεν εκείνα που δεν γνωρίζομεν και ανωφελές να τα
ζητήσωμεν (ουδέ πρέπει να τα ζητώμεν).
Μένων
Και αυτό μου φαίνεται ότι το λέγεις καλά, Σωκράτη.
Σωκράτης
Επειδή λοιπόν συμφωνούμεν εις αυτό, ότι οφείλει κανείς να ζητή εκείνο
το οποίον δεν ηξεύρει, θέλεις να δοκιμάσωμεν ομού όπως ζητήσωμεν τι
είναι αρετή:
Μένων
Βεβαιότατα. Αλλ' εκείνο, Σωκράτη, θα εξετάσω και θ' ακούσω με την
μεγαλυτέραν ευχαρίστησιν, το οποίον ηρώτησα εξ αρχής. Ποίον δηλαδή εκ
των δύο, εάν την αρετήν πρέπη να δοκιμάσωμεν πώς να εφαρμόσωμεν ως
κάτι που δύναται να διδαχθή, ή αν αυτή είναι έμφυτος ή τέλος αν κατά
τινα τρόπον συμβαίνη εις τους ανθρώπους.
Σωκράτης Εάν είχον οιονδήποτε κύρος (εξουσίαν), ω Μένων, όχι μόνον επί του εαυτού μου αλλά και επί σου, δεν θα εξετάζαμεν αν η αρετή δύναται να διδαχθή ή όχι, εάν δεν εξετάζαμεν πρωτήτερα τι είναι αρετή καθ' εαυτήν. Αλλ' αφού συ δεν επιχειρείς να άρξης του εαυτού σου (να επιβληθής επί του εγώ σου) διά να γίνης τέλος ελεύθερος, τουναντίον δε δοκιμάζεις επάνω μου να έχης επιρροήν — και πράγματι έχεις — υποχωρώ προς χάριν σου. Τι πρέπει λοιπόν να γίνη; — Φαίνεται, ότι πρέπει να εξετάσωμεν (ευρισκόμεθα εις την περίπτωσιν που πρέπει να σκεφθώμεν) ποία είναι η ιδιότης εκείνου, του οποίου δεν γνωρίζομεν ούτε την φύσιν και αν δεν θέλης τουλάχιστον να μ' ακούης εις τίποτε, χαλάρωσε τουλάχιστον ολίγον από το κράτος σου επάνω μου και επίτρεψέ μου να το εξετάσω εξ υποθέσεως, εάν δύναται δηλαδή να διδαχθή η αρετή ή αποκτάται κατ' άλλον τινά τρόπον. Όταν δε λέγω εξ υποθέσεως, εννοώ το εξής· καθώς οι γεωμέτραι, όταν τους ερωτήση τις, παραδείγματος χάριν περί ενός σχήματος, πολλάκις εξετάζουν εάν είναι δυνατόν να περιληφθή τοιούτον τριγωνικόν σχήμα μέσα εις τοιούτον κύκλον (χωρίς δηλονότι να μεταβληθή το εμβαδόν αυτού), ούτω θα ηδύνατό τις ν' απαντήση: Δεν γνωρίζω ακόμη εάν αυτό γίνεται, αλλά νομίζω ότι, εάν κάμω υπόθεσίν τινα συνεπή προς τούτο, θα δυνηθή να μας βοηθήση προς λύσιν του προβλήματος. Εάν αυτό το σχήμα είναι τοιούτον, ώστε κατασκευαζομένου (προεκτεινομένου) ενός τριγώνου επί των πλευρών του (των δεδομένων δηλαδή γραμμών) να είναι ίσον με το δοθέν σχήμα, θα συμβή το τοιούτον, το αντίθετον δε πάλιν, όπως μου φαίνεται, εάν δεν εκπληρωθούν αυτοί οι όροι (6). Τιθεμένης λοιπόν της υποθέσεως αυτής συγκατανεύω (θέλω) να σου ειπώ τι συμβαίνει με την εγγραφήν του σχήματος εντός του κύκλου και αν αυτή είναι δυνατή ή όχι. Έτσι και περί της αρετής, ενώ δεν γνωρίζομεν ούτε την φύσιν της αρετής ούτε ποία είναι, (ούτε τας ιδιότητάς της), ας την εξετάσωμεν επί απλής υποθέσεως, εάν δύναται να διδαχθή ή όχι, κατά τον εξής τρόπον σκεπτόμενοι. Εάν η αρετή είναι τοιαύτη ή τοιαύτη εν σχέσει προς την ψυχήν, ειμπορεί να διδαχθή ή όχι; και πρώτον μεν, εάν είναι άλλο τι (άλλης φύσεως) από την επιστήμην, είναι αρά γε διδακτή ή όχι; ή, όπως τόρα δα ελέγομεν, κάτι που δυνάμεθα να αναμνησθώμεν (ξαναθυμηθούμεν); και ας μη μας νοιάζη (ενδιαφέρει) ουδόλως ποίον εκ των δύο ονομάτων μεταχειριζόμεθα. Είναι λοιπόν διδακτή (μανθάνεται) η αρετή ή είναι τουλάχιστον φανερόν εις όλους, ότι μόνον η επιστήμη ειμπορεί να διδαχθή (δυνάμεθα να την μάθωμεν);
Μένων Έτσι μου φαίνεται.
Σωκράτης
Εάν δε βεβαίως η επιστήμη είναι κάπποια αρετή, είναι φανερόν ότι
δύναται να διδαχθή.
Μένων
Πώς όχι;
Σωκράτης
Εγλυτώσαμεν λοιπόν απ' αυτό γρήγορα, ότι αυτή μεν ειμπορεί να
διδαχθή, αυτή δε όχι.
Μένων
Βεβαιότατα.
Σωκράτης
Κατόπιν δε απ' αυτό, όπως φαίνεται, πρέπει να σκεφθώμεν ποίον εκ των
δύο είναι η επιστήμη, η αρετή ή άλλο τι από την επιστήμην.
Μένων
Έτσι μου φαίνεται και μένα, ότι τούτο πρέπει κατόπιν να σκεφθώμεν.
Σωκράτης
Λοιπόν τι άλλο ειμπορούμεν να ειπούμεν παρά ότι είναι αγαθόν η αρετή,
και αυτή η υπόθεσις υπάρχει εις ημάς, ότι είναι αγαθόν;
Μένων
Βεβαιότατα.
Σωκράτης
Εάν αφ' ενός μεν είναι αγαθόν και αφ' ετέρου χωρίζεται της επιστήμης,
βεβαίως η αρετή δεν είναι κάποια επιστήμη. Εάν δε πάλιν είναι αγαθόν,
το οποίον να μη περιλαμβάνη η επιστήμη, υποθέτοντες αυτήν ως
επιστήμην, ορθά υποθέτομεν.
Μένων
Ναι.
Σωκράτης
Βεβαίως δε διά της αρετής είμεθα ενάρετοι;
Μένων
Βέβαια.
Σωκράτης
Αφού δε είμεθα ενάρετοι, είμεθα και ωφέλιμοι· διότι όλα τ' αγαθά
είναι ωφέλιμα· δεν είν' έτσι;
Μένων
Ναι.
Σωκράτης
Και η αρετή λοιπόν είναι ωφέλιμον πράγμα;
Μένων
Εξ όσων είπομεν είναι ανάγκη να είναι.
Σωκράτης
Ας σκεφθώμεν λοιπόν, ένα έκαστον παίρνοντες εξ αρχής, ποία είν'
εκείνα που μας ωφελούν· λέγομεν λοιπόν ότι είναι η υγεία και η
δύναμις και το κάλλος και ο πλούτος· τα τοιαύτα και τα όμοια μ' αυτά
τα λέγομεν ωφέλιμα· ή όχι;
Μένων
Ναι.
Σωκράτης
Αυτά δε τα ίδια κάποτε και βλάπτουν· ή έχεις αντίθετον γνώμην;
Μένων
Όχι· έτσι νομίζω ότι είναι.
Σωκράτης
Σκέψου· πότε νομίζεις ότι έκαστον απ' αυτά μας ωφελεί και πότε μας
βλάπτει; Όταν βέβαια γίνεται ορθή χρήσις μας ωφελούν, όταν δε όχι μας
βλάπτουν;
Μένων
Βεβαιότατα.
Σωκράτης
Ακόμη δε και όσα αναφέρονται εις την ψυχήν ας σκεφθώμεν· δεν είναι η
σωφροσύνη και δικαιοσύνη και ανδρεία και ευμάθεια και μνήμη και
μεγαλοπρέπεια και όλα τα τοιαύτα;
Μένων
Βέβαια.
Σωκράτης
Σκέψου τόρα· ποία εκ τούτων σου φαίνονται ότι δεν είναι επιστήμη,
αλλ' άλλο τι εκτός της επιστήμης, εάν άλλοτε μεν βλάπτουν, άλλοτε δε
ωφελούν; παραδείγματος χάριν η ανδρεία, εάν δεν υπάρχη φρόνησις, δεν
είναι ανδρεία παρά κάπποιο θάρρος, και όταν θαρρή χωρίς σκέψιν (είναι
παράλογος), ο άνθρωπος βλάπτεται, όταν δε είναι με νουν (λογική),
ωφελείται;
Μένων
Ναι.
Σωκράτης
Βεβαίως και η σωφροσύνη και η ευμάθεια, όταν είναι λογικαί, και τα
μανθανόμενα και τα καταρτυόμενα (και τα μορφωτικά εν γένει), είναι
ωφέλιμα, τα παράλογα δε είναι βλαβερά;
Μένων
Βεβαιότατα.
Σωκράτης
Όλα λοιπόν ομού της ψυχής τα επιχειρήματα (πράξεις) και τολμήματα, εν
όσω μεν προηγείται η φρόνησις, καταλήγουν εις επιτυχίαν (είναι ευτυχή
εις το τέλος), όταν όμως προηγήται αφροσύνη (παραλογισμός),
καταλήγουν εις το αντίθετον (είναι δυστυχή);
Μένων
Είναι φανερόν.
Σωκράτης
Εάν λοιπόν υπάρχη κάποια αρετή εις όσα αναφέρονται εις την ψυχήν και
είναι ανάγκη αυτή να είναι ωφέλιμος (χρήσιμος), πρέπει αυτή να είναι
φρόνησις, αφού βέβαια όσα ανάγονται εις την ψυχήν αυτά καθ' εαυτά δεν
είναι ούτ' ωφέλιμα ούτε βλαβερά, και αφού συμβή μόνον φρόνησις ή
αφροσύνη γίνονται βλαβερά ή ωφέλιμα· επομένως σύμφωνα προς αυτά, εάν
είναι ωφέλιμος η αρετή, πρέπει να είναι φρόνησις.
Μένων
Έτσι μου φαίνεται.
Σωκράτης
Και ως προς τα άλλα βεβαίως, τα οποία τόρα δα ελέγομεν π. χ. τον
πλούτον και τα τοιαύτα, ότι είναι άλλοτε μεν αγαθά, άλλοτε δε
βλαβερά, δεν είναι άρα γε, όπως και πρότερον συμβαίνει με την ψυχήν —
όταν δηλονότι προηγείτο η φρόνησις έκανε ωφέλιμα τα της ψυχής, όταν
δε η αφροσύνη βλαβερά — έτσι και δι' αυτά, όταν ορθώς τα
μεταχειρίζεται και προηγήται (η φρόνησις), να τα καθιστά ωφέλιμα,
όταν δε μη ορθώς, βλαβερά;
Μένων
Βεβαιότατα.
Σωκράτης
Ορθώς βεβαίως προηγείται η μετά φρονήσεως, εσφαλμένως δε η άνευ
φρονήσεως;
Μένων
Έτσι είναι.
Σωκράτης
Εν συντόμω λοιπόν δυνάμεθα να είπωμεν περί όλων, ότι διά τον άνθρωπον
τα πάντα εξαρτώνται από την ψυχήν (όλα έχουν κρεμασθή εις την ψυχήν),
όλα δε τα της ψυχής εις την φρόνησιν, εάν βέβαια πρέπει να είναι
αγαθά· και συμφώνως προς ταύτα φρόνησις ήθελεν είσθαι το ωφέλιμον·
λέγομεν δε ότι η αρετή είναι ωφέλιμος;
Μένων
Βεβαίως.
Σωκράτης
Λέγομεν λοιπόν ότι σύμπασα η αρετή ή έν μέρος αυτής είναι φρόνησις;
Μένων
Μου φαίνεται ότι καλώς λέγονται τα λεγόμενα, Σωκράτη.
Σωκράτης
Εάν δε πράγματι αυτά είναι έτσι, δεν θα υπήρχον εκ φύσεως οι
ενάρετοι.
Μένων
Δεν μου φαίνεται να υπάρχουν εκ φύσεως οι ενάρετοι.
Σωκράτης
Ειμπορεί δε και τούτο ακόμη να λεχθή· εάν μεταξύ μας εκείνοι οι οποίοι
θα εγνώριζον τους εκ φύσεως αγαθούς νέους, τους οποίους
παραλαμβάνοντες, αφού μας τους έδειχναν, θα τους εφυλάττομεν μέσα εις
ακρόπολιν, πολύ περισσότερον λογαριάζοντες (εκτιμώντες) αυτούς παρά
τον χρυσόν, διά να μη τους διαφθείρη κανείς, και μόλις εγίνοντο
ενήλικοι, να καθίσταντο χρήσιμοι εις τας πόλεις.
Μένων
Βεβαίως θα ήτο πρέπον, Σωκράτη.
Σωκράτης
Αφού λοιπόν οι ενάρετοι δεν γεννώνται εκ φύσεως, θα γίνωνται άρα με
την μάθησιν (διά της διδασκαλίας);
Μένων
Μου φαίνεται ότι είνε απαραίτητον, Σωκράτη· άλλως είναι και φανερόν,
κατά την υπόθεσιν βεβαίως ότι, εάν η αρετή είναι επιστήμη, δύναται να
διδαχθή.
Σωκράτης
Ίσως μα τον Δία· αλλά μήπως και αυτό δεν το είχομεν ειπή καλά;
Μένων
Προ ολίγου μου εφαίνετο ότι καλά το παρεδέχθημεν.
Σωκράτης
Και όμως δεν πρέπει μόνον προ ολίγου να φαίνεται και να γίνεται
παραδεκτόν ό,τι λέγεται καλώς, αλλά και τόρα και έπειτα, εάν πράγματι
είναι κάτι υγιές.
Μένων
Μα εις τι λοιπόν αποβλέπεις, ώστε να στενοχωρήσαι και ν' αμφιβάλλης
εάν η αρετή δεν είναι επιστήμη;
Σωκράτης
Εγώ θα σου ειπώ, Μένων, ότι το να ειμπορή να διδαχθή, εάν βεβαίως
είναι επιστήμη, δεν έχω εναντίαν γνώμην ότι δεν λέγεται καλώς· ότι δε
δεν είναι επιστήμη σκέψου εάν σου φαίνωμαι ότι δικαίως (ευλόγως)
αμφιβάλλω (απιστώ)· διότι ειπέ μου αυτό· εάν ειμπορή να διδαχθή
οτιδήποτε πράγμα, όχι μόνον η αρετή, δεν είναι ανάγκη να υπάρχουν και
διδάσκαλοι και μαθηταί αυτού;
Μένων
Έτσι μου φαίνεται.
Σωκράτης
Εκείνο δε, του οποίου ούτε διδάσκαλοι ούτε μαθηταί ειμπορούν να
είναι, υποθέτομεν, όπως και πράγματι συμπεραίνομεν, ότι δεν δύναται
να διδαχθή;
Μένων
Βεβαίως· αλλά δεν σου φαίνεται, ότι υπάρχουν διδάσκαλοι της αρετής;
Σωκράτης
Εξετάζων πολλάκις, εάν πράγματι υπάρχουν διδάσκαλοι αυτής, και
πράττων τα πάντα, δεν δύναμαι να εύρω, αν και μεταξύ των πολλών άλλων
εξετάζω και δι' εκείνους τους οποίους νομίζω ότι είνε εμπειρότατοι
αυτού του πράγματος. Και τόρα βεβαίως διά καλήν σύμπτωσιν έτυχε,
Μένων, να κάθηται εδώ κοντά μας ο Άνυτος, εις τον οποίον ας
μεταδώσωμεν την συζήτησίν μας· και ευλόγως θα τον καταστήσωμεν
κοινωνόν της συζητήσεώς μας. Διότι ο Άνυτος πρώτον μεν είναι παιδί
πλουσίου και σοφού πατρός, του Ανθεμίωνος, ο οποίος έγεινε πλούσιος
όχι έτσι τυχαίως ουδέ του τάδωκε κανείς — όπως προ ολίγου ακόμη ο
Ισμηνίας ο Θηβαίος, ο οποίος έχει πάρει τα χρήματα του Πολυκράτους —
αλλά τα εκέρδισε με την σοφίαν του (φρόνησιν) και την επιμέλειάν του,
εκτός δε τούτου δεν φαίνεται ούτε υπερήφανος πολίτης ούτε φουσκωμένος
και βαρετός αλλά κόσμιος και ειλικρινής (ευσταλής) άνθρωπος· έπειτα
δε ο δήμος των Αθηναίων τον ανέθρεψε (εμόρφωσε) και τον εξεπαίδευσε
καλά, διά τούτο δε και τον εκλέγουν διά τας μεγίστας αρχάς· είναι
δίκαιον επομένως με τοιούτους να εξετάζης εάν υπάρχουν διδάσκαλοι της
αρετής ή όχι και ποίοι είναι.
— Συ λοιπόν, Άνυτε, συζήτησε μαζί μου και με τον ξένον σου (φίλον σου) αυτόν τον Μένωνα περί του πράγματος αυτού, ποίοι δηλαδή είναι διδάσκαλοι· σκέψου δε ως εξής· εάν ηθέλαμεν ο Μένων αυτός να γίνη καλός ιατρός εις ποίους διδασκάλους θα τον εστέλλαμεν; εις τους ιατρούς βέβαια;
Άνυτος Βεβαιότατα.
Σωκράτης
Και αν ηθέλαμεν να γίνη καλός παπουτσής (σκυτοτόμος), δεν θα τον
εστέλλαμεν στους σκυτοτόμους ·
Άνυτος
Ναι.
Σωκράτης
Και διά τάλλα επαγγέλματα το ίδιον δεν θα εκάναμεν;
Άνυτος
Βεβαιότατα.
Σωκράτης
Ειπέ μου δε πάλιν και αυτό δι' αυτά με τον ίδιον τρόπον λέγοντες ότι
τον στέλλομεν εις τους ιατρούς, ομολογούμεν ότι καλά εκάμαμεν αφού
θέλομεν να γίνη ιατρός· όταν δε λέγωμεν τούτο, εννοούμεν ότι τότε θα
ήμεθα φρόνιμοι, εάν τον εστέλλαμεν εις τους ειδικούς τους έχοντας
αυτό ως επάγγελμα παρά εις τους μη έχοντας και εις εκείνους που
πληρώνονται δι' αυτήν την διδασκαλίαν των δι' όσους θέλουν να
πηγαίνουν και να μανθάνουν. Αν ελαμβάναμεν λοιπόν αυτά υπ' όψιν μας,
δεν θα τον εστέλλαμεν καλά;
Άνυτος
Ναι.
Σωκράτης
Και περί της αυλητικής και περί των άλλων λοιπόν τα ίδια; διότι πολλή
ανοησία θα ήτο βεβαίως δι' εκείνους οι οποίοι θέλουν να κάμουν ένα
αυλητήν, να μη θέλουν να τον στέλλουν εις εκείνους που υπόσχονται
(επαγγέλλονται) να τους διδάξουν την τέχνην και μισθοδοτούνται, να
ενοχλή (σκοτίζη) δε άλλους επιμένων να μάθη παρ' εκείνων, οι οποίοι
ούτε επιτηδεύονται ότι είναι διδάσκαλοι ούτε και υπάρχει κανένας
μαθητής των διά τέτοιο μάθημα, το οποίον ημείς έχομεν την αξίωσιν να
μανθάνωμεν παρ' εκείνων προς τους οποίους τον στέλλομεν. Δεν σου
φαίνεται παράλογον;
Άνυτος
Ναι μα τον Δία, έτσι μου φαίνεται, συγχρόνως δε και αμάθεια.
Σωκράτης
Καλά λέγεις. Τόρα σου επιτρέπεται να συσκέπτεσαι μαζί μου διά τούτον
εδώ τον Μένωνα. Διότι ούτος, Άνυτε, προ πολλού μου λέγει, ότι
επιθυμεί την σοφίαν εκείνην και αρετήν, με την οποίαν οι άνθρωποι και
τας πόλεις και τας οικίας καλώς διοικούν και τους γονείς αυτών καλώς
περιποιούνται και πολίτας και ξένους γνωρίζουν να υποδεχθούν και να
αποπέμψουν όπως αξίζει εις αγαθόν άνδρα. Διά την αρετήν λοιπόν αυτήν
σκέψου πού πρέπει να τον στείλωμεν διά να τον στείλωμεν ορθώς. Ή
είναι φανερόν, κατά την ομιλίαν μας τόρα δα, ότι θα τον στείλωμεν εις
εκείνους οι οποίοι υπόσχονται ότι είναι διδάσκαλοι της αρετής και
ομολογούν ότι αυτοί είναι γνωστοί μεταξύ των Ελλήνων δι' εκείνον που
θέλει να μάθη, και οι οποίοι ορίζουν και εισπράττουν μισθόν
(μισθοδοτούνται από δίδακτρα);
Άνυτος
Και ποίοι λέγεις ότι είναι αυτοί, Σωκράτη;
Σωκράτης
Βεβαίως και συ το γνωρίζεις, ότι είναι εκείνοι τους οποίους ο κόσμος
ονομάζει σοφιστάς.
Άνυτος
Μα τον Ηρακλέα, ευφήμει, ω Σώκρατες· είθε να μη καταλάβη κανένα
τέτοια τρέλλα μήτε εκ των συγγενών μήτε εκ των φίλων μήτε εκ των
γνωστών, μήτε εντόπιον μήτε ξένον, ώστε αφού τους πλησιάση να
διαφθαρή, αφού αυτοί είναι φανερά λώβα και διαφθορά εκείνων που τους
πλησιάζουν.
Σωκράτης Τι λέγεις, Άνυτε; Αυτοί λοιπόν, οι οποίοι καυχώνται ότι μόνοι αυτοί γνωρίζουν να ευεργετούν, τόσον πολύ διαφέρουν από τους άλλους, ώστε όχι μόνον δεν ωφελούν, όπως οι άλλοι, ό,τι ήθελε τους παραδώση κανείς, αλλά και τουναντίον διαφθείρουν; και δι' αυτό έχουν και την αξίωσιν ακόμη να παίρνουν χρήματα; εγώ τουλάχιστον δεν ειξεύρω πώς να σε πιστεύσω· διότι εγνώρισα ένα, τον Πρωταγόραν, ο οποίος εκέρδησε περισσότερα χρήματα από την σοφίαν αυτήν παρά ο Φειδίας, ο οποίος ειργάζετο τόσον περιφανώς καλά έργα (ήτο τόσον περιφανής καλλιτέχνης), και άλλοι δέκα ανδριαντοποιοί· είναι τερατώδες (παράξενον) ακόμη εκείνο που λέγεις, πώς οι διορθώνοντες τα παλαιά υποδήματα ή τα φορέματα δεν θα ηδύναντο να κρυφθούν ούτε τριάκοντα ημέρας, εάν τα έδιδαν οπίσω χειρότερα αφ' ό,τι τα παρέλαβαν, εάν δε τώκαναν αυτό γρήγορα θ' απέθνησκον από την πείναν, ο Πρωταγόρας δε ηπάτησε (διέφυγε) όλην την Ελλάδα διαφθείρων εκείνους που τον επλησίαζαν και τους οποίους εγύριζεν οπίσω χειροτέρους αφ' ό,τι τους παρελάμβανε περισσότερον από σαράντα χρόνια· διότι νομίζω, ότι αυτός απέθανε στα εβδομήντα, σαράντα χρόνια δε εξασκούσε το επάγγελμά του, και καθ' όλον αυτόν τον χρόνον δεν έπαυσέ ποτε από του να ευδοκιμή (επιτυγχάνη)· και όχι μόνον ο Πρωταγόρας, αλλά και πλείστοι άλλοι, γεννηθέντες άλλοι μεν προ αυτού άλλοι δε και τόρα ακόμη υπάρχοντες. Ποίον λοιπόν εκ των δύο να είπωμεν, Άνυτε, κατά την ομιλίαν σου· ότι εν γνώσει αυτοί απατούν και διαφθείρουν τους νέους ή έχουν και οι ίδιοι διαφθαρή; και να υποθέσωμεν ότι τόσον πολύ μαίνονται αυτοί, τους οποίους μερικοί λέγουν, ότι είναι σοφώτατοι μεταξύ των ανθρώπων;
Άνυτος
Αυτοί δεν είναι καθόλου τρελλοί, Σωκράτη, αλλά πολύ περισσότερον
τρελλοί είναι όσοι τους πληρώνουν και απ' αυτούς πιο πολύ ακόμη είναι
εκείνοι που τους το επιτρέπουν, οι συγγενείς, και απ' αυτούς όλους
πλέον μαινόμεναι είναι αι Πόλεις που τους αφήνουν να έρχωνται και δεν
τους διώχνουν είτε ξένοι είναι οι τοιούτοι είτε πολίται.
Σωκράτης
Ποίον εκ των δύο, Άνυτε· σ' έχει αδικήσει κανείς από τους σοφιστάς, ή
εσύ έτσι εξ εαυτού είσαι εναντίον των;
Άνυτος
Μα τον Δία, ποτέ μου δεν έχω πλησιάσει κανένα απ' αυτούς εγώ, ουδ'
άλλον κανένα θ' άφηνα από τους ιδικούς μου.
Σωκράτης
Δεν γνωρίζεις λοιπόν τίποτε δι' αυτούς τους ανθρώπους;
Άνυτος
Και ήτο δυνατόν;
Σωκράτης
Πώς λοιπόν, ω δαιμόνιε (ευλογημένε), ειμπορείς να γνωρίζης περί του
πράγματος εκείνου, εάν είναι αγαθόν ή φαύλον, περί του οποίου δεν
γνωρίζεις τίποτε;
Άνυτος
Ευκόλως. Διότι ξεύρω ποίοι είναι είτε τους γνωρίζω είτε όχι.
Σωκράτης
Ίσως είσαι μάντις, Άνυτε, διότι άλλως απορώ πώς να εξηγήσω την περί
τούτων γνώσιν σου. Βεβαίως όμως δεν εξετάζαμεν εκείνους εις τους
οποίους αν επήγαινεν ο Μένων ήθελε γίνη χειρότερος· διότι αυτοί, αφού
το θέλεις, ας είναι οι σοφισταί· αλλά εκείνους λέγε μας τόρα, και τον
πατρικόν σου αυτόν φίλον ευεργέτησε, εις τους οποίους ειμπορεί να
υπάγη εις τόσον μεγάλην πόλιν, ώστε διά την αρετήν, την οποίαν εγώ
έλεγον, να γίνη αξιόλογος.
Άνυτος
Πώς συ δεν του το είπες;
Σωκράτης
Αλλ' εκείνους τους οποίους ενόμιζα ότι είναι διδάσκαλοι τούτων, εγώ
τους είπον, αλλά συ, όπως μου λέγεις, δεν λέγω τίποτε. Και πιθανόν να
λέγης κάτι (ορθόν), αλλά τόρα λέγε του συ εις ποίους Αθηναίους
ειμπορεί να υπάγη· λέγε οποιουδήποτε θέλεις τ' όνομα.
Άνυτος
Τι ανάγκη ν' ακούση όνομα ενός ανθρώπου, αφού, οιονδήποτε εκ των
Αθηναίων αν ήθελε συναντήσει, δεν υπάρχει κανείς που να μη τον κάμη
καλύτερον αφ' ό,τι οι σοφισταί, εάν βεβαίως θέλη να πεισθή.
Σωκράτης
Ποίον δε εκ των δύο· αυτοί οι καλοί και αγαθοί άνθρωποι τυχαίως
έγιναν τοιούτοι, μη διδαχθέντες παρ' ουδενός, ειμπορούν όμως να
διδάσκουν και άλλους, ακριβώς εκείνα τα οποία δεν έμαθαν;
Άνυτος
Βεβαίως εγώ νομίζω, ότι και αυτοί έμαθαν εκ των προτέρων οι οποίοι
ήσαν καλοί και αγαθοί· ή δεν σου φαίνεται, ότι έχουν γεννηθή πολλοί
και αγαθοί εις ταύτην την πόλιν;
Σωκράτης
Βεβαίως, Άνυτε, μου φαίνεται ότι ενταύθα και υπάρχουν αγαθοί εις τα
πολιτικά, και ότι έχουν υπάρξει ακόμη ουχί κατώτεροι αφ' ό,τι
υπάρχουν αλλά μήπως έχουν γίνη και διδάσκαλοι αγαθοί της αρετής των;
Διότι τούτο έτυχε να είναι το θέμα της ομιλίας μας· όχι αν υπάρχουν ή
ουχί άνδρες αγαθοί ενταύθα, ουδ' αν εγεννήθησαν πρωτήτερα, αλλ' αν
ειμπορή να διδαχθή η αρετή προ πολλού σκεπτόμεθα. Τούτο δε
εξετάζοντες ερευνώμεν το εξής· άρα γε οι αγαθοί άνδρες και εκ των νυν
και εκ των προγενεστέρων ταύτην την αρετήν, διά της οποίας αυτοί ήσαν
αγαθοί, εγνώριζαν να την παραδώσουν και εις άλλον, ή δεν είναι
δυνατόν να παραδοθή τούτο εις τον άνθρωπον ουδέ παραλαμβάνεται από
τον ένα εις τον άλλον ακριβώς αυτό είναι που συζητούμεν προ πολλού
εγώ και ο Μένων. Από τα λόγια σου λοιπόν σκέψου ως εξής· Ο
Θεμιστοκλής δεν ήθελες ομολογήσει ότι υπήρξεν ανήρ αγαθός;
Άνυτος
Μάλιστα και μάλιστα υπέρ πάντας.
Σωκράτης
Επομένως και διδάσκαλος αγαθός, εάν βεβαίως υπήρξε ποτέ κανείς
διδάσκαλος της αρετής του, ήτο και αυτός;
Άνυτος
Έτσι νομίζω, εάν βεβαίως ήθελε.
Σωκράτης
Αλλά φαντάζεσαι, ότι δεν ηθέλησε και άλλοι να είναι καλοί και αγαθοί
και μάλιστα ο υιός του; ή νομίζεις, ότι τον εφθόνησε και επίτηδες δεν
του παρέδωσε την αρετήν, διά της οποίας αυτός ήτο αγαθός; ή δεν έχεις
ακούσει, ότι ο Θεμιστοκλής τον υιόν του Κλεόφαντον εδίδαξεν αγαθόν
ιππέα; διότι εκρατιέτο πάνω στ' άλογο ιστάμενος ορθός και ηκόντιζεν
ακόμη ορθός από το άλογο και πολλά άλλα ακόμη και θαυμαστά έκανε, τα
οποία εκείνος τον εδίδαξε, και τον έκαμε σοφόν από όσα εξηρτώντο από
διδασκάλους αγαθούς. Ή ταύτα δεν έχεις ακούσει από τους
γεροντοτέρους;
Άνυτος
Έχω ακούσει.
Σωκράτης
Δεν θα ηδύνατο λοιπόν κανείς να κατηγορήση την φύσιν του παιδιού του
ότι είναι κακή.
Άνυτος
Ίσως βέβαια.
Σωκράτης
Αλλά τι συμβαίνει λοιπόν; Ότι ο Κλεόφαντος ο υιός του Θεμιστοκλέους
έγινε άνθρωπος αγαθός, καθώς ακριβώς ο πατήρ του, έχεις ακούσει έως
τόρα από κανένα νεώτερον ή γεροντότερον;
Άνυτος
Όχι βέβαια.
Σωκράτης
Έτσι λοιπόν να υποθέσωμεν ότι αυτός ήθελε να εκπαιδεύση τον υιόν του,
με την σοφίαν όμως εκείνην, την οποίαν αυτός είχε, τίποτε από τα περί
αυτόν δεν ήθελε να κάμη καλύτερον, αν βέβαια η αρετή ηδύνατο να
διδαχθή;
Άνυτος
Μα τον Δία, ίσως όχι.
Σωκράτης
Ούτος λοιπόν είναι διά σε τοιούτος διδάσκαλος αρετής, τον οποίον και
συ ομολογείς ως τον άριστον εκ των προγενεστέρων; Αλλ' ας εξετάσωμεν
τώρα άλλον, τον Αριστείδην τον υιόν του Λυσιμάχου· ή δεν ομολογείς
ότι αυτός υπήρξεν αγαθός;
Άνυτος
Εγώ τουλάχιστον ομολογώ.
Σωκράτης
Και αυτός λοιπόν, εφ' όσον εξηρτάτο από τους διδασκάλους, κάλλιστα
εξεπαίδευσε μεταξύ των Αθηναίων τον υιόν του Λυσίμαχον αλλά νομίζεις,
ότι τον έκαμε καλύτερον άνθρωπον οπωσδήποτε; διότι με τούτον
συγγενεύεις και βλέπεις ποίος είναι· εάν δε θέλης (να λάβωμεν) τον
Περικλέα, τον τόσον μεγαλοπρεπώς σοφόν άνδρα, γνωρίζεις ότι
εξεπαίδευσε δύο υιούς, τον Πάραλον και τον Ξάνθιππον;
Άνυτος
Ναι.
Σωκράτης
Τούτους λοιπόν, καθώς και συ γνωρίζεις, εδίδαξε να μη είναι κατώτεροι
ιππείς από κανένα μεταξύ των Αθηναίων και εις την μουσικήν και
αγωνιστικήν και εις όλα τ' άλλα εμόρφωσε, όσα εξαρτώνται από την
τέχνην· δεν ήθελε λοιπόν να τους κάμη αγαθούς; Νομίζω ότι ήθελεν,
αλλ' ίσως δεν ήτο διδακτόν (το πράγμα). Ίνα δε μη νομίσης ότι είναι
ολίγοι και οι χειρότεροι εκ των Αθηναίων που δεν ηδυνήθησαν να
μορφωθούν, ενθυμήσου ότι και ο Θουκυδίδης πάλιν ανέθρεψε δύο υιούς,
τον Μελησίαν και τον Στέφανον, και τους εξεπαίδευσε καθ' όλα τα άλλα
καλώς, επάλαισαν δε ούτοι και κάλλιστα μεταξύ των Αθηναίων διότι τον
μεν είχε δώσει εις τον Ξανθίαν τον δε εις τον Εύδωρον, καθόσον ούτοι
εφαίνοντο ότι παλαίουν άριστα εκ των συγχρόνων· ή μήπως δεν
ενθυμείσαι;
Άνυτος
Εξ ακοής βέβαια.
Σωκράτης
Είναι λοιπόν φανερόν, ότι αυτός δεν θα εδίδασκέ ποτε τα παιδιά του
εκείνο διά το οποίον έπρεπε να ξοδευθή· διά να τους μάθη δε εκείνο
διά το οποίον δεν έπρεπε να ξοδευθή διά να κάμη άνδρας αγαθούς, αυτό
δεν τους το εδίδαξεν, εάν ειμπορούσε βέβαια να διδαχθή; Μήπως ο
Θουκυδίδης ήτο κακός και δεν είχε πλείστους φίλους μεταξύ των
συμμάχων και των Αθηναίων; Αλλά και από μεγάλο σπίτι ήτο και μεγάλην
δύναμιν είχεν εις την πόλιν και μεταξύ των άλλων Ελλήνων, ώστε αν
αυτό (το να τους κάμη αγαθούς) εδιδάσκετο, θα ηδύνατο να ανακαλύψη
εκείνον, ο οποίος έμελλε να κάμη αγαθούς τους υιούς του, είτε από
τους συμπολίτας του είτε από τους ξένους κανένα, αφού αυτός δεν
ευκαιρούσε ένεκα των φροντίδων της πόλεως. Αλλ' ίσως, φίλε Άνυτε, δεν
ήτο διδακτή η αρετή.
Άνυτος
Ω Σώκρατες, εύκολα μου φαίνεσαι ότι κατηγορείς τους ανθρώπους. Εγώ
όμως θα σε συνεβούλευα, εάν θέλης να πιστεύης εις εμέ, να τους
υπολήπτεσαι· διότι όπως και εις άλλην πόλιν είναι εύκολον το
κακοποιείν ή ευεργετείν τους ανθρώπους, έτσι και εις ταύτην και παρά
πολύ μάλιστα· νομίζω δε, ότι και συ το γνωρίζεις.
Σωκράτης
Ω Μένων, ο Άνυτος μου φαίνεται ότι θυμώνει· αλλά δεν απορώ, διότι
νομίζει πρώτον μεν ότι εγώ κατηγορώ τους άνδρας αυτούς, έπειτα δε ότι
και αυτός είναι είς εκ τούτων αλλ' αυτός άν ποτε μάθη ποία είναι η
κακολογία (τι είναι η δυσφημία) θα παύση να θυμώνη· τόρα όμως δεν
γνωρίζει· συ δε ειπέ μου· δεν υπάρχουν και μεταξύ σας καλοί και
αγαθοί άνδρες;
Μένων
Βεβαίως.
Σωκράτης
Τι λοιπόν; θέλουν ούτοι να παρέχουν εαυτούς διδασκάλους διά τους
νέους και ομολογούν ότι είναι διδάσκαλοι ή δύναται να διδαχθή η
αρετή;
Μένων
Όχι μα τον Δία, Σωκράτη, αλλ' άλλοτε μεν ειμπορείς να τους ακούσης
ότι ειμπορεί να διδαχθή άλλοτε δε ουχί.
Σωκράτης
Μα θα ειπούμεν ότι αυτοί είναι διδάσκαλοι του πράγματος αυτού, το
οποίον ουδέ μεταξύ των ομολογείται;
Μένων
Δεν μου φαίνεται, Σωκράτη.
Σωκράτης
Λοιπόν μόνον οι σοφισταί σου, οι οποίοι μόνοι επαγγέλλονται ότι
είναι, σου φαίνεται ότι είναι διδάσκαλοι της αρετής;
Μένων
Τον Γοργίαν μάλιστα θαυμάζω, Σωκράτη, διά το ότι δεν θ' ακούσης ποτέ
αυτόν να υπόσχεται, μάλιστα δε κοροϊδεύει και τους άλλους όταν
υπόσχωνται· ουχ ήττον όμως, διαβεβαιώνει ότι νομίζει ότι ειμπορεί να
τους κάμη σπουδαίους.
Σωκράτης
Δεν σου φαίνεται λοιπόν ότι οι σοφισταί είναι διδάσκαλοι;
Μένων
Δεν ειμπορώ να σου ειπώ τίποτε, Σωκράτη, διότι και εγώ έχω πάθει ό,τι
έπαθαν οι περισσότεροι· άλλοτε μεν μου φαίνονται άλλοτε δε όχι.
Σωκράτης
Γνωρίζεις δε ότι όχι μόνον εις εσέ και εις τους άλλους πολιτικούς
φαίνεται ότι άλλοτε μεν ειμπορεί να διδαχθή άλλοτε δε όχι, αλλά και ο
Θέογνις ο ποιητής, γνωρίζεις ότι αυτά τα ίδια λέγει;
Μένων
Και εις ποία ποιήματα;
Σωκράτης
Εις τα ελεγεία, όπου λέγει:
πίνε και τρώγε και μαζί κάθου κι' απόλαυέ τους εκείνους πώχουν δύναμι· καλό θα μάθης με καλούς· αλλ' αν κακούς ζυγόνεις, κι' ο νους που έχεις θα χαθή.
Εννοείς αν μεταξύ αυτών λέγη αν ειμπορή να διδαχθή η αρετή;
Μένων Έτσι μου φαίνεται.
Σωκράτης
Ολίγον δε παρακάτω προχωρών λέγει ότι, «εάν ήτο δυνατόν να γίνη και
να μπη μέσα στη σκέψι του ανδρός το νόημα, πολλούς και μεγάλους
μισθούς θα έπαιρναν εκείνοι που θα μπορούσαν να το κάμουν». Και
(λέγει) ότι, «δεν είναι δυνατόν ποτε να γεννηθή κακός από πατέρα
αγαθόν, αν άκουε σε λόγια φρόνιμα· μα με την διδαχήν ποτέ δεν θα
κάμης να γίνη ο κακός καλός». — Τόρα πάλιν καταλαμβανεις ότι αυτός ο
ίδιος λέγει τα εναντία;
Μένων
Είναι προφανές.
Σωκράτης
Ειμπορείς λοιπόν να ειπής περί οιουδήποτε πράγματος, περί του οποίου
αυτοί μεν διαβεβαιώνουν ότι είναι διδάσκαλοι όχι όπως άλλων
(πραγμάτων) διδάσκαλοι ομολογούνται, αλλ' ουδ' αυτοί γνωρίζουν, είναι
όμως πονηροί δι' αυτό ακριβώς το πράγμα περί του οποίου λέγουν ότι
είναι διδάσκαλοι, αυτοί δε που ομολογούνται (πιστεύονται) ότι είναι
καλοί και αγαθοί, λέγουν ότι άλλοτε μεν ειμπορεί να διδαχθή αυτό (το
πράγμα), άλλοτε δε όχι; τους ανισορρόπους λοιπόν αυτούς ειμπορείς συ
οπωσδήποτε να ειπής ότι είναι διδάσκαλοι;
Μένων
Μα τον Δία, όχι βεβαίως.
Σωκράτης
Αν λοιπόν ούτε οι σοφισταί ούτε αυτοί που είναι καλοί και αγαθοί
είναι διδάσκαλοι αυτού του πράγματος, βεβαίως δεν ειμπορεί να είναι
άλλοι;
Μένων
Δεν μου φαίνεται.
Σωκράτης
Αφού λοιπόν δεν είναι διδάσκαλοι, δεν είναι ούτε μαθηταί;
Μένων
Έτσι είναι, όπως λέγεις.
Σωκράτης
Έχομεν λοιπόν παραδεχθή ότι εκείνου του πράγματος, του οποίου ούτε
διδάσκαλοι ούτε μαθηταί δύνανται να είναι, τούτο βεβαίως δεν ειμπορεί
και να διδαχθή;
Μένων
Το έχομεν ομολογήσει.
Σωκράτης
Λοιπόν της αρετής πουθενά δεν φαίνονται διδάσκαλοι;
Μένων
Έτσι είναι τούτο.
Σωκράτης
Αφού δε δεν υπάρχουν διδάσκαλοι, δεν υπάρχουν βεβαίως ούτε μαθηταί;
Μένων
Έτσι φαίνεται.
Σωκράτης
Η αρετή λοιπόν δεν διδάσκεται;
Μένων
Δεν φαίνεται, εάν ημείς βέβαια έχομεν σκεφθή ορθώς· και απορώ
μάλιστα, Σωκράτη, αν δεν υπάρχουν διόλου αγαθοί άνδρες ή αν υπάρχη
κάποιος τρόπος της γενέσεως εκείνων που γίνονται αγαθοί.
Σωκράτης
Κοντεύομεν, Μένων, εγώ και συ να γίνωμεν κακοί άνδρες, σε δε ο
Γοργίας δεν σ' έχει εκπαιδεύσει αρκετά και εμέ ο Πρόδικος. Προ παντός
λοιπόν ας προσέξωμεν ημείς οι ίδιοι και ας ζητήσωμεν ποίος θα μας
κάμη με οιονδήποτε τρόπον καλυτέρους· λέγω δε αυτά αποβλέπων προς την
προ ολίγου έρευνάν μας, ότι μας διέφυγε καταγέλαστα, ότι όχι μόνον,
όταν προηγήται η επιστήμη, ορθά και καλά γίνονται εις τους ανθρώπους
τα πράγματα, αλλά και μας διαφεύγη ίσως η γνώσις κατά τίνα τρόπον
γίνονται οι αγαθοί άνδρες.
Μένων
Πώς το λέγεις αυτό, Σωκράτη;
Σωκράτης
Έτσι. Ότι οι μεν αγαθοί άνδρες πρέπει να είναι ωφέλιμοι, τούτο έχομεν
παραδεχθή βέβαια, και δεν ειμπορεί να συμβαίνη άλλως πως· δεν είναι
έτσι;
Μένων
Ναι.
Σωκράτης
Και ότι θα είναι ωφέλιμοι αν εκλαμβάνουν τα πράγματα ορθώς, και αυτό
καλά το παρεδέχθημεν;
Μένων
Ναι.
Σωκράτης
Ότι δε δεν είναι δυνατόν να σκέπτεται κανείς ορθώς, εάν δεν υπάρχη
φρόνησις, κατά τούτο είμεθα όμοιοι με εκείνους που δεν το
παρεδέχθησαν σωστό.
Μένων
Πώς το εννοείς λοιπόν το σωστό;
Σωκράτης
Εγώ θα σου ειπώ. Εάν τις γνωρίζων την οδόν διά την Λάρισαν ή
οπουδήποτε αλλού θέλη να υπάγη και προηγήται των άλλων, δεν θα ειπής,
ότι σωστά και καλά προηγείται;
Μένων
Βεβαιότατα.
Σωκράτης
Εάν δε τις ορθώς φρονή ποία είναι η οδός, αλλά δεν την έχη διαβή και
δεν την γνωρίζη καλά, δεν θα προηγήται και αυτός ορθώς;
Μένων
Βεβαιότατα.
Σωκράτης
Και εν όσω έχει ορθήν γνώσιν (ιδέαν) περί εκείνων τα οποία ο άλλος
έχει επιστήμην, δεν θα είναι χειρότερος οδηγός, νομίζων μεν αληθή, μη
φρονών όμως ότι ο άλλος φρονή τούτο.
Μένων
Ουδόλως.
Σωκράτης
Θεωρία λοιπόν αληθής προς την ορθότητα της πράξεως δεν είναι
χειροτέρα οδηγός της φρονήσεως· και αυτό είναι εκείνο που έχομεν
παραλείψει εις την σκέψιν μας περί της αρετής, ποίον δηλονότι ήθελεν
είναι, εάν ελέγομεν ότι φρόνησις μόνον προηγείται του ορθώς πράττειν
(της ορθής πράξεως), αφού και η θεωρία είναι αληθής.
Μένων
Έτσι φαίνεται.
Σωκράτης
Δεν είναι λοιπόν ολιγώτερον ωφέλιμος η ορθή θεωρία από την επιστήμην.
Μένων
Κατά τούτο μόνον, Σωκράτη, ότι ο επιστήμων πάντοτε ειμπορεί να
επιτυγχάνη, εκείνος δε που έχει μόνον ορθήν θεωρίαν, άλλοτε μεν
ειμπορεί να επιτυγχάνη, άλλοτε δε όχι.
Σωκράτης
Πώς το λέγεις; εκείνος που έχει πάντοτε ορθήν θεωρίαν, δεν θα
επιτυγχάνη πάντοτε, εφ' όσον έχει ορθάς θεωρίας;
Μένων
Έτσι μου φαίνεται αναγκαίως· ώστε απορώ, Σωκράτη, αφού έτσι έχει το
πράγμα, κατά τι τάχα είναι σπουδαιοτέρα (αξίζει περισσότερον) η
επιστήμη από την ορθήν θεωρίαν και διατί το ένα χωρίζεται από το
άλλο.
Σωκράτης
Γνωρίζεις λοιπόν εκείνο που θαυμάζεις (απορείς) ή θέλεις να σου το
είπω εγώ;
Μένων
Βέβαια· ειπέ μου.
Σωκράτης
Ότι ποτέ δεν επρόσεξες εις τ' αγάλματα του Δαιδάλου· πιθανόν δε και
να μη υπάρχουν πλησίον σας.
Μένων
Διατί το λέγεις αυτό;
Σωκράτης
Διότι και αυτά, εάν δεν είναι δεμένα, φεύγουν και δραπετεύουν, εάν δε
δεθούν, παραμένουν (στέκονται).
Μένων
Πώς λοιπόν;
Σωκράτης
Ο ποιητής που έχει τους στίχους του λυμένους δεν απολαμβάνει πολλήν
τιμήν· είναι όπως ο φυγάς άνθρωπος ο οποίος δεν στέκεται· εις όσους
όμως είναι δεμένα (έχουν συνοχήν) αξίζουν πολλά· διότι τα καλά έργα
αξίζουν πολύ. Διατί λοιπόν λέγω αυτά; διά τας αληθείς θεωρίας. Διότι
αι αληθείς θεωρίαι, εν όσω παραμένουν, είναι καλόν και πάντα τ' αγαθά
κατορθώνουν αλλά δεν θέλουν να μείνουν πολύν καιρόν και φεύγουν εκ
της ψυχής του ανθρώπου, ώστε δεν αξίζουν πολύ, μέχρις ότου τας δέση
κανείς διά του λογισμού· τούτο δε είναι, σύντροφε Μένων, η ανάμνησις
όπως πρωτήτερα είχομεν παραδεχθή· αφού δε δεθούν, πρώτον μεν γίνονται
επιστήμαι, έπειτα δε μόνιμοι (διαρκείς)· δι' αυτό και η επιστήμη
είναι τελειοτέρα της ορθής θεωρίας, διαφέρει δε μόνον κατά την
συνοχήν (δεσμόν) η επιστήμη από την ορθήν θεωρίαν.
Μένων
Με κάτι τέτοιο, μα τον Δία, Σωκράτη, ομοιάζουν.
Σωκράτης
Και εγώ βεβαίως ομιλώ ουχί ως να γνωρίζω, αλλ' απλώς συμπεραίνων. Ότι
δε είναι κάτι άλλο η ορθή θεωρία από την επιστήμην, δεν μου
πολυφαίνεται ότι το συμπεραίνω, αλλ' όπως και δι' άλλο τι ήθελον
είπει ότι το γνωρίζω, ολίγα δε θα ηδυνάμην να είπω, έτσι λοιπόν και
τούτο ως ένα και το αυτό, εξ εκείνων τα οποία γνωρίζω, θα ειμπορούσα
να θέσω.
Μένων
Βεβαίως ορθώς ομιλείς, Σωκράτη.
Σωκράτης
Τι λοιπόν; και αυτό δεν είναι ορθόν, ότι αληθής, θεωρία προηγουμένη
κατορθώνει το έρχον χωριστά έκαστης πράξεως όχι χειρότερα από την
επιστήμην;
Μένων
Και αυτό μου φαίνεται ότι το λέγεις σωστά.
Σωκράτης
Ουδόλως λοιπόν η ορθή θεωρία θα είναι χειροτέρα της επιστήμης ουδέ
ωλιγώτερον ωφέλιμος εις τας πράξεις, καθώς ο άνθρωπος που έχει ορθήν
θεωρίαν από εκείνον που έχει επιστήμην (ο θεωρητικός δηλ. από τον
επιστήμονα ουδόλως διαφέρει).
Μένων
Βεβαίως.
Σωκράτης
Ο δε αγαθός άνθρωπος έχει ομολογηθή ότι είναι ωφέλιμος εις ημάς.
Μένων
Ναι.
Σωκράτης
Επειδή λοιπόν ουχί διά της επιστήμης μόνον οι αγαθοί άνδρες είναι
ωφέλιμοι εις τας πόλεις, αν είναι βεβαίως, αλλά και διά της ορθής
θεωρίας (ορθολογισμού), και από τας δύο αυτάς καμμία δεν είναι εκ
φύσεως (φυσιολογική) εις τους ανθρώπους, ούτε η επιστήμη ούτε η
αληθής θεωρία, αλλ' ούτε είναι και επίκτητοι (δεν αποκτώνται
κατόπιν)(7) — ή σου φαίνεται ότι μία εκ των δύο αυτών είναι εκ
φύσεως;
Μένων
Δεν μου φαίνεται.
Σωκράτης
Επειδή λοιπόν δεν είναι εκ φύσεως, άρα και οι αγαθοί άνδρες δεν είναι
φύσει αγαθοί (φυσιολογικώς αγαθοί δεν υπάρχουν);(8)
Μένων
Όχι, βέβαια.
Σωκράτης
Επειδή λοιπόν δεν είναι εκ φύσεως, τόρα ας εξετάσωμεν το άλλο, εάν
δύναται να διδαχθή.
Μένων
Ναι.
Σωκράτης
Εφάνη λοιπόν ότι δύναται να διδαχθή η αρετή εάν είναι φρόνησις;
Μένων
Ναι.
Σωκράτης
Και αν ειμπορή να διδαχθή, ήθελεν είσθαι φρόνησις;
Μένων
Βεβαιότατα.
Σωκράτης
Και αν μεν υπήρχον διδάσκαλοι, θα εδιδάσκετο, αν δε δεν υπήρχον, δεν
θα εδιδάσκετο;
Μένων
Έτσι είναι.
Σωκράτης
Αλλ' ημείς έχομεν ήδη παραδεχθή ότι δεν υπάρχουν διδάσκαλοι αυτής;
Μένων
Ναι.
Σωκράτης
Ωμολογήσαμεν επίσης ότι δεν διδάσκεται ούτε ότι είναι φρόνησις;
Μένων
Βεβαιότατα.
Σωκράτης
Αλλά παραδέχθημεν βεβαίως αυτό ότι είναι αγαθόν;
Μένων
Ναι.
Σωκράτης
Ωφέλιμον δε και αγαθόν είναι το ορθώς σκεπτόμενον;
Μένων
Βεβαιότατα.
Σωκράτης
Η ορθή δε σκέψις είναι μόνον αυτά τα δύο, η αληθινή θεωρία και η
επιστήμη, τας οποίας όταν έχη ο άνθρωπος σκέπτεται ορθώς. Διότι όσα
συμβαίνουν από την τύχην (τυχαίως), δεν συμβαίνουν από την ανθρωπίνην
σκέψιν (αυτοσυνείδησιν), εκεί δε όπου ο άνθρωπος είναι κυρίαρχος διά
το ορθόν, είναι διά δύο μόνον, την αληθινήν θεωρίαν (αληθείς γνώμας)
και την επιστήμην.
Μένων
Έτσι μου φαίνεται.
Σωκράτης
Αφού λοιπόν δεν ειμπορεί η αρετή να διδαχθή, ουδέ εις επιστήμην
μεταπίπτει η αρετή;
Μένων
Είναι φανερόν, ότι όχι.
Σωκράτης
Αφού λοιπόν είναι και τα δύο αγαθά και ωφέλιμα, το μεν έν έχει ήδη
αφεθή και δεν ήθελεν είσθαι δυνατόν εις πολιτικήν πράξιν η επιστήμη
να προηγήται.
Μένων
Βεβαίως δεν μου φαίνεται.
Σωκράτης
Λοιπόν ουχί διά της σοφίας ουδέ επειδή είναι σοφοί άνδρες οι
τοιούτοι, είναι αρχηγοί (ηγεμόνες) εις τας πόλεις οι περί τον
Θεμιστοκλέα, και εκείνοι περί των οποίων έλεγε προ ολίγου ο Άνυτος·
διά τούτο και δεν είναι αυτοί ικανοί και τους άλλους να καθιστούν
οποίοι αυτοί είναι, αφού και αυτοί οι ίδιοι δεν είναι τοιούτοι ένεκα
επιστήμης.
Μένων
Μου φαίνεται ότι έτσι είναι, Σωκράτη, όπως λέγεις.
Σωκράτης
Εάν λοιπόν δεν είναι διά της επιστήμης, πάντως συμβαίνει ένεκα καλής
θεωρίας (ορθολογισμού), την οποίαν οι αγαθοί άνδρες μεταχειριζόμενοι
ανορθούσι τας πόλεις ουδόλως διαφέροντες κατά την φρόνησιν από τους
χρησμωδούς και τους θεομάντεις (προφήτας)· διότι αυτοί λέγουν και
πολλά και αληθινά, αλλ' όμως τίποτε δεν γνωρίζουν εξ εκείνων που
λέγουν.
Μένων
Μου φαίνεται ότι έτσι είναι.
Σωκράτης
Αξίζει λοιπόν, Μένων, να τους ονομάζωμεν αυτούς θείους ανθρώπους, οι
οποίοι, μολονότι δεν έχουν σκέψιν (νουν), κατορθώνουν όμως πολλά και
μεγάλα, δι' όσα πράττουν και λέγουν;
Μένων
Βεβαιότατα.
Σωκράτης
Ορθώς λοιπόν θα τους ωνομάζαμεν θείους, εκείνους τους οποίους τόρα δα
ελέγομεν χρησμωδούς και μάντεις και όλους ομού τους ποιητικούς· και
οι πολιτικοί επίσης ουχί ολιγώτερον αυτών δυνάμεθα να λέγωμεν, ότι
είναι θείοι και ενθουσιάζονται, αφού είναι εμπνευσμένοι και
θεόληπτοι, όταν κατορθώνουν πολλά και μεγάλα πράγματα ομιλούντες, ενώ
δεν γνωρίζουν τίποτε από εκείνα τα οποία λέγουν.
Μένων
Βεβαιότατα.
Σωκράτης
Και αι γυναίκες βεβαίως, Μένων, τους αγαθούς άνδρας καλούν θείους,
και οι Λακεδαιμόνιοι, όταν εγκωμιάζουν ένα αγαθόν άνδρα λέγουν, ότι
θείος ανήρ είναι ούτος.
Μένων
Και βεβαίως είναι φανερόν, Σωκράτη, αν και αυτός ο Άνυτος θυμώνει
μαζί σου όταν ομιλής έτσι.
Σωκράτης
Δεν με μέλει διόλου. Και περί τούτου μεν πάλιν θα συνομιλήσωμεν. Και
αν ημείς τόρα καθ' όλον τον χρόνον της συνομιλίας μας καλώς
ηρευνήσαμεν και ωμιλήσαμεν, η αρετή δεν ημπορεί να είναι εκ φύσεως
(φυσική) ούτε και να διδαχθή, αλλά συμβαίνει κατά θείαν μοίραν άνευ
νου (σκοπίμου βουλήσεως) εις εκείνους τους οποίους συμβαίνει, εκτός
αν είναι κανείς τοιούτος εκ των πολιτικών ανδρών, ώστε να δύναται να
κάνη και άλλον πολιτικόν. Εάν δε ήθελεν υπάρχη, ο τοιούτος θα
κατελέγετο ούτω μεταξύ των ζώντων, όπως ο Όμηρος είπε διά τον
Τειρεσίαν μεταξύ των νεκρών, λέγων περί αυτού, ότι μόνον αυτός είναι
εμπνευσμένος από όσους υπάρχουν μέσα εις τον Άδην, αι δε σκιαί
φεύγουν (ορμητικά). Το ίδιον, όπως συμβαίνει με την αρετήν, της
οποίας η πραγματικότης (η αλήθεια) είναι εις τας σκιάς (σκιώδης).
Μένων
Ωραία μου φαίνεται ότι τα λέγεις, Σωκράτη.
Σωκράτης
Εκ του λογισμού (σκέψεως) λοιπόν αυτού, Μένων, κατά θείαν μοίραν,
φαίνεται ότι συμβαίνει η αρετή εις εκείνους οι οποίοι είναι ενάρετοι.
Το δε σαφές περί αυτού θα μάθωμεν τότε, όταν, πριν επιχειρήσωμεν να
ζητήσωμεν κατά ποίον τρόπον είναι δυνατόν να δοθή εις τους ανθρώπους,
προσπαθήσωμεν να εξετάσωμεν αυτήν καθ' εαυτήν τι είναι αρετή. Τόρα δε
είναι καιρός να φεύγω, συ δε περί τούτων, περί των οποίων συ ο ίδιος
έχεις πεισθή, πείθε και τον φίλον σου αυτόν τον Άνυτον διά να είναι
ησυχώτερος, διότι αν τον πείσης, θα ωφελήσης και τους Αθηναίους.
ΤΕΛΟΣ
ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ Σελίς 37 στίχος 24 αντί κάνει γράφε η&ελεν έρωτήοει αυτόν πολλάκις. » 39 » ' » υπάρχουν » #« υπάρχουν. » 3# » 8 » #ά τας βίχ« » #ά τ«? » 42 » iO » ij επιστήμη, η αρετή » ij αρετή, επιστήμη » 42 » 24 » etVcu άγα&ον » <'εί> eiwu άγαύόν » 4£ » ο » £κ φύσεως, » «Λ! φύσεως ενάρετοι,
Η Σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, των Εκδόσεων Φέξη, υπήρξεν ένας σταθμός στα ελληνικά χρονικά. Για πρώτη φορά προσφερόταν συστηματικά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, η αρχαία ελληνική σκέψη (Ιστορία, φιλοσοφία, ποίηση, δράμα, δικανικός και πολιτικός λόγος) σε δημιουργικές μεταφορές της, από τους άριστους μεταφραστές του τόπου, στην πιο σύγχρονη μορφή που πήρε εξελισσόμενο το γλωσσικό της όργανο. Ο Όμηρος, οι Τραγικοί κι ο Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο Πλάτων, ο Ξενοφών, ο Αριστοτέλης, ο Θεόκριτος, ο Θεόφραστος, ο Επίκτητος, ο Πλούταρχος, ο Λουκιανός κλπ. προσφέρονται και σήμερα, στις κλασικές πια μεταφράσεις των Πολυλά, Ραγκαβή, Μωραϊτίδη, Κονδυλάκη, Ποριώτη, Γρυπάρη, Τανάγρα, Πολέμη, Καμπάνη, Καζαντζάκη, Βάρναλη, Αυγέρη, Βουτιερίδη, Ζερβού, Φιλαδελφέως, Τσοκόπουλου, Σιγούρου, Κ. Χρηστομάνου κλπ, σε μια σύγχρονη σειρά εκδόσεων βιβλίου τσέπης, πράγμα που επίσης γίνεται για πρώτη φορά, συστηματικά, στην Ελλάδα.
Μένων Από τους πλέον λιτούς των διαλόγων αλλά δεικνύων την ευρύτητα και το πολυσχιδές της πλατωνικής σκέψεως εξετάζων και αναλύων την αρετήν, αν και κατά πόσον είναι εις τον άνθρωπον έμφυτος. Η εν αυτώ μαθηματικώς διατυπουμένη σκέψις, η αλληλουχία και το ακριβές των συλλογιστικών επιχειρημάτων και ο περιορισμός του ζητήματος πλησιάζουν τον διάλογον τούτον εις την λεγομένην ήδη θετικήν φιλοσοφίαν.
Η μετάφρασις φιλολογική και εις ύφος σαφές υπό του κ. Χαρ. Παπαντωνίου.
ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΠΩΛΗΣΙΣ
ΛΑΔΙΑΣ ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε. ΙΠΠΟΚΡΑΤΟΥΣ 22 - ΤΗΛ. 614.686, 634.506
ΤΙΜΑΤΑΙ ΔΡΧ. 10 1) Ευρίσκεται δηλονότι μέσα εις αυτήν την φυσικήν ύπαρξιν των ανθρώπων.
2) Ξερό φύσημα πνέει πάνω στην επιστήμην εδώ πια. Με την ιδίαν λέξιν εχαρακτήρισε τον μεσαίωνα ο Gibbon την άλωσιν της Κων)πόλεως.
3) Χωρίς να εκθέτη τα οικογενειακά.
4) Υποχωρώ εις τους ωραίους
5) Κατά τον Εμπεδοκλέα η επίδρασις ενός σώματος επί το άλλο εξηγείται, [?] μικρότατά τινα μόρια εκ του ενός σώματος απορρέοντα εισέρχονται εις τους πόρους του άλλου (Ιδ. Αριστ. 324 β. 33).
6) Μήπως νομίζης, ότι γνωρίζουν τα κακά ότι είναι κακά, οι πιστεύοντες ότι ωφελούν τα κακά;
7) Οι Γάλλοι ερμηνευταί το δύσκολον αυτό χωρίον σήμερον εννοούν ως εξής παρά τας Γερμανικάς εκδόσεις: Διά του &παρατείνειν& ο Σωκράτης όπερ εξηγούν &προεκτείνειν& και όχι &εγγράφειν&, υποβάλλει την κατασκευήν ενός άλλου τριγώνου με τας δοθείσας γραμμάς, δηλ. με την διάμετρον του κύκλου και την καταβιβαζομένην κάθετον της γωνίας, επί των οποίων φέρονται αι δύο· έπειτα δε αποδεικνύεται ευκόλως ότι, εάν τα δύο τρίγωνα είναι ίσα, το πρώτον δύναται να περιληφθή (εγγραφή) εντός του κύκλου.
8) Πρώτη και μοναδική θεμελίωσις διδασκαλίας ορθσλογισμού, τον οποίον ανέπτυξαν οι Γάλλοι Εγκυκλοπαιδισταί.
9) Ατέλεια Σωκρατικής σκέψεως, μισοψέμμα Πλατωνικόν που κατέληξε κατόπιν σοφίσματος. (Ιδέ νεωτέρας παρατηρήσεις Ριμπώ, Laboratoures).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου