Τετάρτη, 24 Οκτωβρίου 2012

ΠΛΑΤΩΝΟΣ: ΚΡΙΤΙΑΣ ΙΠΠΑΡΧΟΣ - ΑNΤΕΡΑΣΤΑΙ

ΠΛΑΤΩΝΟΣ: ΚΡΙΤΙΑΣ ΙΠΠΑΡΧΟΣ - ΑNΤΕΡΑΣΤΑΙ
ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
FREE photo hosting by Fih.grΟ Πλάτων διά του «Κριτίου» ηθέλησε να δείξη εν τη πραγματικότητι τας περί Πολιτείας ιδέας του, περιγράφων την πολιτείαν των αρχαίων Αθηναίων νικητών των κατοίκων της νήσου Ατλαντίδος. Εννοητέον ότι η Πολιτεία αύτη δεν υπήρξεν, αλλ' έπλασεν αυτήν ο Πλάτων διά της φαντασίας του. Ο «Κριτίας» φαίνεται ως συνέχεια άλλου διαλόγου, του «Τιμαίου». Εισάγει εις την υπόθεσιν αμέσως· διαλέγονται δε και εις τούτον τα αυτά πρόσωπα. Ομιλεί πρώτος ο Τίμαιος, μετά τούτον δε λαμβάνει τον λόγον ο Κριτίας, αμφότεροι δε δικαιολογούσι την δυσκολίαν του ζητήματος, περί του οποίου θα ομιλήσουν. Μετά τούτο ο Κριτίας αναλαμβάνει ν' αφηγηθή τον πόλεμον, όστις ηγέρθη ποτέ μεταξύ των εντεύθεν των Ηρακλείων στηλών και εκείθεν αυτών, οικούντων λαών. Ίνα δε κινήση το περί του πολέμου τούτου ενδιαφέρον, επιχειρεί να γνωρίση εις τον αναγνώστην τους δυο αντιπάλους λαούς, ήτοι τους τότε Αθηναίους και τους κατοίκους της νήσου Ατλαντίδος. Και πρώτον μεν, αρχόμενος από των Αθηναίων, περιγράφει την κυβέρνησιν αυτών, την χώραν και την πολιτείαν. Μετά τούτο δε αναφέρει την καταγωγήν των κατοίκων της Ατλαντίδος, ότι κατάγονται δηλ. εκ του Ποσειδώνος· περιγράφει την νήσον αυτών, τα προϊόντα τα οποία αυτή παράγει, τους βασιλείς των και τα γιγάντεια τούτων έργα, την πολιτικήν αυτών κατάστασιν, την οργάνωσιν και τας στρατιωτικάς αυτών δυνάμεις· πως πρώτα ήσαν άνθρωποι εξαίρετοι και πως βραδύτερον εξηχρειώθησαν ούτως, ώστε ο Ζευς, οργισθείς διά τα κακουργήματα αυτών και αποφασίσας να τους τιμωρήση, συνεκάλεσε τους θεούς εις συνέδριον μέσα εις το άδυτον το ευρισκόμενον εις το κέντρον του κόσμου, ίνα καταστήση εις αυτούς γνωστάς τας αμετακλήτους αυτού βουλάς. Ο διάλογος εις το σημείον τούτο δυστυχώς διακόπτεται, απολεσθέντος του υπολοίπου. Εκ του σωζομένου μέρους δεν είναι δυνατόν να συναγάγη τις, ποιον έσται όλου του διαλόγου το αντικείμενον. Ευτυχώς όμως πληροφορούμεθα περί τούτου ακριβώς εξ αυτών των πρώτων σελίδων άλλου του Πλάτωνος διαλόγου, του «Τιμαίου».
(Ολόκληρο το βιβλίο σε απλό κείμενο)
ΠΛΑΤΩΝ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ ΧΑΡΟΚΟΠΟΥ
ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ
ΠΡΟΛΟΓΟΣ Ο Πλάτων διά του «Κριτίου» ηθέλησε να δείξη εν τη πραγματικότητι τας περί Πολιτείας ιδέας του, περιγράφων την πολιτείαν των αρχαίων Αθηναίων νικητών των κατοίκων της νήσου Ατλαντίδος. Εννοητέον ότι η Πολιτεία αύτη δεν υπήρξεν, αλλ' έπλασεν αυτήν ο Πλάτων διά της φαντασίας του.
Ο «Κριτίας» φαίνεται ως συνέχεια άλλου διαλόγου, του «Τιμαίου». Εισάγει εις την υπόθεσιν αμέσως· διαλέγονται δε και εις τούτον τα αυτά πρόσωπα. Ομιλεί πρώτος ο Τίμαιος, μετά τούτον δε λαμβάνει τον λόγον ο Κριτίας, αμφότεροι δε δικαιολογούσι την δυσκολίαν του ζητήματος, περί του οποίου θα ομιλήσουν. Μετά τούτο ο Κριτίας αναλαμβάνει ν' αφηγηθή τον πόλεμον, όστις ηγέρθη ποτέ μεταξύ των εντεύθεν των Ηρακλείων στηλών και εκείθεν αυτών, οικούντων λαών. Ίνα δε κινήση το περί του πολέμου τούτου ενδιαφέρον, επιχειρεί να γνωρίση εις τον αναγνώστην τους δυο αντιπάλους λαούς, ήτοι τους τότε Αθηναίους και τους κατοίκους της νήσου Ατλαντίδος. Και πρώτον μεν, αρχόμενος από των Αθηναίων, περιγράφει την κυβέρνησιν αυτών, την χώραν και την πολιτείαν. Μετά τούτο δε αναφέρει την καταγωγήν των κατοίκων της Ατλαντίδος, ότι κατάγονται δηλ. εκ του Ποσειδώνος· περιγράφει την νήσον αυτών, τα προϊόντα τα οποία αυτή παράγει, τους βασιλείς των και τα γιγάντεια τούτων έργα, την πολιτικήν αυτών κατάστασιν, την οργάνωσιν και τας στρατιωτικάς αυτών δυνάμεις· πως πρώτα ήσαν άνθρωποι εξαίρετοι και πως βραδύτερον εξηχρειώθησαν ούτως, ώστε ο Ζευς, οργισθείς διά τα κακουργήματα αυτών και αποφασίσας να τους τιμωρήση, συνεκάλεσε τους θεούς εις συνέδριον μέσα εις το άδυτον το ευρισκόμενον εις το κέντρον του κόσμου, ίνα καταστήση εις αυτούς γνωστάς τας αμετακλήτους αυτού βουλάς.
Ο διάλογος εις το σημείον τούτο δυστυχώς διακόπτεται, απολεσθέντος του υπολοίπου. Εκ του σωζομένου μέρους δεν είναι δυνατόν να συναγάγη τις, ποιον έσται όλου του διαλόγου το αντικείμενον. Ευτυχώς όμως πληροφορούμεθα περί τούτου ακριβώς εξ αυτών των πρώτων σελίδων άλλου του Πλάτωνος διαλόγου, του «Τιμαίου».
ΠΛΑΤΩΝΟΣ
ΚΡΙΤΙΑΣ
(ή Ατλαντικός ή ηθικός)
ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΔΙΑΛΟΓΟΥ
ΤΙΜΑΙΟΣ, ΚΡΙΤΙΑΣ, ΣΩΚΡΑΤΗΣ, ΕΡΜΟΚΡΑΤΗΣ.
Τίμαιος Πόσον ευχαριστημένος, Σωκράτη, καθώς να έχω αναπαυθή έπειτα από μακρυνήν οδοιπορίαν, έχω ελευθερωθή και τώρα με ανακούφισιν από την οδοιπορίαν της ομιλίας! Εύχομαι δε εις τον Θεόν, ο οποίος πολύ παλαιά πραγματικώς, τώρα δε προ ολίγου εις τας ομιλίας μας έχει την ύπαρξιν, δι' όσα μεν από τα λεχθέντα πρεπόντως έχουσι λεχθή, αυτός να μας χαρίση υγείαν, αν δε είπωμεν δι' αυτά χωρίς να το θέλωμεν και τίποτε ανάρμοστον, να μας επιβάλη την πρέπουσαν τιμωρίαν. Σωστή δε τιμωρία είναι, εκείνον ο οποίος σφάλλει, να τον κάμη να ενεργή σωστά. Διά να λέγωμεν λοιπόν εις το εξής σωστά τας ομιλίας μας περί του πώς έγιναν οι θεοί, ευχόμεθα να μας δώση το πλέον τέλειον και καλύτερον από όλα τα ιατρικά, την γνώσιν· αφού λοιπόν προσηυχήθημεν, κατά τας συμφωνίας μας παραδίδομεν την σειράν της ομιλίας εις τον Κριτίαν.
Κριτίας Αλλά, Τίμαιε, δέχομαι μεν (να ομιλήσω), εκείνο όμως, το οποίον εις την αρχήν μετεχειρίσθης και συ, ο οποίος εζήτησες συγχώρησιν, διότι επρόκειτο να ομιλήσης διά μεγάλα ζητήματα, το ίδιον και εγώ τώρα παρακαλώ, απαιτώ δε ακόμη περισσότερον να μου παραχωρηθή εις μεγαλυτέραν δόσιν δι' εκείνα, τα οποία πρόκειται να είπω, αν και ηξεύρω σχεδόν ότι πρόκειται να παρακαλέσω διά χάριν, η οποία αποδεικνύει φιλοδοξίαν και χωριατιάν, θα την είπω όμως. Ότι μεν εκείνα, τα οποία είπες, δεν τα είπες καλά, ποίος λογικός άνθρωπος ημπορεί να το διισχυρισθή; Ότι δε εκείνα, τα οποία θα είπω, έχουν ανάγκην από περισσοτέραν συγχώρησιν, διότι είναι δυσκολώτερα, τούτο θα προσπαθήσω κάπως ν' αποδείξω. Όταν ομιλή κανείς διά τους θεούς, Τίμαιε, προς τους ανθρώπους, να νομίζεται ότι καλά ομιλεί, είναι ευκολώτερον παρά όταν ομιλή διά θνητούς ανθρώπους εις ημάς. Διότι η έλλειψις πείρας και η παρά πολλή αμάθεια εκείνων που ακούουν, αν είναι έτσι εκείνα τα οποία λέγει, δίδουν πολλήν ευκολίαν εις εκείνον ο οποίος πρόκειται να είπη τίποτε διά τους θεούς. Διά δε τους θεούς ίσα ίσα, ηξεύρετε εις ποίον συμπέρασμα εφθάσαμεν {1}, διά να φανερώσω δε καθαρώτερα εκείνο το οποίον διισχυρίζομαι, προσέξατε, παρακαλώ, εις τ' ακόλουθα. Εκείνα, τα οποία όλοι μας είπομεν, είναι ανάγκη βέβαια να είναι μίμησις και εικών κάποιου πράγματος· διά δε την κατασκευήν εικόνων των θείων και των ανθρωπίνων σωμάτων, την οποίαν κάμνουν οι ζωγράφοι, βλέπομεν πόσην ευκολίαν ή δυσκολίαν δοκιμάζουν να τα μιμώνται, ώστε να νομίζουν, όσοι τα βλέπουν, ότι ομοιάζουν, και θα ίδωμεν ότι, αν κανείς από αυτούς ημπορή να ζωγραφίση ολίγον τι όμοια με τα πραγματικά γην και βουνά και ποταμούς και δένδρα και ολόκληρον τον ουρανόν και εκείνα, τα οποία ευρίσκονται εις αυτόν και τριγυρίζουν, κατ' αρχάς μεν ευχαριστούμεθα, και προς τούτοις, επειδή δεν ηξεύρομεν τίποτε με ακρίβειαν δι' αυτά τα πράγματα, ούτε εξετάζομεν, ούτε κρίνομεν αν είναι καλά τα ζωγραφημένα, μας φθάνει δε μία όχι πολύ καθαρά και απατηλή σκιαγραφία αυτών των πραγμάτων· όταν δε κανείς ήθελεν αναλάβη να παραστήση τα ιδικά μας σώματα, τότε, επειδή είμεθα συνειθισμένοι να τα παρατηρώμεν, καταλαμβάνομεν τι ελλείπει και γινόμεθα αυστηροί κριταί εκείνου, ο οποίος δεν παρέστησε κατά πάντα όλας τας ομοιότητας. Το ίδιον λοιπόν πράγμα ημπορούμεν να ίδωμεν ότι γίνεται και εις τας ομιλίας, ότι δηλαδή τα μεν ουράνια και θεία πράγματα μένομεν ευχαριστημένοι και όταν τα λέγη κανείς με μικράν ομοιότητα, τα δε θνητά και ανθρώπινα πράγματα τα εξετάζομεν με ακρίβειαν. Τώρα λοιπόν, επειδή θα ομιλήσω εκ του προχείρου εάν δεν ημπορέσω να παραστήσω τα πράγματα καθ' όλα όπως πρέπει, είναι ανάγκη να με συγχωρήσετε· διότι πρέπει να συλλογίζεσθε, ότι δεν είναι εύκολον, αλλά δύσκολον να παριστάνη κανείς τα θνητά πράγματα καθώς πρέπει. Αυτά λοιπόν, επειδή επιθυμώ να σας υπενθυμίσω και να ζητήσω δι' εκείνα, τα οποία πρόκειται να είπω, όχι το μικρότερον αλλά το μεγαλύτερον μέρος της συγχωρήσεώς σας, είπον όλα αυτά, Σωκράτη. Αν λοιπόν, νομίζετε, ότι δικαίως ζητώ αυτό το χάρισμα, δότε μου αυτό μ' ευχαρίστησιν.
Σωκράτης Και διατί να μη σου το δώσωμεν, Κριτία; Ας δοθή δε προς τούτοις αυτό το ίδιον χάρισμα και εις τον Ερμοκράτην από ημάς, ο οποίος να ομιλήση τρίτος. Διότι είναι φανερόν, ότι ολίγον υστερώτερα, όταν έλθη η σειρά του να ομιλήση, θα μας παρακαλέση και εκείνος ως σεις· διά να προμηθευθή λοιπόν άλλην βάσιν της ομιλίας του, και να μη υποχρεωθή να ομιλήση με την ιδίαν βάσιν την ιδικήν σου, ας ομιλήση τότε τοιουτοτρόπως, ωσάν να έχη την συγχώρησίν μας από τώρα. Σου προλέγω όμως, φίλε Κριτία, τας διαθέσεις του ακροατηρίου του θεάτρου, εις το οποίον θα ομιλήσης, ότι δηλαδή ο ποιητής ο οποίος πρωτύτερα ωμίλησε εις αυτό, επέτυχε θαυμάσια, ώστε θα σου χρειασθή κάποια παρά πολλή συγχώρησις, εάν πρόκηται να κατορθώσης να συναγωνισθής εις αυτά με αυτόν.
Ερμοκράτης Παραγγέλλεις βέβαια, Σωκράτη, και εις εμέ τα ίδια, τα οποία και εις τούτον εδώ. Αλλά, Κριτία, ακόμη έως τώρα άνθρωποι, οι οποίοι λιποψυχούν, δεν έστησαν τρόπαιον νίκης· πρέπει λοιπόν να προχωρήσης εις την ομιλίαν με ανδρείαν, και αφ' ού επικαλεσθής τον Απόλλωνα και τας Μούσας, να παραστήσης τους παλαιούς συμπολίτας μας ότι υπήρξαν αγαθοί και να τους εξυμνήσης.
Κριτίας Φίλε Ερμοκράτη, επειδή είναι η σειρά σου να ομιλήσης αύριον και έχεις άλλον πρωτύτερα από σε, διά τούτο έχεις ακόμη θάρρος. Τι λογής λοιπόν είναι τούτο μόνος σου γρήγορα θα το καταλάβης· επειδή όμως μας παρηγορείς και μας δίδεις θάρρος, ας σε υπακούσωμεν, και κοντά εις τους θεούς τους οποίους ανέφερες, ας προσκαλέσωμεν και τους άλλους και ιδιαιτέρως μάλιστα την Μνημοσύνην. Διότι, το μεγαλύτερον μέρος της ομιλίας μου, όλον από αυτήν την θεάν εξαρτάται· διότι εάν ενθυμηθώ αρκετά και αναφέρω εκείνα, τα οποία ένα καιρόν διηγούντο οι ιερείς (της Αιγύπτου) και τα οποία έφερεν εδώ ο Σόλων, επάνω κάτω ηξεύρω ότι εις τούτο εδώ το ακροατήριον θα φανώ ότι έκαμα καλά το χρέος μου. Έτσι ακριβώς πρέπει λοιπόν τώρα να κάμω και διόλου πλέον να μη αναβάλω.
Πρώτον λοιπόν από όλα ας αναμνησθώμεν, ότι εννέα το όλον χιλιάδες έτη έχουν περάση, αφ' ότου εκηρύχθη πόλεμος μεταξύ εκείνων οι οποίοι κατοικούν έξω από τας στήλας του Ηρακλέους και εκείνων όπου κατοικούν μέσα· το οποίον πρέπει τώρα να σας εκθέσω απ' αρχής μέχρι τέλους. Του μεν ενός λοιπόν μέρους έλεγον ότι έλαβε την αρχηγίαν αυτή η πόλις (δηλαδή αι Αθήναι) και διεξήγαγεν όλον τον πόλεμον μέχρι τέλους, του δε άλλου μέρους οι βασιλείς της νήσου Ατλαντίδος, η οποία νήσος είπομεν (εις τον διάλογον «Τίμαιον») ότι τα παλαιά χρόνια ήτο νήσος μεγαλυτέρα από την Λιβύαν (δηλαδή την Αφρικήν) και την Ασίαν, τώρα δε, επειδή εβυθίσθη από σεισμούς, άφησεν εκεί μίαν λάσπην και εμποδίζει πλέον να περνούν εκείνοι, οι οποίοι θέλουν να ταξειδεύσουν από την εδώθεν θάλασσαν εις την εκείθεν. Τα μεν λοιπόν πολλά βάρβαρα έθνη, και όσα γένη Ελλήνων υπήρχον τότε, καθένα χωριστά, η σειρά της ομιλίας ωσάν να σηκώνη όποιον εύρη εμπρός της εδώ και εκεί, θα τα κάμη γνωστά. Το γένος όμως των τότε Αθηναίων και των εχθρών των, με τους οποίους επολέμησαν, είναι ανάγκη κατ' αρχάς ως πρώτα να τ' αναφέρωμεν και την στρατιωτικήν δύναμιν του ενός και του άλλου μέρους και το είδος της κυβερνήσεώς των. Απ' αυτά δε τα δύο γένη πρέπει να προτιμήσω να ειπώ διά το ιδικόν μας.
Και λοιπόν οι θεοί τα παλαιά χρόνια έβαλαν εις κλήρον τους διαφόρους τόπους και εμοιράσθησαν μεταξύ των όλην την γην, χωρίς να φιλονεικήσουν· διότι δεν θα ήτο σωστόν πράγμα οι θεοί να μην ηξεύρουν τι αρμόζει εις τον καθένα τους, ούτε ενώ ηξεύρουν ότι έν πράγμα αρμόζει καλύτερα εις άλλους, άλλοι από αυτούς με καυγάδες να προσπαθούν να το κάμουν ιδικόν των· αφ' ού λοιπόν έρριψαν δικαίως κλήρους και έλαβε καθείς ό,τι του ήρεσκε, εκατοίκησαν τους τόπους, και αφ' ού εκατοίκησαν, όπως οι ποιμένες κάμνουν διά τα ποίμνια, έτσι μας έτρεφαν ωσάν ιδικά των κτήματα και θρέμματα, όχι όμως μεταχειριζόμενοι σωματικήν βίαν, καθώς κάμνουν οι ποιμένες εις τα κτήνη, τα οποία βόσκουν με το ξύλον, αλλ' επειδή είναι παρά πολύ ευκολοκυβέρνητον ζώον ο άνθρωπος, διευθύνοντες ωσάν πλοίον από την πρύμνην με το τιμόνι, διά της πειθούς επιδρώντες εις την ψυχήν του σύμφωνα με τον σκοπόν των, με αυτόν τον τρόπον διευθύνοντες εκυβερνούσαν όλους τους θνητούς. Άλλοι λοιπόν από τους θεούς, οι οποίοι επήραν με κλήρον άλλους τόπους, έβαλαν εκείνα τα μέρη εις τάξιν· ο Ήφαιστος δε και η Αθηνά, επειδή είχαν την ιδίαν φυσικήν καταγωγήν, διότι ήσαν συγχρόνως και αδέλφια από τον ίδιον πατέρα και είχαν την ιδίαν κλίσιν και εις την μάθησιν και εις τας τέχνας, διά τούτο και εις τους δύο έτυχε να πέση ως κλήρος αυτός εδώ ο τόπος, διότι εκ φύσεως τους ήρμοζε και ήτο κατάλληλος διά την αρετήν και την φρόνησίν των· αφ' ού δ' έκαμαν τους εντοπίους αγαθούς ανθρώπους, έβαλαν εις τον νουν των την αγάπην της πολιτικής τάξεως· τούτων δε των εντοπίων τα μεν ονόματα έχουν διατηρηθή, τα έργα όμως ένεκα των καταστροφών των διαδόχων των και ένεκα της πολυκαιρίας εχάθησαν. Διότι το γένος το οποίον απέμενε κάθε φοράν, καθώς είπομεν και πρωτύτερα {2}, απέμενεν εις τα βουνά και αγράμματον, και είχεν ακούση μόνον τα ονόματα των κυριαρχών του τόπου, και εκτός τούτου ολίγα μόνον από τα έργα των. Τα μεν ονόματα τούτων λοιπόν ηυχαριστούντο να τα δίδουν εις τα τέκνα των, δεν ήξευραν όμως τας αρετάς και τους νόμους των προγενεστέρων των, εκτός μόνον από μερικά πράγματα σκοτεινά τα οποία εξ ακοής ήξευραν διά καθένα από αυτούς· επειδή δε εις διάστημα πολλών γενεών και αυτοί και τα παιδιά των ευρίσκοντο εις έλλειψιν των χρειωδών, είχαν δε τον νουν των εις εκείνα όπου τους έλειπαν και δι' αυτά μόνον έκαμναν ομιλίας, διά τούτο δεν τους έμελε δι' εκείνα, τα οποία συνέβησαν εις τα προηγούμενα και εις τα παλαιά χρόνια. Διότι η διήγησις και η έρευνα των παλαιών συμβάντων εμβήκαν μέσα εις τας πόλεις μαζί με τον καιρόν, όταν ήθελον ίδη ότι μερικοί άνθρωποι είχαν εξησφαλισμένα πλέον τα χρειώδη της ζωής, πρωτύτερα δε όχι. Με αυτόν λοιπόν τον τρόπον έχουν διατηρηθή τα ονόματα των παλαιών, όχι όμως και τα έργα των. Λέγω δε αυτά συμπεραίνων εκ τούτου, ότι με τα ονόματα του Κέκροπος και του Ερεχθέως και του Εριχθονίου και του Ερυσίχθονος και με τα περισσότερα από τ' άλλα όσα αναφέρονται ως παλαιότερα του Θησέως ονόματα, ωνόμαζαν εκείνους, με αυτά, ως επί το πλείστον οι Ιερείς της Αιγύπτου, καθώς είπεν ο Σόλων, όταν του διηγήθησαν αυτόν τον πόλεμον. Κατά τον αυτόν δε τρόπον και διά τα ονόματα των γυναικών. Και ακριβώς διά τούτο έχει ούτω και το εξωτερικόν και το άγαλμα της θεάς (Αθηνάς), επειδή τα πολεμικά έργα ήσαν κοινά και εις τας γυναίκας και εις τους άνδρας, διά τούτο σύμφωνα με εκείνην την συνήθειαν η θεά ωπλισμένη ήτο εις τους τότε αφιέρωμα, ως απόδειξις ότι όσα ζώα ζουν μαζί θηλυκά και αρσενικά, καθένα απ' αυτά αδιακρίτως έγεινεν από την φύσιν ικανόν να εξασκή το προτέρημα, το οποίον έχει το κάθε γένος χωριστά.
Εκατοικούσαν δε τότε εις τούτον τον τόπον αι μεν άλλαι τάξεις των πολιτών ενασχολούμεναι εις τας τέχνας και εις το να προμηθεύωνται την τροφήν των από την γεωργίαν, η δε τάξις των πολεμιστών απετελείτο από θείους άνδρας και απ' αρχής, αφ' ού εχωρίσθη από τας άλλας, εκατοικούσε χωριστά, έχουσα όλα τα χρειαζόμενα διά την τροφήν της και την εκπαίδευσιν. Κανείς απ' αυτήν την τάξιν δεν είχε καμμίαν ιδιαιτέραν ιδιοκτησίαν, εθεώρουν δε όλα τα πράγματα ότι ανήκον κοινώς εις όλους, και δεν εθεώρουν σωστόν να δέχωνται από άλλους πολίτας τίποτε περισσότερον από αρκετήν τροφήν, και εξετέλουν όλα τα έργα, τα οποία είπομεν χθες, όσα δηλαδή είπομεν διά τους διωρισμένους φύλακας. Και λοιπόν έλεγαν και εκείνο, το οποίον διά τον τόπον μας είναι πιστευτόν και αληθινόν, ότι τότε είχε τα σύνορά της χωρισμένα προς τα μέρος του Ισθμού και της άλλης στερεάς έως εις τα βουνά Κιθαιρώνα και Πάρνηθα, ότι κατέβαινον δε τα σύνορα, έχοντα εις τα δεξιά την Ωρωπίαν, και εις τ' αριστερά την θάλασσαν, έως εις τον Ασωπόν ποταμόν· κατά δε την γονιμότητα αυτός ο τόπος εξεπερνούσε κάθε γην, διά τούτο και ήτο τότε ικανός ο τόπος να τρέφη πολύ στράτευμα αποτελούμενον από τους γείτονας. Μεγάλη δε απόδειξις της γονιμότητός του είναι η εξής· ότι το μέρος, το οποίον απέμεινεν από αυτήν τώρα, ημπορεί να παραβληθή με οποιονδήποτε άλλον τόπον και κατά την γονιμότητα κάθε είδους και κατά την ευκαρπίαν και κατά τας καλάς βοσκάς δι' όλα τα ζώα· τότε δε εκτός των ωραίων έφερε και πλήθος από αυτά. Πώς λοιπόν αποδεικνύεται τούτο, και κατά τι ημπορεί σωστά να ονομασθή ο τόπος μας απομεινάριον της τότε γης; Όλος ο τόπος μας από την επίλοιπον στερεάν εκτεινόμενος εις την θάλασσαν είναι ωσάν ακρωτήριον· το δε πέριξ αυτής δοχείον της θαλάσσης συμβαίνει να είναι όλον πολύ βαθύ. Επειδή δε έγειναν πολλοί και μεγάλοι κατακλυσμοί εις το διάστημα των εννέα χιλιάδων ετών, διότι τόσα έτη επέρασαν από εκείνον τον καιρόν έως τώρα, το χώμα, το οποίον μέσα εις τούτους τους χρόνους και εις αυτά τα συμβάντα δεν εσωρεύετο εις το έδαφος, όπως εις άλλους τόπους, εις αρκετόν ποσόν, κάθε φοράν εσύρετο ολόγυρα εις τα παράλια και εχάνετο εις το βάθος της θαλάσσης. Έχουν απομείνη λοιπόν, καθώς εις τας μικράς νήσους τα τωρινά σχετικώς προς τα τότε, όπως τα κόκκαλα σώματος όπου αρρώστησεν, επειδή το σώμα γύρω γύρω έφυγεν όσον ήτο παχύ και μαλακόν και έμεινε μόνον το λεπτόν σώμα του τόπου· τότε όμως επειδή ήτο απείρακτος και διά βουνά είχεν υψηλούς γηλόφους, και τας πεδιάδας, αι οποίαι ωνομάσθησαν τώρα φελλέαι (δηλαδή πεδιάδες άκαρποι και πετρώδεις), τας είχε τότε γεμάτας από παχύ χώμα, και εις τα βουνά είχε πολλά δάση, των οποίων ακόμη και τώρα φαίνονται σημεία. Διότι από τα όρη μερικά τώρα μεν έχουν τροφήν μόνον διά μελίσσας, δεν είναι δε πολύς καιρός, που εκόπησαν από εκεί ξύλα διά τας μεγαλυτέρας οικοδομάς, των οποίων ακόμη τώρα σώζονται στέγαι αβλαβείς. Υπήρχον δε πολλά άλλα δένδρα ήμερα, και παρήγεν άφθονον βοσκήν εις τα ποίμνια· και προς τούτοις το νερόν, το οποίον έπιπτε κάθε χρόνον εκ του Διός, το αποταμίευε και δεν το έχανε, καθώς τώρα που τρέχει από γυμνήν γην εις την θάλασσαν, αλλ' είχε πολύ χώμα και το εδέχετο υποκάτω, και αποθήκευε διά του πηλού, ο οποίος την εσκέπαζε, το νερόν, το οποίον κατέπινεν, αφήνουσα να τρέχη από υψηλά εις τα κοιλώματα, και παρουσίαζεν εις όλους τους τόπους άφθονα τρεχούμενα νερά εις βρύσεις και ποταμούς, των οποίων ιερά σημεία έχουν απομείνη ακόμη και τώρα εκεί που πρότερον ήσαν βρύσεις, διά ν' αποδεικνύουν ότι όσα λέγονται τώρα δι' αυτήν είναι αληθινά.
Τα επίλοιπα λοιπόν μέρη της χώρας ήσαν εκ φύσεως τοιαύτα (όπως τα επεριγράψαμεν), και ήσαν καλλιεργημένα, καθώς ήτο επόμενον, από αληθινούς μεν γεωργούς και καταγινομένους εις το καθεαυτό έργον των, φιλοκάλους δε και με καλά φυσικά προτερήματα, οι οποίοι είχον εις την κατοχήν των γην καλλίστην και παρά πολύ άφθονον νερόν και εποχάς του έτους παρά πολύ ευκράτους, η δε πόλις εις τον τότε καιρόν είχε τους κατοίκους τακτοποιημένους κατά τον εξής τρόπον. Κατά πρώτον μεν το μέρος της ακροπόλεως δεν ήτο τότε όπως είναι τώρα. Διότι τώρα μεν επήλθε μία νυξ υπερβολικά βροχερή και, αφ' ού ανέλυσεν ολόγυρα το έδαφος, την έχει κάμη γυμνήν από χώμα, εν μέσω συγχρόνων σεισμών, με μίαν τεραστίαν βροχήν, η οποία ήτο η τρίτη πρωτύτερα από τον κατακλυσμόν του Δευκαλίωνος· προηγουμένως όμως, εις άλλην εποχήν, η ακρόπολις ήτο τόσον μεγάλη, ώστε εξετείνετο έως εις τον Ηριδανόν {3} και τον Ιλισσόν και περιέκλειε μέσα την Πνύκα και είχεν ως όριον τον Λυκαβητόν από το αντικρύ μέρος της Πνυκός, ήτο δε όλη γεμάτη από χώμα, και εκτός από ολίγα μέρη ήτο επάνωθεν πεδιάς. Ήτο δε κατοικημένη κατά τα έξω μέρη, υποκάτω από τα ίδια τα πλάγιά της, από τους τεχνίτας και τους γεωργούς, όσοι εκαλλιέργουν τα πλησίον της μέρη· εις το επάνω δε μέρος μόνη η τάξις των πολεμιστών είχε κατοικήση ολόγυρα εις τον ναόν της Αθηνάς και του Ηφαίστου, περιτριγυρισμένη μ' ένα περιτείχισμα ωσάν το περιτείχισμα του κήπου μιας οικίας. Εις τα βόρεια δε εκατοικούσαν οικίας κοινάς και μέρη, εις τα οποία έτρωγαν τον χειμώνα όλοι μαζί και όσα εχρειάζοντο διά να ζουν όλοι μαζί τα έκαμναν να υπάρχουν, και διά κατοικίαν αυτών και διά ιερούς ναούς, χωρίς όμως χρυσόν και άργυρον, διότι αυτά τα πράγματα διόλου δεν τα μετεχειρίζοντο πουθενά, αλλά προσπαθούντες να ευρίσκωνται εις το μέσον μεταξύ αφθονίας και πτωχείας έκτιζαν ευπρεπείς κατοικίας, εις τας οποίας και αυτοί οι ίδιοι και τα παιδιά των παιδιών των έμεναν μέχρι γήρατος, τας άφηναν δε κληρονομίαν πάντοτε απαραλλάκτους εις άλλους ομοίους των, τα δε νότια μέρη (της ακροπόλεως) μετεχειρίζοντο διά κήπους και γυμναστήρια, εσύσταινον δε και συσσίτια, τα οποία κατά τον καιρόν του καλοκαιριού παρήτουν. Μία δε βρύσις υπήρχεν εις τον τόπον που είναι η ακρόπολις, η οποία, αφ' ού εστείρευσεν από τους σεισμούς, έχει αφήση να τρέχουν τώρα ολόγυρα μικρά ρυάκια, εις όλους δε τους τότε επρομήθευεν άφθονον τρεχούμενον νερόν το οποίον ήτο εξίσου υγιεινόν και τον χειμώνα και το καλοκαίρι. Με τούτον λοιπόν τον τρόπον εκατοικούσαν αυτοί οι φύλακες μεν των συμπολιτών των. με την ευχαρίστησιν δε των άλλων Ελλήνων αρχηγοί των, διεφύλαττον δε όσον περισσότερον ημπορούσαν τον ίδιον αριθμόν του πληθυσμού των ανδρών και των γυναικών καθ' όλον τον καιρόν, όσος ήτο αρκετός διά τον πόλεμον, ήτοι (ο πληθυσμός) ήτο και τότε ακόμη σωσταί είκοσι χιλιάδες περίπου.
Αυτοί λοιπόν τοιούτοι ήσαν οι ίδιοι και μ' ένα τοιούτον πάντοτε τρόπον και τον τόπον των και την Ελλάδα με δικαιοσύνην πάντοτε εδιοικούσαν, και διά τούτο και εις όλην την Ευρώπην και την Ασίαν και διά την ωραιότητα των σωμάτων των και διά τα κάθε λογής προτερήματα των ψυχών των εθαυμάζοντο και εφημίζοντο από όλους τους τότε ανθρώπους· τα δε πράγματα εκείνων όπου επολέμησαν εναντίον των, οποία πάλιν ήσαν και πως από την αρχήν, εάν δεν χάσωμεν την ενθύμησιν εκείνων τα οποία ηκούσαμεν, όταν ήμεθα ακόμη παιδιά, θα σας τα εκθέσωμεν τώρα εις το μέσον, διά να τα μάθετε και σεις οι φίλοι. Συντόμως δε, πριν αρχίσω την ομιλίαν, είναι ανάγκη να σας φανερώσω, ότι δεν πρέπει να σας φαίνεται παράξενον, όταν μ' ακούετε πολλές φορές να ονομάζω βαρβάρους μ' ελληνικά ονόματα, διότι θα μάθετε την αιτίαν τούτου· ο Σόλων, επειδή εσκέπτετο εις τα ποιήματά του να μεταχειρισθή αυτήν την διήγησιν, αφ' ού ηρώτησε και έμαθε την σημασίαν των ονομάτων και εύρεν ότι οι Αιγύπτιοι, οι οποίοι πρώτοι εκείνοι έγραψαν αυτήν την ιστορίαν, τα είχον μεταφράση εις την γλώσσαν των, και αυτός πάλιν, αφ' ού ελάμβανε το νόημα του κάθε ονόματος, το μετέφραζεν εις την γλώσσαν μας και το έγραφε· και αυτά λοιπόν τα χειρόγραφα του Σόλωνος τα είχεν ο πάππος μου και τώρα ακόμη τα έχω εγώ και τα εμελέτησα πολύ όταν ήμην παιδίον. Αν λοιπόν ακούετε τοιαύτα ονόματα, οποία μεταχειριζόμεθα εις τον τόπον μας, μη σας φανή παράξενον· διότι έχετε πλέον την αιτίαν αυτών· η αρχή δε της μακράς ταύτης διηγήσεως ήτο τότε επάνω κάτω τοιαύτη.
Καθώς είπομεν εις τα προηγούμενα διά την κλήρωσιν, την οποίαν έκαμαν οι θεοί, ότι εμοίρασαν όλην την γην με κλήρους και έλαβαν άλλοι μεν μεγαλύτερα κομμάτια και άλλοι μικρότερα και εσύστησαν εκεί ναούς και θυσίας εις τους εαυτούς των, έτσι λοιπόν και ο Ποσειδών, αφού του έλαχεν η Ατλαντίς, εκατοίκισεν εκεί τα παιδιά του, τα οποία εγέννησεν από θνητήν γυναίκα εις ένα τόπον της νήσου ως θα είπωμεν. Πλησίον εις την θάλασσαν, εις το μέσον δε όλης της νήσου, ήτο μία πεδιάς, η οποία λέγουν ότι υπήρξεν η ωραιοτέρα και η πλέον εύφορος από όλας τας πεδιάδας. Πλησίον δε εις την πεδιάδα, εις το μέσον πάλιν της νήσου, μακράν έως πεντήκοντα στάδια, υπήρχε βουνόν πολύ ολίγον υψηλόν· εις τούτο δε εκατοικούσεν ένας από τους ανθρώπους, οι οποίοι κατ' αρχάς εγεννήθησαν από την γην, ονομαζόμενος Ευήνωρ και κατοικών μαζί με την γυναίκα του Λουκίππην· εγέννησαν δε μονογενή θυγατέρα, την Κλειτώ. Όταν δε ήλθεν εις ηλικίαν υπανδρείας η κόρη, απέθανε και η μήτηρ και ο πατήρ της, και ο Ποσειδών, επειδή την ηγάπησε, την επήρε διά γυναίκα, και το βουνόν, εις το οποίον ήτο η κατοικία της, το ωχύρωσεν, αφ' ού το απέκοψεν ολόγυρα (δηλαδή το έκαμεν από όλα τα μέρη απόκρημνον) και έκαμε διαδοχικώς οχυρώματα, ζώνας ξηράς και θαλάσσης, ολόγυρα την μίαν εις την άλλην, άλλας μικροτέρας και άλλας μεγαλυτέρας, δύο ζώνας ξηράς και τρεις θαλάσσης, ωσάν με τόρνον να τας εστρογγύλευσεν, από το μέσον της νήσου ν' απέχουν εξίσου απ' όλα τα μέρη, ώστε το μέρος τούτο να είναι απάτητον, διότι ακόμη έως τότε δεν υπήρχον ούτε πλοία ούτε ταξείδια. Ο ίδιος δε, σαν θεός που ήτον, εστόλισε την εις το μέσον αυτών νήσον με όλα τα χρειαζόμενα, διότι έφερεν επάνω κάτω από την γην νερά βρυσικά, ένα ζεστόν και ένα άλλο κρύον, το οποίον έτρεχεν από μίαν βρύσιν, και έκαμε την γην να παράγη κάθε λογής τρόφιμα και αρκετά· αφ' ού δε εγέννησε πέντε ζευγάρια δίδυμα παιδιά, τα ανέθρεψε, και όλην την Ατλαντίδα νήσον, αφ' ού την εχώρισεν εις δέκα μερίδια, εις εκείνον που εγεννήθη πρώτος από τα μεγαλύτερα παιδιά του, του έδωκεν ως μερίδιόν του την κατοικίαν της μητρός του με όλην την ολόγυρα εξοχήν, η οποία ήτο παρά πολύ εκτεταμένη και εκλεκτή, τον έκαμε δε και βασιλέα των άλλων (αδελφών του), τους δε άλλους έκαμεν άρχοντας και έδωκεν εις καθέναν από αυτούς να κυβερνά πολλούς ανθρώπους και να έχη πολλήν έκτασιν γης. Έδωκεν εις όλους ονόματα, και εις μεν τον μεγαλύτερον και βασιλέα το εξής, από το οποίον ίσα ίσα και όλη η νήσος και το πέλαγος έλαβε την ονομασίαν και ωνομάσθη Ατλαντικόν, διότι ο τότε πρώτος βασιλεύσας ωνομάζετο Άτλας· εις δε τον δίδυμον αδελφόν τούτου, ο οποίος εγεννήθη κατόπιν, έτυχε κλήρος να λάβη το άκρον της νήσου πλησίον εις τας στήλας του Ηρακλέους επάνω εις το μέρος της χώρας, το οποίον τώρα ονομάζεται Γαδειρική, το μέρος το οποίον Ελληνικά μεν ονομάζεται Εύμηλον, εις δε την γλώσσαν των εντοπίων Γάδειρον, από το οποίον όλος ο τόπος έλαβε τ' όνομα. Από δε τα παιδιά, τα οποία εγεννήθησαν δεύτερα, το μεν έν ωνόμασεν Αμφήρη, το δε άλλο Ευαίμονα· από δε τα τρίτα γεννηθέντα, εκείνον μεν, ο οποίος εγεννήθη πρώτος, τον ωνόμασε Μνησέα, εκείνον δε, ο οποίος εγεννήθη έπειτα από τούτον Αυτόχθονα, από δε τα γεννηθέντα τέταρτα, τον μεν πρώτον ωνόμασεν Ελάσιππον, τον δε έτερον Μήστορα, εις δε τα γεννηθέντα πέμπτα, εις μεν τον πρώτον εδόθη το όνομα Αζάης, εις δε τον ύστερον Διαπρεπής. Αυτοί λοιπόν όλοι και οι απόγονοι των εκατοικούσαν εκεί εις διάστημα πολλών γενεών και εξουσίαζαν μεν πολλάς άλλας εις το πέλαγος νήσους, προς τούτοις δε, καθώς είπομεν και προηγουμένως, εξέτειναν την εξουσίαν των και εις τα εντός μέρη προς τα εδώ έως εις την Αίγυπτον και την Τυρρηνικήν. Ο Άτλας λοιπόν έκαμε μεν και άλλους πολλούς και τιμωμένους απογόνους, διετήρουν δε ούτοι την βασιλείαν εις διάστημα πολλών γενεών, διότι εγίνετο πάντοτε βασιλεύς ο πρώτος και παρέδιδε την βασιλείαν εις το πρώτον από τα παιδιά του, είχον δε τόσον πολύν πλούτον, όσον ούτε καμμία από μερικάς προτητερινάς δυναστείας βασιλέων είχεν, ούτε ύστερον καμμίαν φοράν είναι δυνατόν να υπάρξη καμμία να έχη. Είχον δε όλα εν τάξει όσα και μέσα εις την πόλιν και έξω εις την λοιπήν χώραν δύσκολον ήτο να προμηθευθή κανείς. Διότι πολλά μεν πράγματα ένεκα της εξουσίας των τους τα έφερναν έξωθεν, παρά πολλά δε άλλα επρομήθευεν η ιδία η νήσος διά τα χρειαζόμενα της ζωής· κατά πρώτον μεν τα μέταλλα, όσα ξεχώνονται στερεά και όσα λυώνονται, και εκείνο, του οποίου τώρα μόνον το όνομα έχομεν, τότε δε περισσότερον από τ' όνομα, υπήρχε το πράγμα, ο ορείχαλκος, ο οποίος εις πολλούς τόπους της νήσου εξεχώνετο από την γην, ήτο δε το πολυτιμότερον από τα τότε μέταλλα εκτός του χρυσού· και όσα προμηθεύουν τα δένδρα διά τας εργασίας των τεχνητών, όλα τα παρήγεν άφθονα, και αρκετά ήμερα και άγρια ζώα έτρεφε. Μάλιστα δε υπήρχε μέσα εις αυτήν και μεγάλη ποσότης ελεφάντων. Υπήρχε βοσκή και διά τα άλλα ζώα, όσα βόσκουν εις τα έλη και εις τας λίμνας και ποταμούς, και όσα πάλιν βόσκουν εις τα όρη και εις τας πεδιάδας, δι' όλα υπήρχεν άφθονος τροφή, επίσης δε και διά τούτο το ζώον (τον ελέφαντα), το οποίον φυσικά είναι μεγάλον και τρώγει πολύ. Εκτός δε τούτων, όσα εις όλα τα μέρη φέρει η γη μυρωδικά, ρίζας ή χόρτα ή φυτά ή ουσίας στραγγισμένας από άνθη ή καρπούς και αυτά τα παρήγε και καλώς τα διετήρει· ακόμη δε και τους μαλακούς καρπούς και τους ξηρούς, τους οποίους έχομεν διά την τροφήν μας και όσους μεταχειριζόμεθα διά προσφάγια (ονομάζομεν δε τα άνθη των όσπρια) και τον καρπόν των δένδρων, από τον οποίον έχομεν ποτά και φαγητά και έλαια, και εκείνος, ο οποίος ένεκα παιγνιδιού και ευχαριστήσεως κατήντησε δυσκολοφύλακτος, (ίσως τα καρύδια), ο καρπός δηλ. με το σκληρόν δέρμα και όσα ευχάριστα δίδομεν εις άρρωστον μετά το φαγητόν διά να παρηγορήσωμεν τον κουρασμένον στόμαχον, όλα αυτά η νήσος, η οποία τότε τον καιρόν εκείνον ήτο υποκάτω από τον ήλιον ιερά, τα παρήγεν όλα ωραία και αξιοθαύμαστα και αναρίθμητα κατά το πλήθος. Όλα αυτά λοιπόν λαμβάνοντες από την γην οι κάτοικοι κατεσκεύαζαν και τους ναούς και τα βασιλικά παλάτια και τους λιμένας και τους ναυστάθμους και όλην την άλλην χώραν έβαλαν εις τάξιν κατά τον ακόλουθον τρόπον.
Τα γεμάτα από θάλασσαν χανδάκια, τα οποία ήσαν ολόγυρα εις την αρχαίαν μητρόπολιν, κατά πρώτον μεν τα εγεφύρωσαν και έκαμαν δρόμον να πηγαίνη κανείς έξω και μέσα έως εις τα βασιλικά παλάτια. Τα δε βασιλικά παλάτια από την αρχήν αμέσως τα έκτισαν εις τους ιδίους τόπους, όπου εκατοίκησεν ο θεός και οι πρόγονοί των· τα εκατοικούσε δε ο ένας βασιλεύς διαδεχόμενος άλλον και, εν ώ ήσαν στολισμένα, τα εστόλιζε και αυτός και επροσπαθούσε να περάση όσον ηδύνατο πάντοτε τον προηγούμενον, εις τρόπον ώστε έκαμαν τα παλάτια να τα θαυμάζη κανείς, όταν τα έβλεπε, διά το μεγαλείον και την ωραιότητα των έργων, τα οποία είχον. Έσκαψαν τω όντι αυλάκι αρχίσαντες από την θάλασσαν τριών πλέθρων κατά το πλάτος, εκατόν δε ποδών κατά το βάθος και πεντήκοντα σταδίων κατά το μήκος έως εις το εξωτερικόν στρογγύλον αυλάκι, και έκαμαν ώστε να ταξειδεύουν τα πλοία από την θάλασσαν διά μέσου τούτου του χανδακίου εις το αυλάκι εκείνο όπως εις λιμένα, ανοίξαντες στόμα εις το αυλάκι αρκετόν, ώστε να περάσουν από εκεί μέσα και τα μεγαλύτερα πλοία και προς τούτοις και τας (στρογγύλας) ζώνας της ξηράς, αι οποίαι έφραζαν τας ζώνας της θαλάσσης· εις το μέρος όπου ήσαν αι γέφυραι ήνοιξαν πέρασμα από το έν μέρος εις το άλλο, όσον να χωρή τριήρης και το εσκέπασαν άνωθεν, ώστε το πλοίον να περνά κάτωθεν· διότι τα χείλη των ζωνών της ξηράς είχον ύψος αρκετόν επάνω εις την θάλασσαν. Ήτο δε ο μεν μεγαλύτερος από τους στρογγυλούς χάνδακας, με τον οποίον η θάλασσα είχε κατ' ευθείαν συγκοινωνίαν, τριών σταδίων κατά το πλάτος, η δε ακόλουθος ζώνη ξηράς ήτο ίση με εκείνον· από δε τας δύο ακολούθους ζώνας η μεν της θαλάσσης ήτο πλάτους δύο σταδίων, η δε της ξηράς ήτο πάλιν ίση με την προηγουμένην του νερού· ο χάνδαξ δε, ο οποίος περιέβρεχε την ιδίαν την νήσον, η οποία ήτο εις το μέσον, ήτο ενός σταδίου, η δε νήσος, εις την οποίαν ήσαν τα ανάκτορα, είχε διάμετρον πέντε σταδίων. Την νήσον αυτήν ολόγυρα και τας ζώνας (τας πέριξ αυτής) και την γέφυραν, η οποία είχε πλάτος ενός πλέθρου, και από το έν μέρος και από το άλλο την επεριτριγύρισαν με πέτρινον τείχος, και έστησαν πύργους και πύλας επάνω εις τας γεφύρας εις κάθε μέρος, όπου επερνούσεν η θάλασσα υποκάτωθεν. Έκοπταν δε τας πέτρας (με τας οποίας έκαμαν αυτά) από τα ολόγυρα της νήσου, η οποία ευρίσκετο εις το μέσον, και από τα τοιχώματα των ζωνών και από το έξω μέρος και από τα μέσα, άλλας μεν άσπρας, άλλας δε μαύρας, άλλας δε κοκκίνας· καθώς δε έκοπταν πέτρας, κατεσκεύαζαν συγχρόνως εις το εσωτερικόν (της νήσου) δύο βαθείας αποθήκας διά πλοία, αι οποίαι είχον τον ίδιον τον βράχον διά στέγην. Και από τας οικοδομάς αυτάς άλλαι μεν ήσαν απλαί, άλλας δε τας έπλεκαν πολυχρωμάτους ανακατώνοντες τους (διαφόρων χρωμάτων) λίθους χάριν ευχαριστήσεως, εκφράζοντες εκείνο, το οποίον ήτο φυσικά ευχάριστον εις αυτούς, και όλην την περιφέρειαν του τείχους, το οποίον ήτο ολόγυρα της από όλας πλέον έξω ζώνης, την ένδυσαν με χαλκόν μεταχειρισθέντες αυτόν ωσάν ένα εξωτερικόν χρωματισμόν, τον δε γύρον του εσωτερικού τείχους τον ένδυσαν με κασσίτερον, τον δε γύρον του τείχους της ακροπόλεως με ορείχαλκον, ο οποίος είχε λάμψιν της φωτιάς.
Τα δε εντός της ακροπόλεως ανάκτορα ήσαν κατεσκευασμένα με τον ακόλουθον τρόπον. Εντός εις το μέσον υψούτο ναός ιερός της Κλειτούς και του Ποσειδώνος, απάτητος (ως φοβερός), περιτριγυρισμένος με χρυσόν τοίχον, ο ίδιος εις τον οποίον εις τας αρχάς εφύτευσαν και εγέννησαν (ο Ποσειδών και η Κλειτώ) τα παιδία τα οποία υπήρξαν αρχηγοί των δέκα βασιλικών δυναστειών· εις τούτον τον τόπον και κάθε χρόνον από τας δέκα κληρωθείσας επαρχίας όλας ήρχοντο και προσέφερον αφιερώματα εις τους δύο αυτούς θεούς τα προφαντά από τους καρπούς της γης. Του ιδίου δε του Ποσειδώνος υπήρχε ναός, που είχεν ενός σταδίου μήκος, πλάτος δε τριών πλέθρων και ύψος τόσον, ώστε να φαίνεται εις την όρασιν ότι είχε συμμετρίαν, και ο οποίος είχε κάποιαν βαρβαρικήν μορφήν· όλον δε τον ναόν ολόγυρα τον ένδυσαν έξωθεν με άργυρον, εκτός των γωνιών, τας δε γωνίας ένδυσαν με χρυσόν· εσωτερικώς δε τον μεν θόλον όλον έκαμαν από ελεφαντοκόκκαλον στολισμένον με χρυσόν και ορείχαλκον, όλα δε τ' άλλα μέρη των τοίχων και των στηλών και του πατώματος τα περιένδυσαν με ορείχαλκον. Έστησαν δε μέσα αγάλματα· το του θεού (Ποσειδώνος) παρίστανεν αυτόν στεκόμενον επάνω εις πολεμικήν άμαξαν να οδηγή τα έξ πτερωτά άλογά της, και τόσον υψηλόν, ώστε η κεφαλή του να εγγίζη την οροφήν του ναού· ολόγυρά του δε Νηρηίδας επάνω εις εκατόν δελφίνας· διότι οι τότε άνθρωποι ενόμιζαν ότι αύται ήσαν τόσαι· υπήρχον δε και πολλά άλλα αγάλματα, τα οποία αφιέρωσαν οι ιδιώται. Ολόγυρα δε εις τον ναόν απ' έξω ήσαν στημέναι εικόνες χρυσαί όλων των γυναικών και όλων των ανδρών όσοι κατήγοντο από τους δέκα βασιλείς και πολλά άλλα αφιερώματα μεγάλα και των βασιλέων και ιδιωτών και από μέσα από την ιδίαν την πόλιν και από τα έξω μέρη, όσα εξουσίαζον. Υπήρχε δε και θυσιαστήριον ανάλογον κατά το μέγεθος και κατά την εργασίαν με αυτά τα καλλιτεχνήματα. και τα ανάκτορα επίσης τοιαύτα, ώστε ν' αρμόζουν και εις το μεγαλείον του κράτους και εις τα στολίσματα, τα οποία ήσαν ολόγυρα εις τους ναούς. Τας δε βρύσεις του ψυχρού και του ζεστού νερού, αι οποίαι είχαν ποσότητα άφθονον νερού, ένεκα δε της ευχαριστήσεως και της υγιεινότητος των νερών των ικανοποίουν θαυμασίως και κατά τα δύο ταύτα, μετεχειρίζοντο στήσαντες ολόγυρα εις αυτάς οικοδομάς και δενδροφυτείας καταλλήλους διά υγρά μέρη, και δεξαμενάς προς τούτοις, άλλας μεν έξω εις το ύπαιθρον, άλλας δε σκεπασμένας με στέγην διά τα ζεστά νερά κατά τον χειμώνα, χωριστά μεν διά τους βασιλείς, χωριστά δε διά τους ιδιώτας, προς τούτοις δε άλλας διά τας γυναίκας, και άλλας διά άλογα και διά τ' άλλα υποζύγια, και έδοσαν εις κάθε μίαν ιδιαιτέρως τον κατάλληλον στολισμόν. Το δε νερόν, το οποίον έτρεχεν από αυτάς, το επήγαιναν να ποτίζη το δάσος του ναού του Ποσειδώνος, το οποίον είχε κάθε λογής δένδρα θαυμάσια διά την ωραιότητα και το ύψος ένεκα της γονιμότητος της γης, άλλο δε μέρος αυτού με αυλάκια το έφεραν έως εις τους έξω γύρους κατά το μέρος των γεφυρών, όπου υπήρχον ναοί μεν πολλοί και πολλών θεών, κήποι δε και γυμναστήρια πολλά κατασκευασμένα, άλλα μεν ανδρών, άλλα δε αλόγων, χωριστά εις κάθε μίαν από τας δύο ζώνας της ξηράς, είχον δε προ πάντων εις το μέσον της μεγαλυτέρας από τας νήσους χωρισμένον έν ιπποδρόμιον, το οποίον είχε πλάτος ενός σταδίου, το δε μήκος του έπιανε όλον τον γύρον της νήσου, διά να συναγωνίζωνται τ' άλογα. Ολόγυρα δε εις αυτό, και από το έν μέρος του και από το άλλο, υπήρχον κατοικίαι διά το πλήθος των δορυφόρων στρατιωτών· τους δε πιστοτέρους στρατιώτας είχον διατεταγμένους να φυλάττωσιν εις την μικροτέραν ζώνην, η οποία ήτο και η περισσότερον πλησίον εις την ακρόπολιν εις εκείνους δε, οι οποίοι ήσαν οι εξοχώτεροι από όλους κατά την πίστιν, είχαν δοθή κατοικίαι, μέσα εις την ακρόπολιν, ολόγυρα εις τους βασιλείς. Αι δε αποθήκαι των πλοίων ήσαν γεμάται από τριήρεις και από τα όργανα, όσα χρειάζονται εις αυτάς και όλα αρκετά βαλμένα εις τάξιν. Και εκείνα μεν τα οποία απέβλεπον εις την κατοικίαν των βασιλέων, ήσαν τοιουτοτρόπως διατεταγμένα· αφ' ού δε ήθελε διαβή κανείς τους λιμένας, οι οποίοι ήσαν τρεις, και υπάγη έξω, έν κυκλικόν τείχος, το οποίον ήρχιζεν από την θάλασσαν και απείχε πενήντα στάδια εις όλα του τα μέρη από την μεγαλυτέραν ζώνην και από τον μεγαλύτερον λιμένα, συνέκλειεν εις το ίδιον σημείον με το στόμα της διώρυχος, το οποίον ήτο προς την θάλασσαν. Μέσα εις τούτο υπήρχε πλήθος πολλών και πυκνών οικιών, η δε διώρυξ και ο μεγαλύτερος λιμήν ήτο γεμάτος από πλοία και εμπόρους, οι οποίοι έφθαναν από όλα τα μέρη του κόσμου και οι οποίοι επροξένουν ένεκα του πλήθους των φωνάς και θόρυβον και κρότον και την ημέραν και την νύκτα.
Την μεν πόλιν λοιπόν και ό,τι σχετίζεται με το αρχαίον ανάκτορον έχομεν τώρα εκ μνήμης μάθη, όπως τότε τα διηγήθησαν· πρέπει δε να προσπαθήσωμεν ν' αναφέρωμεν και διά την επίλοιπον χώραν πώς ήσαν τα φυσικά της προτερήματα και ποίον ήτο το είδος του τεχνητού στολισμού της. Και κατά πρώτον λοιπόν όλος ο τόπος έλεγαν ότι ήτο και πολύ υψηλός και πολύ απόκρημνος από το μέρος της θαλάσσης, όλη δε η ολόγυρα εις την πόλιν πεδιάς, την μεν πόλιν περιεκύκλωνεν, αυτή δε ολόγυρα περιεκυκλώνετο από βουνά, τα οποία κατέβαιναν έως εις την θάλασσαν, (η πεδιάς δε ήτο) ολόιση και χωρίς ανωμαλίας, όλη δε μακρουλή, από το έν και από το άλλο μέρος έχουσα μήκος τριών χιλιάδων σταδίων και από την θάλασσαν έως το μέσον της επάνω από δύο χιλιάδων. Αυτός ο τόπος όλης της νήσου έβλεπε προς το νότιον μέρος και ήτο προφυλαγμένος από τον βόρειον άνεμον· τα δε βουνά, όπου ήσαν τότε ολόγυρά του, τα επαινούσαν ότι υπήρξαν από όλα όσα υπάρχουν τώρα ανώτερα κατά τον αριθμόν και κατά την μεγαλότητα και κατά την ωραιότητα, διότι είχον μεν πολλά και πλούσια κατοικημένα χωρία ανάμεσόν τους, ποταμούς δε και λίμνας και λειβάδια διά να ευρίσκουν αρκετήν τροφήν τα ζώα· δένδρα δε πολυάριθμα και κάθε λογής διά να προμηθεύουν ξύλα άφθονα εις όλας τας εργασίας των ανθρώπων και εις καθεμίαν ιδιαιτέρως. Έτσι λοιπόν ήτο η πεδιάς εκ φύσεως και χάρις εις τας εργασίας πολλών βασιλέων εις το διάστημα πολλού καιρού. Ήτο μεν το σχήμα της τετράγωνον και κατά το περισσότερον μέρος ορθόν και μακρουλόν, εις οποίον δε μέρος είχεν έλλειψιν το σχήμα της, το είχαν κάμη ίσον, διότι έσκαψαν ολόγυρα χάνδακα· το βάθος δε τούτου του χάνδακος και το πλάτος και το μήκος, το οποίον ήτο. . ..(είναι μεν δύσκολον να το πιστεύση κανείς, ότι έγεινε με τα χέρια, και ότι συγκρινόμενον με τ' άλλα όμοιά του έργα είναι τοιούτον, πρέπει όμως να είπωμεν τουλάχιστον εκείνο, το οποίον ηκούσαμεν)· είχον μεν σκάψη βάθος ενός πλέθρου, πλάτος δε εις όλα τα μέρη ενός σταδίου, σκαμμένον δε ολόγυρα εις όλην την πεδιάδα ετύχαινε να έχη μήκος δέκα χιλιάδας σταδίων. Εδέχετο όλα τα ρεύματα των νερών, τα οποία κατέβαινον από τα βουνά, περιεκύκλωνε την πεδιάδα, έφθανεν από το έν και από το άλλο μέρος την πόλιν και επροχώρει και τα έχυνεν εις την θάλασσαν. Από την ανωτέραν όχθην του χάνδακος ήρχιζαν αυλάκια εκατόν ποδών το πολύ πλάτους, κομμένα ίσα εις όλον το διάστημα της πεδιάδος, τα οποία επέστρεφαν και εχύνοντο εις τον χάνδακα τον πλησίον της θαλάσσης· ήσαν δε μακράν το έν από άλλο τα αυλάκια εκατόν στάδια· διά μέσου λοιπόν τούτων κατεβίβαζον την ξυλείαν από τα βουνά εις την πόλιν και μετεκόμιζον με πλοία τ' άλλα προϊόντα κάθε εποχής, αφ' ού έκοψαν άλλα αυλάκια πλάγια διά να συγκοινωνή το έν από τα πρώτα με το άλλο και με την πόλιν. Και εσώδευον λοιπόν καρπούς της γης δύο φορές τον χρόνον, τον μεν χειμώνα μεταχειριζόμενοι τα εκ μέρους του Διός νερά (δηλαδή της βροχής), το δε καλοκαίρι όσα παράγει η γη, φέροντες εις αυτήν τα νερά διά μέσου των αυλακιών.
Ο αριθμός δε των στρατιωτών, των χρησίμων διά πόλεμον από μέσα από την πεδιάδα ήτο προσδιωρισμένος ως εξής. Κάθε λαχνός (δηλαδή κάθε τμήμα της χώρας) ήτο διωρισμένος να εκλέγη ένα αριθμόν, κάθε δε τμήμα είχεν έκτασιν εκατόν σταδίων και όλα τα τμήματα ήσαν εξήντα χιλιάδες· οι άνθρωποι δε των βουνών και των άλλων μερών της χώρας έλεγαν ότι ήσαν άπειροι κατά το πλήθος· ήσαν δε μοιρασμένοι κατά τους τόπους και τα χωρία εις όμοια τμήματα όλοι και είχαν καθένα τον αρχηγόν του. Ο αρχηγός λοιπόν ήτο υποχρεωμένος εν καιρώ πολέμου να προμηθεύη το έκτον μέρος μιας πολεμικής αμάξης, ώστε να είναι δέκα χιλιάδες τοιαύται· δύο ίππους και δύο ιππείς, προς τούτοις δε έν ζευγάρι άλογα της αμάξης χωρίς την άμαξαν· ένα πεζόν πολεμιστήν με μικράν ασπίδα· ένα αμαξηλάτην, ο οποίος να ιππεύη τα δύο άλογα της αμάξης και να τα διοική· δύο δε πεζούς στρατιώτας βαρειά ωπλισμένους και δύο τοξότας και δύο σφενδονήτας, γυμνούς δε στρατιώτας και πετροβολιστάς και ακοντιστάς από τρεις, από τέσσαρας δε ναύτας εις καθέν από χίλια διακόσια πλοία. Έτσι λοιπόν ήσαν τακτοποιημένα τα πολεμικά πράγματα εις την βασιλικήν πόλιν· εις δε τας εννέα άλλας επαρχίας ήσαν κανονισμένα, αλλού μεν με τον ένα τρόπον αλλού δε με τον άλλον, τα οποία πολύς καιρός θα εχρειάζετο να τα εκθέσωμεν (εδώ).
Τα δε αποβλέποντα εις τους άρχοντας και εις τους έχοντας τιμήν μέσα εις την πολιτείαν ετακτοποιήθησαν από την αρχήν κατά τον ακόλουθον τρόπον. Καθείς από τους δέκα βασιλείς, εις την επαρχίαν η οποία απετέλει το μερίδιόν του και εις την πρωτεύουσάν του, είχε την εξουσίαν επάνω εις τους ανθρώπους και εις τους περισσοτέρους νόμους και ετιμώρει και εθανάτωνεν όποιον ήθελεν επιθυμήση· η δε γενική αναμεταξύ των εξουσία και αμοιβαία σχέσις εγίνετο κατά τας διατάξεις του Ποσειδώνος, καθώς έλεγεν ο νόμος, που κατά παράδοσιν υπήρχε, και που τον είχαν οι πρώτοι κάτοικοι χαραγμένον με γράμματα επάνω εις μίαν στήλην ορειχαλκίνην, η οποία ευρίσκετο εις το μέσον της νήσου μέσα εις τον ναόν του Ποσειδώνος. Ούτοι λοιπόν οι βασιλείς συνηθροίζοντο διαδοχικώς μίαν φοράν κάθε πέντε έτη και μίαν φοράν κάθε έξ εναλλάξ, διότι απέδιδον ίσην τιμήν εις τον μονόν αριθμόν των ετών και εις τον ζυγόν, όταν δε συνήρχοντο, συνεσκέπτοντο διά τα κοινά συμφέροντα και εξήταζαν εάν κανείς έκαμε καμμίαν παράβασιν του νόμου και εδίκαζαν. Όταν δ' επρόκειτο να κάμουν καμμίαν δίκην, έδιδον προτήτερα ο ένας εις τον άλλον τας ακολούθους βεβαιώσεις τιμιότητος.
Αφ' ού άφηναν ελευθέρους ταύρους μέσα εις τον ναόν του Ποσειδώνος, παρευρισκόμενοι και οι δέκα έμεναν μόνοι των, και αφ' ού παρεκάλουν τον θεόν να εκλέξη το θύμα, το οποίον τον ηυχαρίστει, αυτοί χωρίς σίδηρο, αλλά με ξύλα και με συρτοθηλειές εκυνήγουν αυτούς, όποιον δε από τους ταύρους ήθελαν πιάση, αφ' ού τον ωδήγουν εμπρός εις την στήλην, τον έσφαζαν εις την κορυφήν της απέναντι εις τα γράμματα στήλης· επάνω δε εις στήλην, εκτός των νόμων, ήτο γραμμένος και όρκος, ο οποίος κατηράτο με φοβεράς κατάρας εκείνους, οι οποίοι ήθελαν απειθήση εις τους νόμους. Όταν λοιπόν σύμφωνα με τους νόμους των ήθελαν εκτελέση την θυσίαν και αφιερώση όλα τα μέλη του ταύρου, οι βασιλείς έχυναν μέσα εις ένα κρατήρα, (δηλαδή κιούπι) με νερωμένον κρασί σταλαγματιάν, σταλαγματιάν, διά τον καθένα τους το αίμα του ταύρου, τα δε άλλα κομμάτιά του, τα έρριπταν εις την φωτιάν, αφ' ού εκαθάριζαν από όλα τα μέρη την στήλην έπειτα δε από τούτο, έπερναν μέσα από τον κρατήρα με χρυσές κούπες, έκαμναν σπονδάς, δηλαδή έχυναν ολίγον μέσα εις την φωτιάν και ωρκίζοντο ότι θα δικάσουν σύμφωνα με τους νόμους, οι οποίοι είναι γραμμένοι εις την στήλην και θα τιμωρήσουν, αν κανείς προηγουμένως έκαμε καμμίαν παράβασιν, και ότι έπειτα από τούτο κανένα από τους νόμους θεληματικώς δεν θα παραβούν, μήτε θα διοικήσουν, μήτε θα υπακούσουν εις άλλον άρχοντα, εκτός αν τους διατάσση σύμφωνα με τους νόμους του πατρός των. Αφ' ού ήθελαν ευχηθή αυτά, καθείς από αυτούς διά τον εαυτόν του και διά τους απογόνους του, έπινε και αφιέρωνε την κούπαν εις τον ναόν του θεού, και έπειτα κατεγίνετο εις το φαγητόν και τας άλλας αναγκαίας διατυπώσεις· όταν δε ήθελε σκοτεινιάση και η φωτιά ολόγυρα εις τα θύματα ήθελε σβυσθή, όλοι τους, αφ' ού ήθελαν φορέση μίαν στολήν γαλάζιαν ωραιοτάτην, εκάθιζαν πλησίον εις τα καυμένα απομεινάρια της θυσίας του όρκου, την νύκτα, αφ' ού ήθελαν σβύση παντού μέσα εις τον ναόν κάθε φωτιάν, εδικάζοντο και εδίκαζον, αν κανείς από αυτούς είχε κατηγορίαν εναντίον άλλου ότι παρέβη τον νόμον. Αφ' ού δε ήθελαν εκδόση απόφασιν δι' εκείνο το οποίον εδίκασαν, άμα εφώτιζεν η ημέρα, την έγραφαν επάνω εις ένα χρυσόν πίνακα και την εκρεμούσαν μαζί με τας στολάς των ως μνημείον. Υπήρχον δε και πολλοί άλλοι νόμοι ιδιαίτεροι αναφερόμενοι εις τα αμοιβαία προνόμια, τα οποία ανεγνώριζε καθείς από τους βασιλείς εις τους άλλους και των οποίων τα μεγαλύτερα είναι τα εξής· ότι ποτέ δεν θα εκίνουν πόλεμον ο ένας κατά του άλλου και ότι θα βοηθήσουν όλοι, αν κανείς από αυτούς πουθενά εις καμμίαν πόλιν επιχειρήση να καθαιρέση βασιλικήν οικογένειαν και ότι, καθώς οι πρόγονοί των, θα συσκέπτωνται όλοι μαζί και θ' αποφασίζουν όταν πρόκειται διά πόλεμον και δι' άλλας σπουδαίας πράξεις, δίδοντες την αρχηγίαν εις την οικογένειαν του Άτλαντος. Κανείς δε από τους βασιλέα να μη έχη το δικαίωμα να θανατώνη κανένα από τους συγγενείς του, χωρίς να το αποφασίσουν οι περισσότεροι από τους ημίσεις των δέκα.
Αυτήν λοιπόν την τόσην μεγάλην και τοιαύτην δύναμιν, η οποία υπήρχε τότε εις εκείνους τους τόπους, ο θεός, αφ' ού την διωργάνωσε, την έφερεν εναντίον εις τούτους τους τόπους ένεκα μιας τοιαύτης προφάσεως, καθώς ηξεύρομεν εκ φήμης. Εις διάστημα πολλών γενεών, εν όσω διετηρείτο ακόμη εις αυτούς η φύσις του θεού από τον οποίον κατήγοντο (οι κάτοικοι της Ατλαντίδος), υπήκουαν εις τους νόμους και ετίμων τον θεόν με τον οποίον είχαν συγγένειαν διότι τα φρονήματά των ήσαν σύμφωνα με την αλήθειαν και γενναία εις όλας τας περιστάσεις· μετεχειρίζοντο ημερότητα με φρόνησιν και εις τας περιστάσεις, αι οποίαι ετύχαινε να συμβούν και αναμεταξύ των· διά τούτο επεριφρόνουν όλα τ' άλλα εκτός της αρετής και ενόμιζαν ως μικρά τα αγαθά τα οποία είχαν, και ευκόλως εβάσταζαν ως βάρος τον όγκον του χρυσού και των άλλων κτημάτων των. Δεν άφηναν να μεθύσουν από την καλοπέρασιν και να μη ημπορούν να κυβερνήσουν τον εαυτόν των ένεκα του πλούτου και να κλονίζονται (από τα πάθη), αλλά άγρυπνοι έβλεπαν καθαρά και δυνατά ότι και αυτά (τα πλούτη) όλα αυξάνουν, όταν είναι όλα σύμφωνα με την αρετήν, και ότι όταν κυνηγά κανείς αυτά με πολύν ζήλον και τα τιμά, και αυτά τα ίδια καταστρέφονται και εκείνη (δηλαδή η τιμή) καταστρέφεται μαζί με αυτά. Ένεκα λοιπόν των τοιούτων σκέψεων και της θείας φύσεως, η οποία εξηκολούθει να διατηρήται εις αυτούς όλα τους προώδευσαν, τα οποία προηγουμένως ανεφέραμεν. Αλλ' όταν το θείον στοιχείον εξηλείφθη από αυτούς, διότι ανεκατεύθη πολλές φορές με πολύ θνητόν στοιχείον και υπερίσχυσε το ανθρώπινον ήθος, τότε πλέον, επειδή δεν είχαν την δύναμιν να βαστάσουν τας παρούσας ευτυχίας των, έκαμναν ασχημίας, και εις εκείνον, ο οποίος ημπορεί να βλέπη, εφαίνοντο καθαρά άξιοι αποστροφής, διότι έχασαν από τα πολυτιμότερα πράγματα τα ωραιότερα, εις εκείνους δε, οι οποίοι δεν είχαν την δύναμιν να βλέπουν ζωήν, η οποία βαδίζει εις την αληθινήν ευτυχίαν, τότε ίσα ίσα τους ενόμιζαν προ πάντων ότι είναι οι καλύτεροι από όλους και οι πλέον ευτυχισμένοι, εν ώ κατείχοντο από το πάθος να αυξήσουν αδίκως τον πλούτον και την δύναμίν των. Ο δε θεός των θεών, ο Ζευς, ο οποίος βασιλεύει σύμφωνα με νόμους, επειδή έχει την δύναμιν να βλέπη καλώς τα τοιαύτα πράγματα, παρατηρήσας ότι εβάδιζεν εις την αθλιότητα ένας λαός καλός, απεφάσισε να τους τιμωρήση, διά να σωφρονισθούν και να γείνουν προσεκτικότεροι· διά τούτο εκάλεσεν εις συνεδρίαν όλους τους θεούς εις το λαμπρότερον ανάκτορόν των, το οποίον, επειδή είναι υψωμένον εις το μέσον όλου του κόσμου, βλέπει καλά όλα τα πράγματα όσα έγειναν και υπάρχουσι, και αφ' ού τους συνήθροισεν, είπεν εις αυτούς. . .. . .. . .. . .. . .
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΡΑΦΕΩΝ
ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΙΠΠΑΡΧΟΣ — ΑΝΤΕΡΑΣΤΑΙ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ Κ. Δ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ
ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Δ. ΦΕΞΗ
ΠΛΑΤΩΝΟΣ
ΙΠΠΑΡΧΟΣ Ή ΦΙΛΟΚΕΡΔΗΣ
ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΔΙΑΛΟΓΟΥ )ΣΩΚΡΑΤΗΣ )ΕΤΑΙΡΟΣ
Σωκράτης
Και τι είναι λοιπόν η φιλοκέρδεια; Τι ιδιαίτερον γνώρισμα έχει και
ποίοι είναι οι φιλοκερδείς;
Εταίρος
Να σου πω· μου φαίνεται ότι είναι εκείνοι όσοι έχουν την αξίωσιν να
κερδίζουν από πράγματα ουδεμίαν έχοντα αξίαν.
Σωκράτης
Αλλά τι από τα δύο; σου φαίνεται ότι γνωρίζουν ότι δεν έχουν
καμμίαν αξίαν τα πράγματα ή ότι αγνοούν; Διότι, αν συμβαίνη το
δεύτερον, δηλαδή αγνοούν, τότε μας παρουσιάζεις τους φιλοκερδείς ως
ανθρώπους εντελώς ανοήτους.
Εταίρος
Όχι, όλως διόλου, δεν λέγω ότι είναι ανόητοι, αλλά πανούργοι και
πονηροι και δούλοι εις το κέρδος, διότι ενώ γνωρίζουν ότι δεν έχουν
καμμίαν αξίαν εκείνα από τα οποία τολμούν να κερδίζουν, εν τούτοις
έχουν την θρασύτητα να επιδιώκουν εξ αυτών κέρδος.
Σωκράτης
Αρά γε λοιπόν λέγεις ότι ο φιλοκερδής είναι όπως ο γεωργός ο
οποίος, ενώ φυτεύει κάτι και γνωρίζει ότι το φυτόν αυτό δεν έχει
καμμίαν αξίαν, εν τούτοις έχει την αξίωσιν να κερδίση απ' αυτό αφού
μεγαλώση; Αρά γε τον παρομοιάζεις με αυτόν;
Εταίρος
Απ' οτιδήποτε, Σωκράτη, ο φιλοκερδής νομίζει ότι πρέπει να κερδίζη.
Σωκράτης
Μη μου απαντάς χωρίς διόλου να σκέπτεσαι ωσάν να ηδικήθης από
κανένα· αλλά, αφού εντείνεις όλην σου την προσοχήν εις τα λεγόμενά
μου, αποκρίσου μου, ως να σε ηρώτων πάλιν εξ αρχής· δεν συμφωνείς
ότι ο φιλοκερδής ειξεύρει πολύ καλά τι αξίαν έχει εκείνο από το
οποίον έχει την αξίωσιν να κερδίζη:
Εταίρος
Βεβαιότατα· συμφωνώ όλως διόλου.
Σωκράτης
Ποίος λοιπόν ειξεύρει άριστα την αξίαν των φυτών και την εποχήν και
την καλήν ή κακήν ποιότητα της γης, εις την οποίαν πρέπει αυτά να
φυτεύουν, διά να μεταχειρισθώμεν κ' εμείς κάτι από τας σοφάς
εκείνας εκφράσεις με τας οποίας στολίζουν τους λόγους των οι
επιδέξιοι δικανικοί ρήτορες.
Εταίρος
Κατά την γνώμην μου αυτός θα είναι γεωργός.
Σωκράτης
Αλλά το να έχη κανείς την αξίωσιν να κερδίζη, φρονείς ότι είναι
τίποτε άλλο από το να νομίζη ότι πρέπει να κερδίζη;
Εταίρος
Βεβαίως, φρονώ ότι είναι έν και το αυτό.
Σωκράτης
Μη προσπαθής λοιπόν να περιπαίζης εσύ, νέος εις την ηλικίαν, εμέ
γέροντα πλέον, με το να μου απαντάς πράγματα τα οποία και συ ο
ίδιος δεν τα πιστεύεις· αλλά ειπέ μου ειλικρινώς· αρά γε είναι
δυνατόν ένας άνθρωπος που εξασκεί το επάγγελμα του γεωπόνου, πάρε
δε οποιονδήποτε θελήσης, να πιστεύη πως θα κερδίση από ένα φυτόν το
οποίον, ενώ γνωρίζει ότι δεν αξίζει, εν τούτοις το καλλιεργεί;
Εταίρος
Όχι, μα τον Δία, εγώ τουλάχιστον δεν το πιστεύω αυτό.
Σωκράτης
Αλλά μήπως και ένας καλός γνώστης των ίππων, όταν ειξεύρη ότι η
τροφή την οποίαν δίδει στο άλογό του είναι επιβλαβής, φαντάζεσαι
πως αγνοεί ότι το καταστρέφει;
Εταίρος
Όχι, βεβαίως το γνωρίζει πολύ καλά.
Σωκράτης
Άρα λοιπόν δεν πιστεύει ότι από το στάρι αυτό της κακής ποιότητος
θα έχη κέρδος;
Σωκράτης
Όχι, δεν το πιστεύει.
Σωκράτης
Αλλά μήπως φαντάζεσαι ότι και ένας πλοίαρχος, ο οποίος έχει
εξηρτημένον το καράβι του με ιστία και πηδάλια κακοφτιασμένα, δεν
ειξεύρει ότι θα υποστή ζημίας, και ότι μαζί με το πλοίον του θα
χαθή και αυτός ο ίδιος και όσα τυχόν πράγματα θα μεταφέρη;
Εταίρος
Α, όχι· το γνωρίζει πολύ καλά.
Σωκράτης
Άρα, δεν φαντάζεται ότι θα του αποφέρη κέρδος μία τέτοια κακή
προετοιμασία;
Εταίρος
Όχι βέβαια.
Σωκράτης
Αλλά μήπως και ένας στρατηγός, ο οποίος γνωρίζει ότι ο στρατός του
είναι ατελώς ωπλισμένος, πιστεύει πως θα έχη ποτέ ευνοϊκόν
αποτέλεσμα από τοιούτον στρατόν, και απαιτεί να είναι τοιούτο το
αποτέλεσμα;
Εταίρος
Όλως διόλου δεν το πιστεύει αυτό.
Σωκράτης
Αλλά και ένας αυλητής ο οποίος έχει αυλούς άνευ ουδεμιάς αξίας, ή
κιθαριστής λύραν, ή τοξότης τόξον, ή οποιοσδήποτε άλλος με μίαν
λέξιν από τους τεχνίτας ή από τους άλλους σώφρονας ανθρώπους, όταν
έχη όργανα δίχως καμμίαν αξίαν ή άλλην οποιανδήποτε προπαρασκευήν
τοιαύτην· έχει την ιδέαν ότι θα κερδίζη από αυτά;
Εταίρος
Όχι, μα την αλήθεια, είναι φανερόν ότι δεν ημπορεί να πιστεύση
τέτοιο πράγμα.
Σωκράτης
Ποίους λοιπόν επί τέλους ονομάζεις συ φιλοκερδείς; Χωρίς
αμφιβολίαν, βέβαια, όχι αυτούς περί των οποίων εκάμαμεν τώρα δα
λόγον, οι οποίοι ενώ ξεύρουν τα άνευ ουδεμιάς αξίας αντικείμενα, εν
τούτοις νομίζουν ότι πρέπει να κερδίζουν από αυτά· διότι τότε κατά
τα λεγόμενά σου, αγαπητέ μου, κανείς από τους ανθρώπους δεν είναι
φιλοκερδής.
Εταίρος
Αλλά εγώ, Σωκράτη, θέλω να ειπώ ότι εκείνοι είναι φιλοκερδείς, οι
οποίοι κάθε φοράν ωσάν να τους ωθή κάποια αχόρταγη πλεονεξία
ορέγονται υπερβολικά και τα ελάχιστα πράγματα, τα οποία ή δεν έχουν
καμμίαν αξίαν ή έχουν κάποιαν αλλ' όλως διόλου ασήμαντον, και
ζητούν να κερδοσκοπούν επ' αυτών.
Σωκράτης
Πολύ καλά, φίλε μου, αλλ' όχι βέβαια ότι και γνωρίζουν ότι δεν
αξίζουν τίποτε· διότι τούτο τώρα πλέον το έχομεν εξακριβώσει καλά,
με εκείνα τα οποία είπαμεν, ότι είναι αδύνατον.
Εταίρος
Να σου πω κ' εγώ σκέπτομαι ομοίως.
Σωκράτης
Αν λοιπόν δεν το γνωρίζουν, είναι φανερόν ότι το αγνοούν, και
παίρνουν τα άνευ ουδεμιάς αξίας πράγματα ότι έχουν αξίαν.
Εταίρος
Όπως φαίνεται.
Σωκράτης
Αλλά τέλος πάντων, το να αγαπά κανείς να κερδίζη είναι το ίδιον σαν
να επιθυμή να έχη οπωσδήποτε κάποιο κέρδος;
Εταίρος
Βεβαίως· τι ερώτησις είναι αυτή;
Σωκράτης
Κέρδος δε ονομάζεις το αντίθετον της ζημίας;
Εταίρος
Ναι, αυτό λέγω κέρδος, τουλάχιστον εγώ.
Σωκράτης
Υπάρχει λοιπόν κανείς ο οποίος να θεωρή την ζημίαν ως αγαθόν;
Εταίρος
Όχι, κανείς.
Σωκράτης
Είναι λοιπόν η ζημία κακόν;
Εταίρος
Μάλιστα.
Σωκράτης
Άρα συμπεραίνομεν εξ αυτού ότι βλάπτονται οι άνθρωποι από την
ζημίαν.
Εταίρος
Βεβαίως βλάπτονται.
Σωκράτης
Άρα η ζημία είναι κακόν.
Εταίρος
Ναι, δεν υπάρχει αμφιβολία.
Σωκράτης
Είναι δε το κέρδος το εναντίον της ζημίας;
Εταίρος
Το εναντίον.
Σωκράτης
Άρα το κέρδος είναι αγαθόν.
Εταίρος
Βεβαίως, είναι.
Σωκράτης
Εκείνους λοιπόν οι οποίοι αγαπούν το αγαθόν ονομάζεις φιλοκερδείς;
Εταίρος
Καθώς φαίνεται.
Σωκράτης
Τουλάχιστον, καλέ μου, δεν τους λέγεις και τρελλούς τους
φιλοκερδείς; Αλλά συ ο ίδιος ειπέ μου, ειλικρινώς αγαπάς ή δεν
αγαπάς εκείνο το οποίον θα είναι αγαθόν;
Εταίρος
Βεβαίως το αγαπώ.
Σωκράτης
Υπάρχει δε κανέν αγαθόν το οποίον να μη το επιθυμής αλλά να
προτιμάς από αυτό το κακόν;
Εταίρος
Όχι βέβαια, μα τον Δία.
Σωκράτης
Αλλά επιθυμείς και αγαπάς ομοίως όλα τα αγαθά;
Εταίρος
Ναι, ναι.
Σωκράτης
Ερώτησε λοιπόν και εμέ αν κ' εγώ δεν τα αγαπώ· διότι και εγώ θα
συμφωνήσω μαζί σου ότι επιθυμώ τα αγαθά. Αλλά κοντά εις εμέ και σε,
δεν νομίζεις ότι και όλοι οι άνθρωποι αγαπούν τα αγαθά και μισούν
το κάθε τι κακόν;
Εταίρος
Αυτό φαίνεται τουλάχιστον και εις εμέ.
Σωκράτης
Δεν ωμολογήσαμεν δε ότι το κέρδος είναι αγαθόν;
Εταίρος
Ναι, ναι· αυτό το παρεδέχθημεν και οι δύο.
Σωκράτης
Κατ' αυτόν τον τρόπον πάλιν όλοι οι άνθρωποι φαίνονται ότι είναι
φιλοκερδείς, ενώ προηγουμένως κατά τα λεγόμενά μας κανείς δεν ήτο
φιλοκερδής. Ποίαν λοιπόν από τας δύο αυτάς προτάσεις θα ημπορούσε
να μεταχειρισθή κανείς διά να μη απατηθή;
Εταίρος
Νομίζω Σωκράτη, ότι τότε είναι βέβαιος κανείς ότι δεν θα απατηθή,
όταν μεταχειρίζεται εις τας ομιλίας του τον φιλοκερδή όπως του
πρέπει. Είναι δε ορθόν να λαμβάνη ως φιλοκερδή εκείνον όστις
καταγίνεται εις αυτά και έχει την αξίωσιν να κερδίζη από εκείνα από
τα οποία οι χρηστοί άνθρωποι δεν τολμούν να κερδίζουν.
Σωκράτης
Αλλά βλέπεις, αγαπητέ μου, ότι τώρα δα εσυμφωνήσαμεν εις αυτό και
οι δύο, ότι δηλαδή το να κερδίζη κανείς είναι ίσον προς το να
ωφελήται.
Εταίρος
Ε λοιπόν, και που θέλεις να καταλήξης;
Σωκράτης
Βλέπεις ακόμη ότι και μαζί μ' αυτό παρεδέχθημεν και έν άλλο, ότι
όλοι οι άνθρωποι επιθυμούν τα αγαθά και πάντοτε θα τα επιθυμούν.
Εταίρος
Ναι, ναι.
Σωκράτης
Λοιπόν και οι τίμιοι άνθρωποι εξάπαντος επιθυμούν κάθε είδος
κέρδους, εάν βέβαια τα κέρδη αυτά είνε τίμια.
Εταίρος
Όχι όμως εκείνα τα κέρδη, Σωκράτη, από τα οποία θα βλαβούν ηθικώς.
Σωκράτης
Το να υποστούν δε κάποιαν βλάβην λέγεις ότι είναι ίσον προς το να
ζημιωθούν ή είναι άλλο τι;
Εταίρος
Όχι· αλλά λέγω ότι είναι ίσον προς το να ζημιωθούν.
Σωκράτης
Από το κέρδος λοιπόν οι άνθρωποι ζημιώνονται ή από την ζημίαν;
Εταίρος
Και από τα δύο· διότι και από την ζημίαν ζημιώνονται και από το
κέρδος το πονηρόν.
Σωκράτης
Και πώς; Είναι δυνατόν λοιπόν κατά την γνώμην σου έν πράγμα καλόν
και ωφέλιμον να είναι πονηρόν;
Εταίρος
Όχι βεβαίως, δεν το πιστεύω αυτό ως ορθόν.
Σωκράτης
Δεν εσυμφωνήσαμεν λοιπόν και οι δύο προ ολίγου ότι το κέρδος είναι
αντίθετον της ζημίας, η οποία είναι κακόν;
Εταίρος
Και τώρα ακόμη το λέγω.
Σωκράτης
Αφού δε είναι αντίθετον προς το κακόν, δεν έπεται εκ τούτου ότι
είναι καλόν;
Εταίρος
Ναι· αυτό το ωμολογήσαμεν.
Σωκράτης
Βλέπεις λοιπόν ότι αγωνίζεσαι να με εξαπατήσης με το να μου λέγης
επί τούτω αντίθετα από εκείνα τα οποία είπαμεν και οι δύο προ
ολίγου;
Εταίρος
Όχι, μα τον Δία, Σωκράτη, δεν το βάνω αυτό στο νου μου. Να ιδής
όμως ότι συμβαίνει το εναντίον απ' ό,τι νομίζεις, διότι συ με
εξαπατάς και δεν ειξεύρω κ' εγώ που θέλεις να καταλήξης. Μ' έχεις
κάμει με τα λόγια σου να μην ειξεύρω που ευρίσκομαι και μου έχεις
γυρίσει τον νουν άνω κάτω.
Σωκράτης
Σιώπα, μη λέγης τέτοια λόγια, σε παρακαλώ, διότι βεβαίως δεν θα
έκανα και πολύ καλά αν δεν ακολουθούσα την συμβουλήν ενός ανθρώπου
και εναρέτου και σοφού.
Εταίρος Ποίος είναι αυτός; Και ως προς τι μάλιστα θα τον πιστεύσης
Σωκράτης Εις τον συμπολίτην μου και φυσικά και ιδικόν σου συμπολίτην; τον Ίππαρχον, τον μεγαλύτερον και σοφώτερον υιόν του Πεισιστράτου, του καταγομένου από τους Φιλαίδας. Αυτός κι' άλλα πολλά δείγματα της σοφίας του έδωσε και ήτον ο πρώτος ο οποίος έφερε τα ποιήματα του Ομήρου εις την πόλιν μας, και υπεχρέωσε τους ραψωδούς να τα απαγγέλλουν κατά την μεγάλην εορτήν των Παναθηναίων ένα προς ένα με τη σειρά τους και κατά τάξιν, καθώς και σήμερα ακόμη γίνεται. Αυτός δε ήτο που έστειλε και, έφερεν εις την πόλιν μας μ' ένα πλοίον με πενήντα κουπιά τον Τήνιον Ανακρέοντα. Τον δε Σιμωνίδην, ο οποίος κατήγετο από την Κω, τον έπειθε και τον εκρατούσε διαρκώς κοντά του με το να δίδη μεγάλους μισθούς και άφθονα δώρα. Όλα δε αυτά τα έκαμε διότι επεθύμει να μορφώση τους πολίτας και τοιουτοτρόπως να άρχη λαού όσον το δυνατόν καλύτερον ανεπτυγμένου, επειδή είχε την γνώμην, ως καλός και ενάρετος άνθρωπος, ότι δεν έπρεπε να φθονή τους άλλους διά την γνώσιν των και να κρατή την σοφίαν ως αποκλειστικόν ιδικόν του προτέρημα. Και αφού χάρις εις τας προσπαθείας του οι Αθηναίοι είχαν πλέον αποκτήσει κάποιαν σχετικήν μόρφωσιν και τον εθαύμαζαν διά την μεγάλην του σοφίαν, έστρεψε πάλιν τας φροντίδας του εις εκείνους οι οποίοι εζούσαν εις τους αγρούς, διότι εσκόπευε να μορφώση και αυτούς, και έστηνεν αγάλματα τα οποία παρίσταναν τον Ερμήν εις όλους τους δρόμους που ωδηγούσαν από το άστυ εις τους αγρούς, και κατόπιν, αφού εδιάλεξε και από την φυσικήν του γνώσιν και από όσα είχε διδαχθή, εκείνα που ενόμιζεν ως τας πλέον σοφάς κρίσεις του, αυτάς εχάραζεν εις τους Ερμείς καμωμένας εις ελεγειακούς στίχους, λόγια και διδάγματα σοφίας. Κατ' αυτόν δε τον τρόπον θα επετύγχανεν ώστε κατά πρώτον μεν οι υπήκοοι του να μη θαυμάζουν και τόσον τα σοφά εκείνα επιγράμματα τα χαραγμένα εις το μαντείον των Δελφών, ως το &Γνώσι σαυτόν& και το &Μηδέν άγαν&, και τα άλλα τα παρόμοια, άλλα να θεωρούν πλέον σοφάς τας σκέψεις αυτού του ιδίου, έπειτα δε διά να συχνάζουν εις τας Αθήνας από τους αγρούς προς εντελή μόρφωσίν των οι διαβάται οι οποίοι εδιάβαζαν τας συμβουλάς αυτάς και ελάμβανον μέρος εις το γεύμα της σοφίας του. Ήσαν δε δύο τα επιγράμματα· εις μεν το αριστερόν μέρος εκάστου Ερμού ήτο χαραγμένον το όνομά του και ολίγον χαμηλότερα έλεγεν ο Ερμής ότι ευρίσκετο μεταξύ του άστεως και του τάδε ή του τάδε δήμου, προς τα δεξιά δε εδιάβαζε κανείς τα εξής:
Αυτό είναι το ίδρυμα του Ιππάρχου· διάβαινε με δικαίαν σκέψιν.
Υπήρχαν δε και άλλα επιγράμματα εις άλλους &Ερμείς&, πολυάριθμα και καλογραμμένα· εκεί πέρα δε επί της Σειριακής οδού υπάρχει ακόμα και έν επί του οποίου είναι χαραγμένα τα εξής:
Αυτό είναι το ίδρυμα του Ιππάρχου· μη τον φίλον σου απατάς.
Διά τούτο λοιπόν κ' εγώ δεν θα ετολμούσα ποτέ να εξαπατήσω εσέ τον φίλον μου και να απιστήσω εις ένα τόσον μεγάλον άνθρωπον, του οποίου ο θάνατος έγινεν αιτία να τυραννηθούν οι Αθηναίοι τρία ολόκληρα έτη από τον αδελφόν του Ιππίαν. Και θα έχης βεβαίως ακούσει από τους παλαιούς ότι μόνον τα τρία αυτά έτη έγινε τύραννος εις τας Αθήνας και ότι όλον τον άλλον καιρόν εζούσαν οι Αθηναίοι σχεδόν όπως και υπό την βασιλείαν του Κρόνου. Οι ευφυέστεροι δε και οι πλέον μορφωμένοι λέγουν και βεβαιούν πως η αιτία του θανάτου του Ιππάρχου δεν ήτο εκείνη την οποίαν επίστεψαν οι περισσότεροι, η προσβολή δηλαδή την οποίαν έκαμε προς την αδελφήν του Αριστογείτονος απαγορεύσας εις αυτήν να κανηφορήση μετά των άλλων παρθένων κατά την μεγάλην εορτήν των Παναθηναίων διότι, εάν και αυτοί ενόμιζον το ίδιον, θα ήσαν πολύ ευαπάτητοι, αλλά λέγουν ότι ήτο η εξής: Ο Αρμόδιος ήτο υπερβολικά αγαπητός εις τον Αριστογείτονα και είχεν εκπαιδευθή υπ' αυτού· ο Αριστογείτων λοιπόν υπερηφανεύετο διότι κατώρθωσε να μορφώση ένα άνθρωπον ως τον Αρμόδιον, και εθεωρούσε τον Ίππαρχον ως αντίπαλον. Έτυχε δε εκείνην την εποχήν ο Αρμόδιος να αγαπά κάποιον από τους ωραιοτέρους και τους γενναιότερους των τότε νέων· και αναφέρουν εις τας ομιλίας των το όνομά του, αλλ' εγώ, να σου πω, δεν το ενθυμούμαι αυτήν την στιγμήν· λέγουν λοιπόν ότι ο νεαρός αυτός ο οποίος προηγουμένως εθαύμαζε τον Αρμόδιον και τον Αριστογείτονα ως σοφούς, άμα συνανεστράφη τον Ίππαρχον τους περιεφρόνησε· τότε δε αυτοί ησθάνθησαν πολύ μεγάλην λύπην να τους βαρύνη και διά την ατιμίαν την οποίαν έπαθον ωργίσθησαν υπερβολικά και εφόνευσαν ένεκα της αιτίας αυτής τον Ίππαρχον.
Εταίρος
Κοντεύεις, Σωκράτη, ή να μη με νομίζης φίλον σου ή, εάν με πιστεύης
και θέλης να είμαι φίλος σου, να μη έχης πεποίθησιν εις τον
Ίππαρχον. Επειδή μ' ό,τι και να είπης, ποτέ δεν θα πεισθώ ότι δεν
θέλεις να με εξαπατάς με τον ένα ή με τον άλλον τρόπον.
Σωκράτης
Πολύ καλά. Εν τούτοις εγώ ωσάν να μεταχειρίζωμαι τα λόγια μου καθώς
παίζουν τους πεσσούς, θέλω από εκείνα τα οποία έχουν ειπωθή να σε
αφήσω να εκλέξης πάλιν οτιδήποτε θελήσης, διά να μη νομίζης ότι σε
εξαπατούν.
Αρά γε, θέλεις να σου κάμω την χάριν και να παραδεχθώ ότι τα αγαθά
δεν τα επιθυμούν όλοι οι άνθρωποι;
Εταίρος
Όχι όλως διόλου.
Σωκράτης
Αλλά μήπως το ότι και να ζημιώνεται κανείς και αυτή η ζημία δεν
είναι κακόν;
Εταίρος
Όχι.
Σωκράτης
Αλλά μήπως το ότι να κερδίζη κανείς και το κέρδος δεν είναι
αντίθετα από το να ζημιώνεται και από την ζημίαν;
Εταίρος
Ούτε και αυτό.
Σωκράτης
Αλλά μήπως τέλος πάντων το ότι να κερδίζη κανείς δεν είναι πράγμα
αγαθόν, ενώ είναι αποδεδειγμένον πως είναι αυτό αντίθετον προς το
κακόν;
Εταίρος
Όχι όλως διόλου, ούτε να μου αναφέρης άλλο τι παρόμοιον.
Σωκράτης
Φρονείς λοιπόν, καθώς φαίνεται, ότι άλλο μεν κέρδος είναι καλόν,
άλλο δε κακόν.
Εταίρος
Βεβαίως, καλά το εσκέφθης.
Σωκράτης
Ε λοιπόν· εγώ παραδέχομαι την ιδέαν σου αυτήν· ας είπωμεν ότι
υπάρχει και καλόν και κακόν κέρδος· αλλά μ' όλα ταύτα, είτε καλόν
είτε κακόν είναι το κέρδος, πάντως είναι κέρδος· δεν είν' έτσι;
Εταίρος
Προς τι η ερώτησίς σου αύτη;
Σωκράτης
Θα σου εξηγηθώ. Υπάρχει και καλόν και κακόν στάρι;
Εταίρος
Βεβαίως.
Σωκράτης
Είναι λοιπόν τίποτε περισσότερον το έν από το άλλο στάρι, ή
ομοιάζουν κατά τούτο τουλάχιστον, ότι είναι και τα δύο σιτάρια, και
δεν διαφέρουν τίποτε το έν από το άλλο, εις το ότι και τα δύο είναι
στάρια, αλλά μόνον κατά το ότι το έν είναι καλής ποιότητος, το δε
άλλο κακής;
Εταίρος
Βεβαίως, συμφωνώ με τα λεγόμενά σου.
Σωκράτης
Λοιπόν και το ποτόν και όλα τα άλλα εξ εκείνων των πραγμάτων, τα
οποία κατ' ουσίαν είναι τα αυτά, αλλά τα μεν έχουν γίνει καλά, τα
δε κακά, δεν διαφέρουν διόλου το έν από το άλλο κατά το ότι είναι
της αυτής αιτίας; Καθώς λόγου χάριν ο άνθρωπος είναι άλλος μεν
χρηστός, άλλος δε πονηρός.
Εταίρος
Ναι, το παραδέχομαι.
Σωκράτης
Αλλ' εν πάση περιπτώσει νομίζω ότι ή ούτως ή άλλως είναι άνθρωπος·
και κανείς δεν είναι τίποτε περισσότερον από τον άλλον, ούτε ο
πονηρός από τον χρηστόν ούτε ο καλός από τον κακόν.
Εταίρος
Πολύ αληθινά τα λέγεις.
Σωκράτης
Κατά τον ίδιον τρόπον λοιπόν ας σκεπτώμεθα και διά το κέρδος, ότι
δηλαδή κέρδος είναι επίσης και το κακόν και το καλόν κέρδος.
Εταίρος
Τι να γίνη; ας είπωμεν ότι είναι καθώς το λέγεις.
Σωκράτης
Εκ τούτου λοιπόν συμπεραίνομεν ότι τίποτε παραπάνω δεν κερδίζει από
τον άλλον εκείνος ο οποίος επιδιώκει και λαμβάνει το καλόν κέρδος ή
το κακόν καθώς μάλιστα παρεδέχθημεν κανένα από τα κέρδη αυτά δεν
φαίνεται να αξίζη περισσότερον από το άλλο.
Εταίρος
Ναι, έχεις δίκαιον.
Σωκράτης
Διότι το περισσότερον και το ολιγώτερον δεν υπάρχει ούτε εντός του
ενός ούτε εντός του άλλου.
Εταίρος
Βεβαίως όχι.
Σωκράτης
Και πώς λοιπόν θα ήτο δυνατόν να υπάρχη δι' ένα οιονδήποτε το
πλεονέκτημα του περισσοτέρου ή ολιγωτέρου επί ενός πράγματος το
οποίον αυτό καθ' εαυτό δεν είναι επιδεκτικόν να γείνη ούτε
περισσότερον ούτε ολιγώτερον;
Εταίρος
Είναι αδύνατον.
Σωκράτης
Αφού λοιπόν κέρδη είναι ομοίως και τα δύο και ωφέλιμα μάλιστα,
πρέπει πάντες ημείς ν' αναζητήσωμεν τούτο, διατί δηλαδή ονομάζεις
και τα δύο κέρδη και τι διακρίνεις το ίδιον και εις τα δύο; καθώς
αν μ' ερωτούσες συ αυτά τα οποία τώρα σ' ερώτησα εγώ, δηλαδή διά
ποίον λόγον επί τέλους και το καλόν στάρι και το στάρι της κακής
ποιότητος ονομάζω ομοίως και τα δύο στάρια, θα σου απαντούσα με
ολίγα λόγια ότι τα καλώ τοιουτοτρόπως, επειδή και τα δύο είναι ξηρά
τροφή του σώματος, και θα σου έλεγα ακόμη ότι διά τον λόγον αυτόν
ονομάζω και τα δύο στάρια. Διότι δεν υπάρχει αμφιβολία ότι θα
παραδεχθής ότι το στάρι δεν είναι τίποτε άλλο από αυτό· δεν είν'
έτσι;
Εταίρος
Βεβαίως· είναι όπως τα λέγεις.
Σωκράτης
Και εάν επρόκειτο και περί του ποτού θα σου απαντούσα πάλιν κατά
τον ίδιον τρόπον, ότι δηλαδή ποτόν δεν είναι τίποτε άλλο παρά το
όνομα της υγράς τροφής του σώματος, είτε καλόν είναι αυτό, είτε
κακόν· και δι' όλα τα άλλα πράγματα θα σου απαντούσα επίσης κατά
τον ίδιον τρόπον. Προσπάθησε λοιπόν και συ να με μιμηθής και να μου
απαντάς καθώς εγώ σου απαντώ. Λέγεις εσύ ότι και τα δύο είναι
κέρδη, και το καλόν δηλαδή κέρδος και το κακόν. Τι το κοινόν
βλέπεις εις αυτά; Μήπως διακρίνεις τούτο, ότι δηλαδή μοιάζουν κατά
το ότι είναι και τα δύο κέρδη; Εάν δε πάλιν δεν έχεις τι να μου
απαντήσης, πρόσεχε εις την ερώτησιν την ιδικήν μου. Ονομάζεις τέλος
πάντων κέρδος το κάθε τι το οποίον αποκτά κανείς όταν χωρίς να
δαπανά τίποτε ή με πολύ ολίγα έξοδα απολαύει περισσότερα;
Εταίρος
Πολύ ωραία! Μου φαίνεται πως αυτό είναι εκείνο το οποίον ονομάζω
εγώ κέρδος.
Σωκράτης
Θα είπης όμως και ότι θα είναι κερδισμένος κανείς εάν αρρωστήση
έπειτα από ένα πλούσιον γεύμα, έστω και αν δεν εδαπάνησε δι' αυτό
τίποτε;
Εταίρος
Όχι μα τον Δία, αυτό δεν θα το ειπώ ποτέ.
Σωκράτης
Εάν δε έπειτα από διαρκή καλοφαγίαν αντί να αρρωστήση κανείς,
αποκτά τουναντίον τελείαν υγείαν, θα έχη τότε κέρδος ή ζημίαν;
Εταίρος
Κέρδος, δεν υπάρχει αμφιβολία.
Σωκράτης
Δεν είναι λοιπόν τούτο κέρδος, το ν' αποκτά κανείς οτιδήποτε.
Εταίρος
Όχι βεβαίως.
Σωκράτης
Δεν μου λες, σε παρακαλώ διά ποίον από τα δύο λέγεις το όχι, διά το
καλόν ή διά το κακόν απόκτημα; θα είναι κερδισμένος εκείνος που θ'
αποκτήση κάτι κακόν ή δεν θα έχη επίσης κανένα κέρδος, έστω και εάν
εκείνο που θ' αποκτήση, οτιδήποτε, είναι ωφέλιμον;
Εταίρος
Είναι φανερόν πως θα έχη κέρδος εάν το απόκτημα είναι ωφέλιμον.
Σωκράτης
Εάν δε είναι βλαβερόν δεν θα είναι ζημιωμένος;
Εταίρος
Αυτό φρονώ κ' εγώ.
Σωκράτης
Βλέπεις λοιπόν ότι διαρκώς η ομιλία ευρίσκεται εις τον ίδιον κύκλον
και πάντοτε επανέρχεται εις το σημείον από το οποίον ανεχώρησε; Το
μεν κέρδος και πάλιν απεδείχθη ότι είναι καλόν, η δε ζημία κακόν.
Εταίρος
Τι να σου πω! Ούτε ξέρω ούτε έχω πλέον τι να σου πω.
Σωκράτης
Και βεβαίως δεν έχεις άδικον να απορής έτσι· αλλ' απάντησέ μου
ακόμη και εις τούτο · εάν κανείς δαπανήση ολιγώτερα και αποκτήση
περισσότερα, τότε λέγεις ότι αυτό είνε κέρδος;
Εταίρος
Βεβαίως δεν θα κάνη και καμμίαν κακήν πράξιν, εάν έχη την ευφυίαν
να εξοδέψη ολιγώτερον χρυσόν ή άργυρον και να κερδίση έπειτα
περισσότερον.
Σωκράτης
Πολύ καλά· εγώ θα σου κάμω τώρα και μίαν άλλην ερώτησιν. Εάν κανείς
παραδείγματος χάριν, αφού δαπανήση μισό καντάρι χρυσάφι, λάβη
κατόπιν το διπλάσιον αλλά άργυρον, θα βγη τότε αυτός κερδισμένος ή
ζημιωμένος;
Εταίρος
Ζημιωμένος βεβαίως, Σωκράτη· διότι αντί να λάβη το δωδεκαπλάσιον
λαμβάνει το διπλάσιον.
Σωκράτης
Εν τούτοις όμως έλαβε περισσότερον από ό,τι έδωσεν ή δεν είναι
περισσότερον διπλάσιον από το μισό;
Εταίρος
Αλλά ο άργυρος δεν έχει την αξίαν του χρυσού.
Σωκράτης
Ιδού λοιπόν. Πρέπει, καθώς φαίνεται, διά να προσδιορίσωμεν το
κέρδος να γνωρίζωμεν την αξίαν των πραγμάτων. Τώρα, αν και ο
άργυρος μ' όλον τούτο είναι περισσότερον από το χρυσάφι, λέγεις ότι
δεν έχει την αξίαν του, το δε χρυσάφι, αν και είναι ολιγώτερον,
λέγεις ότι έχει μεγαλυτέραν αξίαν.
Εταίρος
Βεβαίως· και επιμένω πάρα πολύ διότι είναι όπως τα λέγω.
Σωκράτης
Είναι λοιπόν η αξία των πραγμάτων εκείνη η οποία αποτελεί το
κέρδος, οποιαδήποτε και αν είναι ποσότης. Εκείνο δε το πράγμα που
δεν έχει καμμίαν αξίαν δεν είναι δυνατόν να παραγάγη κέρδος.
Εταίρος
Ναι, συμφωνώ.
Σωκράτης
Εκείνο δε που έχει αξίαν φρονείς ότι έχει καμμίαν άλλην αξίαν αυτό
καθ' εαυτό ή έγκειται η αξία αυτή εις το ότι αξίζει τον κόπον να
αποκτηθή;
Εταίρος
Ναι, η αξία του έγκειται εις το ότι αξίζει τον κόπον να το αποκτήση
κανείς.
Σωκράτης
Ποίον δε πάλιν φρονείς ότι είναι εκείνο τα οποίον αξίζει τον κόπον
ν' αποκτηθή, το ανωφελές ή το ωφέλιμον;
Εταίρος
Το ωφέλιμον βεβαίως· δεν είναι να γίνεται δι' αυτό συζήτησις.
Σωκράτης
Λοιπόν το ωφέλιμον είναι αγαθόν;
Εταίρος
Ναι.
Σωκράτης
Ιδού τέλος πάντων από όλους τους ανθρώπους πλέον επίμονος· δεν
είναι η τρίτη ή τετάρτη φορά που παραδεχόμεθα ότι εκείνο το οποίον
είναι άξιον να το κερδίζη κανείς είναι αγαθόν;
Εταίρος
Καθώς φαίνεται.
Σωκράτης
Θυμάσαι λοιπόν τώρα ποία ήτο η αρχή και η αιτία της συζητήσεώς μας
αυτής;
Εταίρος
Νομίζω ότι την ενθυμούμαι.
Σωκράτης
Εάν τυχόν και δεν ενθυμήσαι εγώ θα σου το υπομνήσω. Μου αντέτεινες
ότι οι χρηστοί άνθρωποι δεν θέλουν να αποκτούν όλα τα κέρδη παρά
μόνον τα καλά, όχι δε και τα πονηρά.
Εταίρος
Ναι, ναι, όπως τα λέγεις είναι.
Σωκράτης
Τώρα όμως η εξέλιξις της συζητήσεώς μας δεν μας ηνάγκασε να
παραδεχθώμεν ότι όλα τα κέρδη και τα μικρά και τα μεγάλα είναι
καλά;
Εταίρος
Δηλαδή με ηνάγκασες, Σωκράτη, περισσότερον παρά ό,τι με έπεισες.
Σωκράτης
Αλλ' ίσως και με τον καιρόν σε πείση· τώρα όμως, είτε έχεις πεισθή
είτε οπωσδήποτε άλλως, παραδέχεσαι βεβαίως με ημάς ότι όλα τα κέρδη
και τα μικρά και τα μεγάλα είναι καλά;
Εταίρος
Ναι, το παραδέχομαι.
Σωκράτης
Παραδέχεσαι δε και ότι όλοι οι χρηστοί άνθρωποι θέλουν κάθε είδος
κέρδους ή δεν παραδέχεσαι;
Εταίρος
Συμφωνώ καθ' ολοκληρίαν.
Σωκράτης
Αλλ' όμως συ ο ίδιος πάλιν είπες ότι και οι κατεργαραίοι αγαπούν
και τα μικρά και τα μεγάλα κέρδη.
Εταίρος
Ναι, το είπα.
Σωκράτης
Λοιπόν κατά τα λεγόμενά σου όλοι οι άνθρωποι θ' αγαπούν το κέρδος
και οι χρηστοί και οι πονηροί.
Εταίρος
Καθώς φαίνεται.
Σωκράτης
Εάν λοιπόν κανείς κατηγορή οποιονδήποτε ότι είναι φιλοκερδής δεν
κάνει καλά να τον κατηγορή· διότι και αυτός ο ίδιος ο οποίος ούτω
κατηγορεί είναι όμοιος μ' εκείνον τον οποίον λέγει φιλοκερδή.
ΠΛΑΤΩΝΟΣ
ΑΝΤΕΡΑΣΤΑΙ
) ΣΩΚΡΑΤΗΣ
) ΑΝΤΕΡΑΣΤΗΣ ΠΡΩΤΟΣ
ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΔΙΑΛΟΓΟΥ ) ΑΝΤΕΡΑΣΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ και
) ΓΥΜΝΑΣΤΗΣ
ΣΩΚΡΑΤΗΣ. Προ ημερών είχα υπάγει εις την σχολήν του Διονυσίου του γραμματιστού και είδα εκεί μερικούς νέους εκ των καλυτέρων οικογενειών της πόλεως και αρκετά ωραίους και κατά το σώμα και κατά την μορφήν. Εκεί δε πλησίον εκάθηντο και οι ερασταί των. Κατά την στιγμήν εκείνην έτυχε να φιλονεικούν δύο από τους νέους αυτούς, ποίον όμως ήτο το αίτιον της φιλονεικίας των δεν ηδυνήθην ν' ακούσω και πολύ καλά. Εφαίνοντο όμως ότι εφιλοσοφούσαν ή διά τον φιλόσοφον Αναξαγόραν ή διά τον αδελφόν του τον Οινοπίδη· διότι έβλεπε κανείς ότι εχάραττον κύκλους και απεμιμούντο μερικάς ουρανίας κλίσεις ενούντες τα άκρα των χειρών των με μεγάλην σοβαρότητα και προσοχήν. Κ' εγώ, διότι σημειώσατε ότι εκαθήμην πλησίον του εραστού του ενός εξ αυτών, κ' εγώ λοιπόν αφού τον ώθησα λιγάκι με τον αγκώνα μου τον ερώτησα εις τι αρά γε τα δύο αυτά παιδιά κατεγίνοντο με τόσην σπουδαιότητα και του είπα:
— Χωρίς άλλο πρέπει να είναι κάτι σπουδαίον και ευχάριστον πράγμα αυτό διά να καταβάλουν τόσην προσοχήν και σοβαρότητα.
— Και ποίον είναι αυτό το σπουδαίον και ευχάριστον, μου απήντησεν εκείνος, διότι αυτοί εδώ βεβαίως δεν κάμνουν τίποτε άλλο παρά να φλυαρούν, συζητούντες διά τα ουράνια φαινόμενα και να απαγγέλλουν διαρκώς διαφόρους φιλοσοφικάς ανοησίας.
Έμεινα έκπληκτος τότε εγώ διά την απόκρισίν του αυτήν, και του είπον εντόνως:
— Και πώς! Καλέ μου και νέε μου άνθρωπε, σου φαίνεται ότι το να φιλοσοφή τις είναι τόσον γελοίον; Διατί ομιλείς τόσον σκαιώς και επιπολαίως;
Χωρίς να χάση τότε καιρόν ο άλλος ο οποίος έτυχε να κάθηται εκεί πλησίον, ήτο δε και αντεραστής εκείνου ο οποίος μου ωμίλησεν, αφού άκουσε και την ιδικήν μου ερώτησιν και την απάντησιν την οποίαν έλαβα, εγύρισε και μου είπε:
— Μα την αλήθεια, Σωκράτη, δεν θα σου είναι δυνατόν να συνενοηθής με τούτον τον άνθρωπον και να τον κάμης να πιστεύση το αντίθετον απ' ό,τι πιστεύει, εάν δηλαδή νομίζη ότι η φιλοσοφία είναι ένα πράγμα παιδαριώδες. Δεν ξέρεις ότι αυτός επέρασε όλη του τη ζωή με το να κινή διαρκώς τους ώμους του εις τα γυμναστήρια, να τρέφεται καλά και να κοιμάται υπερμέτρως; Ώστε ποίαν άλλην απάντησιν ημπορούσες να περιμένης απ' αυτόν, παρά το ότι η φιλοσοφία είναι κάτι ανωφελές τελείως;
Ήτο δε αυτός ο οποίος μου μιλούσε κατ' αυτόν τον τρόπον από τους εραστάς ο περισσότερον αναπτύξας το πνεύμα του, ο δε άλλος τον οποίον ύβριζε τόσον άσχημα, ο περισσότερον φροντίσας διά το σώμα του. Και μου εφάνη καλόν ότι έπρεπε τον μεν άλλον ν' αφήσω ήσυχον, εκείνον δηλαδή τον οποίον είχα ερωτήσει εις την αρχήν, διότι ούτε και αυτός ο ίδιος υπεκρίνετο ότι ήτο έμπειρος εις τας πνευματικάς συζητήσεις, αλλά μόνον εις τας συζητήσεις αίτινες απέβλεπαν εις το σώμα, εκείνον δε όστις διισχυρίζετο ότι ήτο σοφώτερος, να τον ερωτήσω και να τον εξετάσω καλά, διά να είχα και εγώ κάποιαν τυχόν ωφέλειαν από τας γνώσεις του εις ό,τι θα ήτο δυνατόν. Αμέσως λοιπόν του είπα:
— Η ερώτησις την οποίαν έκαμα προηγουμένως απετείνετο και προς τους δύο σας· εάν δε συ νομίζης ότι ημπορείς να δώσης καλυτέραν απάντησιν από αυτόν, σε ερωτώ αυτό το ίδιο πάλι καθώς και τούτον, εάν δηλαδή σου φαίνεται ότι το να φιλοσοφή κανείς είναι καλόν ή όχι.
Κατά την στιγμήν λοιπόν κατά την οποίαν ελέγαμεν ημείς αυτά, μας ενόησαν οι δύο εκείνοι νέοι κι' αμέσως έπαυσαν την φιλονικείαν τους, ήλθαν κοντά μας και μας ήκουον με μεγάλη προσοχήν. Εκείνο όμως το οποίον πιθανόν να αισθάνθηκαν οι ερασταί μόλις επλησίασαν τα παιδία, δεν γνωρίζω, αλλ' ως προς εμέ δύναμαι να σας βεβαιώσω ότι εταράχθην διότι παντού και πάντοτε όταν βλέπω και νέους και ωραίους συγχρόνως, τι να σας πω, πολύ συγκινούμαι. Ήτο δε φανερόν ότι κ' εκείνος από τους δύο εραστάς τον οποίον είχα ερωτήσει ευρίσκετο εις μίαν ψυχικήν συγκίνησιν όχι μικροτέραν από την ιδικήν μου· εν τούτοις μου απήντησε και μάλιστα αρκετά υπερηφάνως. Και μου είπε:
— Αφ' ότου, αληθώς, Σωκράτη, που ενόμιζα ότι η φιλοσοφία είναι ένα πράγμα γελοίον, από την ώραν εκείνην θα ενόμιζα τον εαυτό μου ούτε και άνθρωπον, ούτε επίσης θα παραδεχόμην ως άνθρωπον και οποιονδήποτε άλλον ο οποίος θα εθεώρει την φιλοσοφίαν ως κάτι γελοίον.
Και τα είπεν όλα αυτά με τον σκοπόν να πειράξη τον αντίπαλόν του, και αρκετά μεγαλοφώνως διά να ακούεται καλά από τους πολύ αγαπητούς του νέους.
— Είναι λοιπόν ευχάριστον το να φιλοσοφή κανείς; τον ηρώτησα.
— Ναι, ναι, και πάρα πολύ μάλιστα, μου απήντησε.
— Μα πώς, είπα τότε εγώ, σου φαίνεται ότι δύναται να διακρίνη κανείς εάν ένα πράγμα είναι ωραίον ή άσχημον, εάν δεν το γνωρίζη προηγουμένως καλά, εάν δεν είναι εντός της ουσίας του;
— Βεβαίως όχι, μου απήντησεν.
— Ε, γνωρίζεις λοιπόν εσύ, είπα, τι είναι αυτό το φιλοσοφείν;
— Χωρίς αμφιβολίαν, μου είπε. Το γνωρίζω και πολύ καλά μάλιστα.
— Τι είναι τέλος πάντων; τον ηρώτησα.
— Αλλά και τι άλλο ηδύνατο να είναι παρά εκείνο το οποίον είπεν ο Σόλων; Διότι ο Σόλων είπε κάποτε:
Γηράσκω αεί διδασκόμενος.
Και μου φαίνεται εκείνος ο οποίος θέλει να γείνη φιλόσοφος, είναι πρέπον, συμφώνως με την συμβουλήν αυτήν, να μορφώνεται διαρκώς και όσον είναι νέος και όταν γεράση ακόμα, διά να μάθη εις την ζωήν αυτήν όσον το δυνατόν περισσότερα.
Και κατ' αρχάς μου φάνηκε ότι είπεν οπωσδήποτε κάτι· έπειτα δε αφού εσκέφθηκα ολίγον, ενόησα καλά τι ήθελε να πη και τον ηρώτησα εάν υπελάμβανε την φιλοσοφίαν διά πολυμάθειαν.
— Χωρίς καμμίαν αμφιβολίαν, μου απήντησε.
— Νομίζεις λοιπόν ότι η φιλοσοφία είναι μόνον ένα πράγμα καλόν ή είναι και ωφέλιμον συγχρόνως;
— Και ωφέλιμον επίσης, μου απήντησε· και πάρα πολύ μάλιστα ωφέλιμον.
— Σου φαίνεται λοιπόν ότι αυτό είναι ένα πράγμα ιδιάζον εις την φιλοσοφίαν, ή νομίζεις ότι δύναται να είπη τις το ίδιον και δι' όλα τα άλλα; Λόγου χάριν η αγάπη προς την γυμναστικήν φρονείς ότι δεν είναι μόνον ευχάριστος αλλά και ωφέλιμος; ή όχι;
Με αρκετήν ειρωνείαν τότε, παρατηρών τον αντίπαλόν του μου έδωσε δύο απαντήσεις:
— Προς αυτόν εδώ, Σωκράτη, δεν θα εδίσταζα να ειπώ ότι δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο. Προς εσέ όμως εξομολογούμαι ότι είναι και ευχάριστος και ωφέλιμος η φιλοσοφία, και το πιστεύω αυτό διότι σκέπτομαι ορθώς.
— Επομένως, τον ηρώτησα, και εις τα γυμναστήρια η υπερβολική κούρασις του σώματος είναι νομίζεις, αγάπη προς την γυμναστικήν; Νομίζεις ότι είναι ωφέλιμος;
— Χωρίς αμφιβολίαν, μου απήντησε, καθώς βεβαίως και εις το ζήτημα της φιλοσοφίας έχω την ιδέαν ότι είναι αυτή πολυμάθεια.
— Νομίζεις δε, του είπα εγώ, ότι επιθυμούν τίποτε άλλο εκείνοι εις τους οποίους αρέσει να γυμνάζωνται, ή επιθυμούν μόνον να γείνουν δυνατοί και υγιείς το σώμα;
— Ω ναι, αυτό το πιστεύω, ότι το θέλουν ολοψύχως.
— Μα η υπερβολική λοιπόν γυμναστική δυναμώνει το σώμα και το κάμνει σιδηρούν; Τον ηρώτησα τότε εγώ.
— Και πώς αλλέως είναι δυνατόν να γείνη; μου απήντησε. Δύναται κανείς με λίγες ασκήσεις να κάνη το σώμα του δυνατόν κι' απρόσβλητον από κάθε ασθένειαν;
Και μου εφάνη ότι ήτο πλέον καιρός, μόλις έλαβα αυτήν την απάντησιν, να καλέσω τον άλλον τον φιλογυμναστήν, όστις εις το ζήτημα αυτό να με βοηθήση λιγάκι ως πλέον πεπειραμένος εις την γυμναστικήν. Αφού λοιπόν τον εφώναξα, τον ηρώτησα τα εξής:
— Συ δε διατί σωπαίνεις, αγαπητέ μου, όταν ακούς αυτόν εδώ να λέη όλα αυτά; Τι ιδέαν έχεις συ διά το ζήτημα τούτο; Με τας πολλάς ασκήσεις δυναμώνουν τα ανθρώπινα σώματα ή με τας μετρίας;
— Όσον αφορά εις εμέ, Σωκράτη, μου απήντησε, πάντοτε βεβαίως επίστευσα εις εκείνο το οποίον λέγουν, και χοίρος ακόμη αν ήμουν θα το εμάθαινα, ότι αι μέτριαι ασκήσεις τονώνουν τα σώματα και δίνουν εις αυτά μίαν διαρκή υγείαν. Αν θέλης δε να μάθης και τι γίνεται όταν κανείς δεν ακολουθή την συμβουλήν αυτήν, κύτταξε αυτόν τον άνθρωπον, ο οποίος από την μεγάλην του αφοσίωσιν εις τα γράμματα, και δεν κοιμάται καλά, και δεν γυμνάζει διόλου τα μέλη του σώματός του κ' έχει καταντήσει σκελετός από τας πολλάς φροντίδας.
Μόλις δε ετελείωσε, εφάνη σαν να ευχαριστήθηκε και φαίνεται ότι ευχαριστήθηκαν και τα δύο εκείνα παιδιά, διότι γελούσαν μ' όλη τους την καρδιά μ' εκείνα τα οποία είπε, ενώ ο άλλος ο φιλόσοφος εκοκκίνησε. Έλαβα τότε εγώ πάλιν τον λόγον και τον ηρώτησα:
— Πώς λοιπόν; Συ πλέον πηγαίνεις με την γνώμην εκείνων οι οποίοι φρονούν ότι ούτε αι πολλαί ούτε αι ολίγαι ασκήσεις δυναμώνουν τα σώματα αλλά αι μέτριαι; Η πολεμών και τας δύο γνώμας διαμφισβητείς και προς τους δύο μας την φρόνησιν;
— Προς αυτόν εδώ μεν, μου απήντησε και μου έδειξεν αυτόν όστις επηγγέλλετο τον φιλόσοφον, και με μεγάλην μου ευχαρίστησιν θα διηγωνιζόμην και πολύ καλά θα ήμην εις θέσιν να αποδείξω τούτο το οποίον υπεστήριξα κατ' αρχάς, και εάν ακόμη εκείνο το οποίον είπα ήτο ολιγώτερον πιθανόν διότι, Σωκράτη, δεν αξίζει αυτός τίποτε. Προς εσένα όμως δεν θέλω όλως διόλου να φιλονεικώ εναντίον της πεποιθήσεώς μου και του αισθήματός μου, αλλά ομολογώ ακόμη μίαν φοράν ότι την καλήν υγείαν την παρέχουν εις το σώμα όχι αι πολλαί ασκήσεις αλλά αι μέτριαι.
— Τι ιδέαν δε έχεις διά τας τροφάς; τον ηρώτησα. Αι μέτριαι ή αι πολλαί συντείνουν εις την υγείαν του σώματος;
Και παρεδέχετο και διά τα τρόφιμα το μέτριον.
Κατόπιν δε εγώ τον εστενοχωρούσα δι' ένα προς ένα τον φιλογυμναστήν αυτόν, και τον ηνάγκαζα να παραδέχεται ότι τα περισσότερον ωφέλιμα διά την υγείαν και την καλήν συντήρησιν του σώματος από τα αναγκαιούντα διά το έργον αυτό, δεν είναι ούτε τα πολλά ούτε τα ολίγα αλλά τα μέτρια· και αυτός συμφωνούσε μαζί μου ότι εις όλα ωφελεί η μετρία χρήσις.
— Τι δε, τον ηρώτησα τότε, τι φρονείς και δι' όσα αποβλέπουν εις την υγείαν και την μόρφωσιν της ψυχής; Από εκείνα τα οποία τη προσφέρομεν, ποία την ωφελούν περισσότερον, τα μέτρια ή τα πολλά;
— Τα μέτρια βεβαίως, μου απήντησεν.
— Είναι λοιπόν και αι γνώσεις ένα απ' αυτά τα οποία προσφέρομεν εις την ψυχήν;
— Βεβαίως χωρίς αμφιβολίαν, μου είπεν.
— Επομένως και εις σε η μετρία χρήσις των γνώσεων και όχι η υπερβολική είναι ωφέλιμος εις την ψυχήν;
Το παρεδέχθη και αυτό χωρίς να ομιλήση.
— Αν λοιπόν υποθέσωμεν ότι ερωτούσαμεν οποιονδήποτε πάντοτε λογικώς σκεπτόμενον, να μας υποδείξη ποίαι είναι αι μέτριαι ασκήσεις και αι μέτριαι τροφαί αι κατάλληλοι διά την υγείαν του σώματος, ποίον θα ερωτούσαμε;
Παρεδέχθημεν και οι τρεις, όσοι είμεθα και συζητούσαμεν, ότι ή τον ιατρόν ή τον διδάσκαλον της γυμναστικής.
— Ποίον δε πάλιν θα εσυμβουλευόμεθα και διά την σποράν των σπόρων των διαφόρων φυτών διά να μάθωμεν το ακριβές μέτριον;
Και διά την συμβουλήν αυτήν παρεδέχθημεν και οι τρεις ότι έπρεπε ν' αποταθώμεν εις τον γεωργόν.
— Αν υποθέσωμεν δε ακόμη ότι ρωτούσαμε κανένα πώς πρέπει να σπείρωμεν και να φυτεύωμεν τας γνώσεις εις την ψυχήν, και ποίαι και πόσαι είναι αι μέτριαι και αι κατάλληλοι διά την ψυχήν, ποίον θα ερωτούσαμε πάντοτε λογικώς σκεπτόμενον;
Η ερώτησις όμως αυτή την οποίαν έκαμα μας έρριξε και τους τρεις εις μίαν μεγάλην στενοχωρίαν, διότι δεν ηξεύραμεν τι να απαντήσωμεν. Κ' εγώ αστειευόμενος τους είπα:
— Θέλετε, αφού εμείς δεν δυνάμεθα να δώσωμεν μίαν γνώμην εις το ζήτημα τούτο, να ρωτήσωμεν αυτά εδώ τα παιδιά; Ή θα εντραπούμε ίσως, καθώς αναφέρει ο Όμηρος διά τους μνηστήρας της Πηνελόπης, οι οποίοι, αφού δεν ηδυνήθησαν να τα καταφέρουν ρίχνοντες και ξαναρίχνοντες το τόξον, είχαν την αξίωσιν και ήθελαν να μην δυνηθή κανείς άλλος να επιτύχη;
Όταν όμως είδα ότι απηλπίζοντο ότι θαύρισκαν εκείνα τα οποία εζητούσαμεν και εστενοχωρούντο πολύ δι' αυτό, προσεπάθησα δι' άλλης οδού να εξετάσω και να μάθω το ζητούμενον. Και αμέσως τους είπα:
— Ποίαι δε γνώσεις μάλιστα υποθέτομεν επάνω κάτω ότι είναι εκείναι τας οποίας πρέπει να κάνη κτήμα του ο αγαπών την σοφίαν και καταγινόμενος εις αυτήν; Διότι έχομεν παραδεχθή ότι από τας γνώσεις δεν πρέπει να μανθάνη ούτε όλας ούτε τας περισσοτέρας αλλά ένα μέτριον αριθμόν.
Έλαβε τότε τον λόγον ο άλλος ο οποίος έκαμνε τον σοφώτερον και είπεν ότι:
— Αι πλέον κατάλληλοι και αι πλέον καλύτεραι γνώσεις δι' ένα φιλόσοφον είναι εκείναι που θα ηδύναντο να του χαρίσουν περισσοτέραν υπόληψιν και τιμήν· πολύ δε θα εκέρδιζεν εις την υπόληψιν του κόσμου και πολύ θα τον ετιμούσαν εάν εφαίνετο ότι είναι γνώστης πεπειραμένος όλων των επιστημών ή τουλάχιστον των περισσοτέρων εξ αυτών και μάλιστα των πλέον αξίων λόγου, φροντίζων προ παντός να μάθη από τας τέχνας αυτάς εκείνα τα οποία είναι πρέπον να μάθουν οι ελεύθεροι, όσοι δηλαδή έχουν ανάγκην πνεύματος και απαιτούν μεγάλην σκέψιν και προσοχήν, όχι δε όσοι θέλουν χειρονακτικήν εργασίαν.
— Πολύ ωραία! είπα τότε εγώ· νομίζεις λοιπόν ότι συμβαίνει και εδώ καθώς και εις την αρχιτεκτονικήν: Διότι και εκεί ένα απλούν βεβαίως τέκτονα θα ηδύνασο να έχης δι' εργασίαν σου με πέντε ή έξ το πολύ μνας, ένα όμως αρχιτέκτονα δεν θα ημπορούσες ούτε και με πολλάς χιλιάδας δραχμάς· συμβαίνει δε αυτό διά τον λόγον ότι υπάρχουν πάρα πολύ ολίγοι μέσα εις όλους τους Έλληνες. Μην είναι λοιπόν απάνω κάτω τίποτε το τοιούτον εκείνο, το οποίον θέλεις να ειπής;
Κι' αυτός αφού μ' άκουσε με μεγάλην προσοχήν, μου εξωμολογήθη ότι συμφωνεί μ' εμένα και ότι καλά εμάντευσα την σκέψιν του.
Τον ηρώτησα κατόπιν εάν δεν του εφαίνετο ένα πράγμα αδύνατον ο ίδιος άνθρωπος να σπουδάση κατ' αυτόν τον τρόπον δύο επιστήμας, εάν δε δεν ήτο πολύ περισσότερον αδύνατον να σπουδάση κατά τον τρόπον αυτόν επίσης και πολλάς και δυσκόλους επιστήμας.
— Όχι, μη το φαντάζεσαι, Σωκράτη, μου είπεν, ότι όταν ομιλώ κατ' αυτόν τον τρόπον, θέλω να πω ότι πρέπει ο φιλόσοφος να γνωρίζη την κάθε μίαν από τας επιστήμας τόσον τέλεια όσον πρέπει να την ξεύρη εκείνος ο οποίος εξασκεί και καταγίνεται εις την επιστήμην αυτήν· αλλά καθώς αρμόζει εις ένα άνθρωπον ελεύθερον, εις ένα άνθρωπον πολύ μορφωμένον. Θέλω να ειπώ δηλαδή ότι ο φιλόσοφος πρέπει να είναι εις θέσιν να παρακολουθή τους λόγους του επιστήμονος όσον το δυνατόν καλύτερα από τους παρευρισκομένους και να διαφέρη οπωσδήποτε από τους συγχρόνους του, και να δύναται και αυτός ο ίδιος να δώση μίαν γνώμην, ούτως ώστε να φαίνεται παντού και πάντοτε, εις όλας τας συζητήσεις, ότι είναι ο πλέον σοφός και ο πλέον άξιος από όλους τους συγχρόνους του εις όσα λέγονται και πράττονται όσον αφορά εις τας επιστήμας αυτάς.
Επειδή δε εγώ δεν είχα εννοήσει ακόμα και καλά τι ήθελε να ειπή, — Κύττα σε παρακαλώ, τον ηρώτησα, εάν ενόησα καλά εκείνο το οποίον λέγεις διά τον φιλόσοφον διότι εγώ νομίζω ότι κατά τα λεγόμενά σου θέλεις τον φιλόσοφον καθώς εις τους αγώνας είναι οι αθληταί του πεντάθλου εν σχέσει προς τους δρομείς ή τους παλαιστάς. Διότι και ο αγωνιστής του πεντάθλου, ενώ βγαίνει διαρκώς νικημένος όταν αγωνίζεται προς ένα έκαστον από τους αθλητάς αυτούς εις τα αγωνίσματα εις τα οποία έχουν ιδιαιτέρως εξασκηθή και ευρίσκεται διαρκώς εις την δευτέραν γραμμήν, μ' όλα ταύτα υπερέχει γενικώς από όλους τους άλλους αθλητάς και τους νικά. Και ίσως απάνω κάτω εννοείς ότι το ίδιον αποτέλεσμα έχει και η φιλοσοφία δι' εκείνους οι οποίοι αφοσιώνονται εις αυτήν και μετέρχονται το επάγγελμα του φιλοσόφου· είναι ολιγώτερον πεπειραμένοι και κατώτεροι κατά την τέχνην απ' αυτούς τους ιδίους επιστήμονας, ενώ δε ευρίσκονται εις την δευτέραν γραμμήν, εν τούτοις υπερέχουν απ' όλους τους άλλους ανθρώπους, και τοιουτοτρόπως ο φιλόσοφος έρχεται εις όλα εις την δευτέραν γραμμήν. Μου φαίνεται λοιπόν ότι με τα λεγόμενά σου ήθελες να μου υποδείξης, ότι ο φιλόσοφος είναι περίπου τοιούτος.
— Σωκράτη, μου είπε τότε, καθώς φαίνεται ενόησες θαυμάσια την σκέψιν μου, με το να παρομοιάζης τον φιλόσοφον με τον αγωνιστήν του πεντάθλου. Διότι κυρίως ο φιλόσοφος είναι ένας άνθρωπος ο οποίος δεν αφοσιώνεται εις κανέν πράγμα δουλικώς, και δεν εργάζεται διά τίποτε και εις τίποτε αποκλειστικά, και δεν κοπιάζει διόλου διά την ακρίβειαν, εις τρόπον ώστε ένεκα των φροντίδων του και ένεκα της προσοχής του εις έν μόνον πράγμα να μένη οπίσω εις όλα τα άλλα, καθώς κάμνουν οι επιστήμονες, αλλά καταγίνεται εις όλα τα πράγματα μετρίως.
Μετά την απάντησίν του λοιπόν αυτήν, επειδή επιθυμούσα εγώ να μάθω καθαρά και ξάστερα εκείνο το οποίον ήθελε να ειπή, τον ηρώτησα ποίαν γνώμην έχει διά τους ικανούς ανθρώπους, αν τους νομίζη δηλαδή χρησίμους ή αχρήστους.
— Χρησίμους βεβαίως, Σωκράτη, μου απεκρίθη.
— Επομένως εάν οι ικανοί είναι χρήσιμοι, τότε οι ανίκανοι είναι άχρηστοι;
— Βεβαιότατα, δεν υπάρχει αμφιβολία, μου είπεν.
— Αλλά και διά τους φιλοσόφους, τι ιδέαν έχεις; Νομίζεις ότι είναι άνθρωποι χρήσιμοι ή όχι;
Ως προς αυτό δε παρεδέχετο ότι όχι μόνον είναι απλώς χρήσιμοι οι φιλόσοφοι, αλλά μάλιστα και χρησιμώτατοι.
— Ας ίδωμεν λοιπόν, του είπα τότε, αν λέγης αλήθεια και εις τι πράγμα και πότε είναι χρήσιμοι οι μέτριοι ούτοι; Διότι απεδείχθη πλέον ότι ο φιλόσοφος είναι κατώτερος από τον καθένα χωριστά επιστήμονα.
Και ωμολόγησε τότε ότι είχα και πάλιν δίκαιον.
— Εμπρός λοιπόν, είπα εγώ, ας το ιδούμεν αυτό. Ειπέ μου, αν υποθέσωμεν ότι κατά τύχην ασθενούσες ή το επάθαινεν αυτό κανείς από τους φίλους σου, από εκείνους τους στενούς σου και αγαπητούς φίλους, και επεθύμεις να γείνης καλά ή να γείνη καλά ο φίλος σου, θα εφώναζες τότε τον μέτριον εκείνον φιλόσοφον ή θα έστελλες να καλέσης τον ιατρόν;
— Εγώ θα φώναζα και τους δύο, μου απήντησε.
Μη μου λέγης τώρα ότι θα εφώναζες και τους δύο, του είπα, αλλά λέγε μου ποίον θα εκαλούσες γρηγορώτερα και πρωτήτερα από τον άλλον.
— Αν θέτεις ούτω το ζήτημα, Σωκράτη, μου είπε, δεν υπάρχει καμμία αμφιβολία ότι θα προ[τιμούσα και θα καλούσα γρηγο] {4} ρώτερα τον ιατρόν, καθώς θα έκανε και ο καθένας στη θέσι μου.
— Κι' αν υποθέσωμεν ότι ευρίσκεσαι μέσα σ' ένα πλοίο το οποίον κινδυνεύει από την τρικυμίαν, εις ποίον από τους δύο ήθελες εμπιστευθή τον εαυτόν σου και τα υπάρχοντά σου, εις τον πλοίαρχον ή εις τον φιλόσοφον;
— Εγώ θα είχα περισσοτέραν πεποίθησιν εις τον πλοίαρχον, μου απήντησε.
— Λοιπόν ομοίως θα συμβαίνη και εις κάθε άλλην περίστασιν κατά την οποίαν θα τύχη να είναι παρών ο &ειδήμων&; Ο φιλόσοφος δεν θα χρησιμεύη εις τίποτε;
Καθώς φαίνεται, αυτό θα συμβή, μου απήντησε.
Και τώρα λοιπόν συμπεραίνομεν ότι είναι και άχρηστος ο φιλόσοφος; Διότι παντού βεβαίως και πάντοτε υπάρχουν οι &ειδήμονες&· έχομεν δε παραδεχθή ότι εκείνοι μεν οι οποίοι είναι άξιοι διά κάτι τι είναι χρήσιμοι, εκείνοι δε οι οποίοι δεν είναι άξιοι διά τίποτε είναι άχρηστοι.
Και τότε δεν είχε πλέον τι να είπη και ηναγκάζετο να ομολογή ότι έλεγα την αλήθειαν.
— Να τολμήσω λοιπόν ακόμη να σ' ερωτήσω κάτι; του είπα ή είναι μεγάλη μου αγένεια το να σου κάμνω τόσας ερωτήσεις;
— Ερώτησε με οτιδήποτε θέλεις, μου απήντησε.
— Δεν ζητώ τίποτε άλλο τη αληθεία, του είπα τότε εγώ, παρά να παραδεχθώμεν πάλιν εκείνα τα οποία έχομεν ειπή ως τώρα.
Είναι δε αυτά τα εξής:
Παρεδέχθημεν ότι η φιλοσοφία είναι και πολύ καλή και πολύ ωφέλιμος και οι φιλόσοφοι αυτοί είναι ωφέλιμοι, ότι οι φιλόσοφοι είναι επίσης ικανοί άνθρωποι και ότι οι ανίκανοι είναι άχρηστοι· αμέσως δε πάλιν παρεδέχθημεν ότι οι φιλόσοφοι δεν χρησιμεύουν εις τίποτε εκεί όπου υπάρχουν και ενόσω υπάρχουν ειδήμονες, και ότι ειδήμονες υπάρχουν παντού και πάντοτε. Δεν τα έχομεν παραδεχθή όλα αυτά;
— Ναι, ναι τα παρεδέχθημεν, και μάλιστα χωρίς να φέρω και καμμίαν αντίρρησιν, μου απήντησε.
— Παραδεχόμεθα λοιπόν, καθώς φαίνεται τουλάχιστον από ό,τι εξάγεται από τα λόγια σου, ότι αν βεβαίως το να φιλοσοφή κανείς είναι το να γνωρίζη όλας τας επιστήμας καθ' ον τρόπον νομίζεις εσύ, τότε οι φιλόσοφοι είναι ανίκανοι και άχρηστοι, εφ' όσον αι τέχναι και αι επιστήμαι καλλιεργούνται από τους ανθρώπους.
Αλλά, μα την αλήθειαν, αγαπητέ μου, πρόσεχε ολίγον περισσότερον, διότι δεν είναι όπως τα λέγω. Το να φιλοσοφή κανείς δεν σημαίνει ότι πρέπει να σπουδάζη όλας τας επιστήμας ούτε να περνά την ζωήν του καταγινόμενος εις πολλά έργα, ούτε να τα μαθαίνη όλα, αλλά κάτι τι εντελώς διάφορον· διότι, αν ήτο όπως το λέγεις, εγώ θα είχα την γνώμην και θα το εβεβαίωνα ότι είναι μεγάλη εντροπή η τοιαύτη φιλοσοφία και ότι έπρεπε να ονομάζουν βαναύσους και χυδαίους εργάτας εκείνους οι οποίοι εσπούδασαν τας επιστήμας κατ' αυτόν τον τρόπον.
Εάν όμως μου αποκριθής ακόμη εις εκείνο που θα σ' ερωτήσω, θα εννοήσωμεν ακόμη καλύτερα εάν τα λόγια μου είναι αληθινά· ποίοι ηξεύρουν λοιπόν καλά να τιμωρούν τους ίππους; Εκείνοι οι οποίοι ηξεύρουν και τον τρόπον να τους κάμουν καλυτέρους ή οι άλλοι;
— Βεβαίως εκείνοι οι οποίοι ξεύρουν να τους κάμουν καλυτέρους.
— Δυνάμεθα δε να είπωμεν και το ίδιον και διά τα σκυλλιά; Δεν ξεύρουν να τα κάμουν καλύτερα εκείνοι οι οποίοι γνωρίζουν και να τα τιμωρούν όπως πρέπει;
— Ναι.
— Εκ τούτου λοιπόν συμπεραίνομεν ότι μία και η αυτή είναι η τέχνη η οποία και τα τιμωρεί όπως πρέπει και τα κάμνει καλύτερα;
— Ναι, καθώς φαίνεται, είναι η ιδία.
— Αλλά και η τέχνη αυτή η οποία ηξεύρει να τα τιμωρή και να τα κάμη συγχρόνως καλύτερα, είναι η ιδία μ' εκείνην που ηξεύρει τα καλά και τα κακότροπα σκυλλιά ή είναι καμμία άλλη;
— Όχι, είναι η ιδία τέχνη.
— Θα θελήσης λοιπόν να παραδεχθής το ίδιον και διά τους ανθρώπους; του είπα. Η τέχνη, η οποία τους κάμνει καλυτέρους είναι η ιδία με εκείνην η οποία τους τιμωρεί όπως πρέπει, και η οποία γνωρίζει πάρα πολύ καλά τους καλούς και τους κακούς;
— Ναι, είναι η ιδία.
— Η τέχνη όμως η οποία προσαρμόζεται εις ένα μόνον, προσαρμόζεται και εις τους πολλούς, και εκείνη η οποία προσαρμόζεται εις τους πολλούς προσαρμόζεται και εις τον ένα μόνον;
— Βεβαίως.
— Και κατ' αυτόν τον τρόπον δύναται να σκεφθή κανείς και διά τους ίππους και δι' όλα τα άλλα ζώα;
— Μου φαίνεται ότι δύναται να κάμη την ιδίαν σκέψιν.
— Ποία λοιπόν, του είπα τότε, είναι η επιστήμη η οποία τιμωρεί δικαίως εκείνους οι οποίοι παραβαίνουν τους νόμους και διαφθείρουν και τους εαυτούς των και τους άλλους πολίτας; Δεν είναι αυτή η δικαστική επιστήμη;
— Ναι, αυτή είναι, μου απήντησε.
— Και ποίαν επιστήμην ονομάζεις δικαιοσύνην, αυτήν ή καμμίαν άλλην;
— Όχι αυτή η δικαστική επιστήμη είναι και η επιστήμη της δικαιοσύνης.
— Λοιπόν με την επιστήμην βεβαίως εκείνην με την οποίαν τιμωρούν δικαίως, μ' εκείνην εν ταυτώ ηξεύρουν να διακρίνουν τους καλούς από τους κακούς;
— Βεβαιότατα, μου απεκρίθη.
— Εκείνος δε ο οποίος γνωρίζει καλά ένα θα είναι εις θέσιν να μάθη επίσης καλά και τους πολλούς;
— Ναι.
— Και εκείνου όστις δεν ηξεύρει καλά τους πολλούς, δεν θα του συμβαίνη το ίδιον και διά τον ένα;
— Βεβαίως· συμφωνώ ότι δεν θα γνωρίζη ούτε τον ένα, μου απήντησεν.
— Εάν επομένως ένας ίππος δεν ηξεύρει τους χρησίμους και τους αχρήστους ίππους, είναι δυνατόν πολύ περισσότερον να μάθη τι είναι αυτό το ίδιον;
— Όχι, δεν είναι δυνατόν.
— Και εάν ένας βους δεν ηξεύρει τους αχρήστους και τους χρησίμους βους, θα δύναται ποτέ να μάθη τι είναι αυτό το ίδιον;
— Βεβαίως δεν θα είναι δυνατόν, μου απήντησε.
— Και δυνάμεθα να είπωμεν το ίδιον και δι' ένα σκύλλον;
— Ναι, ναι, πολύ ωραία.
— Πώς λοιπόν! επρόσθεσα· ένας άνθρωπος ο οποίος δεν θα διέκρινε τους καλούς από τους κακούς ανθρώπους, δεν θ' αγνοούσε επίσης εάν και αυτός ο ίδιος είναι καλός ή κακός, αφού τέλος πάντων και αυτός είναι άνθρωπος;
— Αυτό είναι αληθινό, μου είπε.
— Το να μην ηξεύρη δε κανείς τι είναι, είναι ίδιον ενός ανθρώπου σώφρονος ή ενός ανθρώπου εντελώς άφρονος;
— Όταν δεν ηξεύρη κανείς τον εαυτόν του, θα ειπή ότι δεν έχει σώας τας φρένας του, μου απήντησεν.
— Επομένως, είπα τότε εγώ, το να γνωρίζη καλά κανείς τον εαυτόν του είναι μία απόδειξις ότι ο άνθρωπος αυτός είναι νουνεχής;
— Ω, ναι, αυτό να το βεβαιώσω δύναμαι με όλην μου την ψυχήν, μου απεκρίθη.
— Αυτό λοιπόν συμβουλεύει και το ρητόν το οποίον είναι χαραγμένον εις το μαντείον των Δελφών^ να είμεθα δηλαδή δίκαιοι και σώφρονες.
— Φαίνεται ότι αυτό μας συμβουλεύει.
— Με αυτήν δε την ιδίαν επιστήμην γνωρίζομεν και να τιμωρώμεν δικαίως;
— Ναι.
— Λοιπόν, η επιστήμη διά της οποίας ηξεύρομεν να τιμωρώμεν δικαίως, είναι η &δικαιοσύνη& αυτή, και η άλλη, διά της οποίας είμεθα εις θέσιν να γνωρίζωμεν και τον εαυτόν μας και τους άλλους, είναι η &σωφροσύνη&;
— Ναι φαίνεται, μου απεκρίθη.
— Επομένως, καθώς η &δικαιοσύνη& και η &σωφροσύνη& είναι έν και το αυτό πράγμα;
— Αυτό θα είναι φανερόν, μου απήντησε.
— Και αι πόλεις τότε βεβαίως διοικούνται καλά όταν καταδιώκωνται και τιμωρώνται εκείνοι οι οποίοι κάμνουν αδικίας εις βάρος των άλλων.
— Πολύ αληθινά τα λέγεις, μου είπε.
— Και η &πολιτική& επομένως είναι η ιδία επιστήμη.
— Ναι, είναι η ιδία.
— Τι δε; όταν ένας άνθρωπος διοική καλώς τα πράγματα της πολιτείας, δεν ονομάζεται και &τύραννος& και &βασιλεύς&;
— Βεβαίως.
— Λοιπόν η τέχνη με την οποίαν διοικεί είναι και βασιλική και τυραννική;
— Ναι, κατ' αυτόν τον τρόπον διοικεί, μου είπεν.
— Επομένως και αι τέχναι αύται δεν είναι όμοιαι με εκείνας περί των οποίων ωμιλήσαμεν προ ολίγου;
— Ναι, είναι όμοιαι, μου είπε.
— Τι δε; όταν ένας άνδρας διευθύνει μίαν οικίαν αρκετά καλά, δεν ονομάζεται και &οικονόμος& και &αφέντης&;
— Ναι.
— Με ποίαν τέχνην λοιπόν θα ηδύνατο και αυτός να διευθύνη τόσον καλά το σπίτι του, με την τέχνην της δικαιοσύνης ή με καμμίαν άλλην;
— Με την δικαιοσύνην, δεν υπάρχει αμφιβολία.
— Είναι επομένως ένα και το αυτό πράγμα, καθώς φαίνεται, και &βασιλεύς& και &τύραννος& και &πολιτικός& και &οικονόμος& και &κύριος&. Και είναι μία και η αυτή τέχνη και η &βασιλική& και η &τυραννική& και η &πολιτική& και η &οικονομική& και η τέχνη του &κυρίου& και η &δικαιοσύνη& και η &σωφροσύνη.& {5}
— Βεβαίως, είναι όπως τα λες, μου είπε.
— Και πώς λοιπόν συμβαίνει, εξακολούθησα, όταν μεν ένας γιατρός ομιλή ενώπιον του φιλοσόφου διά διαφόρους ασθενείας και ασθενείς ή όταν ένας τεχνίτης ομιλή διά την τέχνην του — πώς, είπα, συμβαίνει, τότε μεν να είναι εντροπή διά τον φιλόσοφον όταν δεν δύναται να παρακολουθήση τα λεγόμενα και να δώση και αυτός μίαν γνώμην, να μην είναι εντροπή δε δι' αυτόν τον ίδιον όταν ένας δικαστής ή ένας βασιλεύς, ή ένας από εκείνους τους οποίους τώρα θα αραδειάσωμε, ομιλή διά διάφορα ζητήματα ενώπιόν του, και αυτός δεν είναι εις θέσιν ούτε να τους παρακολουθήση ούτε να δώση και αυτός οπωσδήποτε μίαν γνώμην;
— Και ποίος σου είπε ότι δεν θα είναι εντροπή του, Σωκράτη, αφού δεν θα δύναται να δώση την γνώμην του σε τόσα και σε παρόμοια ζητήματα;
— Αλλ' όμως θα είπωμεν ότι και ως προς τα ζητήματα αυτά αυτός ο ίδιος ο φιλόσοφος πρέπει να είναι καθώς ο αγωνιστής του πεντάθλου και να είναι πάντοτε εις την δευτέραν γραμμήν και &μετριότης&, ούτως ώστε να είναι εντελώς ανωφελής οπότε και όπου ευρίσκεται παρών δι' αυτά ο &ειδήμων&; Ή θα είπωμεν πρώτον μεν ότι δεν πρέπει να εμπιστεύεται την διεύθυνσιν της οικίας του εις ξένας χείρας και να έχη αυτός τα &δευτερεία& μέσα στο ίδιο του το σπήτι, αλλ' ό,τι οφείλει να ηξεύρη και να τιμωρή και να δικάζη όπως και όταν πρέπη, αν θέλη να πηγαίνη κατά Θεού;
Και παρεδέχθη ότι είχα δίκαιον εις όσα έλεγα.
— Έπειτα δε βεβαίως, εάν οι φίλοι του τον παίρνουν διά συμβιβαστήν εις τας μεταξύ των φιλονεικίας και εάν η πατρίς τον καλή ως διαιτητήν ή ως δικαστήν και έχη την ανάγκην του, δεν είναι εντροπή δι' αυτόν, αγαπητέ σύντροφε, να γίνη φανερός ότι δεν είναι διά τίποτε, ότι είναι δεύτερος ή τρίτος εις τα ζητήματα αυτά εις τα οποία έπρεπε να είναι πρώτος;
— Πολύ, μα πολύ σωστά τα λέγεις, μου απήντησε.
— Πολύ επομένως απέχει, αγαπητέ μου, από του να είναι η &φιλοσοφία πολυμάθεια& και η ενασχόλησις εις τας διαφόρους τέχνας και η αφοσίωσις εις τας επιστήμας.
Και μόλις είπα εγώ αυτά, εκείνος ο οποίος έκαμε τον σοφόν εντράπη δι' όσα μου είχε αραδιάση προτήτερα και εσιώπησεν, ο δε άλλος, ο &αμαθής&, παρεδέχθη ότι είχα δίκαιον και όλοι οι άλλοι επίσης οι οποίοι ήσαν παρόντες εις όλην αυτήν την συζήτησιν παρεδέχθησαν όσα είπα χωρίς καμμίαν αντίρρησιν.
1} Ο Κριτίας δεν επίστευε πλέον εις τους θεούς, ούτε εις την ύπαρξιν πνεύματος ψυχής· την δε θρησκείαν εθεώρει ως εφεύρεσιν των νομοθετών δια να κυβερνώνται ευκόλως οι λαοί!
2} Εις το «Τίμαιον».
3} Παραπόταμος του Ιλισσού.
4} [Ελλιπής πρόταση την συμπλήρωσα συμβουλευόμενη την αγγλική μετάφραση της έκδοσης Plato. Plato in Twelve Volumes, Vol. 8 translated by W.R.M. Lamb. Cambridge, MA, Harvard University Press; London, William Heinemann Ltd. 1955.]
5} [Η παράγραφος είχε από κάτω την εξής φράση
" — Πολύ επομένως απέχει, αγαπητέ μου, από του να είναι η "
την οποία μετέφερα πιο κάτω, συμβουλευόμενη την αγγλική μετάφραση που αναφέρεται ανωτέρω.]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου