Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2012

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ: ΙΩΝ

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ: ΙΩΝ
ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟFREE photo hosting by Fih.gr
Ίων (414 – 413 π.Χ. ή 419 – 418 π.Χ.)
Στον τρόπο που χειρίζεται τα κύρια πρόσωπα των έργων του, που δεν είναι πια εξαρτημένα από την προστασία των ιθυνόντων θεών, γίνεται φανερή μια υψηλού βαθμού ικανότητα διαγραφής των χαρακτήρων με πρωτοφανείς σε βάθος ψυχολογικές παρατηρήσεις. Ιδίως περιγράφει με ξεχωριστή διεισδυτικότητα τις περίπλοκες καταστάσεις και τα έντονα πάθη της γυναικείας ψυχής. Έτσι τα πρόσωπά του βρίσκονται πιο κοντά μας απ’ όσο οι ήρωες των άλλων τραγικών και ο κόσμος του δεν έχει τίποτα κοινό με την τάξη που οραματίζονται ο Αισχύλος και ο Σοφοκλής. Σ’ αυτόν τον κόσμο η τύχη φαίνεται να περιπαίζει τους ανθρώπους με μια πρωτοφανή ωμότητα. Ο Ευριπίδης, που δεν παρουσιάζει τους ήρωές του υπεράνθρωπους, όπως ο Αισχύλος, ούτε ιδανικούς, όπως ο Σοφοκλής, αλλά τους κατεβάζει μέσα στα πλαίσια της ανθρώπινης αθλιότητας, επιμένει να φτάσει στο βάθος της ανθρώπινης φύσης διερευνώντας τα σκοτεινά πάθη της, και κυρίως τον έρωτα, δημιουργώντας το τραγικό ερωτικό δράμα. Το κύριο χαρακτηριστικό της τέχνης του βρίσκεται στη σύγκρουση καθήκοντος και πάθους, που οδηγεί σε καταστάσεις κατεξοχήν τραγικές, γι’ αυτό και ο Αριστοτέλης τον θεώρησε ως τον «τραγικώτατον των ποιητών» - τον πιο ικανό να προκαλέσει τον «έλεον» και τον «φόβον» - αφού κανένας άλλος δεν ανέλυσε τα σκοτεινά ανθρώπινα πάθη με μεγαλύτερη επιμονή και οξύνοια, αλλά και με προφανή ευαισθησία και κατανόηση.
(Ολόκληρο το βιβλίο σε απλό κείμενο).
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
Π. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΦΕΞΗ
ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ
I Ω Ν
ΕΜΜΕΤΡΟΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ
ΠΟΛΥΒΙΟΥ Τ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
(POL ARCAS)
ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Δ. ΦΕΞΗ
ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ
ΥΠΟΘΕΣΙΣ
ΠΡΟΣΩΠΑ
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ
ΣΚΗΝΗ Α'. - ΣΚΗΝΗ ς'.
ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ
ΣΚΗΝΗ Α'. - ΣΚΗΝΗ Β’.
ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ
ΣΚΗΝΗ Α'. - ΣΚΗΝΗ Ζ’.
Υ Π Ο Θ Ε Σ I Σ
Η Κρέουσα, βασίλισσα των Αθηνών και θυγάτηρ του Ερεχθέως,
τεκνοποιήσασά ποτε μετά του Απόλλωνος, αφήκε το τέκνον της, εκ φόβου
αποκαλύψεως, εις σπήλαιον εκτός των Αθηνών, παραλαβών δε ο Ερμής
εκείνο μετέφερεν εις το μαντείον των Δελφών, ένθα ανετράφη υπό της
Πυθίας.
Μετά τινα έτη η Κρέουσα, μη αποκτήσασα τέκνον μετά του συζύγου της
Ξούθου, προσέρχεται μετ' αυτού εις Δελφούς, διά να ζητήση χρησμόν περί
μελλούσης τεκνοποιίας. Επί τη ευκαιρία ταύτη ο Απόλλων, διά να
εξασφαλίση το τέκνον του, δίδει χρησμόν εις τον Ξούθον ότι ανήκει εις
αυτόν εκ παλαιάς κλεψιγαμίας του μετά τινος Δελφίδος κόρης, και ούτως
ο Ξούθος δέχεται τον Ίωνα ως υιόν του. Αλλ' η Κρέουσα, θυμωθείσα διά
τούτο και θεωρούσα τον Ίωνα προγονόν, αποφασίζει την δηλητηρίασίν του.
Η επιχείρησις αποτυγχάνει, η Κρέουσα καταδικάζεται εις θάνατον,
σώζεται δε τη μεσολαβήσει της Πυθίας και της Αθηνάς, αι οποίαι
παρέχουν εις την μητέρα δείγματα περί της γνησιότητος του υιού της.
Τοιουτοτρόπως ο Ίων, πραγματικός υιός της Κρεούσης, επανέρχεται εις
Αθήνας και διαδέχεται τον Ξούθον εις την βασιλείαν.
ΠΡΟΣΩΠΑ

ΕΡΜΗΣ, διάκονος εις το Μαντείον των Δελφών.
ΧΟΡΟΣ θεραπαινιδών Κρεούσης.
ΚΡΕΟΥΣΑ, βασίλισσα των Αθηνών.
ΞΟΥΘΟΣ, σύζυγος της Κρεούσης.
ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ, παιδαγωγός της Κρεούσης.
ΘΕΡΑΠΩΝ Κρεούσης.
ΠΥΘΙΑ, η προφήτις των Δελφών.
ΑΘΗΝΑ
(Η σκηνή εις Δελφούς, εις τα προπύλαια του Μαντείου Απόλλωνος).
[Τα προπύλαια του εν Δελφοίς ναού του Απόλλωνος {1). Εις το βάθος
αριστερά βραχώδι σπήλαια, άνωθεν των οποίων φύονται πυκναί δάφναι και
δεξιώτερον βραχώδης άποψις του Παρνασσού. Εκατέρωθεν της σκηνής σειρά
χιονών απολήγουσα εις πολυτελή θύραν εις το κέντρον του βάθους. — Είνε
πρωία].
ΠΡΟΛΟΓΟΣ

ΕΡΜΗΣ (μόνος)
Ο Άτλας, που τον ουρανό, την κατοικία την παληά
των αθανάτων, συγκρατεί στη ράχη του τη χάλκινη,
με μιαν απ' της πολλές θεές εγέννησε τη Μαία,
κι' αυτή εμένα τον Ερμή, των αθανάτων δούλο,
με τον μεγάλο εγέννησε τον Δία. Στων Δελφών τη γη
έρχομ' εδώ, που τραγουδεί ο Φοίβος καθισμένος
στον ομφαλό της, στους θνητούς τα μέλλοντα ορίζοντας
και τα παρόντα. Βρίσκεται μια πόλι στην Ελλάδα
που δεν είν' απ' της άσημες, και τόνομα έχει πάρη
απ' την Παλλάδα τη θεά με το χρυσό κοντάρι, —
εκεί που ο Φοίβος με τη βια, την κόρη του Ερεχθέως
απόλαυσε, την Κρέουσα, στου βράχου της Παλλάδος
του βορεινού τους πρόποδας, στην άκρη της Αθήνας,
που οι άρχοντες της Αττικής Μακρά τη λένε Πέτρα.
Και δίχως ο πατέρας της να ξέρη, --γιατί έτσι
το θέλημα ήταν του θεού, — στα σπλάγχα της κρυφά
το τέκνο της εκράτησε· μα όταν ήλθ' η ώρα,
εγέννησε στο σπίτι της, και το παιδί το επήρε
η Κρέουσα, και τόρριξε στην ίδια τη σπηληά,
εκεί που μέσα στου θεού το απόχτησε την αγκαλιά,
και να πεθάνη τάφησε σε κούνια βαθουλή,
σώζοντας των προγόνων της το έθιμο, κ' εκείνου
του βασιληά Ερεχθόνιου, που βγήκε από τη γη.
Τότε κ' η κόρη του Διός έβαλ' εκεί κοντά του
δυο δράκοντες για φύλακα, κ' ύστερα στης παρθένες
της Αγλαυρίδες το 'δωκε για φύλαξι και πάλι·
γιατί το έχουν έθιμο στου Ερεχθέως τη γενιά,
σε κούνιες με χρυσόφιδα πλεγμένες τα παιδιά τους
να τρέφουν πάντα· και γι αυτό είχε περάσ' η κόρη
εις του παιδιού της το λαιμό ένα στολίδι τέτοιο, —
μα για να δώση θάνατο. Μου λέει τότε ο αδελφός
ο Φοίβος: «Συ, που είσαι μ' εμέ από την ίδια τη γενιά,
τρέχα στον ντόπιο το λαό της ένδοξης Αθήνας,—
ξέρεις την πόλι της θεάς, — και πάρε απ' τη σπηλιά
το νεογέννητο παιδί, και με τα σπάργανά του
και με την κούνια του μαζύ, και φέρνοντας το στους
[Δελφούς,
εκεί που δίνω τους χρησμούς, απόθεσε το κάτω
εις του δικού μου του ναού την είσοδο μπροστά·
κι' όσο για τάλλα πειά, εγώ μονάχος θα φροντίσω,
γιατί δικό μου είν' το παιδί, καθώς καλά το ξέρεις.»
Για χάρι του Απόλλωνος κ' εγώ του αδελφού μου,
παίρνω την κούνια την πλεχτή και το παιδί αποθέτω
μπροστά στης σκάλες του ναού, αυτή την κούνια την πλεχτή
ανοίγοντας, για να φανή πως το παιδί έχει μέσα.
Κ' έτσι έγινε· την ώρα δε που ο καβαλλάρης ήλιος
εφάνηκε στον ουρανό τον κύκλο του να κάνη,
εμβήκε κ' η προφήτισσα μέσ' στο μαντείο του θεού·
μα μόλις το μικρό παιδί στα μάτια της αντίκρυσε,
ετρόμαξε, μήπως καμμιά δυστυχισμένη κόρη
απ' της Ιέρειες των Δελφών εκρυφογέννησεν εκεί
και το παιδί της στου θεού τους τόπους είχε αφήση,
και να το ρίψ' ηθέλησε απ' έξω απ' την θυμέλη·
μα πάλι την σκληρότητα η ευσπλαχνία ενίκησε,
γιατί ο Απόλλων βοηθός εφάνη στο παιδί του
να μη διωχθή απ' το ναό· για τούτο κ' η προφήτισσα
τανάθρεψε, τη μάννα του χωρίς ποτέ να μάθη
κ' εκείνον που το γέννησεν, αν ήτανε ο Φοίβος.
Μα και το ίδιο το παιδί δεν ξέρη τους γονιούς του,
και όσω ήτανε παιδί, έπαιζε κ' εμεγάλωνε
με της τροφές, που άφηναν τριγύρω στους βωμούς·
μα όταν άνδρας γίνηκε, του δώσανε οι Δελφοί
των θησαυρών τη φύλαξι, και 'ς όλα επιστάτη
τον διωρίσανε πιστόν, και στου θεού το ανάκτορο,
στον τόπο αυτό, περνά ζωή σεμνή και τιμημένη.
Μα η Κρέουσα, που το παιδί τώχε κρυφά γεννήση,
τον Ξούθον επανδρεύθηκε για μιαν αιτία τέτοια:
Οι κάτοικοι των Αθηνών και οι Χαλκωδοντίδες,
που κατοικούν την Εύβοια, είχαν πολέμους στήση·
με το να βγη λοιπόν κι' αυτός για συμπολεμιστής
την Κρέουσα γυναίκα του επήρε γι' αμοιβή του
μόλο που ήταν Αχαιός, και όχι απ' την Αθήνα
ντόπιος, και του Αιόλου γυιός, που ήταν γόνος τού Διός.
Κι' όμως αυτός κ' η Κρέουσα με το να μείνουνε καιρό
χωρίς παιδί, και θέλοντας για ν' αποχτήσουν ένα,
εις το Μαντείο ήρθανε του Απόλλωνος κ' οι δυο.
Φαίνεται πως δεν ξέχασε το γυιό του ο Λοξίας,
κι' αυτόν το δρόμο έδωκε μονάχος του στην τύχη.
Κ' έτσι την ώρα που θα μπη ο Ξούθος στο μαντείο,
'ς αυτόν το ίδιο του παιδί θα δώση ο Απόλλων
και θα τον κάνη να πεισθή πως απ' αυτόν γεννήθη·
κ' έτσι όταν η Κρέουσα για γυιό του τον γνωρίση,
και το παιδί θ' ασφαλισθή στο πατρικό το σπίτι,
και του Λοξία οι έρωτες θα μείνουνε κρυφοί.
Ίωνα θα τον βγάλουνε σε όλην την Ελλάδα
και τόνομά του θα δοθή σε χώρες της Ασίας.
Και τώρ' ας μπω μέσα 'ς αυτές της δαφνοσκέπαστες σπη-
[ληές,
να μάθω τι ωρίσθηκε για το παιδί να γίνη·
γιατί κι' ο ίδιος πρόβαλλεν, ο γόνος του Λοξία,
δάφνης κλαδιά στου ιερού της πύλες ναποθέση.
(προς το μέρος, εκ του οποίου θα εισέλθη ο Ίων).
— Ίων! προτήτερα εγώ απ' όλους τους θεούς
σου παραδίδω τόνομα, οπού θα φέρνης πάντα.
(Αποσύρεται και γίνεται άφαντος εις τους εν τω βάθει της σκηνής
σπηλαιώδεις βράχους. -Εισέρχεται ο Ίων ακολουθούμενος από ιερείς του
Απόλλωνος και θεράπαινες της Κρεούσης, και τάσσεται εις το μέσον
αυτών).
ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ
ΣΚΗΝΗ Α'.

ΙΩΝ.—ΧΟΡΟΣ ΘΕΡΑΠΑΙΝΩΝ.—[ΙΕΡΕΙΣ]
ΙΩΝ
Το άρμα το τετράλογο προβαίνει,
και λάμπει όλ' η πλάσι φωτισμένη
από το φως του ήλιου το λαμπρό·
και στην φωτιά ετούτη την αιθέρια
μπροστά, τραβούν και φεύγουνε ταστέρια
μαζύ με το σκοτάδι το ιερό.
Εις τους θνητούς αγγέλλουν την ημέρα
η κορυφές του Παρνασσού κει πέρα
η απάτητες, με όψι λαμπερή,
και ο καπνός που απ' τη σμύρνα βγαίνει
την ξερική, πετάει και ανεβαίνει,
στου Ροίβου τα παλάτια προχωρεί.
Από το θείο τρίποδα η μάντισσα και πάλι
μαντέματα θαρχίση
στους Έλληνας να ψάλλη,
που ο Φοίβος ο θεός θα 'ρθή και θα της τραγουδήση.
Σεις, ιερείς του Απόλλωνος, πηγαίνετε
στης Κασταλίας της πηγής τασημωμένα τα νερά,
και στο ναό να μπαίνετε
λουσμένοι με τα νάματα τ' αγνά και δροσερά.
Το στόμα το καλόλογο κρατείτε
και προφητείες αγαθές να ειπήτε
'ς εκείνον που τα μέλλοντα ζητά
απ' τη δική σας γλώσσα εξηγητά.
Κ' εγώ που ξέρω μόνο να φροντίζω
από τα χρόνια μου τα παιδικά
τον ιερό ναό να καθαρίζω
με τα κλαδιά της δάφνης ταχτικά
και με στεφάνια το έδαφος και δροσερά νερά,
θα πιάσω με το τόξο
και τα πουλιά να διώξω,
που είνε σταναθήματα τα θεία βλαβερά.
Εγώ ποτέ δεν γνώρισα πατέρα και μητέρα,
γι' αυτό στου Φοίβου τους ναούς υπηρετώ εδώ πέρα
όπου με τρέφουνε καιρό.
Έλα λοιπόν, ώ τρυφερό
σάρωθρο, που απ' την όμορφη τη δάφν' είσαι κομμένο,
που καθαρίζεις την θυμέλη των ναών,
κ' είσαι απ' τον κήπο των θεών
τον ιερό βγαλμένο,
εκεί όπου αγνές δροσές μουσκεύουνε τη γη
και πάντοτ' αναβλύζουν
απ' την αστείρευτη πηγή,
και της μυρτιάς το φύλλωμα το ιερό δροσίζουν.
Το έδαφος το θεϊκό ολημερής εγώ
σαρώνω, με λατρεία καθημερινά,
από την ώρα που ο ήλιος ξεκινά
να βγη με το φτερό του το γοργό.
Παιάν! παιάν!
ευλογημένος νασ', ευλογημένος,
συ, που απ' τη Λητώ είσαι γεννημένος!
Ω Φοίβε μου! μ' ευχάριστο τον κόπο
στου παλατιού σου υπηρετώ τον τόπο,
που κάθε μάντεμά σου βγαίνει,
είν' η δουλειά μου δοξασμένη
όπου δουλεύω τους θεούς αυτούς
τους αθανάτους, κι' όχι τους θνητούς·
κι' ούτε κουράζομαι, ούτ' αποκάνω,
σε τέτοιον τιμημένο κόπο απάνω.
Από το Φοίβο εγεννήθηκα εγώ,
τροφήν αυτός μου δίνει, και τον ευλογώ.
Για τούτο και πατέρα μου τον λέω το θεό
το Φοίβο, που λατρεύουνε σε τούτο το ναό.
Παιάν! παιάν!
ευλογημένος νασ' ευλογημένος συ, που απ' τη Λητώ είσαι γεννημένος!
Αυτό της δάφνης το κλαδί θα μείνη εδώ απ' έξω,
και με ταγγείο το χρυσό τη γη θα καταβρέξω,
με το καθάρειο το νερό
όπου κυλά στην Κασταλία,
εγώ, που απ' την αμαρτία
έχω κρεββάτι καθαρό.
Κάνω ευχή παντοτινά το Φοίβο να υπηρετώ,
κι' αν παύσω και καμμιά φορά, ας μου είνε τυχερό κι αυτό.
(Οι ιερείς εξέρχονται.—Παρατηρεί προς το μέρος του Παρνασσού).
Α! τα πουλιά στον Παρνασσό αφήσαν της φωλιές τους·
στα κάγκελλα θα τους ειπώ να μη κοντοζυγώσουν
μήτε και στους χρυσούς ναούς με τόξα θα χτυπήσης,
κήρυκα του Διός εσύ, αϊτέ, που με του ράμφους
τη δύναμι, κάθε πουλί νικάς. Νά ένας κύκνος
που στη θυμέλη έρχεται.— Έ κύκνε, συ! δεν πας
τα κόκκινα ποδάρια σου αλλούθε να κινήσης;
και αν με του Απόλλωνα τη λύρα έχης όμοιο
τραγούδι, απ' τα τόξα μου κι' αυτή δεν θα σε σώση.
Πάρε φτερό και τράβηξε στη λίμνη εκεί της Δήλου,
κι' αν δεν πεισθής 'ς εμένα
θα τραγουδήσης γρήγορα τραγούδια ματωμένα.
Ω! τι καινούργιο είνε πουλί αυτό που τώρα φθάνει;
μήπως να χτίση έρχεται από τη στέγη κάτου
φωλιές για τα μικρά του;
—-Μα θα σου γίνη εμπόδιο του τόξου το τραγούδι.
Έ, δεν ακούς; να πας εσύ κει κάτω να γεννήσης
πουν' τα νερά του Αλφειού, ή στο λιβάδι του Ισθμού,--
αυτά ταφιερώματα δω πέρα να μη βλάψης.
Είν' ο ναός του Φοίβου εδώ· δεν θέλω να σκοτώσω
εσάς, που λέτε στους θνητούς τη βούλησι τη θεϊκή.
Μα σύμφωνα με τη δουλειά, που εκτελώ εδώ πέρα,
το Φοίβο θα δουλεύω,
κ' εκείνους που με τρέφουνε θα τους υπηρετώ.
(Καθαρίζει με το σάρωθρον της δάφνης και καταβρέχει τα προπύλαια του
Ναού).
ΗΜΙΧΟΡΙΟΝ (στροφή).
Στας θείας Αθήνας δεν είνε μονάχα
με ώμορφες στήλες ναοί των θεών
και δρόμων λατρείες.
Αλλά κ' εδώ πέρα' ς αυτόν τον ναόν
του θείου Λοξία, του γυιού της Λητούς,
που λάμπει το φως στο διπλό πρόσωπό του.
ΗΜΙΧΟΡΙΟΝ
Νά, κύττα την εικόν' αυτή,
όπου την Ύδρα τη Λερναία
σκοτώνει του Διός ο γυιός
μ' ένα χρυσό δρεπάνι, —
κύτταξε, φίλη, κύτταξε!
ΗΜΙΧΟΡΙΟΝ (αναστροφή).
Ναι, βλέπω και κοντά 'ς αυτόν
είν ένας άλλος που κρατεί
ένα δαδί αναμμένο.
Δεν έχουν τον Ιόλαο ζωγραφισμένο
απάνω στο πανί,
αυτόν που αγωνίσθηκε
μαζύ με του Διός το γυιό;
ΗΜΙΧΟΡΙΟΝ
Κύττα το παλληκάρι αυτό
που είν' ανεβασμένο
στο άλογο το φτερωτό·
και κόβει τη ζωή
της Χίμαιρας της τρίσωμης,
πούχε φωτιά γι' αναπνοή.
ΗΜΙΧΟΡΙΟΝ (στροφή).
Το μάτι μου γυρνώ όπου κι' αν τύχη·
κύτταξε και τη μάχη των Γιγάντων
ζωγραφιστή στα πέτρινα τα τείχη.
ΗΜΙΧΟΡΙΟΝ
Ω φιλενάδες, κι' από δω κυττάτε!
ΗΜΙΧΟΡΙΟΝ
Νά, βλέπεις τη θεά την Αθηνά
που τον Εγκέλαδο χτυπάει
και την πλεχτή ασπίδα πάλλει
με της γοργόνας το κεφάλι;
ΗΜΙΧΟΡΙΟΝ
Ναι, βλέπω την Παλλάδα την θεά μου.
ΗΜΙΧΟΡΙΟΝ
Και πώς; δεν βλέπεις και τον κεραυνό
πούχει φωτιά κι' από τα δυο τα μέρη,
και του Διός από τον ουρανό
το τρομερό τον ρίχνει χέρι;
ΗΜΙΧΟΡΙΟΝ
Τον βλέπω, να, τον Μίμαντα
τον καίει με τη φωτιά·
κι' ο Βάκχος άλλον γίγαντα
με το ραβδί το ειρηνικό
κτυπά, που είνε γύρω
πλεγμένο με κισσό.
ΧΟΡΟΣ ΘΕΡΑΠΑΙΝΩΝ (προς τον Ίωνα)
Σ' εσένα πούσαι στου ναού την είσοδο μιλώ·
Αυτό το ιερό μπορώ να το πατήσω τάχα
με το λευκό ποδάρι μου;
ΙΩΝ
Ω ξένες, δεν μπορείτε.
ΧΟΡΟΣ
Μπορούμ' αυτό που θέλουμε να μάθουμ' από σένα;
ΙΩΝ
Πες τι λοιπόν, τι θέλετε.
ΧΟΡΟΣ
Νά, είνε αλήθεια τάχα
το πώς του Φοίβου ο ναός είναι στον ομφαλό της γης;
ΙΩΝ
Είνε στεφάνια μέσα του και γύρωθε Γοργόνες.
ΧΟΡΟΣ
Το ίδιο λέει κ' η φήμη του
ΙΩΝ
Αν κάνατε θυσία
με ιερό ψωμί, μπροστά στης πύλες του ναού του,
και κάτι τι γυρεύετε να μάθετε απ' το Φοίβο,
περάστε μέσ' στο ιερό· μ' αν δεν έχετε σφάξη
αρνιά, δεν θα περάσετε μέσ' στου ναού το βάθος.
ΧΟΡΟΣ
Κατάλαβα· και του θεού το νόμο δεν πατώ·
θα μείνω εδώ και θα θωρώ αυτά που είν' απ' έξω.
ΙΩΝ
Ό,τι μπορεί το μάτι σας να βλέπη, ας το βλέπη.
ΧΟΡΟΣ
Μ' εστείλανε ταφεντικά του Φοίβου το ναό να ιδώ.
ΙΩΝ
Και τάχα σε ποιο ένδοξο υπηρετείτε σπίτι;
ΧΟΡΟΣ
Ταφεντικά μου κατοικούν στην πόλι της Παλλάδος
κ' έχουν εκεί παλάτια.
(Εισέρχεται η Κρέουσα).
ΣΚΗΝΗ Β'.

ΚΡΕΟΥΣΑ — ΙΩΝ — ΧΟΡΟΣ ΘΕΡΑΠΑΙΝΩΝ
ΙΩΝ (προς την Κρέουσαν:)
Από την περηφάνεια σου κι' απ' τους καλούς τους τρόπους
που έχεις, νοιώθω εύκολα ποια είσαι, ω γυναίκα.
Κι' από την όψι μοναχά μπορεί κανείς να νοιώση
κατά πολλά τον άνθρωπο που ευγενικός γεννήθη.
Αλλά παραξενεύομαι γιατί τα μάτια σου κρατείς
χαμηλωμέν' απ' τη στιγμή που είδες τα μαντεία,
και δάκρυα τα ευγενικά τα μάγουλά σου βρέχουν.
Ποιά σκέψι στον ναόν αυτόν σε φέρνει, ω γυναίκα;
Εδώ που άλλοι χαρωποί βλέπουν τους τόπους του θεού,
εδώ θα χύση δάκρυα το μάτι το δικό σου;
ΚΡΕΟΥΣΑ
Άγνωστε, δεν γελάσθηκες και άδικο δεν έχεις
για τα δικά μου δάκρυα, που βλέπεις, ν' απορήσης.
Τούτον θωρώντας το ναό του Φοίβου, μέσ' στο νου μου
κάποια παληάν ανάμνησι θυμήθηκα και πάλι,
κ' ενώ εγώ βρίσκομ' εδώ, στο σπίτι ο νους μου τρέχει.
— Ω σεις γυναίκες δύστυχες! ω πράξεις τολμηρές θεών!
και πώς; και που το δίκηο μας να βρούμε θα μπορέσουμε,
όταν καταστρεφόμαστε από της αδικίες
των δυνατών;
ΙΩΝ
Ποιά μυστική αιτία σε λυπεί;
ΚΡΕΟΥΣΑ
Τίποτα· εξεθύμωσα·—γι' αυτό κ' εγώ σωπαίνω,
και συ να μάθης μη ζητάς.
ΙΩΝ
Ποιά είσαι; πούθεν ήλθες;
πατέρας ποιος σ' εγέννησε και ποιό είνε τόνομά σου
που πρέπει να σου λέμ'εδώ;
ΚΡΕΟΥΣΑ
Κρέουσα μ' ονομάζουν,
ο Ερεχθεύς μ' εγέννησε, πατρίδα μου η Αθήνα.
ΙΩΝ
Ω συ, όπου στην ένδοξη την πόλι κατοικείς,
και που γονειοί σ' ανέθρεψαν γενναίοι, ω γυναίκα,
πώς σε θαυμάζω!
ΚΡΕΟΥΣΑ
Ως εδώ η ευτυχία φθάνει,
ω άγνωστε, μα δεν τραβά κι' ακόμη παρά πέρα.
ΙΩΝ
Αυτά που λεν' οι άνθρωποι αληθινά είνε τάχα;
Πες μου, για όνομα θεού!
ΚΡΕΟΥΣΑ
Για ποιό ρωτάς, ω ξένε;
πες μου να μάθω.
ΙΩΝ
Απ' τη γη εβγήκε του πατέρα σου
ο πρόγονος;
ΚΡΕΟΥΣΑ
Αληθινά· ο Ερεχθόνιος ήταν
αλλά το γένος τι ωφελεί;
ΙΩΝ
Η Αθηνά τον έβγαλεν
από τη γη;
ΚΡΕΟΥΣΑ
Στα χέρια της τον πήρε τα παρθένα
χωρίς να τον γεννήση αυτή.
ΙΩΝ
Τον είχε παραδώση
κατά που ιστορήθηκε, σε μιαν εικόνα απάνου;
ΚΡΕΟΥΣΑ
Τον έδωκε στου Κέκροπος της κόρες, δίχως όμως
εκείνες να τον βλέπουνε.
ΙΩΝ
Άκουσα που η παρθένες
άνοιξαν το κιβώτιο της Αθηνάς κρυφά.
ΚΡΕΟΥΣΑ
Γι' αυτό χαθήκανε κι' αυτές και με τα αίματά τους
τους βράχους χρωματίσανε.
ΙΩΝ
Έτσι το λεν, αλήθεια.
Και τούτο είν' αληθινό ή άδικα το λένε;
ΚΡΕΟΥΣΑ
Για ποιό ρωτάς; μένει καιρός να σου το ειπώ τούτο.
ΙΩΝ
Αν ο πατέρας σου Ερεχθεύς της αδελφές σου εσκότωσε.
ΚΡΕΟΥΣΑ
Να σώση την πατρίδα του εσκότωσε της κόρες.
ΙΩΝ
Και πώς εσώθης μόνο εσύ από της αδελφές σου;
ΚΡΕΟΥΣΑ
Είχα παιδί στην αγκαλιά, κ' είχα μητέρα γίνη.
ΙΩΝ
Αλήθεια τον πατέρα σου πώς τον κατάπιε η γη;
ΚΡΕΟΥΣΑ
Του Ποσειδώνα η Τρίαινα με της πληγές τον σκότωσε.
ΙΩΝ
Πέτρες Μακρές τον τόπο αυτόν, που εθάφτηκε, τον λένε;
ΚΡΕΟΥΣΑ
Το πράμα τι το ξαναλές; και τι μου το θυμίζεις;
ΙΩΝ
Τον τόπο εκείνον τον τιμά ο αστραφτερός Απόλλων;
ΚΡΕΟΥΣΑ
Ναι, τον τιμά χωρίς τιμή, κάλλιο να μη τον είχε ιδή!
ΙΩΝ
Οσ' αγαπάει ο θεός εσύ τα καταριέσαι;
ΚΡΕΟΥΣΑ
Όχι· μα έγιν' έγκλημα μέσα σ' εκείνη τη σπηληά.
ΙΩΝ
Από τους Αθηναίους ποιός σε πήρε για γυναίκα;
ΚΡΕΟΥΣΑ
Δεν είνε ντόπιος· ήλθε εκεί από πατρίδα ξένη.
ΙΩΝ
Ποιός; νάνε κάποιος ευγενής απ' τη γενειά του πρέπει.
ΚΡΕΟΥΣΑ
Ο Ξούθος, του Αιόλου γυιός, που ήταν γόνος του Διός.
ΙΩΝ
Και ξένος αφού ήτανε πώς πήρε σε την ντόπια;
ΚΡΕΟΥΣΑ
Υπάρχει πόλις Εύβοια κοντά εις την Αθήνα.
ΙΩΝ
Λένε πως έχει σύνορα τριγύρω από νερά.
ΚΡΕΟΥΣΑ
Στους Κεκροπίδες σύμμαχος ο Ξούθος, την εγκρέμισε.
ΙΩΝ
Σύμμαχος ήλθε; κ' ύστερα γυναίκα του σε πήρε;
ΚΡΕΟΥΣΑ
Του κονταριού του αμοιβή και προίκα του πολέμου.
ΙΩΝ
Και ήλθες με τον άνδρα σου για τους χρησμούς ή μόνη;
ΚΡΕΟΥΣΑ
Μ' αυτόν και τώρα βρίσκεται στου Τροφωνίου το ιερό.
ΙΩΝ
Ήλθε στον τόπο αυτό να ιδή, ή μάντεμα να πάρη;
ΚΡΕΟΥΣΑ
Από τον Φοίβο κι' απ' αυτόν να πάρη ένα λόγο.
ΙΩΝ
Για τους καρπούς ήλθε της γης ή για παιδί να μάθη;
ΚΡΕΟΥΣΑ
Πολύν καιρό ζούμε μαζύ χωρίς παιδί κανένα.
ΙΩΝ
Ποτέ δεν γέννησες εσύ, κι' άτεκνος είσαι πάντα;
ΚΡΕΟΥΣΑ
Ο Φοίβος ξέρει μοναχά γιατί παιδί δεν έχω.
ΙΩΝ
Δύστυχη! μ' όλο που ευτυχείς, δεν είσαι ευτυχισμένη.
ΚΡΕΟΥΣΑ
Ποιός είσαι, που μακάρισα τη μάννα που σ' εγέννησε;
ΙΩΝ
Λέγομαι δούλος του θεού και είμαι, ω γυναίκα.
ΚΡΕΟΥΣΑ
Η πόλις σ' αφιέρωσε, ή δούλο σ' αγοράσανε;
ΙΩΝ
Ετούτο ξέρω μοναχά: δουλεύω το Λοξία.
ΚΡΕΟΥΣΑ
Όσο για 'μένα, αισθάνομαι συμπάθεια σε σένα.
ΙΩΝ
Ίσως γιατί δεν γνώρισα και μάννα και πατέρα.
ΚΡΕΟΥΣΑ
Μένεις σε τούτο το ναό, ή κατοικείς σε σπίτι;
ΙΩΝ
Δικός μου είν' όλος ο ναός κι' όπου νυστάζω πέφτω. . .
ΚΡΕΟΥΣΑ
Σε φέρανε μικρό παιδί, ή νέος έχεις έλθη;
ΙΩΝ
Όσοι θαρρούν πως ξέρουνε, λένε παιδί πως ήλθα.
ΚΡΕΟΥΣΑ
Κι' απ' της γυναίκες των Δελφών ποιά σ' έθρεψε με γάλα;
ΙΩΝ
Δεν ξέρω στήθος γυναικός· εκείνη μ' έχει θρέψη.
(Δεικνύει προς τα βάθος του Ναού).
ΚΡΕΟΥΣΑ
Ποιά; στη δική μου συμφορά, ευρήκα κι' άλλες όμοιες!
ΙΩΝ
Του Φοίβου την προφήτισσα εγνώρισα για μάννα.
ΚΡΕΟΥΣΑ
Και πώς λοιπόν ετράφηκες κ' έγινες τέτοιος άνδρας;
ΙΩΝ
Ετράφηκα με της τροφές που μού φέρναν οι ξένοι.
ΚΡΕΟΥΣΑ
Κ' η δύστυχη μητέρα σου σαν ποιά να ήταν τάχα;
ΙΩΝ
Κάποια γυναίκα που ‘σφαλε κ' εγέννησεν εμένα.
ΚΡΕΟΥΣΑ
Έχεις τα μέσα για να ζης; τριμμένα έχεις ρούχα.
ΙΩΝ
Φορώ τα ρούχα του θεού, 'δω πέρα που δουλεύω.
ΚΡΕΟΥΣΑ
Και δεν εξέτασες ποτέ να μάθης τους γονειούς σου;
ΙΩΝ
Όχι· σημάδι γνωριμίας δεν μου τυχε κανένα.
ΚΡΕΟΥΣΑ
Αλλοίμονο!—
Κι' άλλη γυναίκα έπαθε τα ίδια με τη μάννα σου.
ΙΩΝ
Ποια είνε; πόσο θα χαρώ, αν με βοηθήσης να τη βρω!
ΚΡΕΟΥΣΑ
Για 'κείνην ήλθα εγώ ιδώ, ο άνδρας μου πριν έλθη.
ΙΩΝ
Σαν τι γυρεύει; πες μου το να την υπηρετήσω.
ΚΡΕΟΥΣΑ
θέλει ένα μάντεμα κρυφό να μάθη από το Φοίβο.
ΙΩΝ
Για πες μου συ, κ' εγώ μπορώ να σε βοηθήσω στάλλα.
ΚΡΕΟΥΣΑ
Άκου λοιπόν το ιστορικό. . . μα ' ντρέπομαι να σου το ειπώ.
ΙΩΝ
Τότε δεν κάνεις τίποτε· γιατ' η ντροπή είν' οκνηρή.
ΚΡΕΟΥΣΑ
Έμεινε κάποια φίλη μου μητέρα με το Φοίβο.
ΙΩΝ
Μητέρα με το Φοίβο! μπα! μη λες το λόγο τούτο.
ΚΡΕΟΥΣΑ
Κι' απ' τον πατέρα της κρυφά είχε παιδί γεννήση.
ΙΩΝ
Αδύνατο· κάποιου θνητού αδίκημα έχει κρύψη.
ΚΡΕΟΥΣΑ
Όχι· την έπαθε σωστή τη συμφορά που λέει.
ΙΩΝ
Και ύστερα τι έκαμε, που το θεό εγνώρισε;
ΚΡΕΟΥΣΑ
Έρριψε το παιδάκι της από το σπίτι μακρυά.
ΙΩΝ
Και το παιδί που έρριψε βλέπει το φως ακόμη;
ΚΡΕΟΥΣΑ
Κανείς δεν ξέρει· τούτο νά, γυρεύω απ' το μαντείο.
ΙΩΝ
Κι' αν δεν υπάρχη το παιδί, με ποιόν εχάθη τρόπο;
ΚΡΕΟΥΣΑ
Το δύστυχο! θεριά θαρρώ θα τόχουν σκοτωμένο.
ΙΩΝ
Υπάρχει κάποιο γνώρισμα για νάχη τέτοιο φόβο;
ΚΡΕΟΥΣΑ
Επήγ' εκεί που το 'ριψε και δεν το ξαναβρήκε.
ΙΩΝ
Ευρήκε από το αίμα του σταλαγματιές στο χώμα;
ΚΡΕΟΥΣΑ
Δεν βρήκε, λέει, κ' έψαξε πολλές φορές τον τόπο.
ΙΩΝ
Κι' απ' τον καιρό, που γίνηκαν αυτά, πέρασαν χρόνια;
ΚΡΕΟΥΣΑ
Αν ζούσε, θάχε σαν κι'εσέ την ίδιαν ηλικία.
ΙΩΝ
Α, ο θεός είν'άδικος, η μάννα του αθλία.
ΚΡΕΟΥΣΑ
Κατόπιν δεν εγέννησεν άλλο παιδί κ' εκείνη.
ΙΩΝ
Ποιος ξέρει αν ο Απόλλωνας κρυφά δεν τόχει πάρη.
ΚΡΕΟΥΣΑ
Μόνος του νάχη την χαρά, αυτό δεν είνε δίκηο.
ΙΩΝ
Αλλοίμονον! ο πόνος μου ευρήκεν κι'άλλον όμοιο.
ΚΡΕΟΥΣΑ
Αποζητάς και συ, θαρρώ, τη μάννα σου τη δόλια.
ΙΩΝ
Μη μου θυμίζης θλιβερά, που θέλω να ξεχάσω.
ΚΡΕΟΥΣΑ
Σωπαίνω· αλλά τελείωσε αυτό που σε ρωτούσα.
ΙΩΝ
Ξέρεις ποιό είνε θλιβερό περσότερο απ' όσα λες;
ΚΡΕΟΥΣΑ
Ότι κ' εκείνη η δύστυχη το ίδιο υποφέρει;
ΙΩΝ
Πώς θα ειπή τάχα ο θεός, ό,τι ήθελε να κρύψη;
ΚΡΕΟΥΣΑ
Σαν κάθεται στον τρίποδα πούνε κοινός για όλους.
ΙΩΝ
Μη τα γυρεύης, άφησ'τα' φέρνει ντροπή το πράμα.
ΚΡΕΟΥΣΑ
Αλλά κ' εκείνη που 'παθε, πονεί για αυτή την τύχη.
ΙΩΝ
Τέτοια μαντέματα, ναός δεν θα βρεθή να δώση·
γιατί στον ίδιο του ναό, ν' ακούση κατηγόρια
ο Φοίβος, με το δίκηο του σκληρά θα τιμωρήση
αυτόν που θα την πη. Γι' αυτό, γυναίκα, παραιτήσου·
δεν δίνει ο θεός χρησμό κατά του εαυτού του.
Ανοησία θάτανε να θέλουμ' από τους θεούς
να λένε, ό,τι δεν θέλουνε, πρόβατα θυσιάζοντας
μπρος στους βωμούς, ή βλέποντας το πέταγμα πουλιών.
Γιατί αν ζητάμε με τη βια, χωρίς να θέλουν οι θεοί,
ανώφελα θαν' τ αγαθά που θάβρουμε, ω γυναίκα,
κι ωφέλιμα σαν έρχωνται από τη θέλησί τους.
ΧΟΡΟΣ
Πολλές για τους θνητούς η συμφορές,
κ' έχουνε μόνο στη μορφή διαφορά·
μόλις μπορεί ο άνθρωπος να ειπή
πως έγιν' ευτυχής για μια φορά!
ΚΡΕΟΥΣΑ
Φοίβε! κ' εκεί όπως κ' εδώ το δίκηο δεν το δίνεις
για τη γυναίκα που μιλώ. . .
(Ανακόπτεται παρατηρούσα τον Ίωνα και τους χορούς:)
Κ' εδώ δεν είνε τώρα!
Το γυιό σου συ δεν έσωσες που 'πρεπε να τον σώσης,
ούτε στη μάννα που μιλεί· μόλο που μάντις είσαι,
τίποτε δεν μαντεύεις συ· τάφο να του σηκώση,
Αν ίσως και της πέθανε, αν ίσως ζη ακόμη
ας βγη και πάλι μια φορά στης μάννας του την όψι.
Κι' όμως αλλοιώς δεν γίνεται, αν ο θεός δεν θέλη
να μάθω αυτά που θέλω εγώ· μα βλέπω, ξένε, τώρα
ο σύζυγος μου ο ευγενής πως έρχεται εδώ πέρα,
ο Ξούθος, όπου άφησε του Τροφωνίου το άντρο.
Τα λόγια που είπαμε μαζύ στον άνδρα μου μην πης,
μήπως μου 'ρθή καμμιά ντροπή πούχω απ' αυτόν κρυφά·
σε πλειότερ' απ' ο,τ' είπαμε μην πάρη ο λόγος δρόμο,
γιατ' είνε πάντα δύσκολη η θέσι της γυναίκας
μπροστά στον άνδρα· κ' η κακές γυναίκες κ' η καλές
το ίδιο μέτρο έχουμε στο μίσος τους απάνω·
έ, έτσι γεννηθήκαμε, δυστυχισμένες όλες {2)!
** (Εισέρχεται ο Ξούθος).
ΣΚΗΝΗ Γ'.

ΞΟΥΘΟΣ και οι ΑΝΩΤΕΡΩ
ΞΟΥΘΟΣ
Τον πρώτο μου χαιρετισμό προς το θεό τον στέλνω,
και ύστερα, γυναίκα μου, 'ς εσένα· μήπως τάχα
που άργησα τόσο πολύ, αισθάνθης στενοχώρια;
ΚΡΕΟΥΣΑ
Α, όχι· ήλθες έγκαιρα για να μου την προλάβης.
Μα πες μου, τι μαντέματα απ' τον Τροφώνιο φέρνεις,
πώς θαποχτήσουμε παιδιά εμείς, και με ποιόν τρόπο;
ΞΟΥΘΟΣ
Δεν μ' εύρεν άξιον ο θεός το μάντεμα να πάρω
και τούτο είπε μοναχά: στο σπίτι δεν θα πάμε
χωρίς παιδί κ' εγώ και συ απ' το μαντείο τούτο.
ΚΡΕΟΥΣΑ
Ας έχουμ' έλθη για καλό, του Φοίβου θεία μητέρα!
και δόσε να πετύχουμε από το γυιό σου τώρα,
όπως το είπε κι' ο χρησμός, μια τύχη πειό καλή.
ΞΟΥΘΟΣ
Έτσι θα γίνη.
(Προς τον Ίωνα)
— Αλλά ποιος είν' ο προφήτης του θεού;
ΙΩΝ
Μόνο στα έξω είμ' εγώ· στα μέσα είνε άλλοι,
είνε οι πρώτοι των Δελφών, που κάθονται τριγύρω
στον τρίποδα το μαντικό, και βγαίνουν με τον κλήρο.
ΞΟΥΘΟΣ
Καλά· όσα χρειάζονται να μάθω, τάχω μάθη·
πηγαίνω μέσα στο ναό· γιατί, καθώς ακούω,
άνοιξε στο ναό μπροστά χρηστήριο κοινό
για κάθε ξένο· και 'ς αυτή την ευτυχή τη μέρα,
θέλω κ' εγώ του Απόλλωνος το μάντεμα να πάρω.
Και συ, γυναίκα, στους βωμούς κοντά, κλωνάρια δάφνης
παίρνοντας, παρακάλεσε, για ν' αποχτήσουμε παιδί,
ναν' οι χρησμοί καλόμοιροι, που απ' το ναό θα φέρω.
ΚΡΕΟΥΣΑ
Θα κάμω, ναι, θα κάμω αυτό·
(Ο Ξούθος εισέρχεται εις τον ναόν).
Κι' αν ο Λοξίας θέλη
στην αμαρτία την παληά διόρθωσι να δώση,
βέβαια φίλος δεν θα ειπή πως έγινε για μένα,
μα, με το νάνε πια θεός, θα τη δεχθώ τη χάρι.
(Γονυπετεί προ των προπυλαίων και προσεύχεται). (**)
ΙΩΝ (καθ' εαυτόν:)
Με λόγια πλάγια και κρυφά γιατί ετούτ' η ξένη,
κατηγοράει το θεό; για φιλενάδα τάχα
ζητεί να πάρη το χρησμό, ή μήπως και μας κρύβη
κάτι που πρέπει ναν κρυφό;. . . Μα για του Ερεχθέως
την κόρη, τι με μέλει εμέ; τι σχέσι έχει μ' εμένα;. . .
Ας τον ραντίσω το ναό με το χρυσό ταγγείο.
(Λαμβάνει χρυσούν δοχείον και καταβρέχει. Μετά στιγμήν σταματά και
σκέπτεται).
Μα ο Φοίβος θέλει επίπληξι μ' αυτά που πάει και κάνει!
Πιάνει της κόρες με τη βια κ' ύστερα της προδίνει,
κι' όσα παιδιά κλεφτογεννά ταφίνει και πεθαίνουν!
(ωσεί αποτεινόμενος προς τον ουρανόν:)
Δεν είνε πράματα για σε και με το νάχης δύναμι
φρόντιζε νάχης κι' αρετή· γιατί όποιος γεννηθή κακός
απ' τους θνητούς, πάντα οι θεοί του δίνουν τιμωρίες.
Και είνε δίκηο τάχα, σεις, που δώσατε τους νόμους
εις τους θνητούς, να πέφτετε οι ίδιοι 'ς ανομίες;
Γιατί, —δεν είν' αληθινό, αλλά το φέρνει ο λόγος, —
γιατί αν τιμωρήσετε ανθρώπους, όταν κάνουν
με βια τους γάμους των, και συ, κι' ο Ποσειδών, κι' ο ίδιος
ο Ζευς, πουν' άρχων τουρανού, το κάθε αδίκημά σας
αν πληρωθή, ε, γρήγορα θαδειάσουν οι ναοί σας.
Να βάζετε την ηδονή πειό πρώτ' απ' τη σοφία,
είν' έγκλημα· και δίκηο πειά δεν είνε, τους ανθρώπους
κακούς να λέμε, σαν αυτοί μιμούνται τους θεούς των!. . .
(Εξέρχεται καταβρέχων).
ΣΚΗΝΗ Δ'.

ΧΟΡΟΣ ΘΕΡΑΠΑΙΝΩΝ (προσευχόμενος){3).
(Α' ΗΜΙΧΟΡΙΟΝ)
Σένα, που δεν ένοιωσες μέσ' στα σωθικά σου
κάθε πόνο φοβερό, όπου φέρν' η γέννα,
σένα, που απ' την κεφαλή του Διός ξεγέννησε
ο Τιτάνας Προμηθεύς, Αθηνά παρθένα! —-
στης Πυθίας τον ναόν, ω μακάρια Νίκη,
εδώ πέρα πέταξε με γοργό φτερό,
από τα Ολύμπια τα χρυσά παλάτια
εις τον ομφαλό της γης, —όπου με χορό
τριγυρίζει ο Τρίποδας στην εστία κάτου.
οπού της μαντείες της δίνει της κρυφές. —
Συ, κ' η κόρη της Λητούς, δύο θεές παρθένες,
και σεμνές του Απόλλωνος δύο αδελφές.
(Β'. ΗΜΙΧΟΡΙΟΝ)
Του Ερεχθέως το παληό το γένος,
μαντέματα να πάρη καθαρά,
παρακαλέστε σεις, και να ξανάρθη
η γονιμότης πούχε μια φορά.
Αιτία είνε ακλόνητη ευτυχίας
μεγάλης, όταν λάμπουνε μια μέρα
νέα παιδιά στο σπίτι, για ν' αφήσουν
'ς άλλα παιδιά τα πλούτη του πατέρα.
Είν' τα παιδιά στη δυστυχία δύναμι,
στην ευτυχία είνε χαράς πηγή,
και με τα όπλα δύναμι σωτήρια
εις της πατρίδος φέρνουνε τη γη.
Πειό πρώτ' απ' τα παλάτια κι' απ' τον πλούτο
τα προτιμώ τα φρόνημα ταγέρια·
εγώ χωρίς παιδιά μισώ το βίο,
κι' όποιος τον θέλει, νάχη κατηγόρια.
Ας κάνω εγώ παιδιά, παιδιά καλά,
κι' ας λείψουνε τα πλούτη τα πολλά.
(Α'. ΗΜΙΧΟΡΙΟΝ)
Ω συ, του Πανός ναέ, και γειτονικέ
βράχε, πούσαι στης Μακράς τη σπηληά κοντά,
πούρχονται η τρίδυμες της Aγραύλου κόρες
στης Παλλάδος Αθηνάς τους ναούς μπροστά,
και σε μέρη χλοερά, και πηδούν, στους ύμνους
που αφίνουν ελαφρές των αυλών λαλιές,
όταν συ, ω θεέ Πάν, παίζεις με συρίγματα
τους δικούς σου τους αυλούς μέσα στης σπηληές —
εκεί κάτω στη σπηληά, όπου μια παρθένα,
γέννα με το Φοίβο κάνοντας κρυφή,
το παιδί της, σαν ντροπή πικραμένου γάμου,
ματωμένη τώρριξε στα πουλιά τροφή.
Ούτε ιστορήθηκε σε υφαντήν εικόνα,
ούτε λόγος στάθηκε, πως ποτέ η ζωή
ευτυχής εγίνηκε των παιδιών, που ως τώρα
στους θνητούς οι αθάνατοι τα 'δοσαν θεοί.
(Εισέρχεται ο Ίων).
ΣΚΗΝΗ Ε'.

ΙΩΝ — ΧΟΡΟΣ ΘΕΡΑΠΑΙΝΩΝ και μετά μικρόν ΞΟΥΘΟΣ.
ΙΩΝ
Γυναίκες σεις θεράπαινες, όπου εδώ φυλάτε,
μπροστά στης σκάλες του ναού της μοσχομυρισμένες,
και νάρθη ο αφέντης σας προσμένετε, — ο Ξούθος
τον άφησε τον Τρίποδα και των χρησμών τον τόπο,
ή έχει μείνη στο ναό, κι' ακόμα μολογάει
την ακληριά του;
ΧΟΡΟΣ
Ξένε μου, ο Ξούθος είν' ακόμα
μέσ' στον ναό· δεν πέρασε τον τόπο αυτόν να βγη·
μα στάσου, κρότον άκουσα. . .. η πύλες σαν ν' ανοίγουν
κάποιος να βγη. . .. Νά, κύτταξε, που ο αφέντης βγαίνει.
(Εξέρχεται ο Ξούθος από τον Ναόν).
ΞΟΥΘΟΣ
Χαίρε, παιδί μου· ναν' αυτός πρώτος μου λόγος πρέπει.
ΙΩΝ
Εγώ χαρούμενος, και συ σοφός, έτσι κ' οι δυο μας
ευτυχισμένοι θα' μαστε.
ΞΟΥΘΟΣ
Δόσε μου να φιλήσω
το χέρι σου, και το κορμί στην αγκαλιά να σφίξω.
(Προσπαθεί να εναγκαλιασθή τον Ίωνα).
ΙΩΝ(έκπληκτος).
Είσαι καλά, ή χάλασε κάποιος θεός το νου σου;
ΞΟΥΘΟΣ
Είμαι τρελλός; που εύρηκα και θέλω να φιλήσω
ό,τι αγαπούσα πειό πολύ;
(Προσπαθεί να τον εναγκαλισθή).
ΙΩΝ
(Προφυλάσσων τον επί της κεφαλής του στέφανον).
Στάσου, μήπως εγγίζοντας το ιερό στεφάνι
το σπάσης.
ΞΟΥΘΟΣ (επιμένων).
Θέλω μοναχά να σ' αγκαλιάσω, κι όχι
να σου το πάρω· εύρηκα εκείνο που αγαπούσα.
ΙΩΝ (αμυνόμενος).
Μ' αφίνεις, ή το τόξο μου θα πάρω, να τρυπήσω
τα στήθια σου.
ΞΟΥΘΟΣ.
Γιατί λοιπόν μου φεύγεις, αφού βρίσκεις
εκείνο που αγαπάς και συ;
ΙΩΝ
Εγώ δεν αγαπάω
τους ξένους τους μανιακούς και τους ξεμυαλισμένους.
(Αναλαμβάνει μετά σπουδής το τόξον).
ΞΟΥΘΟΣ
Και σκότωσε και κάψε με· μα ξέρε: αν με σκοτώσης,
θα γίνης του πατέρα σου φονηάς.
ΙΩΝ
Εσύ πατέρας
δικός μου! είνε να γελώ μ' αυτά που ακούν ταυτιά μου.
ΞΟΥΘΟΣ
Όχι· μ' αυτά που θα σου είπω, καλά θα καταλάβης.
ΙΩΝ
Τι θα μου ειπής;
ΞΟΥΘΟΣ
Πατέρας σου πως είμαι και συ γυιός μου.
ΙΩΝ
Ποιός είπε τούτο;
ΞΟΥΘΟΣ
Το είπε αυτός, που σ'έθρεψεν εσένα,
ενώ δικός μου ήσουνα· το είπεν ο Λοξίας.
ΙΩΝ
Δεν έχεις άλλο μάρτυρα από τον εαυτό σου
ΞΟΥΘΟΣ
Το λέω, αφού τώμαθα από του Λοξία τους χρησμούς.
ΙΩΝ
Ακούοντας λόγια στρυφνά έκαμες λάθος.
ΞΟΥΘΟΣ
Τάχα
λόγια σωστά δεν άκουσα;
ΙΩΝ
Κι' ο Φοίβος τι σου είπε;
ΞΟΥΘΟΣ
Πως όποιον απαντήσω εγώ. . .
ΙΩΝ
Πού θα τον απαντήσης;
ΞΟΥΘΟΣ
Την ώρα που απ' του θεού θα βγαίνω το ναό.
ΙΩΝ
Τί θαν' εκείνος που θα βρης;
ΞΟΥΘΟΣ
Εκείνος θαν' ο γυιός μου.
ΙΩΝ
Πώς; γεννημένος από σε; ή γυιός θετός θα γίνη;
ΞΟΥΘΟΣ
Θετός, δοσμένος κι' από εμέ.
ΙΩΝ
Και πρώτα-πρώτα εμένα
βγαίνοντας συναπάντησες;
ΞΟΥΘΟΣ
Παιδί μου, κανέν' άλλον.
ΙΩΝ
Και τούτ' η τύχη από πού;
ΞΟΥΘΟΣ
Ιδία μας βρήκε τύχη.
ΙΩΝ
Ποιά μάννα μ' έδωκε 'ς εσέ;
ΞΟΥΘΟΣ
Να σου το ειπώ δεν ξέρω.
ΙΩΝ
Ούτε ο Φοίβος το είπε αυτό;
ΞΟΥΘΟΣ
Απ' την πολλή χαρά μου
δεν τον ερώτησα.
ΙΩΝ
Και πώς; από τη γη γεννήθηκα;
ΞΟΥΘΟΣ
Το χώμα δεν γεννά παιδιά;
ΙΩΝ
Πώς είμ' εγώ δικός σου;
ΞΟΥΘΟΣ
Δεν ξέρω. Τον θεόν γι' αυτό θα τον ρωτήσω πάλι.
ΙΩΝ
Ας πούμε γι' άλλα πράματα.
ΞΟΥΘΟΣ
Αυτά είνε τα πειό καλά,
παιδί μου.
ΙΩΝ
Σε παράνομο μην τύχη κ' ήλθες γάμο;
ΞΟΥΘΟΣ
Ε, πάντα ο νηός είνε τρελλός.
ΙΩΝ
Πριν πάρης του Ερεχθέως
την κόρη;
ΞΟΥΘΟΣ
Πριν, όχι ύστερα
ΙΩΝ
Λοιπόν μ' έχεις γεννήση
προτήτερ' απ' το γάμο σου;
ΞΟΥΘΟΣ
Τα χρόνια συμφωνούνε
και με την ηλικία σου.
ΙΩΝ
Πώς βρέθηκα δω πέρα;
ΞΟΥΘΟΣ
'Σ αυτό δεν ξέρω τι να ειπώ;
ΙΩΝ
Πώς πήρα τόσο δρόμο;
ΞΟΥΘΟΣ
Παραξενεύομαι κ' εγώ.
ΙΩΝ
Μην τύχη στης Πυθίας
κ' ήλθες το βράχο πειο μπροστά;
ΞΟΥΘΟΣ
Εις της γιορτές του Βάκχου.
ΙΩΝ
Σε τίνος σπίτι έμεινες;
ΞΟΥΘΟΣ
'Σ εκείνον που με γνώρισε
με τα κορίτσια των Δελφών.
ΙΩΝ
Εις τα μυστήριά τους,
ή θέλεις για να ειπής κι' αλλού;
ΞΟΥΘΟΣ
Εις των Μαινάδων τη γιορτή.
ΙΩΝ
Είχες σωστή τη' γνώσι σου, ή μεθυσμένος ήσουν;
ΞΟΥΘΟΣ
Επαραδόθηκα μ' αυτές στης ηδονές του Βάκχου.
ΙΩΝ
Τότε με γέννησες εμέ.
ΞΟΥΘΟΣ
Και σ' εύρε η τύχη, γυιέ μου.
ΙΩΝ
Πώς ήλθα στο ναό αυτό;
ΞΟΥΘΟΣ
Θα σ' άφησεν η κόρη.
ΙΩΝ
Δούλος για αυτό δεν έγινα.
ΞΟΥΘΟΣ
Τώρα λοιπόν, παιδί μου
δέξου με για πατέρα σου.
ΙΩΝ
Δεν πρέπει ν' απιστήσω
στο λόγο που είπεν ο θεός.
ΞΟΥΘΟΣ
Πολύ καλά το εσκέφθης.
ΙΩΝ
Τι άλλο ήθελα απ' αυτό;
ΞΟΥΘΟΣ
Το πράμα τώρα βλέπεις
όπως σου πρέπει να το ιδής.
ΙΩΝ
Να ήμ' εγώ παιδί αυτού, που είνε γόνος του Διός!
ΞΟΥΘΟΣ
Αυτό για σένα ήτανε.
ΙΩΝ
Και θα μπορέσω τάχα
εκείνους που μ' εγέννησαν στην αγκαλιά να σφίξω;
ΞΟΥΘΟΣ
Αν δώσης πίστι στο θεό.
ΙΩΝ (εναγκαλιζόμενος τον Ξούθον)
Χαίρε λοιπόν, πατέρα!
ΞΟΥΘΟΣ
Αυτός ο λόγος που άκουσα τι ευχάριστος που είνε!
ΙΩΝ
Όπως κ' η μέρα η σημερινή. . .
ΞΟΥΘΟΣ
Την ευτυχία μου δίνει
ΙΩΝ
Αγαπητή μητέρα μου! πότε θα ιδώ κ' εσένα;
τώρα ποθώ για να σε ιδώ περσότερο από πρώτα.
μα τι να κάνω τώρα πεια, αν ήσαι πεθαμένη!
ΧΟΡΟΣ
Η χαρά του σπιτιού, που δουλεύουμε
και για μας είνε τώρα χαρά.
Μα πως ήθελα μέσ' στου Ερεχθέως
τα παλάτια να ζη ευτυχισμένη
με δικά της παιδιά κ' η κυρά.
ΞΟΥΘΟΣ
Παιδί μου, για να σ' εύρω εγώ, ήτανε δίκηα η κρίσι
που έκαν' ο θεός, και συ μ' εμέ συναπαντήθης,
και βρήκες τον πατέρα σου, που πρώτα δεν τον ήξερες.
Ό,τι εγύρευες και συ, αυτό κ'εγώ ποθούσα:
να βρούμε τη μητέρα σου που σ' έδωκε'ς εμένα,
ας μπιστευθούμε στον καιρό, κ' ίσως κι' αυτή τη βρούμε.
Άφησε τώρα το ναό και τη δουλειά που κάνεις
και, όπως ο πατέρας σου ποθεί, εις την Αθήνα
έλα να πάμε, γιατί εκεί χαρά σε περιμένει,
πλούτος πολύς, και μ' όλ' αυτά το σκήπτρο του γονειού σου
Κανείς ποτέ δεν θα σε ειπή πως άνομα εγεννήθης,
ούτε φτωχός· μα θα' χης συ κ' ευγένεια και πλούτη.
(Ο Ίων καταβιβάζει την κεφαλήν και σιωπά).
Σωπαίνεις; Μα γιατί στη γη τα μάτια χαμηλώνεις
και μπαίνεις σε συλλογισμούς, και τη χαρά, που πήρεν
ως τώρα ο πατέρας σου, σε λύπη τη γυρίζεις;
ΙΩΝ
Τα πράματα δεν έχουνε ποτέ την ίδιαν όψι,
όταν τα βλέπης μακρυά, κι' όταν κοντοζυγώνουν.
Κι' όσο για τη συνάντησι, πολλή χαρά μου φέρνει,
που βρήκα σε, πατέρα μου. Μ' άκουσε αυτό που ξέρω:
Λέγουν ότι στην ένδοξη Αθήνα είνε ντόπιες
και όχι ξένες η γενειές, και δυο κακά θα μ' εύρουν!
ξένος θαν' ο πατέρας μου και νόθος θαμ 'εγώ.
Έχοντας τούτη τη ντροπή, αδύνατος θα μείνω,
και θα με λένε τίποτα, χωρίς καμμιάν αξία.
Μα κι αν θελήσω μια φορά στην πόλι πρώτος να φανώ,
όλ' οι κατώτεροι από εμέ θα με μισήσουν, όλοι,
γιατ' ό,τι νοιώθουν πειο τρανό, πολλή τους φέρνει λύπη.
Μα κ' οι πολίτες οι καλοί, που γνώσι μπορεί νάχουν,
και όμως από την αρχή γυρεύουνε ν' απέχουν,
μαζύ μου θα γελάσουνε, και θα με ειπούν τρελλό,
που σε μια πόλι ανήσυχη, γεμάτην από φόβους,
εγώ την ησυχία μου δεν είχα προτιμήση.
Μαζύ με το αξίωμα, πρέπει να φυλαχθώ
απ' τον καθένα ισχυρό πούχει στο λόγο δύναμι·
γιατί αυτά, πατέρα μου, στους άρχοντες συμβαίνουν:
όπου εκείνοι έχουνε αξίωμα στης πόλεις,
μεγάλο βρίσκουν πόλεμον από τους αντιζήλους.
Όταν λοιπόν θα 'ρθώ εγώ σε ξένο σπίτι, ξένος,
που κ' η γυναίκα είν' άτεκνη, όπου της ίδιες λύπες
είχε κι' αυτή προτήτερα με σένα δοκιμάση,
βαρειά θα φέρνη πάντοτε την τύχη τη δική σου
μπροστά στην ατυχία της, που συ παιδί ευρήκες.
Πώς τάχα με το δίκηο της δεν θα μισήση εμένα,
όταν εγώ θα βρίσκωμαι στα πόδια σου μπροστά,
κ' εκείνη, όντας άτεκνη, καταφαρμακωμένη
θα βλέπη την αγάπη σου 'ς εμένα; Όπου τότε,
ή θα μ' αφήσης έρημον να την ευχαριστήσης,
ή θα κρατής για χάρι μου σε ταραχή το σπίτι.
Πόσες σφαγές δεν κάμανε, και πόσα φαρμακώματα
στους άνδρες η γυναίκες τους, για την καταστροφή τους!
Λυπάμαι τη γυναίκα σου που άκληρη γερνάει·
δεν ήταν άξια να πονή χωρίς παιδιά, που είνε
από γενειά τόσο λαμπρή· άδικα μου παινεύεις
της βασιλείας ταγαθά, πούνε γλυκειά στην όψι,
μα μέσ' στο σπίτι θλιβερή· ποιος είν' ευτυχισμένος
κι' αφρόντιστος, όταν περνά με φόβους τη ζωή του
και δυσπιστίες; ήθελα να ήμ' ευτυχισμένος
απλός πολίτης πειο καλά, παρά να βασιλεύω,
και νάχω πάντα τους κακούς για φίλους μου τριγύρω,
και τους καλούς να τους μισώ, και φόβο να τους έχω
μη με σκοτώσουν. Ίσως πης πως το χρυσάφι τον νικά
τον κάθε φόβο, και γλυκό πως είνε πράμα ο πλούτος·
μα δεν μ' αρέσει ν' αγροικώ στ'αυτιά μου κατηγόριες,
κ' εγώ τον πλούτο να κρατώ, ούτε και λύπες νάχω·
μ' αρέσει μέτρια ζωή, που λύπες να μην έχη·
ποιες ευτυχίες έχω εδώ, πατέρα μου, άκουσε τες:
πρώτα την ησυχία μου που οι άνθρωποι τη θέλουν·
λίγες φροντίδες, και κακός ποτέ κανείς δεν ήρθε
να με ταράξη· κι' ούτε αυτή την αηδία αισθάνομαι
να σταματώ το βήμα μου μπρος στους κακούς ανθρώπους·
κάνοντας στους θεούς ευχές, ή με θνητούς μιλώντας,
υπηρετώ τους ευτυχείς κι' όχι τους λυπημένους·
και όταν τούτοι φεύγουνε, εκείθε φθάνουν άλλοι
που με καινούργιους να μιλώ ευχαριστούμαι πάντα·
κι' αυτό που πρέπει ο άνθρωπος, και όταν δεν το θέλη
να τόχη, πούνε σύμφωνο και με τη φύσι,—ο νόμος,—
δίκαιον πάντα με κρατεί 'μπρος στου θεού τα μάτια·
αυτά συλλογιζόμενος, θαρρώ πως είνε πειο καλά
ετούτα εδώ, απ' όσα εκεί έχετε σεις, πατέρα.
Για εμέ τον ίδιον αγαπώ να ζω, και άφησέ με·
ευτυχισμένος είν κι' αυτός που για μεγάλα χαίρεται,
ευτυχισμένος είν' κι' αυτός που τα μικρά του φθάνουν.
ΧΟΡΟΣ
Καλά τα είπες, αν μ' αυτά εκείνοι που αγαπώ εγώ
θα τύχη από τα λόγια σου να βγουν ευτυχισμένοι·
ΞΟΥΘΟΣ
Άφησε συ τα λόγια αυτά και μάθε να ευτυχήσης·
θέλω, τώρα που σ' εύρηκα, να κάμω ένα τραπέζι,
παιδί μου, κι' όσες μια φορά, την ώρα που εγεννήθης,
θυσίες δεν εκάναμε, να γίνουν όλες τώρα.
Σε προσκαλώ για ξένο μου σε φιλικό τραπέζι
στο σπίτι μου, θάρθης μαζύ μ' εμένα στην Αθήνα,
τάχα σαν νάσαι θεατής, κι όχι παιδί δικό μου·
γιατί δεν θέλω, ευτυχής εγώ, τη σύζυγό μου,
που είν ως τώρα άτεκνη, σε λύπες να την ρίξω.
Κι' όταν περάση ο καιρός, θα σε παρουσιάσω
'ς αυτήν, όπου της χώρας μου το σκήπτρο θα σου δώσω.
Ίωνα τώρα σε καλώ, στην τύχη σου όπως πρέπει,
σαν μόλις βγήκα απ' το ναό, εσένα πρωτοβρήκα.
Τώρα τους φίλους κάλεσε, και πες τους, στη θυσία
νάρθουνε μ' ευχαρίστησι, προτού αφήσης τους Δελφούς. . .
— Και σεις, ώ δούλες, σιωπή κρατείτε, κι' όσα ακούσατε
αν 'πήτε στη γυναίκα μου, το θάνατο θα βρήτε.
ΙΩΝ
Πηγαίνω· μ' απ' την τύχη μου ακόμα λείπει κάτι:
εκείνην που μ' εγέννησεν, αν δεν ευρώ, πατέρα,
θαν' η ζωή μου άχαρη· κι' αν πρέπει μια ευχή
να κάνω, θάνε η μάννα μου να είνε απ' την Αθήνα,
νάχω τουλάχιστο απ' αυτή το θάρρος του πολίτη·
γιατί όποιος κι'αν βρεθή ποτέ σε ξένη πόλι ξένος,
όσο κι'αν γίνη νόμιμος πολίτης, πάντα μένει
δούλος στη γλώσσα και ποτέ δεν πρέπει να μιλή.
(Εξέρχονται).
ΣΚΗΝΗ ς'.

ΧΟΡΟΣ ΘΕΡΑΠΑΙΝΩΝ (μόνος:)
Τα δάκρυα βλέπω και τους στεναγμούς της
και τα κλαψίματα, σαν η κυρά μου ιδή,
νάχη παιδί ο άνδρας της δικό του,
κ' εκείνη νάνε στείρα και χωρίς παιδί.
Γυιέ της Λητούς προφητικέ! ποιά προφητεία
από το στόμα σου ετραγουδήθη;
πώς το παιδί ετράφη στο ναό σου,
και από ποιά γυναίκα εγεννήθη;
Γιατί αυτό το μάντεμα σου όλο
δεν με ησυχάζει· κάποιον θάχη δόλο·
φοβάμαι απ' αυτό, καμμιά φορά
μεγάλη μη μας εύρη συφορά.
Είνε ο λόγος του θεού παράξενος
και παράξενη μου δίνει σκέψι·
είν'από ξένη το παιδί αυτό γενηά, —
ποιός τάχα τούτο δεν θα το πιστέψη;
(Αντιστροφή)
Πώς, φιλενάδες, στην κυρά μας τούτο
δεν θα το ειπούμε με τρανή φωνή,
πούχε στον άνδρα όλες της ελπίδες,
μα κ' έχει τόσο δύστυχη γενή;
Τώρα εκείνη λυώνει από τη συφορά
και η χαρά για κείνον θανατείλη.
έπεσε εκείνη στα λευκά γεράματα,
κι αυτόν θα τον περιφρονούν οι φίλοι.
Ο άθλιος! όπου τη θύρα εχτύπησε
στο σπίτι μας, πούχ' ευτυχία, μα χαρά
— που να χαθή! που να χαθή! — δεν έφερε
καμμιά, κ' έχει γελάση μόνο την κυρά, —
που οι θεοί να μη δεχθούν, όταν θα κάνη
θυσία μ' ευκολάναφτο λιβάνι.
Μα εγώ θα δείξω τώρα πόσον αγαπώ
το σπίτι το βασιλικό— [και θα τα ειπώ] {4).
(Στροφή).
Τώρα ο πατέρας και ο νηός ο γυιός του
νέο τραπέζι ετοιμάζουνε τρανό
στου Παρνασσού τους βράχους, όπου σχίζονται
και ανεβαίνουν ως τον ουρανό, —
όπου ο Βάκχος ο θεός, κρατώντας
της πεύκινες και δίφωτες λαμπάδες,
της νύχτες ελαφρά χοροπηδάει
μαζύ με της νυχτερινές Μαινάδες.
Ποτέ του να μη φθάση μέσ' στην πόλι,
και μ' όλα του τα νηάτα να πεθάνη!
γιατί στην πόλι αν έμβη ένας ξένος
μεγάλη στενοχώρια θα μας κάνη.
Καλήτερα ο Ερεχθεύς να μείνη,
που πρώτος βασιληάς μας είχε γίνη.
ΑΥΛΑΙΑ
ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ
(Σκηνογραφία η αυτή. — Εισέρχεται η Κρέουσα ακολουθουμένη από τον
Πρεσβύτην.
ΣΚΗΝΗ Α'.

ΚΡΕΟΥΣΑ. — ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ. — ΧΟΡΟΣ ΘΕΡΑΠΑΙΝΩΝ.
ΚΡΕΟΥΣΑ
Γέρο, που του πατέρα μου ήσουν' παιδαγωγός
του Ερεχθέως μια φορά, που ήταν στο φως ακόμα,
σύρε στον τόπο του θεού που δίνει τους χρησμούς του,
να πάρης ευχαρίστησι και συ μαζύ μ' εμένα,
αν τύχη και ο βασιληάς Λοξίας αποκρίθη
με το χρησμό του, πως παιδιού μητέρα θα γενώ.
Η ευτυχία είνε γλυκειά σαν μοιρασθή με φίλους·
κι' αν ίσως, — που να μη γενή — κάτι κακό μας τύχη,
βρίσκει κανείς παρηγοριά, βλέποντας μέσ' στα μάτια
ανθρώπου που μας συμπαθεί· μ' όλο πούμαι κυρά σου,
όπως και τον πατέρα μου συ μια φορά τιμούσες,
έτσι τιμώ κ' εγώ εσέ.
Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Ώ κόρη, είσαι άξια
των άξιων των γονέων σου· τα έθιμα φυλάττεις,
και τους παληούς προγόνους σου δεν ντρόπιασες ποτέ σου.
Φέρε με, φέρε στο ναό και υποστήριξε με·
είνε δυσκολοδιάβατος ο δρόμος του μαντείου,
και γίνου στήριγμα εσύ για τα γεράματά μου.
ΚΡΕΟΥΣΑ (λαμβάνουσα αυτόν εκ της χειρός).
Έλα μαζύ και πρόσεξε το πόδι που πατάς.
Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ (προχωρών).
Νά· είν' αργό το πόδι μου, μα γρήγορ' η ψυχή μου.
ΚΡΕΟΥΣΑ
'Σ αυτόν τον τόπο τον στενό στηρίξου στο ραβδί σου.
Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Είνε τυφλό και το ραβδί σαν δεν καλοθωρούμε.
ΚΡΕΟΥΣΑ
Καλά το είπες, αλλά μη σε κυριεύη ο κόπος.
Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Το θέλω εγώ; τη δύναμι δεν έχω τη χαμένη.
(Προχωρεί οδηγούμενος υπό της Κρεούσης μέχρι του άκρου της σκηνής και
εξέρχεται. — η Κρέουσα επανέρχεται).
ΧΟΡΟΣ
Αλλοίμονο τ' ήταν γραφτό!
ΚΡΕΟΥΣΑ
Ο πρώτος σας ο λόγος
ευχάριστος δεν φαίνεται.
ΧΟΡΟΣ
Αλλοίμονο, η δόλια!
θλίψιν αισθάνομαι βαρειά για το χρησμό που εδόθη
στ' αφεντικά μου. Τι λοιπόν να κάμω τώρα πρέπει;
Με φοβερίζει ο θάνατος.
ΚΡΕΟΥΣΑ
Γιατί ο λόγος τούτος;
κι' ο φόβος σας αυτός γιατί;
ΧΟΡΟΣ
Τι τάχα: να το ειπούμε
ή να το σιωπήσουμε; Να κάνουμε τι τάχα;
ΚΡΕΟΥΣΑ
Πες μου, μην έχης συφορά καμμιά να ειπής για μένα;
ΧΟΡΟΣ
Θα σου το ειπώ και δυο φορές ακόμα κι' αν πεθάνω.
Για σένα δεν εγράφτηκε, κυρά, στην αγκαλιά σου
να ιδής παιδί, ούτε ποτέ στο στήθος σου να γύρη.
ΚΡΕΟΥΣΑ
Αχ! θα πεθάνω, αλλοίμονο!
(Εισέρχεται ο Πρεσβύτης εκ νέου)
Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Κόρη μου!
ΚΡΕΟΥΣΑ
Φιλενάδες!
Τι συφορές που η δύστυχη επήρα στη ζωή μου!
Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Παιδί μου, εχαθήκαμε!
ΚΡΕΟΥΣΑ
Αλλοί! αλλοίμονο μου!
Ποιά λύπη τώρα φοβερή τρυπάει τα σωθικά μου!
Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Όχι ακόμα στεναγμός, —
ΚΡΕΟΥΣΑ
Μα η συφορά έχει φθάση.
Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Πριν μάθουμε, —
ΚΡΕΟΥΣΑ
Ποιά είδησι λοιπόν να μάθω πρέπει;
Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Αν ίσως και ο άνδρας σου θα μοιρασθή μαζύ σου
τη λύπη, ή μονάχα εσύ θα βγης δυστυχισμένη.
ΧΟΡΟΣ
Σε κείνον έδωκε παιδί, ω γέροντα, ο Λοξίας,
κ' είνε μονάχος του ευτυχής χωρίς κι' αυτή να ήνε.
ΚΡΕΟΥΣΑ
Αυτά που είπες φθάνουνε να βαρειαναστενάζω
για το μεγάλο το κακό.
Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ (προς τον Χορόν:)
Και το παιδί που είπες,
τάχ' από ποιά θα γεννηθή γυναίκα, ή εγεννήθη;
ΧΟΡΟΣ
Τον είδα, έχει γεννηθή· είν' ένα παλληκάρι
ο νηός, όπου του έδωκε για γυιό του ο Λοξίας.
ΚΡΕΟΥΣΑ (προς τον Χορόν:)
Τι λες; μα είν' απίστευτος, απίστευτος ο λόγος
που βγήκε από το στόμα σου.
Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ (προς τον Χορόν:)
Το ίδιο και για μένα.
Ποιό τέλος έχει ο χρησμός; πειο καθαρά για πες μας·
και το παιδί πειο είν' αυτό, [που του δωκε ο Λοξίας];
ΧΟΡΟΣ
Την ώρα που άνδρας σου απ' το ναό θα βγαίνη,
αυτός, που πρώτον ήθελε μπροστά του απαντήση,
θα είν' ο γυιός που ο θεός Λοξίας τούχει δώση.
ΚΡΕΟΥΣΑ
Αλλοίμονο μου! άτεκνη, άτεκνη εγώ θα μείνω,
κι' ωρφανεμένο κ' έρημο θα κατοικήσω σπίτι
'ς όλη μου τη ζωή.
Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Μα ποιός να ήν' εκείνος τάχα
που τον φανέρωσε ο χρησμός; της δύστυχης ο άνδρας
με ποιόν συναπαντήθηκε, και πού λοιπόν τον είδε;
ΧΟΡΟΣ
Αγαπημένη μου κυρά, αυτόν τον νηόν τον ξέρεις
οπού σαρώνει το ναό; αυτός είν' το παιδί του.
ΚΡΕΟΥΣΑ
Ποια συφορά! ποια συφορά, ώ φίλες, έχω πάθη!
να πέταγα καλήτερα εις τον υγρόν αγέρα
απ' την Ελλάδα μακρυά, στης δύσεως ταστέρια.
Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Κι' όνομα ποιό εις το παιδί έχει ο πατέρας δώση;
ξέρεις, ή μήπως μυστικό και τόνομά του μένει;
ΧΟΡΟΣ
Τον είπ' εκείνος Ίωνα, γιατ' ήτανε κι' ο πρώτος
οπού με τον πατέρα εδώ συναπαντήθη·
ποια μάννα τον εγέννησε, να σας ειπώ δεν ξέρω·
Μα για να μάθης, γέροντα, όσα κ' εγώ γνωρίζω,
σου λέω πως εβγήκε αυτός και πάει να θυσιάση,
για του παιδιού τη γέννησι και τη φιλοξενία,
μέσ' στης σκηνές της ιερές απ' τη γυναίκα του κρυφά,
και με το νέο του παιδί να κάνη ένα τραπέζι.
Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Κυρά, επροδοθήκαμε! πονώ κ' εγώ μαζύ σου!
ο άνδρας σου μας πρόσβαλε, κι' από του Ερεχθέως,
με κάθε τρόπο δολερό, το σπίτι θα μας διώξη·
δεν θέλω μ' όσα θα σου ειπώ τον άνδρα σου να βρίσω.
Μα σ' αγαπώ περσότερον εσένα κι' από κείνον, —
που ξένος μέσ' στην πόλι μας εμβήκε και σε πήρε,
μαζύ και με το σπίτι σου και την κληρονομιά σου,
ενώ εκρυφογένναγε παιδιά μ' άλλη γυναίκα·
τον τρόπο αυτό τον μυστικό θα σου τον εξηγήσω:
με το να νοιώση πως εσύ ήσουν γυναίκα στείρα,
δεν ήθελε να μοιρασθή την τύχη τη δική σου·
παίρνοντας μυστικά λοιπόν από της δούλες κάποια
έκαμε τούτο το παιδί, και τόστειλε μακρυά του
να του το θρέψουν στους Δελφούς· έτσι λοιπόν εκείνο
αφού αφέθη στο ναό, και μόρφωσιν επήρε,
σαν έννοιωσε πως το παιδί έγινε παλληκάρι,
σ' έπεισε 'δω να έλθετε, τάχα για σένα μόνο,
οπού δεν έκανες παιδιά· αυτός είπε το ψέμμα
πούτρεφε το παιδί κρυφά, και όχι ο Απόλλων,
κ' έφτιανε τέτοιες πονηριές· αν ήθελε πιασθή,
το γυιό του θ' αφιέρωνε εις το θεό, κι' αν ίσως
κατώρθωνε για να κρυφθή, το χρόνο να κερδίση
που πέρασε, θα του 'δινεν ευθύς τη βασιλεία
της χώρας· μα και τόνομα αυτό που τούχει δώση
το είχε φτιάση από καιρό, και Ίωνα τον είπε,
τάχα πως τον συνάντησε σαν έβγαινε απ'το ναό.
ΧΟΡΟΣ
Αλλοίμονο! πώς τους μισώ τους πονηρούς τους άνδρες,
που φτιάνουνε το άδικο, κ' έπειτα το στολίζουν
με πονηριές· μα προτιμώ καλήτερα ένα φίλον
ανόητο, παρά κακόν οπού σοφός να ήνε.
Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Κ' είνε το πειο τρανό κακό αυτό που συ θα πάθης:
θα φέρης μέσ' στο σπίτι σου γι' αφέντη έναν άνδρα
χωρίς μητέρα, γέννημα κάποιας γυναίκας δούλας
και απολιτογράφητον· λιγώτερο θα ήταν
βέβαια το τούτο κακό, αν έφερνε στο σπίτι
από γυναίκα ευγενικιά παιδί, και σ' είχε πείση
ότι μ' εκείνη τόκανε, αφού εσύ ήσουν στείρα·
κι' αν ίσως πάλιν ήτανε τούτο πικρό για σένα,
άλλη γυναίκα ας εύρισκε στο γένος του Αιόλου.
Πρέπει λοιπόν εκδίκησι να εύρης γυναικεία
για όλα τούτα, ή σπαθί στο χέρι σου να πάρης,
η δόλια, ή με φάρμακα τον άνδρα να σκοτώσης
και το παιδί, προτού να βρης το θάνατο από κείνους.
Εάν δειλιάσης συ γι' αυτό, θα χάσης τη ζωή σου·
γιατί όταν έλθουν δυο εχθροί μέσα στο ίδιο σπίτι,
θα καταντήση δυστυχής ο ένας ή ο άλλος.
Επιθυμώ λοιπόν κ' εγώ ν' αγωνισθώ μαζύ σου,
και να σκοτώσουμε μαζύ το γυιό του, εκεί μέσα,
στο σπίτι εκείνο μπαίνοντας που κάνει το τραπέζι.
Έτσι κ' εγώ πεθαίνοντας, την υποχρέωσί μου
θα βγάλω στους αφέντες μου, που χρόνια μ' έχουν θρέψη,
ή ζωντανός να μοιρασθώ μαζύ τους τη χαρά τους.
Γιατί ένα μόνο, τόνομα, φέρνει ντροπή στους δούλους·
μα σαν ο δούλος είν' καλός, από τους ελευθέρους
δεν είνε πειο χειρότερος.
ΧΟΡΟΣ
Κυρά μου αγαπημένη,
θέλω τη συφορά κ' εγώ να μοιρασθώ μαζύ σου,
κ' ή να πεθάνω, ή κ' εγώ να ζήσω ευτυχισμένη.
ΚΡΕΟΥΣΑ
Ψυχή μου! πώς να σιωπήσω
και πώς ν' αφήσω τη ντροπή,
τους έρωτες να φανερώσω
τους σκοτεινούς;. . . τι μ' εμποδίζει;. . .
Την αρετή για ποιόν κρατούμε
όταν ο άνδρας μας προδίνη;
Σπίτι δεν έχω, παιδιά δεν έχω
και η ελπίδες μου πάνε χαμένες
που δεν εμπόρεσα να της κρατήσω,
και για τα τέκνα εσιωπούσα
και για το γάμο το θλιβερό.
Μα όχι! στου Διός θα ορκισθώ
το θρόνο τον πολύαστρο, κι ακόμα
στην Αθηνά, των βράχων μου θεάν,
μα και στο ακρογιάλι το ιερό
του Τρίτωνος της λίμνης, πως θα κάνω
το σφάλμα μου γνωστό, να ελαφρώσω
τα στήθηα μου από το βάρος τους αυτό.
Από τα μάτια μου σταλάζει δάκρυ
και η ψυχή μου πόνον έχει πάρη
απ' τους ανθρώπους και απ' τους αθανάτους,
που αχάριστους θα τους αποδείξω,
προδότες της συζυγικής αγάπης.
Ώ, που με της εφτάφωνης κιθάρας
το άψυχο το κέρας τραγουδάς
τους ύμνους τους αρμονικούς στης μούσες,
γυιέ της Λητούς! σε σένα θα μιλήσω:
ήλθες 'ς εμέ με τα χρυσά μαλλιά σου
αστράφτοντας, όταν εγώ τα στήθια
εστόλιζα με κίτρινα λουλούδια,
όμοια με τα χρυσά φορέματά μου.
Μ' άρπαξες απ' τα χέρια τα λευκά μου,
και μ' έσυρες στο βάθος της σπηληάς,
ενώ εγώ τη μάννα μου ζητούσα,
και συ, θεός, επλάγιασες μαζύ μου
ερωτικά και με χωρίς ντροπή.
Η δύστυχη! σου γέννησα παιδί,
που τ' άφησ' απ' της μάννας μου το φόβο
εκεί, όπου εσμίχθηκα με σε.
Αλλοίμονο μου! το φτωχό παιδί,
που ήτανε δικό μου και δικό σου,
τα όρνυα μού τ' αρπάξανε κ' εχάθη,
και συ κιθάρες παίζεις, τραγουδείς!
Ώ ναι! εις της Λητούς το γυιό μιλώ,
εσένα, ——όπου κάθεσαι στης γης
τη μέση και στους θρόνους τους χρυσούς,
κι' αφίνης τα μαντέματα να——φθάση
έως την ακοή σου η φωνή μου.
Αχ! εραστή κακέ! που δίνης τώρα
στον άνδρα τον δικό μου ένα παιδί,
χάρι που δεν αξίζει, και το φέρνεις
στο σπίτι μου· κι ο γυιός μου, πούνε γυιός σου,
χωρίς κανείς να ξέρη, εφαγώθη
από τα όρνυα μέσ' στα σπάργανά του,
που η μάννα του τον τύλιξεν——εγώ!
Η Δήλος σε μισεί· μα και της δάφνης
οι κλώνοι με το φοίνικα μαζύ
το φουντωτό, εκεί που με τον Δία
σ' εγέννησε η σεμνή Λητώ!
ΧΟΡΟΣ
Αλλοίμονο! ποια άβυσσος μεγάλη τώρ' ανοίγεται,
με συφορές, όπου γι αυτές καθένας θα δακρύση.
Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Το πρόσωπό σου βλέποντας η θλίψι με γεμίζει,
ώ κόρη μου, και γίνομαι έξ' απ' τον εαυτό μου.
Το ένα κακό δεν πέρασε που έλυωσε την ψυχή μου,
και τώρα με τα λόγια σου άλλο κακό με δέρνει
σαν κύμα, που σε συφοράς εμπήκες νέους δρόμους
απ' τα σημερινά κακά. Τι λες; ποιάν αμαρτία
κατηγορείς του Απόλλωνος; ποιό γυιό έχεις γεννήση;
σε ποιά μεριά της πόλεως το αγαπητό παιδί σου
έγινε θύμα των θεριών; για ξαναπές το πάλι.
ΚΡΕΟΥΣΑ
Σε ντρέπομαι, ω γέροντα, μα όμως θα μιλήσω.
Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Ξέρω των φίλων τα κακά να μοιρασθώ μαζύ τους.
ΚΡΕΟΥΣΑ
Άκουσε· ξέρεις συ καλά στου Κέκροπος το βράχο
το άντρο εκεί το πρόσβορρο, όπου Μακρές το λέμε;
Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Ξέρω, στο άντρον του Πανός πούνε βωμοί κοντά του.
ΚΡΕΟΥΣΑ
Αχ! εδοκίμασα εκεί λαχτάρα εγώ μεγάλη.
Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Λαχτάρα, ποιάν; στα λόγια σου τα δάκρυα μου τρέχουν.
ΚΡΕΟΥΣΑ
Δύστυχο γάμο άθελα έκαμα με το Φοίβο.
Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Κόρη μου! τάχα ναν' αυτό που είχα καταλάβη;
ΚΡΕΟΥΣΑ
Δεν ξέρω· την αλήθει' αν λες, θα σου τ' ομολογήσω.
Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Και την αρρώστια την κρυφή πότε είχες υποφέρη;
ΚΡΕΟΥΣΑ!
Τούτο θα ειπώ, τη συφορά να σου τη φανερώσω.
Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Και πώς τον κράτησες κρυφό του Απόλλωνος το γάμο;
ΚΡΕΟΥΣΑ
Εγέννησα· περίμενε και θα τ' ακούσης, γέρο.
Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Πού, ποιός σε ξεγέννησε; εγέννησες μονάχη;
ΚΡΕΟΥΣΑ
Μονάχη, μέσα στη σπηληά που είχα γνωρίση εκείνον.
Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Που είνε το παιδί,—να ειπής και συ παιδί πώς έχεις;
ΚΡΕΟΥΣΑ
Πέθανε, γέρο· στα θεριά μονάχο το είχ' αφήση.
Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Πέθανε; κι'ο Απόλλων πώς, δεν ήλθε βοηθός του;
ΚΡΕΟΥΣΑ
Δεν βοήθησε, και τώρ' αυτό στον Άδη μεγαλώνει.
Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Και ποιός το άφησεν εκεί; βέβαια συ δεν θάσαι.
ΚΡΕΟΥΣΑ
Εγώ, που με τα πέπλα μου το τύλιξα στο σκότος.
Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Κι' ότι άφησες εκεί παιδί δεν το 'μαθε κανένας;
ΚΡΕΟΥΣΑ
Η μυστικότης το 'ξερε κ' η συφορά μονάχα.
Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Και πώς το γυιό σου ετόλμησες μέσ'στη σπηληά ν'αφήσης;
ΚΡΕΟΥΣΑ
Πώς; κλάψες έκαμα πολλές εκεί και μοιρολόγια.
Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Αχ! τολμηρά ήσουν και συ, μα πειο πολύ ο Απόλλων.
ΚΡΕΟΥΣΑ
Αν το 'βλεπες το δύστυχο τα χέρια να μ' απλώνη!
Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Το γάλα σου εγύρευε ή αγκαλιά μητέρας;
ΚΡΕΟΥΣΑ
Την αγκαλιά μου, κι' άδικα το είχα βασανίση.
Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Τι τάχα συ περίμενες που 'ριξες το παιδί σου;
ΚΡΕΟΥΣΑ
Επίστευα πως ο θεός θα σώση τη γενειά του.
Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ (καλύπτων το πρόσωπον και κλαίων).
Αχ! του σπιτιού σου τη χαρά ποιά συφορά τη δέρνει!
ΚΡΕΟΥΣΑ
Τι κρύβεις το κεφάλι σου και κλαις, ω γέροντά μου;
Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Πού βλέπω τον πατέρα σου και σε δυστυχισμένους.
ΚΡΕΟΥΣΑ
Έτσ' είν' ο κόσμος· τίποτε στη θέσι του δεν μένει.
Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Έ, τώρα η λύπες, κόρη μου, ας μη μας παρασέρνουν.
ΚΡΕΟΥΣΑ
Αχ! τι να κάμω; σύγχυσι μας φέρν' η δυστυχία.
Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Νά, εκδικήσου το θεό που σ' έχει αδικημένη.
ΚΡΕΟΥΣΑ
Πώς θα νικήσω εγώ, θνητή, τον δυνατώτερό μου;
Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Τα ιερά χρηστήρια να κάψης του Λοξία.
ΚΡΕΟΥΣΑ
Φοβάμαι· γιατί βάσανα ετράβηξα ως τώρα.
Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Έ, καμ' εκείνο που μπορείς· και σκότωσε τον άνδρα.
ΚΡΕΟΥΣΑ
Τον σέβομαι, απ' τον καιρό που ήταν καλός για μένα.
Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Σκότωσ' το γυιό, που για κακό δικό σου εγεννήθη.
ΚΡΕΟΥΣΑ
Πώς; είνε τάχα δυνατό; αχ, τούτο πώς το θέλω!
Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Όπλισε τους ανθρώπους σου όπου σ' ακολουθούνε.
ΚΡΕΟΥΣΑ
Ώ, ναι! πηγαίνω. . . Αλλά που το πράμ' αυτό θα γίνη;
Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Μέσα στης ιερές σκηνές, που φίλους τραπεζώνει.
ΚΡΕΟΥΣΑ
Ο φόνος θάνε φανερός, κ' είν' άτολμοι οι δούλοι.
Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Αλλοίμονο! εδείλιασες! έ, κάμε το μονάχη!
ΚΡΕΟΥΣΑ
Έχω ένα τρόπον ασφαλή, μα και κρυφό ακόμα.
Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Σ' όποιο κι αν θέλης απ' τα δυο, εγώ θα σε βοηθήσω.
ΚΡΕΟΥΣΑ
Άκουσε: ξέρεις τάχα εσύ τη μάχη των Γιγάντων;
Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Ξέρω, που πολεμήσανε με τους θεούς στη Φλέγρα.
ΚΡΕΟΥΣΑ
Εκεί εγέννησεν η γη το τέρας, τη Γοργόνα. . .
Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Να πολεμήση τους θεούς, βοηθώντας τα παιδιά της;
ΚΡΕΟΥΣΑ
Κ' η κόρη του Διός Παλλάς τη σκότωσε κατόπι.
Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Τάχα ο λόγος είν' αυτός που από καιρόν ακούω;
ΚΡΕΟΥΣΑ
Το δέρμα της η Αθηνά στο στήθος της το φέρνει.
Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Α, της Παλλάδος τη στολή όπου την λέν' Αιγίδα;
ΚΡΕΟΥΣΑ
Αυτό επήρε τόνομα μέσ' στων θεών τη μάχη.
Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Ποιό σχήμα έχει άγριο της Αθηνάς η Αιγίδα;
ΚΡΕΟΥΣΑ
Έχει το θώρακα με οχιές περιτριγυρισμένον.
Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Πώς τούτο, κόρη, θα γενή για τους εχθρούς σου βλάβη;
ΚΡΕΟΥΣΑ
Ξέρεις τον Ερεχθόνιο, ή δεν τον ξέρεις, γέρο;
Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Αυτόν που έβγαλεν η γη για πρώτο πρόγονό σας;
ΚΡΕΟΥΣΑ
'Σ εκείνον έδωκε η Παλλάς την ώρα που εγεννήθη. . ..
Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ (προς τον χορόν)
Τι πράμα; κάτι ήθελες να ειπής εσύ ακόμα.
ΚΡΕΟΥΣΑ
Τούδωκε δυο σταλαγματιές απ της Γοργόνας το αίμα.
Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Ποιά δύναμιν είχεν αυτές για τη ζωή του ανθρώπου;
ΚΡΕΟΥΣΑ
Η μια να φέρνη θάνατο, κ' η άλλη να γιατρεύη.
Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ(προχωρών).
Πώς της σταγόνες έβαλεν εις του παιδιού το σώμα;
ΚΡΕΟΥΣΑ
Χρυσόδετες της έδωκε· κι' αυτός εις τον πατέρα μου.
Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Κ' εκείνος όταν πέθανε της άφησε 'ς εσένα;
ΚΡΕΟΥΣΑ
Ναι· και στο χέρι μου εδώ της φέρνω [σε βραχιόλι].
Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Το διπλό δώρο της θεάς ποιά δύναμι έχει τώρα;
ΚΡΕΟΥΣΑ
Η μια σταγόνα, που 'πεσε απ' τη βαθειά τη φλέβα..
Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Ε, τι την κάνουνε αυτήν; ποιά δύναμι έχει τάχα;
ΚΡΕΟΥΣΑ
Εκείνη τρέφει τη ζωή και της αρρώστιες διώχνει.
Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Της δεύτερης σταλαγματιάς η δύναμι ποιά είνε;
ΚΡΕΟΥΣΑ
Σκοτώνει· από της οχιάς εβγήκε το φαρμάκι.
Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Της έχεις και της δυο μαζύ, ή χωριστά της φέρνεις;
ΚΡΕΟΥΣΑ
Ναι, χωριστά· γιατί καλό με το κακό δεν πάει.
Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Αγαπημένη κόρη μου! αυτό που θέλεις τόχεις.
ΚΡΕΟΥΣΑ
Μ' αυτό θα πάθη το παιδί, και συ θα το σκοτώσης.
Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Πως; τι θα κάμω; πες το συ κ' εγώ θα το τολμήσω.
ΚΡΕΟΥΣΑ
Εις την Αθήνα, σαν θα 'ρθη στο σπίτι το δικό μου.
Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Δεν τώπες ούτε συ καλά, κ' ύστερα λες για μένα.
ΚΡΕΟΥΣΑ
Πώς; τάχα εμάντευσες εσύ τ' ήλθε στο νου μου μέσα;
Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Συ θα περάσης για φονιάς, χωρίς να το σκοτώσης.
ΚΡΕΟΥΣΑ
Σωστά· λέν' πως η μητρυιές τους προγονούς μισούνε.
Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Πρέπει εδώ να σκοτωθή για ν' αρνηθής το φόνο.
ΚΡΕΟΥΣΑ
Αχ! από τώρα αισθάνομαι την ηδονή του φόνου!
Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
Και δεν θα νοιώση ο άνδρας σου το μυστικό πως ξέρεις.
ΚΡΕΟΥΣΑ
Ε, ξέρεις τι θα κάμης, συ; απ' το δικό μου χέρι
να πάρης το παληό χρυσό της Αθηνάς στολίδι,
και τράβα εκεί που ο άνδρας μου κάνει κρυφές θυσίες·
και σαν τελειώση το φαΐ, και θέλουν για να κάμουν
εις τους θεούς σπονδές, εσύ, κρυμμένο έχοντας τούτο
στο φόρεμά σου, ρίξε το στου νέου το ποτήρι,
μα στο ποτήρι μόνο αυτού, και όχι και στων άλλων,—
'ς αυτόν μονάχα, που θα' ρθη το σπίτι μου να πάρη·
κι' απ' το λαιμό του σαν διαβή, ποτέ δεν θα πατήση
στην ένδοξην Αθήνα μας, και θα πεθάνη εδώ!
(Παραδίδει το βραχιόλιον με την χρυσήν κύστιν εις τον Πρεσβύτην και
εξέρχεται.)
Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ
(Προς την εξερχομένην Κρέουσαν).
Συ στους προξένους πήγαινε [που σας φιλοξενούνε],
κι' όσο για μας θα κάνουμε το χρέος μας δω πέρα,
(Ωσεί προς εαυτόν).
Γέρικο πόδι! τράβα εμπρός! ξανάνοιωσε στην πράξι,
και μ' όλο που τα χρόνια σου δεν σε βοηθούνε πεια!
Προχώρησε! και τον εχθρό πούχουν τ' αφεντικά σου,
βόηθα, να τον σκοτώσουνε και να σωθή το σπίτι!
(Διευθύνεται μετά κόπου προς δεξιά κρύπτων το βραχιόλιον εις τον
κόλπον του)
ΣΚΗΝΗ Β'.

ΧΟΡΟΣ ΘΕΡΑΠΑΙΝΩΝ
ΧΟΡΟΣ
Κόρη της Δήμητρας! που σε λατρεύουνε
σε κάθε οδό, και βασιλεύεις κάτω
στης νύχτας και στης μέρας τα φαντάσματα, —
ώ Περσεφόνη! οδήγησε γεμάτο
το κακοθάνατο ποτήρι τώρα,
που στέλν' η πολυσέβαστη κυρά,
με της σταλαματιές, που απ' τον κομμένο
λαιμό χύθηκαν έξω μια φορά
της γήινης Γοργόνας, εις εκείνον
που μπαίνει μέσ' στο σπίτι μας,— κανείς
στην πόλι να μη βασιλέψη ξένος,
παρά οι Ερεχθείδαι οι ευγενείς.
Κι' ο θάνατος να ‘ρθή αν δεν προφθάση,
απ' της κυράς μας τη μεγάλη βιάσι,
κι' αν ίσως ο καιρός γι' αυτό δεν φθάνει
το τόλμημα, που είχαμε τόση λεπίδα,
θηλειά σχοινιού τριγύρω στο λαιμό του,
ή και σπαθιού ακονιστή ελπίδα,
τους πόνους της θα διώξη μ' άλλον πόνο,
κ' έτσι θ' άλλάξη ο βίος της και μόνο.
Όσω βαστά η ζωή της, και τα μάτια της
έχουνε λάμψι φωτεινή, δεν θα δεχθή
αφέντη ξένο να θωρή στο σπίτι της
αυτή, πούχει από αφέντες γεννηθή!
(Αντιστροφή)
Μεγάλη αισθάνομαι ντροπή για το θεό
το Βάκχο, τον πολυτραγουδημένον,
όταν στης καλοχόρευτες πηγές κοντά
θα τον ιδή την νύχτ' αγρυπνημένον
με τη λαμπάδα της γιορτής στα χέρια {5) —
όταν η αστροφώτιστες η χώρες
χορεύουν του αιθέρα, κι' η σελήνη,
και η πενήντα του Νηρέως κόρες
στης θάλασσες στήνουν χορό κ' εκείνες
και στων αιώνιων ποταμών της δίνες,
για τη μητέρα Δήμητρα την τιμημένη
και για την Κόρη τη χρυσοστεφανωμένη.
Να γίνη βασιληάς εκεί ελπίζει,
ο κλέφτης! ξένους κόπους να κορδίζη!
(Αντιστροφή. — Παράβασις).
Κυττάχτε σεις που τραγουδείτε
στον κάθε άνομο έρωτά μας
όλο κακόηχα τραγούδια
για τα κρεββάτια τα δικά μας,
πως των ανδρών εγώ τους άδικους
τους έρωτες με σεβασμό υπομένω·
και τώρα πεια ας πέση απάνω τους
κάθε τραγούδι καταφρονεμένο,
κ' η μούσες όλην την κακογλωσσιά τους
ας ρίξουν στα κρεββάτια τα δικά τους.
Αυτός, που από Διός παιδιά κατάγεται,
φανέρωσε μεγάλη αχαριστία,
γιατί και στην κυρά παιδί δεν έδωκε·
να ιδή κι' αυτή την ιδίαν ευτυχία·
κι' αισθάνθη ξένον έρωτα και πόθο,
ένα παιδί να μας γεννήση νόθο!
ΑΥΛΑΙΑ
ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ
Σκηνογραφία η αυτή.
ΣΚΗΝΗ Α'.

ΧΟΡΟΣ ΘΕΡΑΠΑΙΝΩΝ. — ΘΕΡΑΠΩΝ. — ΚΡΕΟΥΣΑ.
ΘΕΡΑΠΩΝ
Τη δοξασμένη μας κυρά, την κόρη του Ερεχθέως,
γυναίκες, που θα την ευρώ; Ολόκληρη την πόλι
εγύρισα ζητώντας την, και όμως δεν τη βρήκα.
ΧΟΡΟΣ
Δούλε και συ, καθώς εμείς, τι τάχατε συμβαίνει;
πώς τρέχεις τόσο γρήγορα και λόγο ποιόν μας φέρνεις;
ΘΕΡΑΠΩΝ
Μας κυνηγούν οι άρχοντες της χώρας τη γυρεύουν
να την πετροβολήσουνε.
ΧΟΡΟΣ
Αλλοίμονο! Τι είπες;
μήπως μας εκατάλαβαν που είχαμε συμφωνήση
για του παιδιού το σκοτωμό κρυφά;
ΘΕΡΑΠΩΝ
Το έχεις νοιώση
και τώρα θα τιμωρηθής και συ από της πρώτες.
ΧΟΡΟΣ
Το σχέδιό μας το κρυφό πώς τάχα εφανερώθη;
ΘΕΡΑΠΩΝ
Γιατί ο θεός δεν θέλησε να μολυνθή το δίκηο,
και τόκανε πειο δυνατό από την αδικία.
ΧΟΡΟΣ
Πώς; σ' εξορκίζω, λέγε μου! το πράμα πώς συνέβη;
κι' αν ίσως μάθω από σε πως πρέπει να πεθάνω,
ώ, θα πεθάνω ευχάριστα ωσάν το φως να βλέπω.
ΘΕΡΑΠΩΝ
Απ' το μαντείο του θεού ο άνδρας της Κρεούσης
είχε γυρίση, φέρνοντας το νέο το παιδί του,
κ' ετοίμαζε για τους θεούς θυσίες και τραπέζι·
ο Ξούθος τράβηξεν εκεί, στο μέρος όπου λάμπει
του Διονύσου η φωτιά, να βάψη με θυσίες
τον βράχο τον διπλόν εκεί για το παιδί που βρήκε,
και είπε: γυιέ μου· τώρα εσύ μείνε στα μέρη ετούτα,
και δείξε στους εργάτας μας πως της σκηνές θα στήσουν·
κι' αν τύχη και αργήσω εγώ, να κάμης συ θυσία
εις τους γεννήτορας θεούς, και κέρασε τους φίλους
που θα βρεθούν εκεί· αυτός επήρε τα μοσχάρια
κ' έφυγε· τότε το παιδί έστησε τη σκηνή του
ασκέπαστη ένα γύρω της, κι' απάνω σε κολόνες,
κι' από του ηλίου τη φωτιά να ήνε φυλαγμένη,
που ούτε του μεσημεριού η αχτίνες να την πιάνουν,
ούτε το ηλιοβασίλεμα· με μάκρος ενός πλέθρου
την έφτιασε τετράγωνη· δέκα χιλιάδες πόδες,
όπως το λένε οι σοφοί, είχε από κάτω πλάτος,
γιατ' ήθελε στο δείπνο αυτό ολόκληρον να φέρη
τον κόσμο πούνε στους Δελφούς· παίρνοντας δε ακόμα
όσα υφάσματα ιερά στους θησαυρούς βρισκόνταν,
που ήταν θάμα να τα ιδής, τ'άπλωσεν όλα κάτω·
και πρώτα πέπλους έρριξε στη στέγην από πάνω
που είχε του Διός ο γυιός, ο Ηρακλής, φερμένους,
των Αμαζόνων λάφυρα, εις το θεό να αφήση.
Και ήσαν τέτοια πράματα απάνω υφασμένα:
ο ουρανός μαζεύοντας ταστέρια ένα γύρω·
τραβούσε ο ήλιος τάλογα στην τελευταία φλόγα,
το φως σέρνοντας πίσω του το λαμπερό του Εσπέρου·
η νύχτα η μελανόπεπλη το άρμα ωδηγούσε
μόνο με δύο άλογα, και τάστρα ακολουθούσαν
η Πούλια ευρισκότανε στη μέση του αιθέρα
και ο Ωρίονας κοντά με το σπαθί· πειο απάνω
έστρεφε η Άρκτος την ουρά προς τον χρυσό τον πόλο·
γεμάτος άστραφτε άνωθε ο κύκλος της σελήνης,
όπου τους μήνες διαιρεί, καθώς και η Υάδες,
που είνε για τους ναυτικούς το πειό καλό σημάδι·
και η Αυγή η φωτεινή όπου ταστέρια διώχνει.
Υφάσματα βαρβαρικά εκρέμασε στους τοίχους,
με τα ευκολοκίνητα τα πλοία, πούχαν έλθη
ενάντια στους Έλληνας, κι' άνδρες ιπποκενταύρους,
μα και κυνήγια ελαφιών και λιονταριών κι' αλόγων.
Εις της σκηνής την είσοδο ήταν ζωγραφισμένος
ο Κέκροψ με της κόρες του, με φείδια τυλιγμένος,
εικόνα που αφιέρωσε απ' την Αθήνα κάποιος·
κρατήρες έστησε χρυσούς στου τραπεζιού τη μέση,
κ' εβγήκεν ένας κήρυκας στα νύχια του πατώντας,
κ' εκάλει όποιος αγαπά να κάτση στο τραπέζι.
Κι' όταν εγέμισε η σκηνή, στεφανοφορεμένοι,
με την τροφή την άφθονη καθένας εχαιρόταν.
Μόλις ευχαριστήθηκαν, απ' το φαΐ χορτάτοι,
να ένας γέρος που έρχεται και στέκεται στη μέση,
που όλοι γύρω οι σύνδειπνοι εβάλανε τα γέλια
από την προθυμία του· νερό για να νιφτούνε
τους έρριχνε στα χέρια τους, και σμύρνα ευωδιασμένη
καίοντας, ξαναπήγαινε και με χρυσά ποτήρια
εκέρναγε, μονάχος του λαβαίνοντας τον κόπο.
Σαν ήρθε η ώρα των αυλών και του πιοτού, ο γέρος
είπε να πάρουν τα μικρά, τα πειό τρανά να φέρουν
απ' τα ποτήρια του κρασιού, πειο γρήγορα να φθάσουν
στου μεθυσιού την ηδονή· έφεραν τότε πλήθος
από φιάλες αργυρές κι' από χρυσές· κ' εκείνος
παίρνοντας την πειο όμορφη, τάχα πως χάρι κάνει
στο νέο τον αφέντη του, γεμάτη του τη δίνει,
βάζοντας μέσα στο κρασί και δυνατό φαρμάκι,
που, καθώς λένε, του 'δωκε να ρίξη η κυρά του,
που το παιδί ν' αφανισθή από το φως της μέρας.
Κανείς αυτό δεν τόξερε· μα τη στιγμή εκείνη
που το παιδί ηθέλησε να πιή μαζύ με άλλους,
είπε μια λέξι απαίσια από τους δούλους κάποιος·
με το να έχη το παιδί ανατραφή ως τώρα
μέσα σε μάντεις δυνατούς, τώβρε κακό σημάδι,
κι' άλλο ποτήρι επρόσταξε ευθύς να του γεμίσουν,
ενώ το άλλο το κρασί το έχυσε στο χώμα,
το ίδιο πράμα λέγοντας να κάμουνε κ' οι άλλοι.
Βαθειά εκράτησε σιγή· και όλα τα ποτήρια
πάλι ξαναγεμίσανε από κρασί της Βίβλου·
στην ίδια εκείνη τη στιγμή κατέβηκε στο χώμα
μια συντροφιά περιστεριών, που άφοβα φωλιάζουν
εις του Λοξία το ναό· μόλις τα περιστέρια
εδοκιμάσαν το κρασί, καθίζοντας στα χείλια
του ποτηριού, το ρούφηξεν ο φτερωτός λαιμός τους:
αλλά δεν πάθαν τίποτε απ' το κρασί που ήπιαν·
μα εκείνο, που εκάθισε στου νέου το ποτήρι
και ρούφηξεν απ' το πιοτό, το φτερωτό κορμί του
ταράχθηκε, σπαρτάρισε, και άρχισε να βγάζη
τρελλές και θλιβερές κραυγές· οι σύνδειπνοι απορούνε
γι' αυτούς τους πόνους του πουλιού, μα εκείνο σπαρταράει,
τα πόδια τα κοκκινωπά ανοίγει και πεθαίνει.
Τότε τα ρούχα του έσχισεν απάνω απ' το τραπέζι,
το μαντικό παιδί ευθύς, και με φωνή μεγάλη
ρωτάει: ποιος εγύρευε να με σκοτώση εμένα;
απάντησέ μου, γέροντα! η σκέψη ήταν 'δική σου
και το ποτήρι έλαβα απ' το δικό σου χέρι.
Παίρνει ευθύς το γέρικο το χέρι του και ψάχνει,
και βρίσκει πεια στα φανερά τον γέρο για φονηά του.
Τότε, σαν πιάσθηκεν αυτός, ευρέθη στην ανάγκην
το σχέδιο το τολμηρό ευθύς να μαρτυρήση
με το πιοτό της Κρέουσας· αμέσως τους συνδείπνους
έξω καλεί το μαντικό του Απόλλωνος παιδί,
και πάει μπροστά στους άρχοντας τους πυθικούς, και λέει:
Γη ιερά! το θάνατο η κόρη του Ερεχθέως
με φάρμακα μας έδωκε! Τότε λοιπόν εκείνοι,
οι βασιληάδες των Δελφών, με μιας αποφασίσαν
'ς ένα γκρεμό να φέρουνε και να την ρίξουν κάτω,
να τη σκοτώσουν την κυρά, που έβαλε κ' εκείνη
να θανατώσουν στο ναό ιερωμένον άνδρα·
τώρα η πόλις την ζητεί, που τέτοιον άθλιο δρόμο
με τρόπο τόσον άθλιο ηθέλησε να πάρη.
Ήρθε στου Φοίβου το ναό παιδί κι' αυτή να κάνη
και τώρα χάνει και παιδιά και το κορμί της χάνει.
ΣΚΗΝΗ Β'.

ΧΟΡΟΣ ΘΕΡΑΠΑΙΝΩΝ (μόνος)
ΧΟΡΟΣ
Ώ, δεν υπάρχει, δεν υπάρχει τρόπος
τον θάνατό μου πεια να τον γλυτώσω·
γιατί του Βάκχου το κρασί εκείνο,
όπου ηθέλησα 'ς αυτόν να δώσω,
εφανερώθη που είχε τη σταγόνα
τη Φονική, που εχύθη απ' τη Γοργόνα.
Αχ! είναι ολοφάνερο, πως τώρα
του Άδη εμείς θα γίνουμε τροφή·
η συφορά για μας, και στην κυρά μας
μέσα στους βράχους η καταστροφή.
Πού τώρα να πετάξω και να φύγω,
σε ποιά μεριά βαθειά και σκοτεινή,
το πετροβόλημα για να γλυτώσω
μαζύ με του θανάτου την ποινή;
Πού θάβρω τώρα ενός πλοίου πρύμη
ή γρήγορο τετράλογο αμάξι;
Αλλοίμονο! δεν θα σωθώ, αν ίσως
δεν θέλει ο θεός να με φυλάξη.
(Προς το αριστερόν παρασκήνιον, εκ του οποίου αναμένεται η Κρέουσα:)
—Τι σε προσμένει για να πάθης τώρα
και συ, δυστυχισμένη μου κυρά!
Μα είναι δίκηο να τιμωρηθούμε
που ηθέλαμε την ξένη συφορά!
(Εισέρχεται η Κρέουσα εσπευσμένως και εν προφανεί ταραχή).
ΣΚΗΝΗ Γ'.

ΚΡΕΟΥΣΑ — XΟΡΟΣ
ΚΡΕΟΥΣΑ
Μας κυνηγάνε, κόρες μου, και να μας σφάξουν θέλουν,
γιατί με κατεδίκασεν η ψήφος της Πυθίας
και τώρα θα με πιάσουνε.
ΧΟΡΟΣ
Ξέρω τη συμφορά σου,
και ξέρω ακόμα, δύστυχη, ποια τύχη σε προσμένει.
ΚΡΕΟΥΣΑ
Αχ, που να φύγω; Πρόφθασα με τόση δυσκολία
να βγω από το σπίτι μου, μην τύχη και πεθάνω,
και έφθασα εδώ κρυφά, φεύγοντας τους εχθρούς μου.
ΧΟΡΟΣ
Πειο άλλο καταφύγιο απ' το βωμό υπάρχει;
ΚΡΕΟΥΣΑ
Και τάχ' αυτό τι μ' ωφελεί;
ΧΟΡΟΣ
Μα δεν αφείνει ο νόμος
ικέτας να σκοτώνουνε.
ΚΡΕΟΥΣΑ
Ο νόμος με σκοτώνει.
ΧΟΡΟΣ
Αν σ' είχανε στα χέρια τους.
ΚΡΕΟΥΣΑ
Οι τρομεροί εχθροί μου
νάτοι έρχονται από 'δω με τα σπαθιά στα χέρια.
(Η Κρέουσα καταφεύγει εις τον εν τω βάθει του ναού βωμόν)
ΧΟΡΟΣ
Κάθησε στο βωμό εκεί· εδώ αν σε σκοτώσουν
απάνω στους φονιάδες σου το αίμα σου θα πέση.
Πρέπει να ξέρη ο άνθρωπος την τύχη να υποφέρη.
(Εισέρχεται ο Ίων ακολουθούμενος υπό ενόπλων πολιτών).
ΣΚΗΝΗ Δ'.

ΙΩΝ και οι ΑΝΩΤΕΡΩ
ΙΩΝ
Ώ Κηφισέ πατέρα, με το κεφάλι ταύρου,
πώς γέννησες ετούτη τη φοβερή οχιά,
το φείδι με τα μάτια που τέτοιες φλόγες βγάζουν,
και όλα τα τολμάει αυτή, όπου δεν έχει
απ'της Γοργόνας το αίμα λιγώτερο φαρμάκι
που γήρευε με κείνο για να σκοτώση, εμέ!
Είχα καλή την τύχη, πριν στην Αθήνα φθάσω
χαμένος να μην πάω από τη μητρυιά!
(Προς την Κρέουσαν:)
Αφού στους φίλους μέσα γνώρισα την ψυχή σου,
και πόσο μίσος είχες για μένα αισθανθή,
αν έμπαινα μια μέρα και στο δικό σου σπίτι,
θα μ'έστελνες στον Άδη με δίχτυα δολερά.
Κυττάχτε την πανούργα, που έβαλε σε πράξι
τη μία με την άλλη της πονηρές της τέχνες:
επήγε από φόβο στο θεϊκό βωμό,
για όσα έχει πράξη να μην τιμωρηθή·
μα ούτ' ο ναός του Φοίβου σωτήρας θα σου γίνη,
ούτε κι' ο βωμός του θα σώση πεια εσέ!
Περσότερο λυπάμαι τη μάννα μου από σένα,
γιατί και χωρισμένος που είμαι από κείνη,
δεν παύω τόνομά της συχνά να το καλώ.
Πιάστε την! πλεξίδες απ' τα μακρυά μαλλιά της
να μείνουν κολλημένες στου Παρνασσού τους βράχους,
εκεί, που το κορμί της θα πέση από ψηλά.
(Οι ακόλουθοι διατίθενται ν' ορμήσουν προς τον βωμόν).
ΚΡΕΟΥΣΑ
Όχι! Μη με σκοτώσης. . . ω! όχι! σ' εξορκίζω
στόνομα το δικό μου και στου θεού αυτό!
ΙΩΝ
Και τάχα ο Απόλλων με σε τι σχέσιν έχει;
ΚΡΕΟΥΣΑ
'Σ εκείνον παραδίδω το σώμα μου ιερό.
ΙΩΝ
Κι' όμως τον άνθρωπό του ήθελες να σκοτώσης.
ΚΡΕΟΥΣΑ
Μα του πατέρα σου είσαι και όχι εκείνου πεια.
ΙΩΝ
Παιδί δικό του ήμουν, γιατ' ήταν σαν πατέρας.
ΚΡΕΟΥΣΑ
Ήσουν, μα πεια δεν είσαι, και τώρα είμαι 'γω.
ΙΩΝ
Συ ευσεβής δεν είσαι, εγώ ήμουν ευσεβής.
ΚΡΕΟΥΣΑ
Σε σκότωνα, γιατ' ήσουν στο σπίτι μου εχθρός.
ΙΩΝ
Εγώ δεν ήρθα με όπλα στον τόπο τον δικό σου.
ΚΡΕΟΥΣΑ
Φωτιά ήρθες να βάλης στο σπίτι του Ερεχθέως.
ΙΩΝ
Με τι δαυλιά, ή τάχα με ποια φωτιά και φλόγα;
ΚΡΕΟΥΣΑ
θα μου 'παιρνες με βία το σπίτι, τα καλά μου.
ΙΩΝ
Το μέλλον εφοβόσουν κ' ήθελες να πεθάνω;
ΚΡΕΟΥΣΑ
Για να χαθής συ πρώτος, πριν να χαθώ εγώ.
ΙΩΝ
Φθονείς που είσαι στείρα κι' ο Ξούθος βρήκ' εμένα.
ΚΡΕΟΥΣΑ
Και πώς εσύ θαρπάξης τα σπίτια των ατέκνων;
ΙΩΝ
Μου δίνει ο πατέρας τη γη που έχει αποκτήση.
ΚΡΕΟΥΣΑ
Πώς έχει ο γυιός του Αιόλου τη χώρα της Παλλάδας;
ΙΩΝ
Την έσωσε με όπλα και όχι με τα λόγια.
ΚΡΕΟΥΣΑ
Ο σύμμαχος δεν είνε και κάτοικος της χώρας.
ΙΩΝ
Κ' εγώ δεν έχω μέρος στο βιος το πατρικό μου;
ΚΡΕΟΥΣΑ
Το δόρυ κ' η ασπίδα, αυτά είνε το βιος σου.
ΙΩΝ
Απ' το βωμό τραβήξου κι' απ' του θεού τους τόπους
ΚΡΕΟΥΣΑ
Στη μάννα σου να δώσης της τέτοιες συμβουλές.
ΙΩΝ
Και για το έγκλημά σου δεν θα τιμωρηθής;
ΚΡΕΟΥΣΑ
Αν θέλης να με σφάξης 'ς αυτά τα ιερά.
ΙΩΝ
Ποιά ηδονή θα πάρης, αν ίσως και πεθάνης,
στα ιερά στεφάνια 'δω πέρα του θεού;
ΚΡΕΟΥΣΑ
Θα δώσω δυστυχία 'ς αυτούς που μου τη δίνουν.
ΙΩΝ
Αλλοίμονο! είνε σκληρό: οι νόμοι που έχουν δώση
εις τους ανθρώπους οι θεοί, σοφώτεροι δεν είνε.
Δεν έπρεπε οι άδικοι να πιάνουν τους βωμούς τους,
αλλά να διώχνωντ' από κει· ποτέ καλό δεν είνε
να ακουμπάη στους θεούς το πονηρό το χέρι,
και μοναχά οι δίκαιοι που είν' αδικημένοι
έπρεπε να καθίζουνε, και όχι νάνε ίσοι
ο δίκαιος κι' ο άδικος εις τους θεούς μπροστά.
(Προχωρεί, δια να κτυπήση την Κρέουσαν. — Εμφανίζεται εις την πύλην
του ναού η Πυθία κρατούσα κάνιστρον υπό μάλης).
ΣΚΗΝΗ Ε'.

ΠΥΘΙΑ και οι ΑΝΩΤΕΡΩ
ΠΥΘΙΑ
Παιδί, κρατήσου! του χρησμού τον τρίποδα έχω αφήση
και βγήκα απ' το ναό εγώ, του Φοίβου η προφήτις,
που εμένα με διαλέξανε απ' της Δελφίδες όλες,
τον νόμο τον πανάρχαιο του Τρίποδος να σώσω.
ΙΩΝ
Χαίρε, μητέρα φίλη μου, που δεν μ' έχεις γεννήση.
ΠΥΘΙΑ
κι' όμως μητέρα λέγε με, μ' αρέσει αυτός ο λόγος.
ΙΩΝ
Να με σκοτώση θέλησε—το ξέρεις συ;—με δόλο!
ΠΥΘΙΑ
Ναι, μα είσαι και συ σκληρός που κάνεις αμαρτία.
ΙΩΝ
Να μη σκοτώνουμε κ' εμείς αυτούς που μας σκοτώνουν;
ΠΥΘΙΑ
Αι σύζυγοι στους προγονούς πάντα εχθρές φανήκαν.
ΙΩΝ
Κ' εμείς είμαστε εχθροί μ' αυτές σαν θέλουν να μας βλάψουν.
ΠΥΘΙΑ
Σώπα· ν'αφήσης το ναό και στην πατρίδα τράβα.
ΙΩΝ
Τέτοια που δίνεις συμβουλή τι πρέπει εγώ να κάνω;
ΠΥΘΙΑ
Αγνός και καλορροίζικος να πας εις την Αθήνα.
ΙΩΝ
Εκείνος είνε καθαρός που τους εχθρούς σκοτώνει.
ΠΥΘΙΑ
Να μη το κάμης, κι' άκουσε εκείνο που σου λέγω.
ΙΩΝ
Λέγε! γιατί ό,τι ειπής εσύ θάνε καλά ειπωμένα.
ΠΥΘΙΑ
Βλέπεις αυτό το κάνιστρο που έχω στη μασχάλη;
ΙΩΝ
Βλέπω ένα κάνιστρο παληό με ρούχα τυλιγμένο.
ΠΥΘΙΑ
Σε τούτο σε παρέλαβα που ήσουν μωρό ακόμα.
ΙΩΝ
Τι λες; ο λόγος που άκουσα είνε για μένα νέος.
ΠΥΘΙΑ
Το είχα κράτηση μυστικό και τώρα σου το δείχνω.
ΙΩΝ
Και μια φορά που τόλαβες, πώς τόκρυβες ως τώρα;
ΠΥΘΙΑ
Γιατί ο θεός το ήθελε να τον υπηρετήσης.
ΙΩΝ
Και δεν το θέλει τώρα πεια; πώς να το μάθω τούτο;
ΠΥΘΙΑ
Σου 'δειξε τον πατέρα σου, στον τόπο σου σε στέλνει.
ΙΩΝ
Σου είπ' ο θεός να το κρατάς, ή άλλος ήταν λόγος;
ΠΥΘΙΑ
Να το κρατώ ενθύμημα μου τόδοσ' ο Λοξίας.
ΙΩΝ
Για πες μου, να το κάμης τί; τελείωσε το λόγο.
ΠΥΘΙΑ
Να σώσω το εύρημα αυτό έως την ώρα τούτη.
ΙΩΝ
Κ' έχει για με ωφέλεια, ή μήπως έχει βλάβη;
ΠΥΘΙΑ
Βρίσκοντ' εδώ τα σπάργανα που ήσουν τυλιγμένος.
ΙΩΝ
Σημάδια της μητέρας μου, μου φέρνεις να ζητήσω;
ΠΥΘΙΑ
Τώρα το θέλησε ο θεός· δεν τόθελε πειο πρώτα.
ΙΩΝ
Τι ευτυχισμένα όνειρα μου φέρνει η μέρα τούτη!
ΠΥΘΙΑ
Τη μάννα που σ' εγέννησε, πάρε τ' αυτά και βρέσ' τη.
ΙΩΝ
Και στην Ασία θα διαβώ και στην Ευρώπην όλη.
ΠΥΘΙΑ
Εσύ μονάχος θα τη βρης. Σ' ανέθρεψα, παιδί μου,
ακούοντας εις το θεό, και σου τα δίνω τούτα
που ηθέλησα να πάρω εγώ, χωρίς να με προστάξης,
και να σε σώσω· το γιατί δεν θα το ειπώ σε σένα.
Κανένας δεν εγνώριζε πως τούτα είχα κρυμμένα
και τα κρατούσα μυστικά· χαίρε! θα σε φιλήσω
όμοια με τη μητέρα σου. Άρχισε από τώρα
να τη γυρεύης· αν καμμιά απ' τους Δελφούς παρθένα
εις το ναό σε άφησε, ή αν απ' την Ελλάδα.
Ετούτα έχεις από με μαζύ κι' από το Φοίβο,
που μέρος έλαβε κι' αυτός στην τύχη τη δική σου.
(Παραδίδει το κάνιστρον και εισέρχεται).
ΣΚΗΝΗ ς'.

ΙΩΝ. — ΚΡΕΟΥΣΑ εις τον βωμόν. — ΧΟΡΟΣ.
ΙΩΝ
Αλλοίμονο! αλλοίμονο! Τι δάκρυα που χύνω,
σαν σκέπτωμαι τη μάννα μου, όπου κρυφά πανδρεύθη,
και μ' έδιωξε κρυφά κ' εμέ χωρίς να με βυζάξη.
Έζησα δίχως όνομα ζωή σαν υπηρέτης
μέσα σε τούτο το ναό· είν ο θεός προστάτης,
μα είν' η μοίρα μου βαρειά· γιατί όταν ήταν πρέπον
στης μάννας μου την αγκαλιά τροφή να βρω και χάδια,
εγώ την εστερήθηκα τη μητρική τροφή μου.
Αλλά κ' εκείν' η δύστυχη που μ' έχει γεννημένον,
το ίδιο πάλι έπαθε που 'χασε του παιδιού της
κάθε χαρά. Και τώρα εγώ το κάνιστρο ετούτο
θα πάγω αφιέρωμα εις το θεό ν' αφήσω,
να μη γυρεύω πράματα, που ούτ' εγώ δεν θέλω.
Εκείνη που με γέννησε, αν ίσως είνε δούλα,
χειρότερο είνε να τη βρω, παρά να σιωπήσω.
Ώ Φοίβε! αφιέρωμα ταφίνω στο ναό σου.
(Προχωρεί προς τον βωμόν και ανακόπτεται).
Αλλά τι κάνω;! πολεμώ με την επιθυμία
του Φοίβου, που μου φύλαξε της μάννας μου σημάδια;
Πρέπει να κάμω τόλμημα. . . ναι. . . πρέπει να τανοίξω.
δεν το απόφυγε κανείς ό,τ' ήτανε γραφτό του.
(Προς το κάνιστρον:)
Ώ σεις στεφάνια ιερά! Τι μου 'χετε φυλάξη
τα πράματα μαζεύοντας τα τόσα αγαπημένα;
(Ερευνά εις το κάνιστρον. -— η Κρέουσα ακροάται με αυξανομένην
προσοχήν και αγωνίαν).
Νά, κύτταξε το σκέπασμα του στρογγυλού κανίστρου,
καινούργιο ακόμα έμεινε σαν από κάποιο θάμα.
Η μούχλα δεν το πείραξε το πλέξιμο καθόλου,
μόλο που χρόνια πέρασαν απάνω απ' όλα τούτα.
(Προχωρεί και αποθέτει το κάνιστρον εις τον βωμόν προ της Κρεούσης).
ΚΡΕΟΥΣΑ
(βλέπουσα το κάνιστρον, έκπληκτος:)
Ποιό όνειρο ανέλπιστο μπροστά μου εφανερώθη;
ΙΩΝ
Σώπα εσύ! που ήξευρες κι' ως τώρα να σωπαίνης.
ΚΡΕΟΥΣΑ
Δεν είνε τώρα να σιωπώ και μη με συμβουλεύης.
Το λίκνο βλέπω εμπρός μου αυτό που σ' είχα ρίξη τότε,
παιδί μου, νεογέννητο σαν ήσουνα και βρέφος,
στο άντρο εκεί του Κέκροπος και στης Μακρές της πέτρες.
Αφίνω τώρα το βωμό, και πρέπει να πεθάνω.
(Εγείρεται και απομακρύνεται από τον βωμόν, προχωρούσα προς τον Ίωνα
ΙΩΝ (προς τους ακολούθους:)
Πιάστε τη αυτή! κάποιου θεού την έσπρωξε κατάρα
ν' αφήση τώρα το βωμό, —και δέστε της τα χέρια!
ΚΡΕΟΥΣΑ
(σπεύδουσα και αρπάζουσα το κάνιστρον:)
Σφάχτε με, αλλά τίποτα δεν κάνετε με τούτο·
εγώ το κάνιστρο κρατώ και τούτα τα κρυμμένα.
ΙΩΝ
Κ' αυτό δεν είναι πονηριά, με λόγια να με μπλέξη;
ΚΡΕΟΥΣΑ
Όχι! 'ς εσέναν' εύρηκα αγαπημένο φίλο.
ΙΩΝ
Φίλος σου εγώ, που θέλησες να με κρυφοσκοτώσης;
ΚΡΕΟΥΣΑ
Γυιός μου, αν είν' ο γυιός γλυκύς γι' αυτούς που τον γεννάνε.
ΙΩΝ
Παύσε να πλέχης πονηριές! εγώ θα σε τσακώσω.
ΚΡΕΟΥΣΑ
Παιδί μου, τώρα έφθασα 'ς αυτό που επιθυμούσα.
ΙΩΝ
(αρπάζων εκ των χειρών της το κάνιστρον:)
Είν' αδειανό το κάνιστρο, ή πράματα έχει μέσα;
ΚΡΕΟΥΣΑ
Τα σπάργανα, που σ' άφησα μια μέρα τυλιγμένον.
ΙΩΝ (κρύπτων το κάνιστρον:)
Προτού εσύ τα ίδης αυτά, μπορείς, να ειπής τι είνε;
ΚΡΕΟΥΣΑ
Αν ίσως και δεν σου τα ειπώ, ε τότε ας πεθάνω.
IΩΝ
Λέγε, είνε παράξενο το θάρρος όπου δείχνεις.
ΚΡΕΟΥΣΑ
Κύτταξε αυτό που ύφανα στα χρόνια που ήμουν κόρη.
ΙΩΝ
Τι είνε; πράματα πολλά υφαίνουνε η παρθένες,
ΚΡΕΟΥΣΑ
Είν' άβολο, και φαίνεται του αργαλιού η σαγίτα.
ΙΩΝ
Μ' αυτά δεν με γελάς εσύ· απάνω του τι έχει;
ΚΡΕΟΥΣΑ
Μέσ' στο στημόνι του πανιού Γοργόνα είν' υφασμένη.
ΙΩΝ
(ερευνών τον πέπλον και ανευρίσκων το υποδεικνυόμενον· έκπληκτος:)
Ώ Ζευ! ποιά μοίρα μου λοιπόν με κυνηγάει τόσο!
ΚΡΕΟΥΣΑ
Και έχει φείδια γύρωθε στο σχήμα της αιγίδος.
ΙΩΝ (ως άνω:)
Νά! το πανί, τα σπάργανα τα βρίσκ' όπως τα λέει.
ΚΡΕΟΥΣΑ
Ώ! το πανί που ύφανα σαν ήμουνα παρθένα!
ΙΩΝ
Έχει και άλλο γνώρισμα, ή μόνο τούτο βρήκες;
ΚΡΕΟΥΣΑ
Δυο δράκοντας, που αστράφτουνε μ' ολόχρυσα σαγόνια.
ΙΩΝ
Δώρο είν' αυτό της Αθηνάς, ή για παιδιά φτιασμένο;
ΚΡΕΟΥΣΑ
Αντιγραφή του παλαιού Ερεχθονίου είνε.
ΙΩΝ
Και τα χρυσά για ποιά δουλειά και για ποιο λόγο τάχει;
ΚΡΕΟΥΣΑ
Να τάχη περιδέραια το νεογέννητό μου.
ΙΩΝ (ως προηγουμένως:)
Είν' όλ' αυτά· Μα λέγε μου να μάθω και το τρίτο.
ΚΡΕΟΥΣΑ
Σου είχα βάλη στέφανο από ελιάς κλωνάρι,
της πρώτης που εφύτρωσε στης Αθηνάς το βράχο,
που αν υπάρχη μέσα εκεί, θα πρασινίζη ακόμα,
γιατ' είν' από αθάνατης εληάς κορμό κομμένος.
ΙΩΝ (πίπτων εις την αγκάλην της).
Αγαπημένη μάννα μου, με τι χαρά σε βλέπω!
το αγαπητό σου πρόσωπο με τι χαρά φιλώ!
ΚΡΕΟΥΣΑ
Παιδί μου! πειο αγαπητό κι' από το φως του ήλιου,
συγγνώμη ας δώση ο θεός. . . στην αγκαλιά μου σ' έχω,
— ανέλπιστο ευτύχημα! — εσέ που σε θαρρούσα
κάτω απ' τη γη, στους σκοτεινούς της Περσεφόνης τόπους
ΙΩΝ
Αγαπημένη μάννα μου! ο γυιός σου ο πεθαμμένος
δεν πέθανε, και βρίσκεται στην αγκαλιά σου τώρα.
ΚΡΕΟΥΣΑ
Ώ συ, αιθέρα μου λαμπρέ, άπειρε! ποία λόγια
να σου φωνάξω; από που η ανέλπιστη ηδονή μου
έρχεται αυτή, και ποιος θεός τέτοια χαρά μου δίνει;
ΙΩΝ
Τα εφαντάσθηκα όλα αυτά, μητέρα μου, και πρώτα,
προτού ακόμα μάθω εγώ πως είμαι γυιός δικός σου.
ΚΡΕΟΥΣΑ
Αχ, τρέμω από το φόβο μου.
ΙΩΝ
Δεν έχεις τώρα εμένα;
ΚΡΕΟΥΣΑ
Τόσος καιρός επέρασε χωρίς καμμιάν ελπίδα.
(Προς την πύλην, εκ της οποίας εισήλθεν η Πυθία:)
—- Ποιός σου 'φερε στην αγκαλιά, γυναίκα, το παιδί σου;
Εις του Λοξία το ναό ποιά χέρια το έχουν φέρη;
ΙΩΝ
Ήταν αυτό απ' το θεό· Μα από 'δω και πέρα
ας ευτυχούμε, δύστυχοι σαν είμαστε ως τώρα.
ΚΡΕΟΥΣΑ
Παιδί μου! δίχως δάκρυα δεν σ' έχω γεννημένο·
δεν βγήκες απ' τα χέρια μου χωρίς βαρειά να κλάψω·
τώρα που παίρνω αναπνοή κοντά στο πρόσωπό σου,
την ηδονή επέτυχα, την πειο ευτυχισμένη.
ΙΩΝ
Ό,τι έχω μέσα στην ψυχή το ίδιο λες για μένα.
ΚΡΕΟΥΣΑ
Ώ, άκληρη δεν είμαι πεια, δίχως παιδί δεν είμαι!
στηρίχθηκε το σπίτι μου και βασιληά έχει η χώρα.
Ξαναζωντάνεψε ο Ερεχθεύς· το φως του ήλιου βλέπει
το σπίτι, που είχε βυθισθή μέσα σε νύχτα μαύρη.
ΙΩΝ
Μητέρα, κι' ο πατέρας μου να μοιρασθή αξίζει
την ίδια τούτη τη χαρά που έδωκα σε σένα.
ΚΡΕΟΥΣΑ
Τι λες, παιδί μου;! Τι ζητείς 'ς αυτόν να φανερώσω!
ΙΩΝ
Πώς είπες;
ΚΡΕΟΥΣΑ
Άλλος κι' όχι αυτός εγέννησεν εσένα.
ΙΩΝ
Αλλοίμονο! νόθον λοιπόν μ' εγέννησες εμένα;
ΚΡΕΟΥΣΑ
Ούτε χοροί στο γάμο μου ούτε λαμπάδες ήσαν,
παιδί μου, σαν σ' εγέννησα.
ΙΩΝ
Από κακή γενηά,
αλλοίμονο! γεννήθηκα, μητέρα, κι' από ποιά;
ΚΡΕΟΥΣΑ
Μάρτυς μου ας είνε η Αθηνά!. . .
ΙΩΝ
Γιατί αυτός ο λόγος;
ΚΡΕΟΥΣΑ
Όπου στο βράχο κατοικεί τον εληοφυτεμένο.
ΙΩΝ
Σαν λόγια σκοτεινά μου λες, σαν μπερδεμένα λόγια.
ΚΡΕΟΥΣΑ
Ο Φοίβος, μέσα στη σπηληά όπου λαλούν ταηδόνια. . ..
ΙΩΝ
Γιατί το Φοίβο μελετάς;
ΚΡΕΟΥΣΑ
Μ' εμέ κρυφοκοιμήθη.
ΙΩΝ
Τι δόξα είν' αυτή που λες για μένα κ' ευτυχία!
ΚΡΕΟΥΣΑ
Κι' όταν εγύρισε ο καιρός στο δέκατο το μήνα
εκεί εκρυφογέννησα εσέ, παιδί του Φοίβου.
ΙΩΝ
Αν είν' αυτό αληθινό, είνε γλυκό για μένα.
ΚΡΕΟΥΣΑ
Με σπάργανα παρθενικά σε τύλιξα, υφασμένα
απ' τον δικό μου αργαλειό· δεν σου 'δωσα το γάλα,
στο στήθος μου δεν σ' έθρεψα, λουτρό δεν σου χω κάμη·
μέσα 'ς ερημική σπηληά έρημο σε είχα αφήση,
στα όρνια τάγρια τροφή, στον άδη να σε στείλω.
ΙΩΝ
Τι φοβερά που το 'καμες, μητέρα μου.
ΚΡΕΟΥΣΑ
Ο φόβος,
να σε σκοτώσω άθελα, παιδί μου, με είχε κάμη.
ΙΩΝ
Μήπως κ' εγώ δεν θέλησα για να σκοτώσω εσένα;
ΚΡΕΟΥΣΑ
Και τότε η τύχη ήταν σκληρή και τώρα είνε το ίδιο·
κυλιόμαστε κάθε φορά απ' τη χαρά στη λύπη,
κι αλλάζουνε οι άνεμοι. Η περασμένες φθάνουν
η δυστυχίες, ως εδώ! Και τώρα, ώ παιδί μου,
άνεμος ήλθε βοηθός που απ' το κακό μας βγάζει.
ΧΟΡΟΣ
Απ' όσα βγαίνουν τώρα,
κανείς ας μη νομίση
πως δεν θαρθή κ' η ώρα
που η τύχη θα γυρίση.
ΙΩΝ
Ώ τύχη, που αδιάκοπα τη μοίρα μας αλλάζεις
και μια μας δίνεις συφορά και μια την ευτυχία,
σε ζυγαριά παράξενην έρριξες τη ζωή μου. —
ή να χαθώ απ' τη μάννα μου ή να χαθή από μένα.
Αχ! όπου ρίχνουνε το φως του ήλιου η αχτίνες
τάχα μπορεί ο άνθρωπος τα ίδια κάθε μέρα
να βλέπη; Ώ μητέρα μου, σε βρήκα, αγαπημένη,
και η καταγωγή μου αυτή καμμιά ντροπή δεν φέρνει.
Έλα μαζύ μου! πράματα θέλω να ειπώ σε σένα,
μόνο σε σένα, μυστικά να σου τα ειπώ στ' αυτί σου,
και στης σιγής τη σκοτεινιά να μείνουν σκεπασμένα.
Έχε το νου σου, μάννα μου, μήπως και συ το πάθης
σαν της παρθένες που έσφαλαν και κρυφοπαντρευθήκαν·
μη ρίξης στο θεό και συ του σφάλματος το βάρος,
για ν' αποφύγης τη ντροπή της γέννας της δικής μου,
και ειπής πως μ' έχεις με θεό, χωρίς θεός να είνε.
ΚΡΕΟΥΣΑ
Α όχι, μα την Αθηνά, που μια φορά τον Δία
βοήθησε με το άρμα της στη μάχη των Γιγάντων,
δεν είνε ο πατέρας σου κανείς θνητός παιδί μου,
μα τούτος που 'ς ανάθρεψε, ο βασιληάς Λοξίας.
ΙΩΝ
Πώς το παιδί του έδωκε 'ς άλλον αυτός πατέρα,
και είπε πως γεννήθηκα παιδί εγώ του Ξούθου;
ΚΡΕΟΥΣΑ
Δεν είπε πως σ' εγέννησε, δώρο 'ς αυτόν σε κάνει
σαν εγεννήθης μια φορά. Ο φίλος εις το φίλο
μπορεί να δώση το παιδί να τον κληρονομήση.
ΙΩΝ
Το μάντεμα είν' αληθινό, ή κάποι' απάτη κρύβει;
να μόνο τούτο, μάννα μου, ταράζει την ψυχή μου.
ΚΡΕΟΥΣΑ
Άκου, παιδί μου, τι έφθασε στο νου μου αυτήν την ώρα:
στο σπίτι μου το ευγενικό από ευεργεσία
ο Φοίβος σε ωδήγησε, και άνθρωπον ως τώρα
αφού σ' έλεγαν του θεού, ούτε όνομα πατέρα,
ούτε σπιτιού κληρονομιά μπορούσες συ να έχης.
Πώς τάχα έκρυβα κ' εγώ τον γάμο μου μ' εκείνον
και στα κρυφά σε σκότωνα; για όφελος δικό σου
σε παραδίνει τώρ' αυτός 'ς έναν πατέρα ξένο.
ΙΩΝ
Μα τέτοια λόγια δεν μπορούν εμένα να με πείσουν·
θα έμβω μέσα στο ναό το Φοίβο να ρωτήσω,
αν απ' αυτόν γεννήθηκα ή από θνητόν πατέρα.
(Εμφανίζεται περιβεβλημένη φωτοστέφανον—εν αποθεώσει— η Αθηνά εις το
βάθος του ναού).
Ώ! ποιος να ήνε ο θεός, που απέναντι στον ήλιο,
από το βάθος του ναού, το πρόσωπο του λάμπει;
ας φύγουμε, μητέρα μου, καιρός δεν είνε τώρα
να βλέπουμ' όσα οι θεοί μπροστά μας φανερώνουν.
ΣΚΗΝΗ Ζ'.

ΑΘΗΝΑ και οι ΑΝΩΤΕΡΩ
ΑΘΗΝΑ
Μη φεύγετε! θεός εχθρός δεν έρχομαι μπροστά σας·
είμαι κ' εδώ προστάτης σας καθώς και στην Αθήνα.
Από τη χώρα έρχομαι που τόνομά μου φέρνει·
είμαι η Παλλάς, και μ' έστειλεν ο Φοίβος ο Απόλλων.
Δεν θέλει να φανερωθή στα μάτια τα δικά σας,
μη τον κατηγορήσετε για όσα έχουν γίνη,
και στέλνει εμένα να σας πω αυτά τα λόγια μόνο:
αυτή με τον Απόλλωνα σ' εγέννησε πατέρα,
τώρα στον Ξούθο σ' έδωκε, όχι πως γεννημένον
σ' έχει αυτός, μα για να μπης σε τιμημένο σπίτι.
Κι' αφού το πράμα τώρα αυτό επήρε τέτοιο δρόμο,
γιατί, εφοβήθη μήπως σε η μάννα σε σκοτώση,
ή μήπως τη σκοτώσης συ, άλλαξε τη βουλή του,
γιατ' ήθελε της μάννας σου τη γνωριμιά να κάμης,
όταν θα είσαστε κι' οι δυο φτασμένοι στην Αθήνα,
κρατώντας μυστικό πως συ γεννήθης από τούτη
και είχες τον Απόλλωνα το Φοίβο για πατέρα.
Και τώρα, τέλος δίνοντας στο λόγο μου, σας λέω
ν' ακούσετε εις τους χρησμούς, που ήλθατε εδώ πέρα
να λάβετε:— Πάρ' το παιδί και πήγαινε στη χώρα
του Κέκρωπος, ώ Κρέουσα, και βάλε το στο θρόνο·
αφού αυτός απ' τη γενειά τραβάει του Ερεχθέως,
έχει και το δικαίωμα στη χώρα τη δική μου
να βασιλεύη, κ' ένδοξος θα γίνη στην Ελλάδα.
Θα κάμη τέσσερα παιδιά από την ίδια ρίζα,
που τόνομα του καθενός η τέσσερες θα πάρουν
φυλές, οπού το βράχο μου 'κει πέρα κατοικούνε.
Γελέων θαν' ο πρώτος του· ο δεύτερος ο γυιός του
[κ' οι άλλοι] θα ιδρύσουνε της τρεις φυλές ακόμα,
των Οπλητών, των Αργαδών και των Αιγικορών.
Και τούτων πάλι τα παιδιά, σαν ο καιρός περάση,
πόλεις κι' αυτά θα χτίσουνε στας νήσους των Κυκλάδων
και γύρω στα παράλια, που δύναμι μεγάλη
θα δίνουνε στη χώρα μου· θα φτιάσουν κατοικίες
στης χώρες της αντικρυνές της δύο: της Ευρώπης
και της Ασίας· το όνομα του Ίωνος θα πάρουν
και Ίωνες θα λέγωνται και δοξασμένοι θάνε.
Από τον Ξούθο κι' από σε κοινό παιδί θα γίνη,
ο Δώρος, όπου η Δωρίς, θα δοξασθή η πόλις·
ο δεύτερος, ο Αχαιός, στου Πέλοπος τη χώρα,
στου Ρίου τα παράλια ο βασιληάς θα γίνη,
και ο λαός του απ' αυτόν θα πάρη τόνομά του.
Όλα σε τάξι τάβαλεν ο Φοίβος με σοφία:
** εγέννησες ανώδυνα κανείς να μη σε νοιώση·
μετά τη γέννα έβαλες στα σπάργανα το γυιό σου
κ' εκείνος στέλνει τον Ερμή εδώθε να τον φέρη,
και μόνος του τον έθρεψε μην τύχη και πεθάνη. **
Και τώρα κράτησε σιγή· μην πης πως εγεννήθη
τούτο το τέκνο από σε και άφησε τον Ξούθο
να παίρνη ευχαρίστησι μ' εκείνο που νομίζει.
Και συ, γυναίκα, πήγαινε με ταγαθά που βρήκες
και χαίρετε· της λύπης σας υπόσχομαι το τέλος,
και από τούτη τη στιγμή την τύχη ευτυχισμένη.
ΙΩΝ
Ώ κόρη του τρανού Διός, Παλλάς! με απιστία
δεν δέχομαι τους λόγους σου, και τώρα το πιστεύω
πως του Λοξία είμαι παιδί κ' η μάννα μου είνε τούτη,
—αυτό που και προτήτερα το είχα εγώ πιστέψη.
ΚΡΕΟΥΣΑ
Άκου κ' εμένα τώρα εσύ: το Φοίβο μακαρίζω
που τον κατηγορούσα πριν πως είχε λησμονήση
να δώση το παιδί 'ς εμέ· της θύρες της ωραίες
και τα χρηστήρια του θεού, που 'πρώτα τα μισούσα,
γλυκά με τα δυο χέρια μου της αγκαλιάζω τώρα
και της δοξάζω.
ΑΘΗΝΑ
Επαινώ της γνώμης σου την αλλαγή
που μακαρίζεις το θεό· ναι, οι θεοί αργούνε
αλλά στο τέλος πάντοτε τη δύναμί τους δείχνουν.
ΚΡΕΟΥΣΑ
Παιδί μου, εις το σπίτι μας ας πάμε.
ΑΘΗΝΑ
Ναι, να πάτε,
κ' εγώ θα σας ακολουθώ.
ΙΩΝ
Άξια οδηγός να γίνης.
ΚΡΕΟΥΣΑ
Και ν' αγαπάς την πόλι μας.
ΑΘΗΝΑ
Στους παλαιούς τους θρόνους
κάθησε τώρα.
ΙΩΝ
Άξιο το κτήμα που θα πάρω.
ΧΟΡΟΣ
Χαίρε, Απόλλων του Διός και της Λητούς!
Όποιος στο σπίτι δυστυχίες βλέπει,
πρέπει να δείχνη σεβασμό εις τους θεούς
και νάχη θάρρος εις εκείνους πρέπει·
γιατί στο τέλος οι καλοί αμείβονται
κατά την ιδική τους την αξία,
οι δε κακοί, που τέτοιοι γεννηθήκανε,
δεν βρίσκουνε ποτέ την ευτυχία.
ΑΥΛΑΙΑ

ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ

Εις την σελίδα θ', εις σημ. Ανάγνωσε: Αποδίδων μεγάλην σημασίαν.
» » » » » » Εμελέτησε τον φιλόσοφον επί τη
. βάσει των νέων ερευνών.
» » ια'. Ανάγν. Να συμπεράνη.
» » ιβ'. » Τους άνευ κατευθύνσεως και
. πολιτικού μεγαλείου.
» » ιγ'. Ανάγν. F. P. Fischer.
» » 16, εις σημ. Ανάγν. Ισθμίων Ι.
» » 41, » » Εκ των καλών λυρικών.
. ποιητών.
ΣΗΜ. Εις την απόδοσιν πολλών δυσκόλων χωρίων ηκολουθήσαμεν τον κ.
Γ. Βερναρδάκην (Ερμηνευτικόν Λεξικόν).
Κ. Σ. I.

Η σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων των Εκδόσεων Φέξη, υπήρξεν ένας
σταθμός στα ελληνικά χρονικά. Για πρώτη φορά προσφερόταν συστηματικά
στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, η αρχαία ελληνική σκέψη (ιστορία,
φιλοσοφία, ποίηση, δράμα, δικανικός και πολιτικός λόγος) σε
δημιουργικές μεταφορές της, από τους άριστους μεταφραστές του τόπου,
στην πιο σύγχρονη μορφή πού πήρε, εξελισσόμενο, το γλωσσικό της
όργανο. Ο Όμηρος, οι Τραγικοί κι ο Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο
Θουκυδίδης, ο Πλάτων, ο Ξενοφών, ο Αριστοστέλης, ο Θεόκριτος, ο
Θεόφραστος, ο Επίκτητος, ο Πλούταρχος, ο Λουκιανός κλπ. προσφέρονται
και σήμερα, στις κλασικές πια μεταφράσεις των Πολυλά, Ραγκαβή,
Μωραϊτίδη, Κονδυλάκη, Ποριώτη, Γρυπάρη, Τανάγρα, Πολέμη, Καμπάνη,
Καζαντζάκη, Βάρναλη, Αυγέρη, Βουτιερίδη, Ζερβού, Φιλαδελφέως,
Τσοκόπουλου, Σιγούρου, Κ. Χρηστομάνου κλπ. σε μια σύγχρονη σειρά
εκδόσεων βιβλίου τσέπης, πράγμα που επίσης γίνεται για πρώτη φορά,
συστηματικά, στην Ελλάδα.
Το δράμα αυτό διακρίνεται για την περίτεχνη πλοκή του, τις περιπέτειες
που με πολλή τέχνη παρεμβάλλονται και για την απροσδόκητη έκβαση. Η
υπόθεση του περιστρέφεται γύρω από τους κινδύνους, την αναγνώριση και
την αναγόρευση μετά, του Ίωνος, ως κληρονόμου του βασιλέα της Αττικής
Ξούθου.

Η «ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ» ΑΝΑΤΥΠΩΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ
ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ
ΑΘΗΝΑΙ, ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ 36
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΤΣΙΜΙΣΚΗ 61
ΤΙΜΗ ΤΟΜΟΥ ΔΡΑΧΜΕΣ 10
1) Προκειμένου περί σκηνικής αναπαραστάσεως των προπυλαίων του εν
Δελφοίς Ναού του Απόλλωνος, όσον οιόν τε ακριβεστέρας, δέον να ληφθή
υπ'όψιν ο Παυσανίας και Διόδωρος ο Σικελιώτης.
2) Το έργον, τούτο είς τινα σημεία εν τω κειμένω έχει ανάγκην
τροποποιήσεων, χάριν της υπό των σημερινών θεατρικών συνθηκών
υπαγορευομένης σκηνικής οικονομίας. Προς τούτο μετά το τέλος της
ομιλίας της η Κρέουσα πρέπει να εξέλθη εκ της σκηνής, το δε μέρος το
περικλειόμενον μεταξύ των διπλών αστερίσκων (**) ως και πάντα τα
τοιουτοτρόπως σημειωθέντα εφεξής μέρη πρέπει να διαγράφωνται εκ του
κειμένου της παραστάσεως.
3) Προς αποφυγήν μονοτονίας εις την απαγγελίαν, κατά την παράστασιν,
μόν' ο χορός να διαιρήται εις δύο· εκάστου δε τμήματος αι Κορυφαίαι να
εναλλάσωνται κατά την εν τω κειμένω μου υπόδειξιν. (Σ. Μ.)
4) Το χωρίον τούτο είνε ελλιπές.
5) «Λαμπάδα, θεωρόν εικάδων»: ε ι κ ά δ α (εικοσάδα) ωνόμαζον την
ημέραν της εορτής, την αφιερωμένην εις την Δήμητρα και τον Διόνυσον.
Εις την εορτήν ταύτην απηγορεύετο εις τα νόθα τέκνα και εις τους
ξένους να λαμβάνουν μέρος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου